Publishing List Homepage
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ( Π Ε Λ Α Γ Ι Α Σ )

© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

 

  1. Η Ιστορία της Μονής
  2. Παραδόσεις για την Ονομασία της Μονής
  3. Η Αρχιτεκτονική της Μονής
  4. Το Καθολικό της Μονής
  5. Τα Παρεκκλήσια της Μονής
  6. Θαύματα
  7. Σύγχρονη ζωή

 

[ ΠΑΝΩ ]

Ι. Η Ιστορία της Μονής

Σε απόσταση 6,5 χλμ. από το 103ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας είναι κτισμένη η Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, η επιλεγομένη "Πελαγίας".

Βρίσκεται επί του Πτώου όρους σε υψόμετρο 566μ. και σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου από τη θέση Περδικόβρυση, όπου ήταν ιδρυμένο τον 4ο π.Χ. αι. Ιερό του Απόλλωνος με μαντείο και τέμενος. Εδώ διεξάγονταν τα Πτώϊα, αγώνες μουσικοί και γυμνικοί, προς τιμήν του Πτώου Απόλλωνος. Αυτό το όνομα ο Απόλλων το προσέλαβε είτε από το γιό του Πτώο που απέκτησε με τη Ζευξίππη και ελατρεύετο ως ήρωας στην περιοχή της Ακραιφνίας* –όνομα και αυτό παρμένο από τον άλλο γιό του Απόλλωνα τον Ακραιφή– είτε από τον Πτώο γυιό του Αθάμαντος του βασιλιά του Ορχομενού και της Θεμιστούς. Από αυτόν τον Πτώο, λέγει ο Παυσανίας, προήλθε η επίκληση του Πτώου Απόλλωνος και του Πτώου όρους, το οποίο σήμερα από την ομώνυμη Μονή ονομάζεται Πελαγία ή Πελάγιον όρος κατά τους Α. et T. Notton.

Πλησίον αυτού του ειδωλολατρικού ναού του Απόλλωνος κτίσθηκε κατά τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους, όπως λέγει η Παράδοση, από κάποια Ρωμαία Πελαγία ή σύμφωνα με άλλους αργότερα κατά τον 7ο αι. κάποιο εκκλησάκι, όπως έγινε σ’ όλα σχεδόν τα ειδωλολατρικά κέντρα. Έτσι βλέπουμε τους ειδωλολατρικούς ναούς να μετατρέπωνται σε χριστιανικούς, όπως ο Παρθενώνας στην Αθηναϊκή Ακρόπολη γίνεται ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο εκκλησία του αγίου Γεωργίου. Ακόμη συχνά κτίζονται πλησίον τους νέοι ναοί αφιερωμένοι στην Παναγία ή τους αγίους.

Το ίδιο συμβαίνει κι’ εδώ στη Βοιωτική γή. Στο Υπάτιον όρος, όπου υπήρχε ναός και άγαλμα του Ύπατου Δία, υπάρχει το Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως (Σαγματά), στο Στείρι κοντά στο ναό της Στειριώτιδας Αρτέμιδος έχουμε τη Μονή του Οσίου Λουκά (Παναγίας), στον Ορχομενό τον ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Σκριπούς), ο οποίος κατά τον Σλήμαν. πήρε τη θέση του ναού των Χαρίτων και στο Πτώον Όρος τη Μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου. Είναι δε σύνηθες το φαινόμενο να χρησιμοποιήται το παλιό οικοδομικό υλικό για την ανέγερση των Χριστιανικών ναών.

Η Βοιωτία είναι από τις πρώτες περιοχές που δέχεται το Αποστολικό κήρυγμα. Ο Απόστολος Λουκάς μάλιστα κοιμήθηκε στη Θήβα, όπου βρίσκεται ο τάφος του. Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε πώς η Βοιωτική γή, λόγω της στρατηγικής θέσεώς της σ’ όλους τους αιώνες έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο καί, φυσικά, δεν θα μπορούσε να υστερήση σε τίποτε και κατά τη Χριστιανική και Βυζαντινή εποχή. Ιδιαίτερα από τον 7ο μ.Χ. αι. η Θήβα ήταν πρωτεύουσα του θέματος της Ελλάδος, όπου είχε την έδρα του ο πρωτοσπαθάριος, πρωτοπραίτορας ή στρατηγός. Αυτοί οι πρωτοσπαθάριοι συνήθιζαν να αφήνουν το όνομά τους σε μαρμάρινες πλάκες Ναών που έκτιζαν οι ίδιοι ή κτίζονταν επί της εποχής τους, με χαρακτηριστικό για την περιοχή παράδειγμα την Παναγία της Σκριπούς-Ορχομενού (874 μ.Χ.). Δυστυχώς δεν έχουμε καμμιά τέτοια επιγραφή για τη Μονή με την οποία ασχολούμαστε. Σίγουρα προϋπήρχε κάποιο εκκλησάκι καί, επί Μητροπολίτου Θηβών και Εξάρχου πάσης Βοιωτίας Αγίου Ιωάννου του Καλοκτένους, του νέου Ελεήμονος, συστήθηκε η Μονή. Υπάρχουν μάλιστα και μερικά πρωτοχριστιανικά στοιχεία, όπως τα δύο κιονόκρανα στην κρήνη, που επιβεβαιώνουν την προΰπαρξη κάποιου πρωτοβυζαντινού ναού. Στον περίβολο δε της Μονής βρέθηκε ένα τεμάχιο το οποίο μπάλλον προέρχεται από επιστύλιον τέμπλου και παριστάνει ανάγλυφη τη μορφή ενός ζώου. Διασώζεται μόνο το δεύτερο ήμισυ του ζώου.

Ο άγιος Ιωάννης Καλοκτένης εξελέγη Μητροπολίτης Θηβών -όπως είχε προ πολλών ετών προσφωνηθή από αυτή την ίδια την Κυρία Θεοτόκο την ώρα που έψαλε τους Χαιρετισμούς της: "Χαίρε και εσύ των Θηβών προστάτα"- μετά την κατάληψη και λεηλάτηση των Θηβών το 1147 από τους Νορμανδούς της Β’ Σταυροφορίας και κοιμήθηκε πριν το 1193. Αν όντως η Μονή συνεστήθηκε επί Αγίου Ιωάννου θα πρέπη να κτίσθηκε μετά το 1147 και πριν το 1193, όταν στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε η δυναστεία των Κομνηνών.

Αυτός ο Μητροπολίτης φιλομόναχος καθώς ήταν, καθότι ο ίδιος προ της εκλογής του ήταν Ιερομόναχος σε Μονή της Κωνσταντινουπόλεως, συνέστησε μονές, μετέτρεψε μάλιστα και κάποια ανδρώα μονή που παρήκμαζε σε γυναικεία στην περιοχή των Θηβών, ίδρυσε Παρθενώνα όπου "έταξε παρθένους επ’ αυτώ λαϊκάς" για να εργάζωνται εντός της πόλεως, ίδρυσε Γηροκομείο, Πτωχοκομεία, Νοσοκομεία. Τότε μάλλον συνέστησε και τη Μονή μας και την κατέστησε κατά τον Βασιλείου -συγγραφέα του βιβλίου "Πελαγία"- Μετόχι της Μονής Σαγματά, έτσι ώστε να είναι πλησιέστερα στα κτήματα εκείνης στην περιοχή "Σκροπονέρια". Δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία να παρακολουθήσουμε την όλη πορεία της Μονής δια μέσου των αιώνων.

Βέβαιο είναι ότι κατά τους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας πολλά βυζαντινά Μοναστήρια διαλύθηκαν εξ αιτίας των πολεμικών αναστατώσεων, της αρπαγής των περιουσιών τους και των δημογραφικών κατά τόπους αλλοιώσεων του πληθυσμού. Ωστόσο από τα τέλη του 16ου και ιδίως τον 17ο αι. παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού των Μονών και αντίστοιχα των μοναχών. Γι’ αυτό ίσως, κατ’ άλλους, η Μονή συνεστήθηκε τον 16ο αι. μαζί με τις μονές Δομβού, Ταξιαρχών και Ιερουσαλήμ.

Αργότερα, όταν οι Βαυαροί το 1833 έκλεισαν πάνω από 400 μοναστήρια με διάταγμα αφ’ ενός μεν για να επιτύχουν την εκδυτικοποίηση του Ελληνικού λαού ξεκόβοντάς τον από τις ρίζες της Ρωμαίικης Παράδοσης και της Ορθοδοξίας, αφ’ ετέρου δε επειδή φοβόντουσαν τους μοναχούς για τον πολιτικό ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ως σύνδεσμος συνωμοτών, ως αρχηγοί του λαού, και τότε ακόμη η Μονή μας κρίνεται διατηρητέα, όπως φαίνεται σε έγγραφα που βρίσκονται στα Αρχεία του Κράτους.

Στην απογραφή που έγινε το 1837 υπάρχουν Μοναχοί στη Μονή από το 1799.

Φωτοτυπία (1837)

Απογράφονται επτά μόνο μοναχοί και άλλοι τόσοι υπηρέτες. Είναι λοιπόν αβάσιμες οι πληροφορίες ότι κατά την Ελληνική Επανάσταση υπήρχαν 50 μοναχοί στη Μονή. Βέβαια το γεγονός ότι υπήρχαν μοναχοί στη Μονή και εκείνη την εποχή οδηγεί στην πεποίθηση ότι θετικώς και ενεργώς συμμετέσχε και η Μονή μας στην Επανάσταση όπως και όλα τα άλλα Μοναστήρια της περιοχής. Σε επιστολή του Οδυσσέως Ανδρούτσου προς τον Άρειο Πάγο (1822 Μαρτίου 16 εν Διστόμω) γράφεται: "Και ημείς με στενοχωρίαν πολλήν απόψε απεράσαμεν από ψωμί και μπερικιάτβερσιν από τα μοναστήρια οπού δεν τους αφήσαμεν ούτε την ζωοτροφίαν τους".

Τα μοναστήρια ήταν τα κέντρα ανεφοδιασμού των αγωνιστών ως και τα προπύργια του Γένους. Συγκεκριμένα στις 18 Μαΐου 1829 ο Υψηλάντης ξεκίνησε νύκτα από τη Μονή Πελαγίας όπου είχε στήσει προ τινος το στρατόπεδό του και αφού πέρασε το Πυρί και τους Αγ. Θεοδώρους εγκαταστάθηκε στη Θήβα προκειμένου να κτυπήση τους Τούρκους.

Κάτι παρόμοιο είχε κάμει ενωρίτερα ο Ανδρούτσος όταν ετοποθέτησε 400 Αταλαντίους με σκοπό να δώσουν με πυρσούς σήμα από τη ράχη της Μονής.

