|
| Οι προϋποθέσεις για την επίσκεψη του Πάπα |
| © Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος |
Η επικαιρότητα φέρνει διάφορα θέματα προς συζήτηση και προβληματισμό. Το πρόβλημα βέβαια στην περίπτωση αυτή είναι ότι τα θέματα θίγονται και αντιμετωπίζονται περισσότερο ως δημοσιογραφικά και δημοσκοπικά, δηλαδή καλείσαι να πεις ένα «ναι» ή ένα «όχι» σε θέματα που σε ρωτούν. Ετσι περισσότερο λειτουργεί το σύνθημα, το συναίσθημα, η λεγομένη συναισθηματική νοημοσύνη, και λιγότερο η ανάλυση του προβλήματος στο βάθος. Μάλιστα δε διαβάζοντας εφημερίδες, διαπιστώνω ότι λίγοι είναι εκείνοι οι δημοσιογράφοι που κάνουν ανάλυση. Οι περισσότεροι κάνουν ρεπορτάζ. Ζούμε σε μια κοινωνία που αρέσκεται σε ρεπορτάζ και σε συνθήματα.
Αυτές οι σκέψεις μου δημιουργούνται τον τελευταίο καιρό, όταν καλούμαι να απαντήσω στο ερώτημα αν πρέπει να έλθει ο Πάπας στην Ελλάδα ή όχι. Οταν, ανταποκρινόμενος στο ερώτημα αυτό, προσπαθώ να κάνω ανάλυση, τις περισσότερες φορές θεωρούμαι θεωρητικός. Αλλά όμως πώς μπορεί να απαντήσει κανείς με ένα ξερό «ναι» ή «όχι»;
Η Ιερά Σύνοδος αντιμετώπισε το θέμα αυτό με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και γνώση όλων των παραμέτρων, ήτοι της εκκλησιολογικής, ιστορικής, κοινωνικής κλπ., και έλαβε την απόφαση η οποία έχει ήδη γνωστοποιηθεί. Πράγματι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει εκ των προτέρων για μια πιθανή επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα, όπως και εμείς οι Ορθόδοξοι Ιεράρχες, όταν επισκεπτόμαστε ξένες χώρες, δεν λαμβάνουμε εκ των προτέρων άδεια ή πρόσκληση από ξένες Ομολογίες. Αν και εφόσον ο Πάπας αποφασίσει να επισκεφθεί την Ελλάδα, αφού εν τω μεταξύ μελετήσει καλά τα όσα προβλήματα θα δημιουργηθούν κατά το ταξίδι αυτό, τότε η Εκκλησία της Ελλάδος θα ρυθμίσει τον τρόπο με τον οποίον θα επικοινωνήσει μαζί του, μέσα στα εκκλησιολογικά πλαίσια.
Επεκτείνοντας το θέμα, πρέπει να προστεθεί ότι η τυχόν επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί από τρεις οπτικές γωνίες.
Η πρώτη είναι ποιος είναι ο σκοπός του ταξιδιού του στην Ελλάδα. Η επίσημη άποψη που διατυπώνεται είναι ότι θέλει να εντάξει το ταξίδι σε μια προσκυνηματική πορεία προς τιμή του Αποστόλου Παύλου. Εδώ τίθεται ένα σοβαρό θέμα. Είναι γνωστόν σε θεολογικούς κύκλους ότι ο Πάπας στηρίχθηκε στην άποψη ότι είναι διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και δι' αυτού είναι βικάριος του Χριστού. Μέσα στα πλαίσια αυτά υποτιμήθηκαν οι άλλοι Απόστολοι και ιδιαιτέρως ο Απόστολος Παύλος. Υπάρχει απόφαση της Ιεράς Εξετάσεως, η οποία «αναθεμάτιζε ως αιρετικό κάθε Χριστιανό, ο οποίος θα τολμούσε να πιστεύσει, να παραδεχθεί και να μεταδώσει σε άλλους το ότι ο Απόστολος Παύλος στηριζόταν στο αποστολικό κύρος του» δηλαδή ότι ήταν πραγματικά Απόστολος. Επίσης υπήρξαν Πάπαι, όπως ο Ιωάννης ΚΒ' (1327), Κλήμης ΣΤ' (1351), που καταδίκαζαν και αναθεμάτιζαν «κάθε έναν που θα τολμούσε να αρνηθεί ότι ο Απόστολος Παύλος, καθ' όλην τη διάρκεια του αποστολικού του βίου, είχε απολύτως υποταχθεί στη μοναρχική εκκλησιαστική αυθεντία του πρώτου Πάπα και Βασιλέως της Εκκλησίας, δηλαδή του Αποστόλου Πέτρου».
Το ίδιο επανέλαβαν και άλλοι Πάπαι αργότερα, όπως ο Πίος Ι' (1907) και ο Βενέδικτος ΙΕ' (1920). Συνεπώς η τιμή του Πάπα προς τον Απόστολο Παύλο πρέπει αναμφιβόλως να έχει το στοιχείο της αναγνωρίσεως του Αποστόλου Παύλου ως ισοκύρου Αποστόλου με τον Απόστολο Πέτρο, ακριβώς γιατί κατά την ορθόδοξη θεολογία υπάρχει ενότητα στη θέωση, διαφορετικά δεν τιμάται ο Απόστολος Παύλος. Αν δεν γίνει αυτό, τότε το ταξίδι του Πάπα στην Ελλάδα τίθεται μέσα στο πλαίσιο της ιδιαίτερης «εκκλησιολογίας» του Βατικανού, που χρησιμοποιεί τον Απόστολο Πέτρο για να εκφράσει την αρχή του πρωτείου.
