|
| Η μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου |
| © Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος |
Θεωρώ ότι ήταν σώφρων η πρόταση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου, την οποία κατέθεσε στην Ιεραρχία, να μη γίνη συζήτηση πάνω στο θέμα της μνημονεύσεως του ονόματός του, που είναι ένα θέμα λεπτό και πολύ σοβαρό και έχει πολλές προεκτάσεις. Και βέβαια ήταν εξίσου σημαντική η αποδοχή της πρότασης από την Ιεραρχία. Ολοι οι Ιεράρχες εστάθησαν στο ύψος των περιστάσεων. Ο ηγέτης, εκκλησιαστικός ή πολιτικός, φαίνεται όταν σε κρίσιμες ώρες κρατά την ψυχραιμία του και αντιμετωπίζει τα θέματα με νηφαλιότητα, τιθασεύοντας τις οξύτητες που αναφύονται. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση μια σύγκρουση μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα είχε οδυνηρές συνέπειες για την Εκκλησία και το Εθνος. Ετσι, λοιπόν, έστω και την τελευταία στιγμή έπρεπε να αποφευχθή κάθε συζήτηση, όπως και έγινε.
Η παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχου ίσως θεωρήθηκε αναγκαία, γιατί ήδη από πολλών ετών έγιναν μονομερείς αλλαγές και αλλοιώσεις του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξης του 1928 από την Εκκλησία της Ελλάδος σε πολλά θέματα, όπως στην εισαγωγή του μεταθετού των Μητροπολιτών, τη χειροτονία βοηθών Επισκόπων, τις πολιτικές επεμβάσεις στα εκκλησιαστικά πράγματα κατά τη διάρκεια της επταετίας με ευθύνη Ιεραρχών, την αλλαγή στον τρόπο συγκροτήσεως της Ιεράς Συνόδου κτλ., καθώς επίσης και τώρα σε μερικές εφημερίδες γίνεται λόγος για προσαρτήσεις άλλων επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου στο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος, οπότε τα πατριαρχικά αυτά κείμενα αλλοιώνονται σημαντικά. Γι' αυτό άλλωστε πρόσφατα κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα ο Οικουμενικός Πατριάρχης έδωσε σαφές μήνυμα ότι δεν θα δεχθή μείωση, αύξηση και αλλαγή στα πατριαρχικά αυτά κείμενα.
Θα ήθελα πάνω στο θέμα της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου να υπογραμμίσω δύο σημεία τα οποία φανερώνουν τον έντονο προβληματισμό αλλά και τη σπουδαιότητα του θέματος. Είχα την τιμή να είμαι μέλος της Συνοδικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε για την αντιμετώπιση του θέματος, και αφενός μεν τοποθετήθηκα πάνω στο θέμα αυτό κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής που έγινε στις 17 Ιουνίου ε.ε., αφετέρου δε κατέθεσα τις σκέψεις μου στον Πρόεδρο της Επιτροπής Σεβ. Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο, προ της σύγκλησης της Ιεραρχίας. Θα παραθέσω μερικές από τις θέσεις μου:
1. Κατ' αρχάς υπάρχουν δύο συστήματα διοικήσεως της Εκκλησίας. Το ένα είναι το Μητροπολιτικό και το άλλο είναι το Πατριαρχικό σύστημα. Διεξοδική ανάλυση των συστημάτων αυτών κάνει ο Νικόδημος Μίλας στο σύγγραμμά του «Εκκλησιαστικόν Δίκαιον». Κατά τους ιερούς Κανόνες ο Μητροπολίτης θεωρείται «πρώτος» των Επισκόπων που υπάρχουν στη συγκεκριμένη Επαρχία και ο έξαρχος Διοικήσεως, που ταυτίζεται με τον Πατριάρχη, είναι πρώτος των Μητροπολιτών που υπάγονται στη διοίκησή του.
Οι κανόνες που συνήθως αναφέρονται στη μνημόνευση και τη θέση του «πρώτου» στην Εκκλησία, ήτοι ο λδ' Αποστολικός, ο κγ' και ο νς' της Καρθαγένης, ο ιθ' και ις' της Αντιοχείας κ.ά., αναφέρονται στο Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως, όπως ερμηνεύεται από τους εγκρατείς κανονολόγους, ήτοι τον Βαλσαμώνα, τον Ζωναρά. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέγει ότι, «καθώς ο Μητροπολίτης είναι πρώτος και κεφαλή των Επισκόπων, ούτως είναι και ο Πατριάρχης πρώτος και κεφαλή των Μητροπολιτών, διά τούτο και ο παρών Αποστολικός Κανών όχι περισσότερον νοείται διά τους Επισκόπους προς τον Μητροπολίτην, παρά διά τους Μητροπολίτας προς τον Πατριάρχην, αλλ' εξίσου και διά τους δύο ομού».