Η συμμετοχή λοιπόν και της ιδικής μας Μονής στον αγώνα της Επαναστάσεως ήταν βέβαιη και ουσιαστική. Ηγούμενος αυτά τα χρόνια ήταν ο Ιερομόναχος Άνθιμος Γεωργίου από το Μωρίκι που ήταν στη Μονή από το 1799 και πέθανε στί 17 Οκτωβρίου 1843. Στην ίδια απογραφή του 1837 και επί Ηγουμένου αυτού του Ανθίμου καταγράφονται τα όρια της Μονής σε άδενδρη περιφέρεια εκτάσεως 2.30’ ωρών ήτοι προς Ανατολάς από βράχο (Κουρουτζή) έως λούτζα (δεξαμενή) Κόλια, προς δυσμάς από ράχη πάτημα έως σπηλιά Μπόρα, προς βορρά από Τσικουρέλι έως βαθύ ρέμα και προς Νότον από ράχη Μαρίση έως Κιάφα.

Επίσης καταγράφονται μετόχια της Μονής εις Σέγγενα όπου υπήρχε και εκκλησία, εις Μαρτίνο, είς Σκροπονέρι και Λάρυμνα όπου είχε νερόμυλο και κτίσμα με 13 κατώγαια και ένα ναό.

Στις 20 Ιουλίου 1868 ήρθε στη Μονή ο Αβέρκιος Καρύδης και υποτάχθηκε σε κάποιον Ιερώνυμο. Στις 24 Αυγούστου 1872 ο Αβέρκιος έγινε Ηγούμενος της Μονής μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 1913 που κοιμήθηκε. Επί των ημερών του η Μονή άνθισε αφού έφθασε στους 60 μοναχούς. Ανεκαίνισε τη Μονή κτίζοντας με την συμπαράσταση και βοήθεια του τότε Μητροπολίτου Βοιωτίας Ιερωνύμου Βλαχάκη το Καθολικό εκ θεμελίων, τα κελιά της νότιας πτέρυγας, το παλιό Ηγουμενείο όπου εγχαράσσεται σε πέτρα το έτος 1878. Εγκατέστησε ελαιοτριβείο στα Σκροπονέρια και αλευρόμυλο στη Λάρυμνα, κατέστησε τη Μονή ανεξάρτητη για να καταστή πάλι αργότερα μετόχι της Μονής Σαγματά. Μετά το θάνατο του Αβερκίου ανηγέρθηκε προτομή με την επιγραφή

ΕΝΘΑΔΕ ΤΕΘΑΠΤΑΙ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΑΒΕΡΚΙΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ
ΕΞ ΑΙΓΙΝΗΣ
ΜΟΝΑΣΑΣ ΕΝ ΤΗ ΜΟΝΗ ΤΑΥΤΗ ΑΠΟ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1868
ΑΝΕΛΑΒΕΝ ΗΓΟΥΜΕΝΙΑΝ ΤΗΝ 24ην ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1872
ΜΕΧΡΙ 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1913 ΠΟΥ ΕΤΕΛΕΥΤΗΣΕΝ

Στον περίβολο της Μονής επίσης ευρίσκεται κρήνη με μαρμάρινη την εμπρόσθια πλευρά όπου υπάρχει ψηλά ανάγλυφη η Παναγία Βρεφοκρατούσα και κάτω κεφαλή βοός στα κέρατα του οποίου κάθονται δύο πτηνά, ενώ δεξιά και αριστερά του δύο λέοντες. Γράφεται ότι έγινε επί Άβερκίου Καρύδη Οκτωβρίου 24 1878 δαπάνη Γερασίμου Καϊμάκη.

Μετά την τελευτή του Ιερομονάχου Αβερκίου αρχίζει η Μονή να παρακμάζη έτσι ώστε το 1928 να υπάρχουν μόνο 3 μοναχοί με ηγούμενο τον ανεψιό του Αβερκίου Νικηφόρο και το 1940 μόνο ένας μοναχός πού, όπως γράφουν οι Notton and A. Notton, "εμψυχώνει ακόμη το μοναστήρι μ’ ένα περίσσευμα ζωής και καλλιεργεί την ωραιότερη παράδοση, την φιλοξενία, που προσφέρει με πολλή αγάπη και ευγένεια παρά τη φτώχεια του".

Αυτοί μας διασώζουν την πληροφορία ότι ίσως η Μονή να είναι αρχαιοτερη της Μονής Σαγματά και ότι κάηκε δυο φορές από τους Βενετούς και τεσσερις φορές από τους Τούρκους.

Ίσως να πρόκηται για τον ίδιο μοναχό που γράφει ο Ευάγ. Πανέτσου στο περιοδικό "Ύπαιθρο" το 1936, τον π. Νικόδημο που ήταν φερμένος από τη Μονή Σαγματά στη Μονή Πελαγίας για να την προστατεύη και να την επιβλέπη σαν μετόχι της που ξαναήταν με βασιλικό διάταγμα του 1935.

Πάντως τον Ιούλιο του 1968 η Μονή ήταν τελείως εγκαταλελειμένη και η Γερόντισσα Μακρίνα, με την ευλογία του τότε Μητροπολίτου Νικοδήμου, απεφάσισε να εγκαταβιώση εδώ, σχεδόν ολομόναχη, επί 19 ολόκληρα χρόνια. Υπεράνθρωπες ήταν οι προσπάθειές της να ανακαινίση τη Μονή που ήταν ερειπωμένη σε μεγάλο μέρος της. Μια υπάρχουσα φωτογραφία από τη δυτική πτέρυγα δείχνει μια άποψη της καταστάσεως της Μονής.

Όλες οι άνω πτέρυγες έχουν ανακαινισθή από τη Γερόντισσα Μακρίνα. Εφρόντισε να επισκευάση τον τρούλο και την στέγη της Εκκλησίας, έκτισε το Κοιμητήρι της Μονής με το εκκλησάκι του Αγ. Αλεξίου, μετέτρεψε τον αχυρώνα σε ναό της Αγ. Μάρτυρος Πελαγίας, μετέβαλε τον σταύλο σε ξενώνα και γενικά αγωνίσθηκε να συντηρήση όλους τους χώρους. Πρώτη της όμως φροντίδα ήταν η διάνοιξη του δρόμου και η εγκατάσταση τηλεφώνου. Επί των ημερών της η Μονή κατέστη ανεξάρτητη και λειτουργεί πλέον ως γυναικεία Μονή.

Με τη συγκατάθεση της Γερόντισσας Μακρίνας και τις ευχές και ευλογίες του Σεβ. Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ.κ. Ιερωνύμου μια νέα αδελφότητα από Έδεσσα με ηγουμένη τη Μοναχή Φωτεινή ανέλαβε να συνεχίση την ανακαίνιση της Μονής από τον Ιούλιο του 1987 και εντεύθεν. Τροποποιήθηκαν και ανεκαινίσθηκαν αρκετοί χώροι όπως ο πρώην ξενώνας γίνεται αρχονταρίκι, (φωτογραφία) το πρώην αρχονταρίκι έργαστήριο, η αποθήκη γίνεται τράπεζα, (φωτογραφία) ανακαινίζονται διάφοροι βοηθητικοί χώροι ανάλογα με τις ανάγκες για την καλή λειτουργία της Μονής. Από τις πρώτες ανάγκες της Μονής θεωρήθηκε η ηλεκτροδότηση και η ύδρευσή της. Ο εξωραϊσμός και ανακαίνιση συνεχίζεται με την ανέγερση της ερειπωμένης ανατολικής πτέρυγας που γίνεται με την οικονομική και προσωπική φροντίδα και επίβλεψη αυτού του ιδίου Σεβ. Μητροπολίτου μας κ.κ. Ιερωνύμου, ο οποίος σαν άλλος Ιωάννης Καλοκτένης, παράλληλα με το ποιμαντικό του έργο, φροντίζει για την ίδρυση Γηροκομείων, Ψυχιατρείου, πνευματικών Κέντρων, την ανακαίνιση και ανέγερση όλων των ερειπωμένων και εγκαταλελειμένων Μονών της Βοιωτίας. Ήδη τώρα επιβλέπει και ανεγείρει 7 Μονές ταυτόχρονα και ευρίσκονται σε λειτουργία πάνω από 15.

 

[ ΠΑΝΩ ]

II. Παραδόσεις για την Ονομασία της Μονής

Η Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου είναι γνωστή στην περιοχή της Βοιωτίας ως Μονή Πελαγίας, ενώ σε έγγραφα του 1837 και 1843 που ευρίσκονται στα αρχεία του Κράτους (φάκ. 38) γράφεται ως "Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου της επιλεγομένης Πελαγίας".

Ο συγγραφέας του βιβλίου "Πελαγία" Αντώνιος Βασιλείου έχει συγκεντρώσει διάφορες παραδόσεις σχετικά με την ονομασία της Μονής.

Μια παράδοση είναι ότι κάποιος άγνωστος που είχε σχέσεις και δεσμούς με τη θάλασσα και τα επικίνδυνα ταξίδια ανήγειρε την Μονή για να έχη την εύνοια της αγίας της Θαλάσσης - Πελάγους.

Μια άλλη παράδοση λέγει ότι κατά τα πρωτοχριστιανικά χρόνια κάποια Πελαγία που έγινε Χριστιανή και εκδιώχθηκε από τους άλλους ειδωλολάτρες κατέφυγε στο Πτώον όρος και ασκήτευσε. Κάποτε αυτή ταξίδευε με κατοίκους της περιοχής και ξαφνικά έγινε μεγάλη θαλασσοταραχή ώστε να κινδυνεύση το σκάφος να καταποντισθή. Η Πελαγία γονάτισε και προσευχήθηκε να κοπάση η θάλασσα, πράγμα που έγινε. Τότε όλοι οι συνταξιδιώτες πίστεψαν στο Χριστό και ανήγειραν στην περιοχή που ασκήτευε η Πελαγία ναΐσκο αφιερωμένο στο Γενέθλιο της Θεοτόκου, στη Μητέρα του Θεού που επεκαλείτο η Πελαγία στις προσευχές της.

Έκτοτε η Πελαγία έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως και αγάπης από τους κατοίκους της περιοχής τόσο ώστε επεκράτησε να λέγεται η Μονή της Πελαγίας.

Ο Γ. Τσεβάς στο βιβλίο του "Ιστορία των Θηβών" αναφέρει ότι μερικοί πιστεύουν πώς ονομάσθηκε Μονή Πελαγίας επειδή κείται στην πλαγιά του όρους και τούτο ίσως το στηρίζει στο ότι πολλοί Θηβαίοι αποκαλούν ακόμα και σήμερα την Μονή Πλαγία αντί Πελαγία. Άλλοι υποστηρίζουν ότι υπήρχε κάποια εικόνα της Αγίας Πελαγίας και άλλοι ότι ευρέθη είκόνα της Παναγίας που προερχόταν από την θάλασσα, το πέλαγος.

