|
| Η γονιμότητα των κρίσεων |
| © Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος |
Η κάθε κρίση, σε όλα τα επίπεδα, είναι έκφραση υγείας, γιατί δείχνει αφενός μεν την ύπαρξη δυνατού οργανισμού, ο οποίος αντιδρά φυσιολογικά με υψηλό πυρετό, αφετέρου δε οδηγεί σε νέες θεωρήσεις της ζωής, σε νέα προοπτική, αφού κάθε ωρίμανση προϋποθέτει έναν θάνατο. Ακόμη και όταν φθάσει κανείς στο «μηδέν», και τότε δημιουργείται μια άλλη εξέλιξη των πραγμάτων, αφού, όπως θα έλεγε και ο αείμνηστος Νίκος Πεντζίκης, έχει μεγάλη σημασία «η γονιμότητα του μηδενός». Μέσα από αυτή την προοπτική είδα και την κρίση στο θέμα της αναγραφής ή μη του θρησκεύματος στα δελτία των ταυτοτήτων. Προσπαθούσα και προσπαθώ να βλέπω το θέμα αυτό αφαιρετικά, καίτοι βρίσκομαι στο κέντρο των γεγονότων. Θεωρώ ότι και η Πολιτεία θα ωφεληθεί από αυτή την κρίση. Θα ήθελα στη συνέχεια να καταγράψω μερικές από τις σκέψεις που με απησχόλησαν τον τελευταίο καιρό και έχουν σχέση με τη γονιμότητα που απορρέει από αυτή την κρίση, την οποία συγκαταβατικά μπορώ να χαρακτηρίσω κρίση.
1. Πρέπει να υπογραμμισθεί η σχέση μεταξύ Εκκλησίας και Ιεράς Συνόδου. Δηλαδή, η Ιερά Σύνοδος των Επισκόπων πρέπει να εκφράζει την Εκκλησία, η οποία Εκκλησία δεν είναι απλώς το σύνολο των βεβαπτισμένων αλλά και των βεβαιοπίστων. Η Εκκλησία ακόμη είναι το σύνολο των δυνάμει και ενεργεία μελών του Σώματος του Χριστού. Αυτό θα ήθελε μεγαλύτερη ανάλυση αλλά εκείνο που μπορώ να υπογραμμίσω είναι ότι η Εκκλησία είναι κάτι ευρύτερο από αυτό που πολλοί από μας νομίζουμε. Μπορεί κανείς να δει το τι είναι η Εκκλησία στα συγγράμματα των Αποστόλων και των Πατέρων, στην ορθόδοξη λατρεία, δηλαδή στα πρόσωπα των αγίων και τη λατρεία, που είναι ο χώρος της αγάπης του Θεού, «της συνουσίας Θεού και ανθρώπων». Επίσης μπορεί να δει το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο περίφημο βιβλίο που λέγεται «Γεροντικό», στο οποίο είναι αποθησαυρισμένη η πείρα και η ζωή των αγίων, αφού εκεί φαίνεται η αποκεκαλυμμένη αλήθεια, ενσαρκωμένη στα πρόσωπα, τα οποία διακρίνονται από καρδιακή ευαισθησία, ταπείνωση και αρρενωπή τρυφερότητα. Θα μπορούσα να προτείνω να διαβασθούν οι λόγοι του αβά Ποιμένος. Οταν η σύναξη των Επισκόπων συντονίζεται στην ατμόσφαιρα της διδασκαλίας της Εκκλησίας που είναι οι άγιοι, τότε συνιστά Εκκλησία αληθινή.
2. Επειδή είχα την εξαιρετική τιμή και ευθύνη να είμαι Πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής για τις ταυτότητες από το 1999, γι' αυτό μπορώ να βεβαιώσω ότι η Ιεραρχία με τα αρμόδια όργανά της εργάστηκε ψύχραιμα και νηφάλια στο θέμα αυτό. Οι υποσχέσεις της Πολιτείας για διάλογο στο θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες μας προετοίμαζαν για να κάνουμε καλή συζήτηση με τους κυβερνητικούς παράγοντας. Ενθυμούμαι ότι ένας αγωνιστής κληρικός μού είπε πως μεταξύ των δύο προτάσεων, ήτοι της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος και της μη αναγραφής, προτιμούσε τη δεύτερη. Και πράγματι υπάρχουν σοβαρά θεολογικά επιχειρήματα, πράγμα το οποίο θα αναπτυσσόταν στον διάλογο που θα διεξαγόταν, χωρίς βέβαια να κλονισθούν το πνεύμα και τα θεμέλια της ιδιαιτερότητας της παραδόσεώς μας. Μάλιστα δε μπορώ να διαβεβαιώσω ότι και η θέση του Μακαριοτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου ήταν να μην επικρατήσουν ακρότητες. Οι μονομερείς και αψυχολόγητες ενέργειες κυβερνητικών παραγόντων όμως δεν άφησαν να γίνει αυτός ο δημιουργικός θεολογικός διάλογος που θα δρομολογούσε σημαντικές εξελίξεις. Από πλευράς εκκλησιαστικών παραγόντων θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένας θεολογικός λόγος για το τι είναι πίστη και ομολογία, τι είναι η ελευθερία του προσώπου, για το αν ο χριστιανισμός είναι θρησκεία και ποια η διαφορά μεταξύ θρησκείας και Εκκλησίας, για το ότι ο πολιτιστικός τρόπος ζωής έχει εμποτισθεί από τον αποκαλυπτικό λόγο, για τη διαφορά μεταξύ παραδόσεως, παραδόσεων και ορθοδόξου παραδόσεως κτλ. Δυστυχώς χάθηκε η ευκαιρία για τον γόνιμο αυτόν προβληματισμό, που έχει ανάγκη η εποχή μας, επειδή δεν θέλησαν παράγοντες της Πολιτείας να κάνουν διάλογο με εκπροσώπους της Ιεράς Συνόδου.