Ομως η Εκκλησία της Ελλάδος από την αρχή της αυτοκεφαλίας της δεν υπάγεται σε κανένα από τα δύο αυτά συστήματα, αλλά διασώζει στοιχεία του αρχεγόνου αποστολικού τρόπου διοικήσεως, όπου δεν υπάρχει «πρώτος» αλλά πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, και αυτό θεωρείται τιμητικό. Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το αποστολικό σύστημα διοικήσεως, τότε αναγκαστικά οδηγούμαστε στη διοίκηση που προβλέπεται από τους ιερούς Κανόνας, οι οποίοι προϋποθέτουν Σύνοδο όλων των Επισκόπων και όχι Διαρκή Σύνοδο. Δηλαδή οι ιεροί Κανόνες κάνουν λόγο για Σύνοδο όλων των Ιεραρχών, η οποία θα συγκαλείται μία με δύο φορές τον χρόνο, και οσάκις υφίσταται ανάγκη, και η οποία εξουσιοδοτεί τον πρώτο για τη διεκπεραίωση των αποφασισθέντων θεμάτων. Αλλά η ύπαρξη της (μη κανονικής) Διαρκούς Συνόδου υποκαθιστά τη θέση του «πρώτου». Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Εκκλησία της Ελλάδος «πρώτη» είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Πρόεδρος της Συνόδου.
Ο τρόπος αυτός διοικήσεως της Εκκλησίας μας καθορίστηκε από τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850, οπότε δεσμευόμαστε στο να γίνη μονομερής αλλαγή στον τρόπο μνημονεύσεως, γιατί ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και οι μετέπειτα τρεις Πατριαρχικές Πράξεις (1866,1882 και 1928), που κατοχυρώνονται και συνταγματικώς, σαφώς ορίζουν ότι οι Μητροπολίτες πρέπει να μνημονεύουν την Ιερά Σύνοδο, η οποία δεν είναι απρόσωπη αλλά αποτελείται από συγκεκριμένα πρόσωπα. Και βέβαια κάθε αλλαγή δεν μπορεί να γίνεται μονομερώς αλλά με συμφωνία των τριών παραγόντων που την υπέγραψαν, ήτοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας.
Μάλιστα δε έγραφα στο κείμενο που κατέθεσα στην Επιτροπή ότι πρέπει να μην τεθή προς συζήτηση το θέμα αυτό στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου, πριν γίνη η σχετική συζήτηση μεταξύ εκπροσώπων των δύο Εκκλησιών, ώστε να διαπιστωθούν οι προθέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχου και να επιτευχθή συμφωνία, γιατί διαφορετικά θα υπάρξη πρόβλημα μεταξύ των Εκκλησιών. Δυστυχώς, από ό,τι φάνηκε στη συνέχεια, δεν έγινε αποδεκτή αυτή η πρόταση.
2. Ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος με την πρότασή του να μη γίνη συζήτηση στην Ιεραρχία πάνω στο θέμα της μνημονεύσεως του ονόματός του στην πραγματικότητα ακολούθησε την τακτική δύο μεγάλων και σπουδαίων προκατόχων του.
Από την πρόσφατη εκκλησιαστική ιστορία διαπιστώνεται ότι στον 20ό αιώνα δύο φορές ετέθη θέμα αλλαγής του Τόμου ως προς το σημείο αυτό, ώστε και οι Μητροπολίτες να μη μνημονεύουν της Ιεράς Συνόδου αλλά του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Τώρα είναι η τρίτη φορά. Την πρώτη φορά ετέθη στην πρώτη Ιεραρχία μετά την εκλογή του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου (1923) και τη δεύτερη φορά κατά την περίοδο της Αρχιεπισκοπίας του Δαμασκηνού Παπανδρέου (1941). Και στις δύο περιπτώσεις δεν ελήφθη τελική απόφαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί Χρυσοστόμου την πρώτη ημέρα ψηφίστηκε η αλλαγή του τρόπου μνημονεύσεως, αλλά την επομένη ημέρα, ύστερα από αντιδράσεις των Αρχιερέων που απουσίαζαν, αλλά εν τω μεταξύ είχαν έλθει, το απέσυρε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος λέγοντας: «Παρακαλώ την Ι. Σύνοδον ν' αναγραφώσιν εν τω Νόμω οι τίτλοι και διαγραφή το μνημόσυνον». Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι και κατά τη διάρκεια της Συνεδριάσεως επί Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού δημιουργήθηκαν αντιδράσεις, οπότε ο Δαμασκηνός εξαναγκάστηκε ουσιαστικά να το αποσύρη, αφού το θέμα παραπέμφθηκε σε εξέταση από ειδική επιτροπή Κληρικών και λαϊκών, η οποία βέβαια δεν γνωρίζω αν συγκροτήθηκε ή τι αποφάσισε. Ομως είναι γνωστόν ότι δεν ετέθη πάλι στην Ιεραρχία προς συζήτηση και παρέμειναν τα πράγματα όπως είχαν ορισθή με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928.