Μια άλλη παράδοση λέγει ότι τα πολύ παλιά χρόνια στο λεκανοπέδιο όπου βρίσκεται η Μονή υπήρχε μια λίμνη. Κάποτε η Παναγία εμφανίσθηκε στους ποιμένες της περιοχής και τους ζητούσε να ανασύρουν την εικόνα Της από το βυθό της λίμνης. Πράγματι οι ποιμένες βρήκαν την εικόνα της Παναγίας και όταν ανηγέρθη ο ναός ονομάσθηκε της "Πελαγίας" διότι η εικόνα βρέθηκε στο πέλαγος.

Άλλοι πάλι λέγουν ότι ονομάσθηκε Μονή Πελαγίας για να τονισθή το "πέλαγος της αγάπης" με το οποίο περιβάλλει η Μητέρα του Θεού τους ευσεβείς Χριστιανούς.

Νομίζουμε πώς οι δύο τελευταίες είναι οι επικρατέστερες ερμηνείες. Ή δηλ. ότι κάποια εικόνα της Παναγίας βρέθηκε στο πέλαγος ή για να τονισθή το πέλαγος της αγάπης και της στοργής της Παναγίας μας για το ανθρώπινο γένος και ιδιαίτερα για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς και Μοναχούς. Η ίδια η Θεοτόκος εδήλωσε στον Άγιο Πέτρο τον Αθωνίτη ότι Αυτή θα είναι κηδεμών, τροφός, ιατρός, σύμμαχος, παρηγορήτρια και προστάτις όλων των μοναχών που θα εγκαταβιώσουν και θα ασκηθούν στο Περιβόλι της, το Άγιο Όρος και γενικώτερα στα Μοναστήρια.

Άλλωστε καμιά σχέση δεν φαίνεται να έχη η ονομασία της Μονής "Πελαγίας" με τις γνωστές Αγίες Πελαγίες. Εάν το Καθολικό ήταν αφιερωμένο σε κάποια από τις Οσίες Πελαγίες, δηλαδή της Τήνου (23 Ιουλίου) ή την από Εταιρίδων και την Οσία Πελαγία την Παρθένον (8 Οκτωβρίου) ή την Μάρτυρα Πελαγία (4 Μαΐου), η Ιερά Μονή θα πανηγύριζε τότε και όχι στο Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου).

Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι τα χωριά Ακραίφνιο και Κόκκινο πανηγυρίζουν την ίδια ημέρα και οι γυναίκες που φέρουν το όνομα Πελαγία εορτάζουν -κατά παράδοση- στις 8 Σεπτεμβρίου, γιορτή της Παναγίας.

Από εδώ φαίνεται η επίδραση που εξασκούσε η Μονή στη γύρω περιοχή και οι σχέσεις των κατοίκων μ’ αυτή. Ήταν ο πνευματικός φάρος που φώτιζε ανά τους αιώνες τους κατοίκους της περιοχής. Ήταν το καταφύγιο και η παρηγοριά τους στις δυσκολίες όπως και συνεχίζει να είναι και θα είναι.

Η Γερόντισσα Μακρίνα, όπως έχει ήδη λεχθή στο πρώτο κεφάλαιο, μετέβαλε ένα χώρο της Μονής σε παρεκκλήσι που τιμάται στη μνήμη της αγίας Μάρτυρος Πελαγίας (4 Μαΐου), έτσι ώστε οι άνθρωποι να προσκυνούν και κάποια αγία Πελαγία.

Η Μονή, λοιπόν, είναι γνωστή ως Μονή Πελαγίας και όχι Οσίας Πελαγίας. Ίσως με αυτόν τον τρόπο να γίνεται και κάποια διάκριση μεταξύ των πολλών Μονών της Βοιωτίας που είναι αφιερωμένες στην Παναγία (Ευαγγελιστρίας, Ιερουσαλήμ, Μακαριωτίσσης, Σκριπούς, Πελαγίας).

 

[ ΠΑΝΩ ]

III.Η Αρχιτεκτονική της Μονής

Κατά την Ορθόδοξη Παράδοση το Καθολικό της Μονής, ο κεντρικός δηλ. ναός είναι κτισμένος στο κέντρο του περιβόλου του μοναστηριακού συγκροτήματος, ενώ γύρω-γύρω σε τετράγωνο, ορθογώνιο ή τραπεζοειδές σχήμα είναι τα κελλιά, η τράπεζα, τα εργαστήρια και όλοι οι βοηθητικοί χώροι. Αυτό έχει θεολογική σημασία γιατί κέντρο της ζωής των Μοναχών είναι ο ναός, οι καθημερινές ακολουθίες, η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, όπως το κέντρο-η Κεφαλή της Εκκλησίας, είναι ο Χριστός.

Βγαίνοντας ο μοναχός από το κελλί του αντικρύζει τον ναό, η ζωή του είναι ο ναός, η όλη του προσπάθεια είναι να γίνη κι αυτός "ναός του Αγίου Πνεύματος", δεν ξεχνά το σκοπό και το στόχο του: να ενωθή με τον Θεό, να θεωθή, να φθάση από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση. Όλη η αρχιτεκτονική της Μονής του υπενθυμίζει αυτό, προσπαθεί να έχη αδιαλειπτη μνήμη Θεού "μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον" κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Οι μικρές χαμηλές πόρτες τον μαθαίνουν και εξωτερικά να ταπεινώνεται, να σκύβη, να υποχωρή, δεν χωράνε υψηλοκάρδιοι στη Μονή και στη Βασιλεία των Ουρανών: "πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται".

Στο κέντρο σχεδόν του τετραγώνου περιβόλου της Μονής είναι το Καθολικό αφιερωμένο, όπως ελέχθη, στο Γενέθλιον της Θεοτόκου.

Ο ναός αυτός έχει αντικαταστήσει άλλο Βυζαντινό ναό ίσως του τέλους του 12ου αιώνος, όταν, όπως εικάζεται, συνεστήθηκε η Μονή. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι, αφού ήταν μετόχι ή σύγχρονη της Μονής Σαγματά και αφού κατά τους γύρω χώρους, την λειτουργικότητα και τοιχοδομία οι δύο μονές είναι παρόμοιες, και ο ναός θα ήταν παρόμοιος. Ή ακόμη μπορεί να αντικατέστησε τον πρώτο ναΐσκο πού, όπως λέγεται, προϋπήρχε.

Ο σημερινός πάντως ναός, πανύψηλος, ογκώδης και επιβλητικός ανηγέρθηκε το 1906 εκ θεμελίων όπως αναγράφεται σε επιγραφή επάνω από την θύρα της εισόδου.

ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1906 ΕΠΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΡΧΙ-
ΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΑΒΕΡΚΙΟΥ ΚΑΡΥΔΗ ΕΞ ΑΙΓΙΝΗΣ
ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΙΩΝΑ ΑΙΒΑΛΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑ-
ΚΕΙΜ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΥΝΕΥΔΟΚΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙ-
ΣΚΟΠΟΥ ΒΟΙΩΤΙΑΣ "ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΒΛΑΧΑΚΗ"
ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗ ΕΚ ΘΕΜΕΛΙΩΝ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ
ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ
ΑΘΑΝΑΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ.

Αιωνόβιοι κάτοικοι της περιοχής ενθυμούνται το γκρέμισμα και ξανακτίσιμο του Καθολικού.

Είναι μονόκλιτος σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλλου, ο οποίος στηρίζεται επί τεσσάρων σφαιρικών τριγώνων που καταλήγουν σε τέσσαρις πεσσούς οι οποίοι είναι σχεδόν ενσωματωμένοι με τους φαρδείς τοίχους του ναού. Ίσως μιμείται τον προηγούμενο ναό ή τον ναό του Σαγματά που έχει τον κυρίως ναό σε τύπο σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά τρούλλου στηριζομένου επί τεσσάρων κιόνων.

Ολόκληρη η ανατολική κεραία του σταυρού καταλαμβάνεται από το Ιερό Βήμα.

Μεγάλα μαρμάρινα δίλοβα παράθυρα με κεραμοπλαστικό διάκοσμο από πάνω διακόπτουν την αξιοπρόσεκτη ισοδομική λιθοδομή του ναού. Όλοι οι σύγχρονοι τεχνίτες απορούν και θαυμάζουν την επιμονή των τεχνιτών να πελεκήσουν μιά-μιά τις πέτρες ισομεγέθεις και εξάπλευρες. Ακόμη και ο στρογγυλός τρούλλος είναι κτισμένος με εξάπλευρες και ισομεγέθεις πέτρες. Το Ιερό Βήμα έχει εξωτερικά μια κεντρική τρίπλευρη αψίδα ενώ οι κόγχες του Διακονικού και της Προθέσεως ενσωματώνονται στο φαρδύ εξωτερικό τοίχο.

Οι ακρογωνιαίοι λίθοι εναλλάσσονται: μεγάλοι ορθογώνιοι με τετράγωνους, ενώ η κεντρική είσοδος πλαισιώνεται με μεγάλες μαρμάρινες στήλες. Αυτή η αρχιτεκτονική και η λιθοδομή του Καθολικού είναι εντελώς ξένη από την αρχιτεκτονική του όλου μοναστηριακού συγκροτήματος.

Στην κεντρική είσοδο της Μονής, στη βόρεια πλευρά, έχει χρησιμοποιηθή υλικό από τον ναό του Απόλλωνος. Υπάρχει και δευτερεύουσα στενή είσοδος στην ανατολική πλευρά με πέτρινη καμάρα.

Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο, δεξιά μας υπάρχει μια ορθογώνια αίθουσα με καμάρα και πέτρινα τόξα, το αρχονταρίκι της Μονής. Αφού προσκυνήσουν οι επισκέπτες ή μετά τις ακολουθίες και κυρίως μετά τη θεία Λειτουργία, προσέρχονται στο αρχονταρίκι , όπου τους προσφέρεται το καθιερωμένο "τρατάρισμα". Συνήθως μετά τη θεία Λειτουργία γίνεται "σύναξις", δηλ. τίθενται ερωτήσεις πάνω σε θεολογικά θέματα και ακολουθεί συζήτηση και πνευματική καθοδήγηση από τον Πνευματικό της Μονής.

Δίπλα στο αρχονταρίκι είναι το μαγειρείο και η Τράπεζα. Η σχέση του Καθολικού με την Τράπεζα της Μονής δείχνει την ιερουργία και ιεράρχηση των υλικών αγαθών. Η Τράπεζα βρίσκεται απέναντι από το Ναό, το Καθολικό.