Η δεύτερη προοπτική είναι το γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ ο Πάπας να έλθει στην Ελλάδα. Νομίζω ότι ενδεχομένως τον ενδιαφέρει αυτό το ταξίδι, γιατί, εκτός των άλλων, η Ελλάδα διατηρεί την πιο ζωντανή ορθόδοξη θεολογία. Πολλές φορές φθάνουμε στο σημείο εμείς οι Ελληνες Ορθόδοξοι να διαμαρτυρόμαστε για μερικά λεπτομερειακά σημεία και να καταργούμε εαυτούς και αλλήλους για πολλά «στραβά» πράγματα, για εκκλησιαστικούς και παρεκκλησιαστικούς, για συντηρητικούς και παραδοσιακούς κλπ. Η αλήθεια όμως είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος έχει μια θαυμαστή δυναμικότητα. Διατηρεί σε καλό βαθμό ορθόδοξη θεολογία, στην αυθεντική της έκφραση, χωρίς να αλλοιώνει τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα της, εκφράζεται αυτή η ησυχαστική ορθόδοξη θεολογία από τον ορθόδοξο μοναχισμό, κυρίως τον αγιορείτικο μοναχισμό, ο οποίος είναι συνέχεια της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, λειτουργούν δύο Θεολογικές Σχολές με σοβαρό έμψυχο θεολογικό δυναμικό, καθώς επίσης ο λαός είναι ζυμωμένος με την Ορθόδοξη Παράδοση. Και είναι γνωστόν ότι οι περισσότεροι λογοτέχνες μας εκφράζουν αυτά τα πνευματικά αντισώματα του λαού μας. Ολες οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες τιμούν την Εκκλησία της Ελλάδος επειδή διατηρεί αυτά τα στοιχεία που ανέφερα προηγουμένως, και χρησιμοποιούν κατά καιρούς διάφορα μέλη της για ειδικές αποστολές.
Θεωρώ δε ότι η ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράζεται από θεολόγους που ζουν στην Ελλάδα, είναι ανώτερη από τη λεγομένη σλαβική και παρισινή θεολογία, έστω κι αν μερικοί νομίζουν το αντίθετο. Επομένως ο Πάπας ενδιαφέρεται κυρίως για την επαφή του με την Εκκλησία της Ελλάδος.
Η τρίτη οπτική γωνία είναι η λεγόμενη εκκλησιολογία. Δηλαδή αν έλθει ο Πάπας στην Ελλάδα, πρέπει να καθορισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία ο τρόπος με τον οποίον θα επικοινωνήσει μαζί του. Αυτό λέγεται από την άποψη ότι ο Παπισμός έχει σαφώς διαφορετική θεολογία, που συνδέεται με τον στοχασμό του σχολαστικισμού, και έχει αποκλίνει από τη θεολογία των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου και της Παπικής θεολογίας εντοπίζεται στο θέμα των ενεργειών του Θεού. Οι θεολόγοι του Βατικανού, από τον Θωμά τον Ακινάτη και μετά, δεν έχουν αποβάλει τη λανθασμένη άποψη ότι η Χάρη του Θεού είναι κτιστή, ότι δηλαδή οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές. Από εκεί προέρχονται όλα τα καινοφανή δόγματα της Παπικής «Εκκλησίας» περί του Filioque, περί καθαρτηρίου πυρός, περί κοσμικής εξουσίας, περί πρωτείου, περί αλαθήτου κτλ. Επίσης χαρακτηριστική είναι η διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας, όπως και μεταξύ θεσμοποιημένων «αγίων» και θεουμένων αγίων.
Και όλα αυτά έχουν συνέπεια στην εκκλησιολογία, αφού οι Παπικοί πιστεύουν στην ανωτερότητα της Εκκλησίας τους έναντι των Ορθοδόξων. Χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της νοοτροπίας είναι αφενός μεν η διακήρυξη «Dominus Jesus» από την Επιτροπή για τη διδασκαλία της πίστεως (6.8.2000), αφετέρου δε οι παρατηρήσεις του Καρδιναλίου Joseph Ratzinger για την έκφραση «Αδελφές Εκκλησίες» (30.6.2000). Για όλους αυτούς τους λόγους οι Πατέρες της Εκκλησίας από τον όγδοο αιώνα θεωρούν ότι ο Παπισμός έχει αλλοιώσει, υπό την επήρεια των Φράγκων, την ορθόδοξη θεολογία και δεν ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διαφυλάσσει αυθεντικά την αποκαλυπτική αλήθεια και γι' αυτό δεν μνημονεύεται ο Πάπας στα «Δίπτυχα». Και νωπή παραμένει ακόμη η ερώτηση (ρητορική άποψη) που έθεσε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρός Σεραφείμ σε θεολόγους ακαδημαϊκούς διδασκάλους κατά τη διάρκεια θεολογικού συνεδρίου: «Είναι το Βατικανό Εκκλησία;». Οπότε η τυχόν επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα πρέπει να γίνει μέσα από αυτές τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις.
Το θέμα είναι μεγάλο. Προσπάθησα να υπογραμμίσω μερικές πλευρές, οι οποίες δεν μπορούν να μπουν στη «λογική» της δημοσκόπησης και της συνέντευξης, αλλά στην προοπτική της γνώσης και της αλήθειας, χωρίς φόβο και πάθος.
Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι η τυχόν επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί στην προοπτική διαφόρων σκοπιμοτήτων, σε συσχετισμούς, συμψηφισμούς ή ακόμη αντιδιαστολές και αντιπαραθέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γιατί θα είναι μεγάλο λάθος αν δοθεί η δυνατότητα να εισέλθει η διπλωματία του Βατικανού «σφήνα» στις σχέσεις μας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 17-12-2000
Κωδικός άρθρου:
B13145A591
|
"ΠΕΛΑΓΙΑ". |