Είναι επίσης σημαντικό να λεχθή ότι την πρώτη φορά (1923) απεσύρθη κατόπιν ουσιαστικής παρεμβάσεως του τότε Μητροπολίτου Κορινθίας Δαμασκηνού, ο οποίος, ως νέος Αρχιερεύς, και στην ηλικία και στην εκλογή, υπεστήριξε ότι οι Κανόνες που χρησιμοποιούνται συνήθως για τη θέση του «πρώτου» στην Εκκλησία αναφέρονται στις σχέσεις των Επισκόπων προς τους Μητροπολίτας και κατέληξε: «Αι σχέσεις μεταξύ Αθηνών και Μητροπολιτών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας δεν είναι όμοιαι με την των Επισκόπων της περιφερείας προς τον Μητροπολίτην αυτής, η δε μνημόνευσις απροσώπου της Ι. Συνόδου εννοεί τους απαρτίζοντας αυτήν». Ομως, όταν ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κορινθίας έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών επεδίωξε την εισαγωγή του μνημοσύνου του ονόματός του από τους Αρχιερείς, αλλά τελικά, μετά από αντίδραση, παρέπεμψε το θέμα σε Επιτροπή προς μελέτη.
Για την ιστορία του θέματος πρέπει να σημειωθή ότι την εισαγωγή του μνημοσύνου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών υπεστήριζαν οι προσκείμενοι Αρχιερείς στους τότε Αρχιεπισκόπους, ενώ οι μη προσκείμενοι το πολεμούσαν. Από ό,τι φαίνεται τα ελατήρια ήταν προσωπικά.
Συνήθως λέγεται ότι ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 καθόριζε να μνημονεύουν οι Αρχιερείς την Ιερά Σύνοδο και όχι τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών για να τιμωρηθή η Εκκλησία της Ελλάδος η οποία προχώρησε αυτοβούλως στην αντικανονική ανακήρυξη του αυτοκεφάλου. Ομως η αλήθεια είναι διαφορετική. Στην εισήγησή του το 1941 ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος υπεστήριξε την άποψη ότι με την αυθαίρετη ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το 1833 κανείς από τους τότε Επισκόπους δεν ανελάμβανε την Προεδρία της Συνόδου, για τον φόβο της καθαιρέσεώς του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η προεδρία της Συνόδου ανετίθετο διαδοχικώς κάθε έτος σε διαφόρους Αρχιερείς, όπως τον Κυνουρίας Διονύσιο, τον Αργολίδος Κύριλλο, τον Αττικής Νεόφυτο, τον Δαμαλών Ιωάννη κ.ά. Συνέβαινε μάλιστα πολλές φορές ο Μητροπολίτης Αττικής να μην είναι μέλος της Συνόδου, έστω και αν η Σύνοδος συνεδρίαζε στα όριά του. Ετσι, λοιπόν, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1850 βρήκε μια κατάσταση αντικανονική και τη βελτίωσε σημαντικά με το να ορίση τον Μητροπολίτη Αθηνών ως Πρόεδρο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αλλά και με την παραχώρηση επιτροπικώς των Νέων Χωρών στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος το 1928 δεν άλλαξε το καθεστώς της μνημονεύσεως, διότι οι Μητροπολίτες των Νέων Χωρών εκλαμβανόμενοι ως Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως επανειλημμένως τονίζεται στην Πατριαρχική Πράξη, εθεωρούσαν «πρώτον» τον Οικουμενικό Πατριάρχη, οπότε δεν ήταν δυνατόν να μνημονεύουν δύο «πρώτους», δύο κεφαλές. Επειδή λοιπόν το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι σύνθετο και πολύπλοκο, γι' αυτό και ο ισχυρός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός υπεχώρησε, αφού εγνώριζε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ήταν διατεθειμένο να απεμπολήση ουσιαστικά δικαιώματά του και να συντελέση το ίδιο στην αποδυνάμωσή του. Αλλά και ούτε συμφέρει τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών να μνημονεύεται μόνον από τη μισή Ιεραρχία, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη θέση του.
Θα ήθελα να επανέλθω σε αυτό που έγραψα στην αρχή, ότι η αναβολή της συζητήσεως για τη διεξοδική μελέτη του όλου θέματος και η παραπομπή στους διαλόγους μεταξύ των δύο Εκκλησιών ήταν ένα πολύ σημαντικό έργο και έδειξε την ψυχραιμία αλλά και τον σεβασμό που τρέφουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τόσο ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος όσο και οι Ιεράρχες της Ελλαδικής Εκκλησίας.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 31-10-1999
Κωδικός άρθρου:
B12743A751
|
"ΠΕΛΑΓΙΑ". |