Εκτός από τις λειτουργικές ανάγκες της Μονής δείχνει κι ένα σοβαρό θεολογικό λόγο. Ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνον από ψυχή αλλά και από σώμα που πρέπει να τραφή. Η τροφή είναι απαραίτητη για τον ανθρώπινο οργανισμό. Προηγείται η θεία Λειτουργία κι ακολουθεί η Τράπεζα. Έτσι ικανοποιούνται ιεραρχικά οι βασικές ανάγκες της ανθρώπινης ζωής.

Αυτό φαίνεται περισσότερο στις εορτάσιμες ημέρες και τις Κυριακές όταν, κατά το Αγιορείτικο Τυπικό, γίνεται η ακολουθία της Τραπέζης. Μετά τη Θ. Λειτουργία ξεκινούν οι μοναχοί από το ναό λιτανευτικά, ψάλλοντας το Απολυτίκιον της εορτής, εισέρχονται στην Τράπεζα όπου ταυτόχρονα με το φαγητό γίνεται κι ανάγνωση ώστε ο νούς να μη διασκορπίζεται με το φαγητό, αλλά να παρακολουθή την ανάγνωση και να λέγη νοερά την ευχή και επανέρχονται πάλι στο Ναό όπου γίνεται η απόλυση. (φωτογραφία Πασχαλινής Τραπέζης).

Αυτό δείχνει ότι και η Τράπεζα, όπως και όλα στο Μοναστήρι, είναι συνδεδεμένη με τον Ναό. Γίνεται προσευχή πριν και μετά το φαγητό και από κάθε τι. Προσευχή για ευλογία και προσευχή για ευχαριστία. Το ότι έχει άμεση σχέση η Τράπεζα με το Ναό και την προσευχή φαίνεται κι από το ότι κι αυτή συνηθίζεται να αγιογραφήται. Ήδη και η δική μας Τράπεζα άρχισε με ένα καταπληκτικό έργο του Εδεσσαίου αγιογράφου Γιάννη Γερεμτζέ, την Αγία Τριάδα, που είναι απομίμηση του θαυμάσιου έργου του 15ου αι. του Ρώσου μοναχού Ανδρέα Ρουμπλιόφ.

Στην Βυζαντινή αγιογραφία επεκράτησε να απεικονίζεται η Αγία Τριάδα με την μορφή των Τριών Αγγέλων, ήτοι του σεσαρκωμένου Λόγου και δύο αγγέλων, όπως εμφανίστηκαν στη φιλοξενία του Αβραάμ.

Εκατέρωθεν της Αγίας Τριάδος ο ίδιος αγιογράφος αγιογράφησε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.

Πρέπει να τονισθή ότι οι κάτω πτέρυγες, πλην της Τράπεζας που είχε ερειπωθή, θεωρούνται κτίσματα του 12ου αι. και είναι με πέτρινες καμάρες και τόξα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους δεν έχουν ακόμη αξιοποιηθή.

Στην απογραφή του 1837 το Μοναστήρι έχει 13 οικίες-ανώγαια κελλιά και 13 κατώγαια και το Ναό της Παναγίας. Οι άνω πτέρυγες βόρεια, δυτική και νότια ανακαινίσθηκαν από τους πατέρες στις αρχές του αιώνα μας και από την Γερόντισσα Μακρίνα αργότερα. Η δε ανατολική πτέρυγα ανακαινίζεται τώρα από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, όπως έχει ήδη γραφή. Εκεί γίνονται κελλιά και εσωτερικό παρεκκλήσι.

 

[ ΠΑΝΩ ]

IV. Το Καθολικό της Μονής

Όπως έχει ήδη λεχθή το Καθολικό της Ιεράς Μονής εορτάζει και πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου, εορτή του Γενεσίου της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτή η εορτή είναι η πρώτη μεγάλη εορτή του Εκκλησιαστικού έτους το οποίο αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. Τούτο βέβαια δεν είναι τυχαίο γεγονός, αλλά οι θειότατοι Πατέρες της Εκκλησίας καθώρισαν να εορτάζεται πρώτα-πρώτα η Γέννηση της Θεοτόκου γιατί η Θεοτόκος είναι η αρχή της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. "Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις..." ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής των Εισοδίων.

Επί αιώνες, μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, οι άνθρωποι πρόσμεναν να βρεθή το καταλληλότατο εκείνο πρόσωπο για να ενσαρκωθή ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Σωτήρας του κόσμου. Όλοι οι αιώνες συναγωνίζονταν ποιός θα δώση αυτό τον καρπό, ποιός θα πρωτοπρολάβη να καυχηθή για τη γέννησή του, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Όλες οι Ισραηλίτισσες γυναίκες ήλπιζαν ότι μπορούσαν να γίνουν πρόγονοι του Μεσσία. Και μόνον οι στείρες θρηνούσαν για την ατεκνία τους. Έπαυαν να ελπίζουν ότι μπορούν να συντελέσουν στη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Όπως γράφει ο π. Ιερόθεος Βλάχος στο βιβλίο του "Ο Βλέπων" (Βίος και Πολιτεία του Προφήτου Σαμουήλ σε σύγχρονη αναφορά), το πρόβλημα δεν ήταν μόνο προσωπικό-οικογενειακό, δεν θα είχαν δηλ. απογόνους να τους υπηρετήσουν στα γηρατειά τους ή να κληρονομήσουν την περιουσία τους, αλλά το πρόβλημα ήταν κοινωνικό και κυρίως θεολογικό. Εθεωρείτο κατάρα και ένα είδος τιμωρίας του Θεού στο ζεύγος να μη μπορούν να γίνουν πρόγονοι του Μεσσία. Γι’ αυτό και η μόνη διέξοδος ήταν η προσευχή, η καταφυγή τους στο Θεό, το δοτήρα πάντων των αγαθών. Η ακράδαντη πίστη στο Θεό και ότι τα παιδιά είναι δώρα του Θεού που δίδονται στον άνθρωπο να τα αναθρέψη "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου" έκανε τους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσεύχωνται για τη διάλυση της στειρώσεως έστω κι αν η ηλικία του ζεύγους ήταν προχωρημένη.

Παραδείγματα της Π. Διαθήκης, όπως χαρακτηριστικά φαίνονται του Αβραάμ και της Σάρρας, της Προφήτιδος Άννης, του Ζαχαρίου και της Ελισάβετ, ενίσχυαν και τη σεπτή συζυγία του Ιωακείμ και της Άννης, τους γεννήτορες της Θεοτόκου στο να ελπίζουν και να προσεύχωνται νυχθημερόν για τη λύση των δεσμών της στειρώσεώς τους και την απελευθέρωσή τους από αυτό το όνειδος και την προσβολή. Τα Ευαγγέλια σιγούν για το γεγονός αυτό και οι πληροφορίες προέρχονται από απόκρυφες διηγήσεις. Από το Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου μαθαίνουμε τα ονόματα και την καταγωγή των γονέων και τα σχετικά με τη γέννηση της Θεοτόκου.

Γράφεται στα Απόκρυφα (1) ότι ο Ιωακείμ ήταν "ποιμήν προβάτων", πολύ πλούσιος και ότι κάποτε τη μεγάλη εξιλαστήριο ημέρα, ενώ προσέφερε τα δώρα του, δεν έγιναν αποδεκτά επειδή ήταν άτεκνος. Ο Ιωακείμ στενοχωρέθηκε τόσο πολύ ώστε ανεχώρησε αμέσως για την έρημο όπου ενήστευσε και προσευχήθηκε έντονα επί τεσσαράκοντα ημέρες και νύχτες λέγοντας ότι "ου καταβήσομαι ούτε επί βρωτόν ούτε επί ποτόν έως ου επισκέψεταί με κύριος ο Θεός μου και έσται μου η εύχή βρώμα και πόμα".

Από το άλλο μέρος η Άννα θρηνούσε τόσο για τη χηρεία της όσο και για την ατεκνία της και προσευχόταν να την ευλογήση ο Θεός και να της δώση καρπό. Και ιδού άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε σ’ αυτή και της ανήγγειλε ότι θα συλλάβη και θα γεννήση παιδί. Και υποσχέθηκε η Άννα ότι θα άφιερώση το παιδί αυτό είτε αρσενικό είναι είτε θηλυκό στον Κύριο. Άλλοι δύο άγγελοι ανήγγειλαν στην Άννα ότι έρχεται ο Ιωακείμ με το ποίμνιό του και έτρεξε η Άννα και προϋπάντησε αυτόν και ανήγγειλε σ’ αυτόν το μήνυμα του αγγέλου. Και συνέλαβε η Άννα και γέννησε τη Θεοτόκο.

Ομόφρονες και σύμψυχοι υπήρχαν στην αρετή οι Θεοπάτορες και επεδίωκαν να εφαρμόσουν τον νόμο του Θεού στην καθημερινή τους ζωή. Η τήρηση των εντολών του Θεού ήταν η μόνη εντρύφησή τους. Καίτοι έγγαμοι, όμως εξ αιτίας της θεοσεβείας, της σωφροσύνης και της καθαρότητάς τους, αξιώθηκαν όχι μόνο να εισακουσθούν από τον Θεό, αλλά και να γεννήσουν την ακτίνα της παρθενίας, τη Μητέρα της ζωής, την Πανύμνητο Παρθένο, τον έμψυχο ναό του Θεού. Εκφραστικότατο είναι ένα τροπάριο της θ’ ωδής του Κανόνα της 9ης Σεπτεμβρίου, εορτή των Θεοπατόρων -καθότι την επομένη της εκάστοτε Μεγάλης εορτής εορτάζουν τα δεύτερα πρόσωπα της Εορτής-. "Ωραίος ως ήλιος Ιωακείμ ενούμενος τη φωσφόρω σελήνη τη Άννη τέτοκε την της παρθενίας ακτίνα, δι’ ής αυγή της θείας ουσίας, σαρκί καθ’ υπόστασιν, ενωθείσα ημίν έλαμψε".

Το σωφρονέστατο αυτό ζεύγος ο Ιωακείμ και η Άννα, αφού εκράτησαν το φυσικό νόμο της σωφροσύνης, αφού εφώτισαν τους εαυτους τους με το φως της γνώσεως, αφού έζησαν με αγνότητα και αγιότητα, με ευσέβεια και οσιότητα και αφού εξεζήτησαν τον Κύριο μ’ όλη την ψυχή και καρδιά τους, τιμηθηκαν με δώρα υπερφυσικά, εγέννησαν τη Μητέρα του Θεού, την Κυρία των Αγγέλων, το στολίδι της παρθενίας, Αυτήν που έμεινε στο νού, στην ψυχή και στο σώμα πάντοτε παρθένος, γέννησαν Αυτήν που υπερέλαμψε και υπερέβη όλους τους πριν απ’ αυτή καρπούς των στείρων γυναικών.