3. Η δημοσιογράφος Ελεάνα Σμιθ στο αγγλικό περιοδικό «New Statesman» με σχετικό άρθρο της προσπαθεί να αναλύσει την αντιπαράθεση της Ελληνικής Πολιτείας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Μια κυριακάτικη εφημερίδα παρουσιάζοντας αυτό το κείμενο μεταξύ άλλων γράφει: «Το πρόβλημα με την Ελλάδα, σύμφωνα με τη Σμιθ, είναι ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η μία είναι δυτική, σύγχρονη, ανοικτή, αναδιαρθρωμένη, ανταγωνιστική και διεθνής. Η άλλη Ελλάδα είναι ανατολική, παραδοσιακή, παρωχημένη, έχει φοβίες, είναι απαίδευτη και είναι εσωστρεφής».
Στο σημείο αυτό βρίσκεται το βαθύτερο του προβλήματος που ανέκυψε, όχι όμως στην υπεραπλουστευμένη ερμηνεία της κυρίας Σμιθ. Δηλαδή, αντιλαμβανόμαστε ότι στη σύγχρονη Ελλάδα υπάρχουν δύο παραδόσεις. Πρώτα είναι η λεγομένη δυτική παράδοση, της οποίας έκφραση είναι η νοησιαρχία του ιερού Αυγουστίνου και η οποία νοησιαρχία εκφράζεται, κατά ποικίλους τρόπους, με τον σχολαστικισμό, την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τον ρομαντισμό, τη νεωτερικότητα. Ο Frank Schaeffer στο βιβλίο του Αναζητώντας την ορθόδοξη πίστη, που πρόσφατα μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα, έχει επισημάνει και τεκμηριώσει πάρα πολύ καλά τη σχέση μεταξύ αυτών των ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στον δυτικό χώρο. Συγχρόνως όμως στην Ελλάδα υπάρχει και ένα άλλο βαθύ υπόστρωμα, μια άλλη παράδοση, που εκφράστηκε από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να αναφέρω ενδεικτικά μερικά από τα μεγάλα πατερικά αναστήματα που αντέχουν στον χρόνο, ακόμη και σε κριτήρια κοσμικά.
Εκεί όμως που έχω σοβαρές αντιρρήσεις είναι στο ότι, όπως γράφει η δημοσιογράφος, η «δυτική Ελλάδα» είναι σύγχρονη, ανοικτή, αναδιαρθρωμένη, ενώ η άλλη Ελλάδα είναι παραδοσιακή, παρωχημένη, απαίδευτη και εσωστρεφής. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει, αφού σήμερα ο δυτικός πολιτισμός δέχεται βαθιά κρίση και χρειάζεται μια γονιμοποίηση, επειδή δεν μπορεί να απαντήσει στα υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων. Η ορθόδοξη θεολογία, που δεν είναι σχολαστική, ρατσιστική και ηθικιστική, μπορεί να ανταποκριθεί στα μηνύματα των καιρών.
Βέβαια μερικοί από τους υπερμάχους αυτών των δύο ρευμάτων εκφράζουν με έναν κακέκτυπο τρόπο τα αρχετυπικά αυτά πρότυπα, ασχολούνται με ένα συντηρητικό και όχι παραδοσιακό πνεύμα, διακρίνονται για τη ρατσιστική και μουσειακή αναφορά. Κάποτε άκουγα τον αείμνηστο Νίκο Σβορώνο να κάνει τη διάκριση μεταξύ συντηρήσεως και παραδόσεως. Πράγματι η συντήρηση που προϋποθέτει άτομα μεταφέρει τον λόγο του παρελθόντος με έναν μουσειακό τρόπο, ενώ η παράδοση μεταφέρει τον ουσιαστικό λόγο του παρελθόντος γονιμοποιώντας το παρόν.