Και όπως υποσημειώνει ο Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, η Θεοτόκος είναι η μόνη και πρώτη που γεννήθηκε θηλυκό παιδί στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ όλες οι άλλες στείρες εγέννησαν κι αυτές κατ’ επαγγελίαν, αλλά αρσενικό παιδί. Η θεόπαις Μαριάμ δόθηκε στους Θεοπάτορες σαν αντίδοση για τη θεοσέβειά τους, όπως στον Αβραάμ δόθηκε ο Ισαάκ σαν δώρο για την αρετή της φιλοξενίας του.

Η πρώην στείρα καρποφόρησε και έτεκε την Θεοτόκο. "Η στείρα τίκτει την Θεοτόκον και τροφόν της ζωής ημών".

Η Παρθένος Μητέρα γεννάται από στείρα προχωρημένης ηλικίας και τούτο γίνεται, κατά τον Άγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό, πρώτον για να ξεκινήση ο Χριστός, "τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον", με θαύματα το δρόμο Του και δεύτερον για να γεννηθή πρωτότοκη εκείνη που θα γεννούσε "τόν πρωτότοκον πάσης κτίσεως".

Όταν δηλ. επρόκειτο να γεννηθή η Θεοτόκος - Παρθένος από την Άννα δεν τολμούσε η φύση να καρποφορήση πριν από τη χάρη, αλλά έμενε άκαρπη, μέχρις ότου βλαστήση η χάρη τον καρπό. Αν και ήταν στείρα η Άννα όμως δεν ήταν άτεκνη για τον Θεό. Είχε ήδη προορισθή από όλες τις γενεές να γίνη Μητέρα της Αγνής Παρθένου, αυτής με της οποίας τη μεσολάβηση ο Πλάστης ξανάπλασε όλη την πλάση και την αναγέννησε. Με τη γέννηση της Θεοτόκου λύεται η ανθρώπινη στειρότητα. Η Υπεραγία Θεοτόκος δάνεισε τη σάρκα και το αίμα της και ενσαρκώθηκε δια Πνεύματος Αγίου ο Υιός και Λόγος του Θεού. Στην υπέραγνη κοιλία της ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση έτσι ώστε αργότερα η ανθρώπινη φύση να μεταλαμβάνη του Σώματος και Αίματος του Χριστού και να θεούται, να γίνεται κατά χάρη Θεός. Και όταν μεταλαμβάνουμε του Αχράντου Σώματος και Αίματος του Σωτήρος, ταυτόχρονα, όπως λέγει ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, κοινωνούμε και του σώματος και αίματος της Θεοτόκου.

"Η γέννησίς σου Θεοτόκε χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη, εκ σού γαρ ανέτειλεν η Ήλιος της δικαιοσύνης Χριστός ο Θεός ημών και λύσας την κατάραν έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον", ψάλλουμε στο Απολυτίκιο της εορτής.

Όχι μόνον οι πανόλβιοι και ένδοξοι προπάτορες εχάρηκαν με την Γέννηση της Θεοτόκου, διότι ελύθηκαν τα δεσμά και το όνειδος της στειρώσεως και ατεκνίας τους, αλλά και ολόκληρη η οικουμένη, γιατί με τη μεσολάβησή τους η πλάση δώρησε στον Δημιουργό το πιο υπέροχο δώρο, την πολυσέβαστη Μητέρα, τη μοναδική, άξια του Πλάστη. Αφού γεννήθηκε από στείρα εγέννησε με τρόπο παρθενικό Εκείνον που ένωσε τη θεότητα με την ανθρωπότητα, που έλυσε την κατάρα, κατήργησε το θάνατο και την αμαρτία και έδωσε την αιώνια ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί εις το εξής, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και την προσωπική του συνέργεια, να απολαύση πάλι τον Παράδεισο. Τα πριν διεσκορπισμένα και χωρισμένα ενούνται, η θεότητα με την ανθρωπότητα, οι άγγελοι με τους ανθρώπους, το τριμερές της ψυχής του ανθρώπου ενοποιείται, το μεσότοιχο της έχθρας γκρεμίστηκε, έλαβε τέλος η στέρηση των αγαθών, ελύθηκαν τα δεσμά της πνευματικής στειρότητος. Η ανθρώπινη φύση θα απολαύση τους καρπούς της θείας Χάριτος. Ο νούς του ανθρώπου, που με την πτώση και παρακοή σκοτίσθηκε, αμαυρώθηκε και διασπάστηκε η κοινωνία και ενότητα που είχε με τον Θεό, με την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και τον εκούσιο Σταυρικό θάνατο και Ανάστασή Του φωτίζεται. Και εάν αργότερα, ακολουθώντας την θεραπευτική αγωγή που διαθέτει η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ρυθμισθή σωστά, μπορεί να φθάση στο φωτισμό και την έλλαμψη, να ενωθή πάλι με τον Θεό. Η αμαρτία, που είναι ο σκοτασμός του νοός και η απομάκρυνση από τον Θεό, καταργείται με την τήρηση των εντολών του Χριστού. Ο άνθρωπος, βιώνοντας στην καθημερινή του ζωή τον Σταυρό του Κυρίου, δύναται να γίνη κατά χάρη Θεός, να γίνη μητέρα και αδελφός του Κυρίου.

Η Κυρία Θεοτόκος, εκτός του ότι εγέννησε τον Χριστό, το Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου, εκτός του ότι αδιάκοπα εκδυσωπεί και μεσιτεύει προς τον Υιόν Της για το ανθρώπινο γένος -καθότι μεσίτης Θεού και ανθρώπων είναι ο Χριστός, μεσίτρια δε μεταξύ Χριστού και ανθρώπων είναι η Θεοτόκος, αφού όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι το μεθόριον μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως- μας υπέδειξε και τον τρόπο και τη μέθοδο που πρέπει κανείς να ακολουθήση για να γίνη κατά χάρη θεός, να θεωθή. Η Θεοτόκος στα άγια των αγίων, συνδυάζοντας τη σωματική με την πνευματική παρθενία, διότι δεν αμάρτησε ούτε με λογισμό, ένωσε το νού της με το Θεό, έστρεψε όλη της την προσοχή μόνο σ’ Αυτόν. Εβλέπετο και έβλεπε μόνο το Θεό. Ζούσε μόνο για το Θεό. Έτσι ώστε ο Κτίστης την εξέλεξε για Μητέρα Του και μητέρα όλων των Χριστιανών, αφού ο ίδιος ο Χριστός απεκάλεσε αυτούς που ακούουν το λόγο Του και εφαρμόζουν τις εντολές Του αδελφούς Του. "Ός γαρ αν ποιήση το θέλημα του Θεού, ούτος αδελφός μου και αδελφή μου και μήτηρ εστί" (Μάρκ. γ’, 35). Εκτός του ότι η Θεοτόκος είναι μητέρα κάθε Χριστιανού είναι και Μάμμη ήτοι γιαγιά, λέγει ο Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, επειδή ο Υιός Της λέγεται Πατήρ ημών (Πατήρ του μέλλοντος αιώνος). Οπότε, κάθε Χριστιανός οφείλει να μακαρίζη την Κυρία Θεοτόκο ως Μάμμη και ως Μητέρα του κατά χάρη και κατά θέση. Και επειδή η Θεοτόκος δεν εδάνεισε στο Χριστό χρήματα ή πράγματα που επιστρέφονται, αλλά το αίμα και τη σάρκα Της, ο Χριστός είναι χρεώστης Της αιωνίως, γι’ αυτό και εκπληρώνει τις αιτήσεις Της υποχρεωτικά. Άλλωστε, όπως γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, και μόνη η μνήμη της Παναγίας και η μνημόνευση του ονόματός Της αγιάζει τον άνθρωπο.

Κατά την Βυζαντινή Αγιογραφία, στην εικόνα της Γεννήσεως της Θεοτόκου απεικονίζεται συνήθως η Αγία Άννα στο μέσον μισοκαθισμένη στο κρεββάτι ενώ δίπλα οι θεραπαινίδες προσφέρουν τη βοήθειά τους. Στο κάτω μέρος αριστερά συνήθως γίνεται το λουτρό του βρέφους, ενώ δεξιά ετοιμάζεται ο λίκνος ή εσπαργανωμένο το βρέφος βρίσκεται σ’ αυτό. Μερικοί αγιογράφοι απεικονίζουν τον άγιο Ιωακείμ πάνω σχεδόν από τον λίκνο, ενώ άλλοι, επηρεασμένοι από το Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου, θέτουν πάνω αριστερά το ζεύγος να ασπάζεται μετά την είδηση του αγγέλου ότι θα συλλάβη και θα γεννήση τέκνο η Αγία Άννα.

Γράφεται στο Πρωτευαγγέλιο:

"Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη λέγων αυτή, Άννα, Άννα, επήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου, και συλλήψεις και γεννήσεις, και λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη... Και ιδού ήλθον άγγελοι δύο λέγοντες αυτή, ιδού Ιωακείμ ο ανήρ σου έρχεται μετά των ποιμνίων αυτού. Άγγελος γαρ Κυρίου κατέβη προς αυτόν λέγων, Ιωακείμ Ιωακείμ, επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεώς σου, κατάβηθι εντεύθεν, ιδού γαρ η γυνή σου Άννα εν γαστρί λήψεται... Και ιδού Ιωακείμ ήκε μετά των ποιμνίων αυτού, και έστη Άννα προς την πύλην και είδε τον Ιωακείμ ερχόμενον και δραμούσα εκρεμάσθη εις τον τράχηλον αυτού... Επληρώθησαν δε οι μήνες αυτής, εν δε τω ενάτω μηνί εγέννησεν Άννα. Και είπεν τη μαία, Τί εγέννησα; Η δε είπεν, θήλυ, Και είπεν Άννα, εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη, και ανέκλινεν αυτήν, Πληρωθεισών δε των ημερών απεσμήξατο Άννα, και έδωκεν μασθόν τω παιδί και επωνόμασε το όνομα αυτής Μαριάμ".

Εις την εικόνα του τέμπλου, αναγεννησιακής επιδράσεως, δεσπόζουν ο Ιωακείμ και η Άννα καθισμένοι, ενώ κάτω οι θεραπινίδες περιποιούνται το βρέφος και το τυλίσσουν με σινδόνια.

 

[ ΠΑΝΩ ]

V. Τα Παρεκκλήσια της Μονής

Μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο της Μονής, αριστερά μας είναι το κατανυκτικότατο εκκλησάκι της αγίας Μάρτυρος Πελαγίας. Είναι ένας μικρός ορθογώνιος χώρος με καμάρα και τόξο, κτίσμα του 12ου αι., που με τις τοιχογραφίες -ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτες του Παντοκράτορα, της Πλατυτέρας, της Σταύρωσης- θυμίζει τις κατακόμβες των πρώτων Χριστιανών.

Σ’ αυτό το παρεκκλήσι γίνονται ως επί το πλείστον οι καθημερινές χειμερινές Ακολουθίες της Μονής.

Όπως διαβάζουμε στο Συναξάριο της 4ης Μαΐου, η αγία Μάρτυς Πελαγία εμαρτύρησε κατά τους πρώτους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού (284-305).

Καταγόταν μεν από την Ταρσό της Κιλικίας, κατοικούσε δε στην Ρώμη.

Η Ρώμη τότε ήταν η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους όπου τους πρώτους κυρίως αιώνες του Χριστιανισμού έχουμε τα περισσότερα Μαρτύρια των Χριστιανών.

Οι άγιοι Μάρτυρες εμπνευσθέντες από τη Χάρη του Αγίου Πνευματος αγάπησαν "εξ όλης της ψυχής των" τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, απέκτησαν το θείο έρωτα τόσο ώστε με μεγάλη γενναιότητα και ανδρεία εκήρυξαν και ομολόγησαν αυτή την πίστη τους ενώπιον των τυράννων και δημίων τους, υπέρ των οποίων μάλιστα προσεύχονταν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται για τον άγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο, τον άγιο Δημήτριο και άλλους.

Το μαρτύριο υφίσταντο ηρωικά όχι μόνον άνδρες, αλλά και γυναίκες ακόμα και παιδιά. Λέγεται δε μαρτύριο γιατί ο υφιστάμενος τα βασανιστήρια Χριστιανός "μαρτυρεί" δηλ. βεβαιώνει την πίστη του στο Χριστό με λόγια και έργα, ο δε θανατούμενος λέγεται μάρτυς.

Η επέτειος του θανάτου του μάρτυρος χαρακτηρίζεται ως γενέθλιος ημέρα επειδή εκείνη την ημέρα ο μάρτυς λαμβάνει το βάπτισμα του αίματος, μεταβαίνει από το θάνατο στη ζωή. Όπως καί, κατά την Ορθόδοξη Παράδοση, γενέθλιος ημέρα των Χριστιανών είναι η ημέρα της βαπτίσεώς τους, της πνευματικής δηλαδή και όχι της βιολογικής γεννήσεώς τους και τούτο διότι τότε ο άνθρωπος γίνεται μέλος της Εκκλησίας, δέχεται το εισαγωγικό μυστήριο, όπως λέγουν οι Πατέρες, το βάπτισμα του ύδατος και του πνεύματος.

Η ακαθαίρετη πίστη και η Χάρη του Θεού, που ενεργούσε διαφορετικά στον καθένα, σ’ άλλον δηλ. μέσα από όνειρο, σ’ άλλον με θεία Αποκάλυψη ή θεία φωνή κλπ. οδήγησαν τους μάρτυρας στο μαρτύριο. Ήταν όλοι ζηλωτές και μιμητές του Χριστού, του πιστού και αληθινού μάρτυρος που μαρτύρησε επί Ποντίου Πιλάτου καί, όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, είναι και ονομάζεται γι’ αυτό πρωτομάρτυς και πρωταθλητής όλων των αθλητών και μαρτύρων οι οποίοι τον εμιμούντο καθ’ όλα. Η σιωπή τους με μόνη τη στερεότυπη απάντηση "Χριστιανός ειμι", η προσευχή τους υπέρ των δημίων τους, η χαρά τους διότι έπασχαν υπέρ του ονόματος του Ιησού είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα. "Γίνεσθέ μοι μάρτυρες και εγώ Μάρτυς λέγει Κύριος ο Θεός, και ο παίς μου όν εξελεξάμην" (Ησ. μγ’,10). Όμως για να γίνη κανείς να γίνη μάρτυς χρειάζεται να έχη φθάσει στον φωτισμό του νοός, να έχη αδιάλειπτη καρδιακή νοερά προσευχή, να έχη δηλ. περάσει το στάδιο της καθάρσεως της καρδιάς από τα πάθη. Γιαυτό οι Πατέρες, κυρίως στους Νεομάρτυρες, συνιστούσαν πρώτα να περάσουν ένα διάστημα σε Μοναστήρι, να ασκηθούν, να καθαρθούν και κατόπιν να πάνε στον τόπο, όπου αλλαξοπίσθησαν και να ομολογήσουν την επιστροφή τους στην Ορθόδοξη Πίστη, ώστε μετά να ακολουθήση, εάν φυσικά επέτρεπε ο Θεός, το Μαρτύριο.

Στην αρχαία όμως Εκκλησία, που δεν υπήρχαν ακόμη τα Μοναστήρια -αφού κατά τον 4ον αι. αρχίζει η σύσταση των Μοναστηριών- οι μάρτυρες ενεργούσαν με άμεση εμπνευση του Αγίου Πνεύματος ή αν υπήρχε δυνατότητα συμεβουλεύονταν κάποιον άγιο της εποχής.

Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε την Αγία Μάρτυρα Πελαγία η οποία είδε κατ’ όναρ τη μορφή του Επισκόπου της Ρώμης να την προσκαλή στο Άγιο Βάπτισμα. Την επομένη η Αγία έτρεξε να αναφέρη το όνειρό της στον Επίσκοπο και να ζητήση την συμβουλή του να γίνη Χριστιανή ή να παραμείνη ειδωλολάτρις.

Ο διακριτικός Επίσκοπος την προέτρεψε να βαπτισθή και να γίνη Χριστιανή. Πράγμα που έγινε. Η μητέρα της, όμως, μη ανεχομένη την αλλαγή της και αφού δεν κατάφερε να την πείση να αρνηθή τον Χριστό, την πρόδοσε στον αρραβωνιαστικό της, τον γυιό του Διοκλητιανού. Αυτός στενοχωρέθηκε τόσο ώστε αυτοκτόνησε. Όταν δε έμαθε την αιτία της αυτοκτονίας του γυιού του ο Διοκλητιανός, ωργίσθηκε, συνέλαβε την Πελαγία και την έψησε "εντός πεπυρακτωμένου χαλκίνου βοός και ούτως η μακαρία έλαβε τον του Μαρτυρίου ακήρατον στέφανον".

Αυτή τη Μάρτυρα του Χριστού Πελαγία τιμούμε και εορτάζουμε την 4η Μαΐου. Και όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος "τιμή Μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος". Τιμούμε τους Μάρτυρες όταν μιμούμαστε τη ζωή τους, την πίστη τους, την ομολογία τους, τα βασανιστήριά τους, -όχι βέβαια σωματικά αφού δεν ισχύει αυτό για όλες τις εποχές και τους τόπους- αλλά όταν γινόμαστε "μάρτυρες τη συνειδήσει".

Γράφεται στο Γεροντικό ότι όταν κάποιος αρχάριος μοναχός εξομολογήθηκε στο Γέροντά του την επιθυμία και τον πόθο του να μαρτυρήση για την αγάπη του Χριστού, εκείνος του είπε:

-Αν την ώρα του πειρασμού σηκώσης ευχαρίστως το βάρος του αδελφού σου, είναι σαν να ρίχτηκες στην κάμινο των τριών παίδων.

Είναι μαρτύριο για κάθε Χριστιανό και ιδιαίτερα για το μοναχό, γράφει ο Γέροντας Σιλουανός, όταν προσπαθή να φυλάξη τη συνείδησή του καθαρή, να μη στενοχωρέση με κάτι τον αδελφό, να μη λυπήση με κάποιο λογισμό το Άγιο Πνεύμα, να κρατά ταπεινωμένη τη ψυχή του, να προσπαθή κανείς να ζη τηρώντας καθημερινά τις εντολές του Χριστού. Ή όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας Σωφρόνιος ότι το μαρτύριο του Χριστιανού είναι να αγαπά τους εχθρούς του.

Αυτή τη ζωή εντελλόμαστε να μιμηθούμε και εμείς στην καθημερινή μας ζωή. Η εφαρμογή των εντολών του Χριστού ισχύει για όλες τις εποχές και όλους τους ανθρώπους. "Ιησούς Χριστός χθές και σήμερον ο Αυτός και εις τους αιώνας".

Τούτο μας το βεβαιώνουν οι Νεομάρτυρες και οι σύγχρονοι άγιοί μας, οι οποίοι, μετά τόσους αιώνες από τους πρώτους Μάρτυρες, ομολογούν απαράλλακτα την ίδια πίστη, την πίστη στον Ιησού Χριστό, τον Υιόν του Θεού του Ζώντος "δι’ ου τα πάντα εγένετο".

Αυτοί καλούν και εμάς σημερα, τους Ορθοδόξους, να μείνουμε πιστοί στο ορθόδοξο ήθος και φρόνημα. Να αντισταθούμε στον κατακλυσμό του ευδαιμονισμού διατηρώντας την πνευματική μας ελευθερία και εγρήγορση. Το ασκητικό ήθος της Ορθοδοξίας είναι το καλύτερο αντίδοτο στον ευδαιμονισμό.Ο ορθόδοξος ησυχασμός είναι πάντα επίκαιρος καί, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, "μαρτυρίου στέφανον λήψεται ο τα πάθη δι’ αρετής τροπωσάμενος".

Στην πρώτη της κιόλας επίσκεψη στην Μονή η Γερόντισσα Μακρίνα προσευχήθηκε ιδιαίτερα να την αξιώση ο Θεός να κτίση το παρεκκλήσι της Αγίας Πελαγίας -επειδή η Μονή επιλεγόταν Πελαγίας- και το του Αγίου Αλεξίου, του ανθρώπου του Θεού, επειδή υπάρχει τμήμα της Αγίας Κάρας του στη Μονή.

Στα διακόσια, λοιπόν, περίπου μέτρα από τη Μονή, ανατολικά, ευρίσκεται το κοιμητήριο της Μονής που τιμάται στη μνήμη του αγίου Αλεξίου. Μικρό και απέριττο, χωρίς κάτι το ξεχωριστό είναι το εκκλησάκι, αλλά πρωτότυπος και ιδιαίτερα συγκινητικός ο βίος του Οσιου Αλεξίου, που συναρπάζει κυριολεκτικά τον αναγνώστη του Συναξαρίου του.