Για παράδειγμα, μερικοί συντηρητικοί χρησιμοποιούν τον ουσιαστικό, χυμώδη και ζωοποιό λόγο των Πατέρων με τρόπο επιθετικό και αφυδατωμένο, χωρίς να έχει αφομοιωθεί πρώτα στους δικούς τους οργανισμούς και να έχει γίνει πρωτίστως τροφή, αίμα και ζωή. Και μερικοί «εκσυγχρονιστές» αποδίδουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία θεοκρατικές αντιλήψεις ενώ είναι βέβαιον ότι δεν ταυτίστηκε ποτέ η Ορθοδοξία με τη θεοκρατία, ούτε και κατά την περίοδο του Βυζαντίου. Ο κ. Αναστάσιος Φιλιππίδης στο βιβλίο του Ρωμηοσύνη ή Βαρβαρότητα έχει αποδείξει με επιχειρήματα ότι όταν κάνουμε λόγο για θεοκρατία εννοούμε: «1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο, 2) επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας, 3) άσκηση της δημοσίας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς και 4) έλεγχο της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία». Στο Βυζάντιο όμως ποτέ δεν επικράτησε αυτή η μορφή θεοκρατίας, πράγμα που παρατηρούμε στο αρχαίο κράτος του Ισραήλ (στην περίοδο των Κριτών), στο παπικό κράτος, στον καλβινισμό τουλάχιστον για τα πρώτα 20 χρόνια στη Γενεύη και στο Ιράν της δεκαετίας του '80. Επομένως σήμερα χρειάζεται να γίνει ένας γόνιμος θεολογικός διάλογος, πέρα από τον βερμπαλισμό, τη συνθηματολογία, την ιδεολογική αντιπαράθεση, τον άκαιρο και ανούσιο εκσυγχρονισμό. Και βέβαια για να αναπτυχθεί αυτός ο γόνιμος λόγος και διάλογος είναι απαραίτητες αφενός μεν η ειλικρινής συζήτηση, ύστερα από υπαρξιακή αυτογνωσία, αφετέρου δε η υπαρξιακή γνώση του αποκαλυπτικού λόγου, με την παράλληλη γνώση των συγχρόνων φιλοσοφικών και κοινωνικών δεδομένων.
4. Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή, στην οποία καταρρέουν ιδεολογίες και πολιτιστικά μεγέθη που κυριάρχησαν στο παρελθόν και τα οποία για να επιζήσουν χρειάζονται απαραίτητα μια γονιμοποίηση. Το δυτικό πνεύμα, που εκφράζεται με τη νοησιαρχία, τον ωφελιμισμό, την ατομοκρατία, την ευδαιμονία, δέχεται τρομερή κρίση. Ο Kenneth Gergen έχει υποστηρίξει ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος υποφέρει πολύ. Και αυτό εκφράζεται σε τρία χαρακτηριστικά σημεία, ήτοι τον «κοινωνικό κορεσμό», αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να περιορισθεί σε κοντινές σχέσεις και ζητεί τον πολλαπλασιασμό των σχέσεων, δείγμα ενός υπαρξιακού κενού, τον «εποικισμό του εαυτού» που συνίσταται στην «πρόσκτηση πολλαπλών και ανομοίων δυνατοτήτων σχετικά με τον τρόπο που ζει κανείς» και την «πολυφέρνεια», που είναι «η διάσπαση του ατόμου σε μια πολλαπλότητα προσωπικών αμφιέσεων». Στη λύση αυτών των προσωπικών και κοινωνικών προβλημάτων δεν μπορεί να ανταποκριθεί ο δυτικός πολιτισμός με την τεχνολογική και ιδεολογική διάστασή του και χρειάζεται το ζωντανό και ζωοποιό πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως.
Επομένως η ορθόδοξη θεολογία μπορεί να διαδραματίσει έναν σπουδαίο ρόλο στα κοινωνικά δρώμενα της εποχής μας επειδή έχει αστείρευτες δυνάμεις, όπως τη λατρεία και τη θεολογία της, τον πλούτο των θεολογικών σχολών, τον ησυχασμό των ιερών μονών, την υπαρξιακή αντιμετώπιση του πόνου και όλων των ανθρωπολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Ετυχε να διδάξω και να ομιλήσω στη Μέση Ανατολή (Λίβανο και Συρία) και να ομιλήσω σε συνέδρια και σεμινάρια στην Αμερική και στον Καναδά (Βοστώνη, Σιάτλ, Ατλάντα, Τακόμα, Βανκούβερ) και διεπίστωσα ότι οι ανατολικοί και δυτικοί χριστιανοί, ακόμη και άθεοι και αγνωστικιστές, αναζητούν τον πλούτο και την αρχοντιά της παραδόσεώς μας, ενώ την αναζήτηση αυτή δεν τη συναντώ στην Ελλάδα σε εκείνους που εκφράζουν το δυτικό πνεύμα το οποίο επικρατούσε στη Δύση τις παλαιότερες δεκαετίες.
Αισθανόμενος αυτή τη γονιμοποιητική δύναμη της ορθοδόξου παραδόσεως και τον δυναμικό λόγο της ορθοδόξου θεολογίας θλίβομαι όταν βλέπω μικρονοϊκές αντιπαλότητες χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων και βερμπαλιστικών εντυπώσεων.
Αύγουστος 2000
ΤΟ ΒΗΜΑ, 17-09-2000
Κωδικός άρθρου:
B13055A661
|
"ΠΕΛΑΓΙΑ". |