Γεννήθηκε στη Ρώμη επί Αρκαδίου και Ονωρίου των βασιλέων, όταν η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους είχε μεταφερθή στην Κωνσταντινούπολη και ο Χριστιανισμός είχε καταστή επίσημη θρησκεία του Κράτους, ενώ οι διωγμοί είχαν πλέον κατασταλή. Επειδή όμως τότε ακριβώς άρχισε να εκκοσμικεύεται ο Χριστιανισμός, να αλλοιώνεται δηλ. ο τρόπος ζωής και σκέψεως των Χριστιανών, να αλλοιώνεται ως εκ τούτου η αληθινή πίστη, και οι Χριστιανοί, εξ αιτίας αυτής της εκκοσμικεύσεως, άρχισαν να δυσκολεύωνται να βιώνουν και να εφαρμόζουν τις εντολές του Χριστού στην καθημερινή τους ζωή, τότε εμφανίζεται ο Μοναχισμός.

Βέβαια ο Μοναχισμός δεν είναι ξένος από την Ορθόδοξη Παράδοση διότι ως τρόπος ζωής υπάρχει από την αρχή της Εκκλησίας. Οι Πρωτόπλαστοι, πριν από την παράβαση και παρακοή, ζούσαν σαν άγγελοι στον Παράδεισο. Ο Τίμιος Πρόδρομος έζησε στην έρημο από μικρή ηλικία και αξιώθηκε να γίνη Προφήτης, Πρόδρομος, Απόστολος, Βαπτιστής και Μάρτυς του Χριστού. Οι Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ακολούθησαν το Χριστό, οι περισσότεροι μάλιστα απ’ αυτούς αξιώθηκαν και μαρτυρικού τέλους όπως και χιλιάδες άλλοι Μάρτυρες που ακολούθησαν το κήρυγμά τους. Καί, όταν κατέπαυσαν οι διωγμοί, όσοι Χριστιανοί δυσκολεύονταν να ζήσουν ευαγγελικά αναχωρούσαν από τον κόσμο στην έρημο, στις Σκήτες και τα Μοναστήρια

Φυσικά η αναχώρηση και απομάκρυνση από τον κόσμο δεν γίνεται από φιλαυτία και δειλία για την ανάληψη κοσμικών ευθυνών, αλλά από μια αγία επιθυμία και έφεση για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, από μια έφεση και έμπνευση για μετάνοια και τήρηση των εντολών του Χριστού στην καθημερινή ζωή, από μια μεγαλύτερη προσπάθεια για την κάθαρση της καρδιάς και το φωτισμό του νοός και υπάρχουν όμως και άνθρωποι που είχαν μια ιδιαίτερη κλήση από τον Ίδιο τον Θεό. Ένας τέτοιος Άγιος είναι και ο Όσιος Αλέξιος, όπως ψάλλουμε στο Μεγαλυνάριο του Αγίου:

"Κλήσιν την ουράνιον εσχηκώς,
μόνος εν αγίοις Θεού άνθρωπος θαυμαστός
Αλέξιε συ ώφθης τω ισαγγέλω βίω,
διό της των Αγγέλων χαράς ηξίωσαι".

Οι γονείς του αγίου Ευφημιανός και Αγλαΐα, ευσεβείς Χριστιανοί, -συγκλητικός κατά το αξίωμα ο Ευφημιανός- ήταν άτεκνοι και παρακαλούσαν το Θεό να τους χαρίση παιδί, όχι, βέβαια, για να συμβάλλουν κι’ αυτοί στον ερχομό του Μεσσία, όπως συνέβη με τον Ιωακείμ και την Άννα, αλλά για να χαρούν και να αφήσουν απογόνους. Κι όπως συνεβη στον Αβραάμ, που έλαβε σαν μισθό για την αρετή της φιλοξενίας του τον Ισαάκ, το ίδιο συνέβη και στον αοίδιμο Ευφημιανό και Αγλαΐα. Απέκτησαν τον Αλέξιο, ο οποίος εμιμείτο καθ’ όλα τους γονείς και ιδιαίτερα τον πατέρα του στην ελεημοσύνη, φιλοξενία, πραότητα, αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους.

Από μικρός είχε την ιδιαίτερη κλήση και έφεση να γίνη μοναχός, να αρνηθή τον κόσμο και την τρυφή και να δοθή ολοκληρωτικά στο Θεό. Τούτο όμως περιέκρυβε από τους γονείς του καί, ενώ εξωτερικά δεν έδειχνε τίποτε, στην ουσία ζούσε ασκητικά από μικρή ηλικία. Εσωτερικά ενδυόταν με τρίχινα ενδύματα, ενώ εξωτερικά πολυτελή και λαμπρά, όπως έκαναν και τόσοι άλλοι αυτοκράτορες, αυτοκρατόρισσες και αξιωματούχοι που γνώριζαν από την Ορθόδοξη Παράδοση ότι και η σωματική κακοπάθεια και άσκηση βοηθά πολύ στην κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη. Το σώμα, δηλαδή, λόγω των παθών εμποδίζει την πορεία της ψυχής προς τη θέωση. Γιαυτό η άσκηση, που δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον για τη θεραπεία της ψυχής, είναι απαραίτητη. Κύριος σκοπός της ασκήσεως είναι η απάθεια και η καθαρά προσευχή. Για να φθάση, όμως, κανείς στην καθαρά προσευχή πρέπει να εγκαταλείψη τα πάντα. Αυτή η εγκατάλειψη αποτελεί την ουσία της μοναστικής απαρνήσεως. Προηγείται η αποταγή και ακολουθεί η υποταγή. Απαρνείται κανείς όλα τα πράγματα και τα πρόσωπα, απαρνιέται το ίδιον θέλημα, τον πλούτο της διανοίας του και αυτόν τον ίδιο τον εαυτό του.

Όταν, λοιπόν, ενηλικιώθηκε ο Αλέξιος και οι γονείς του επέμεναν να τον νυμφεύσουν, τότε αναγκάστηκε και τους εξέφρασε το θείο πόθο του. Ανένδοτοι και ανυποχώρητοι οι γονείς -όπως συνηθίζεται σε όλες τις εποχές αυτό- τον πίεσαν να νυμφευθή. Ο Αλέξιος δέχθηκε τελικά να τελεσθούν οι γάμοι με κάποια ευσεβή νέα της τάξεως των Συγκλητικών, ενώ ταυτόχρονα μελετούσε πώς θα διαφυλάξη την παρθενία του άφθορο, για να δοθή ολοκληρωτικά στο Θεό. Μετά την τέλεση του μυστηρίου και ενώ όλοι έχαιραν και πανηγύριζαν το γεγονός, ο Αλέξιος, αφού αποσύρθηκε στο νυμφικό θάμαμο, ανακοίνωσε στη νύμφη την απόφασή του και κατευθύνθηκε στο λιμάνι, όπου βρήκε πλοίο να αναχωρή για τη Συρία.

Θρήνος και κλαυθμός επεκράτησε την επομένη, όταν οι γονείς πληροφορήθηκαν την αναχώρηση του Αλεξίου. Αμέσως έστειλαν τους δούλους να τον προλάβουν, αλλά μάταια.

Ο Αλέξιος έφθασε στην Έδεσσα της Μ. Ασίας και εκεί βρήκε το Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου υπήρχε η Αχειροποίητη Εικόνα του Χριστού και έμεινε εκεί επί 17 ολόκληρα χρόνια υπηρετώντας την Παναγία. Έζησε εκεί την ξενητεία, εξόρισε, δηλαδή, εκούσια τον εαυτό του από την πατρίδα του, τους γονείς του, τη σύχυγό του, τη δόξα, τις τιμές, τον πλούτο και όλα τα εγκόσμια. Ταυτόχρονα γνώριζε πολύ καλά τον πόνο και την πίκρα των γονέων του, αλλά έπρεπε να πειθαρχήση περισσότερο στο Θεό, παρά στους ανθρώπους "πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις". Κι ο δικός του πόνος, άλλωστε, δεν ήταν λιγότερος, γιατί κι αυτός τους αγαπούσε υπερβολικά, αλλά, όπως γράφεται στην Αγία Γραφή, "ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έσται μου άξιος", γιαυτό προτίμησε, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, να λυπήση τους γονείς του παρά τον Κύριο.

Εκτός από τη φυσική αγάπη προς τους γονείς και ο διάβολος πολλές φορές του ενέβαλλε λογισμούς ή όνειρα σχετικά με τους δικούς του και του άναβε περισσότερο τον πόνο. Ο Αλέξιος τότε επιδιδόταν ακόμα περισσότερο στην προσευχή γι’ αυτούς, να τους παρηγορήση ο Θεός και να τους αμείψη για αυτή τη στέρηση του μονάκριβου γιού τους στην Ουράνια Βασιλεία Του. Είναι πολύ εκφραστική και χαρακτηριστική η προσευχή του αγίου Συμεών του δια Χριστόν σαλού, που έκανε για τη μητέρα του, όταν οραματίστηκε την έξοδο της ψυχής της.

Μεταξύ των άλλων γράφεται: "...Θυμήσου, Θεέ μου, τους κόπους και τους μόχθους της, που έκανε για μένα. Θυμήσου, Κύριε, τους στεναγμούς και τα δάκρυα που έχυσε, όταν για χάρη Σου έφυγα μακριά της. Θυμήσου, Κύριε, τα στήθη με τα οποία θήλασε εμένα τον ταπεινό, για να χαρεί τη νεότητά μου, που όμως δεν χάρηκε. Μη ξεχνάς, Κύριε, ότι δεν μπορούσε να κάνει μακριά μου ούτε ώρα, κι όμως χωρίστηκε από μένα τόσα χρόνια. Θυμήσου, Κύριε που γνωρίζεις τα πάντα, ότι όταν ήθελε να χαρεί για μένα, τότε για το δικό Σου όνομα με στερήθηκε. Μη ξεχνάς, δίκαιε, τον σπαραγμό που ένιωσε τη μέρα που ήρθα κοντά Σου. Γνωρίζεις, Κύριε, πόσο αγρύπνησε κάθε νύχτα για να θυμάται τη νεότητά μου, από τότε που την εγκατέλειψα. Εσύ γνωρίζεις, Κύριε, πόσες νύχτες έχασε τον ύπνο της ζητώντας το πρόβατο που κοιμόταν μαζί της. Μη ξεχνάς, φιλάνθρωπε, πόσος πόνος γέμιζε την καρδιά της, όταν βλέποντας τα ρούχα μου, έλιωνε για το μαργαριτάρι της που τα φορούσε. Θυμήσου, ακόμη, Κύριε, ότι της στέρησα την παρηγοριά και τη χαρά και την αγαλλίαση για να υπηρετήσω Εσένα το δικό μου και δικό της Θεό και Κύριο των όλων. Δώσε της για συνοδεία αγγέλους, που θα προστατεύουν την ψυχή της από τα πονηρά και άσπλαχνα πνεύματα και θηρία του αέρα που προσπαθούν να αποσπάσουν και να καταπιούν αυτούς που περνούν ανάμεσα από αυτά. Κύριε, Κύριε, στείλε της δυνατούς φύλακες για να επιτιμούν κάθε ακάθαρτη δύναμη που θα συναντάει. Πρόσταξε, ακόμη, Θεέ μου, να χωριστεί η ψυχή από το σώμα της χωρίς λύπη και βάσανα. Και αν σαν γυναίκα σ’ αυτή τη ζωή αμάρτησε είτε με λόγια είτε με έργα συγχώρεσε την ψυχή της, χάρη της θυσίας που γέννησε και σού πρόσφερε, δηλαδή, εμένα τον ανάξιό Σου δούλο. Ναί, Κύριε, Κύριε, Θεέ μου, Εσύ που είσαι δίκαιος κριτής και φιλάνθρωπος, μη την οδηγήσης από θλίψη σε θλίψη, από οδύνη σε οδύνη, από στεναγμό σε στεναγμό, αλλά για τη λύπη που ένιωσε για το μονάκριβό της παιδί, οδήγησέ την στη χαρά, αντί για δάκρυα δώσ’ της αγαλλίαση, αυτή την αγαλλίαση που έχεις προετοιμάσει για τους αγίους Σου, Θεέ μου, Θεέ μου, στους αιώνες. Αμήν".

Κάποια παρόμοια προσευχή θα έκανε σίγουρα και ο άγιος Αλέξιος για τους γονείς και τη σύζυγό του να τους παρηγορήση ο Θεός, ενώ αυτοί δεν έπαψαν ποτέ να τον αναζητούν. Οι δούλοι εστάλησαν και στο εξωτερικό, πέρασαν κι απ’ αυτήν την Έδεσσα, από το Ναό της Παναγίας, είδαν τον Αλέξιο, μάλιστα του έδωσαν και ελεημοσύνη που τους ζήτησε για μεγαλύτερη ταπείνωση και εξευτελισμό του, αλλά εξ αιτίας της ασκήσεως η μορφή του προσώπου του είχε τόσο αλλοιωθή που δεν τον αναγνώρισαν, οπότε επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη και έρριξαν σε βαθύτερο πόνο τους γονείς και τη σύζυγό του.

Σ’ αυτά τα 17 χρόνια της ξενιτείας ο Αλέξιος έφθασε σε ύψη αρετής και άρχισε να τιμάται και να δοξάζεται από τους εγχωρίους ως άγιος. Για να αποφύγη την ανθρώπινη δόξα και την κενοδοξία αναχώρησε για την Ταρσό της Κιλικίας. Αντίθετος, όμως, άνεμος οδήγησε το πλοίο στη Ρώμη.

Μετά από ένθερμη προσευχή ο άγιος αρχίζει το δυσκολώτερο μαρτύριο, την "κατ’ οίκον ξενιτεία". Μετά, δηλαδή, από μερικές επαναληπτικές επισκέψεις σαν ζητιάνος, προσκαλείται από τους γονείς να κατοικήση σ’ ένα διπλανό οικίσκο τους. Ο Αλέξιος αποδέχεται την πρόσκληση και ζη από κοντά τους θρήνους και τους στεναγμούς τους, βλέπει τα πικραμένα τους πρόσωπα και αγωνίζεται να μην αποκαλυφθή. Οι δούλοι, από την άλλη μεριά, επειδή ο Αλέξιος ήταν ασκητικότατος και έτρωγε μόνο μια φορά την εβδομάδα και τούτο λίγο ψωμί, τον ενέπαιζαν, του πετούσαν πάνω του το φαγητό, τον ύβριζαν και τον προκαλούσαν γενικά να οργισθή, αλλά ο Αλέξιος είχε φθάσει σε μέτρα απαθείας. Είχε γίνει νεκρός για τον κόσμο. Ούτε οι τιμές και οι έπαινοι τον συγκινούσαν ούτε οι ύβρεις και οι ονειδισμοί τον στενοχωρούσαν. Ζούσε στην πράξη αυτό που είχε πη κάποιος Γέροντας σε νεαρό μοναχό, αφού προηγουμένως τον είχε στείλει στο κοιμητήρι να εξυμνήση και ύστερα να υβρίση τους νεκρούς, που δεν του έδωσαν καμιά απάντηση: "γίνου νεκρός αν θέλης να σωθής". Έτσι και ο Αλέξιος δε διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά των δούλων του, αλλά αντιθέτως μάλλον χαιρόταν και ευχαριστούσε το Θεό που αξιώθηκε να υβρίζεται και να περιφρονήται για χάρη του ονόματός Του.

Έζησε ο Αλέξιος σαν ξένος και πάροικος ανάμεσα στους συγγενείς, φίλους, δούλους, πατρίδα,... Χωρίστηκε από όλους και όλα για να ενώση το νού του μόνο με το Θεό, γιατί, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, "διά του πάντων χωρισμού τα ένοικά τις διώκει πάθη και τηνικαύτα γίνεται Θεού αχώριστος, των δε παθών συμπαρόντων, ου πολλή η της ξενιτείας ωφέλεια". Άλλωστε, κατά τον ίδιο άγιο: "ξενιτεία εστίν απαρρησίαστον ήθος, απόκρυφος βίος, ευτελείας όρεξις, στενοχωρίας επιθυμία, πόθου θείου υπόθεσις, κενοδοξίας άρνησις, σιωπής βυθός". Ο άγιος Αλέξιος έζησε αυτήν την ξενιτεία στο έπακρο.

Πολλές φορές, επειδή ο άγιος μιλούσε πολύ για το Θεό, τον πλησίαζαν πολλοί, ακόμα και οι γονείς του, κυρίως ο πατέρας του, επειδή η φωνή του ζητιάνου του θύμιζε τη φωνή του Αλεξίου και μ’ αυτά που έλεγε, του μείωνε τον πόνο του!!!

Ο άγιος Αλέξιος, όπως συμβαίνει σ’ όλους τους αγίους, προγνώρισε το θάνατό του και ζήτησε χαρτί και μολύβι από τους δούλους, κατέγραψε τα στοιχεία του και κρατώντας το χαρτί έγειρε και κοιμήθηκε.

Εν τω μεταξύ ο Πατριάρχης Ιννοκέντιος άκουσε φωνή από τον ουρανό που παρότρυνε να τρέξουν να πάρουν την ευλογία "τού ανθρώπου του Θεού" για να διαφυλαχθή η πόλη άβλαβής. Δεύτερη φωνή εδήλωσε τον τόπο, δηλαδή το σπίτι του Ευφημιανού. Όλοι μαζί με τον Ευφημιανό έτρεξαν στον οικίσκο και βρήκαν τον άγιο νεκρό με καλυμμένο το πρόσωπο και μ’ ένα χαρτί στο χέρι. Απεκάλυψαν το πρόσωπο που έλαμπε σαν τον ήλιο και προσπάθησαν να πάρουν το χαρτί, που εδιάβασε ο Πατριάρχης "εις επήκοον πάντων".

Όλοι ξέσπασαν σε κλάμματα χαράς και λύπης. Χαράς, γιατί ευρέθηκε ο αναζητούμενος επί τόσα χρόνια, λύπης, γιατί δεν τον είχαν αναγνωρίσει και τώρα πάλι τον χάνουν οριστικά.

Ο Θεός, όμως, που ξέρει να αντιδοξάζη αυτούς που Τον δοξάζουν με το να διαπορθμεύη τη Χάρη Του και στα σώματα των αγίων και να τα καθιστά άγια λείψανα, ώστε αυτοί που τα προσκυνούν και τα τιμούν να λαμβάνουν τη χάρη και την ευλογία τους, ακόμα και την ίασή τους, όπως συνέβαινε και στο Χριστό που άγγιζαν το κράσπεδο του ιματίου Του και θεραπεύοντας, ενήργησε και στον άγιο Αλέξιο, ώστε αμέσως ακολούθησε πλήθος θαυμάτων.

Επί μία εβδομάδα ήταν αδύνατη η εκφορά και χρειάστηκε ο αυτοκράτορας να παρασύρη το πλήθοςμέ το να πετάξη χρήματα στους δρόμους.

Μοιμήθηκε, λοιπόν, ο όσιος Αλέξιος, ο από τον Ίδιο τον Θεό αποκληθείς "άνθρωπος του Θεού" στις 17 Μαρτίου του 410 μ.Χ. και τάφηκε στο ναό του αγίου Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη.

Από το 1216 και εντεύθεν οι τίμιες κάρες των αγίων Αλεξίου και Βονιφατίου ευρίσκονταν στο μεγαλοπρεπή ναό του αγίου Αλεξίου στη Ρώμη.

Αργότερα, η κάρα του αγίου Αλεξίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1398 δωρήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο στη Μονή της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα.

Κατά το 1773, όμως, όταν λεηλατήθηκε η Μονή από τους Αλβανούς, η κάρα πωλήθηκε στη Λάρισσα. Μετά από λίγα χρόνια ο Ηγούμενος Άνθιμος την ανακόμισε στη Μονή της Λαύρας. Ίσως τότε τεμαχίστηκε και έτσι παράλληλα με τη Μονή της Αγίας Λαύρας και η Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου έχει την ευλογία να έχη τμήμα της αγίας Κάρας του οσίου Αλεξίου.*

*Δεν είναι καθόλου απίθανό να αγοράστηκε από τον τότε ηγούμενο της Μονής μας Άνθιμο, γιατί κάτω από τη θήκη γράφεται: ΔΗΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΤΑΤΟΥ

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΝΘΙΜΟΥ ΗΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ 1815 έγινε, ήτοι λίγα χρόνια μετά την πώλησή της στη Λάρισσα.

Η Ιερά μας, λοιπόν, Μονή έχουσα ως εορταστικό κέντρο την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και τους αυτής Γεννήτορες τους δικαίους Ιωακείμ και Άννα, τιμά και πανηγυρίζει την Αγία Μάρτυρα Πελαγία όπως και τον Όσιο Αλέξιο στους οποίους έχουν αφιερωθή τα παρεκκλήσια. Η επίγεια δηλαδή στρατευομένη Ορθόδοξη Εκκλησία συγκαλείται να πανηγυρίση τη Γενέθλιο ημέρα, την ημέρα δηλ. της Κοιμήσεως των Αγίων της Θριαμβευούσης Εκκλησίας. Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε έχουμε την Αειπάρθενο Θεοτόκο στο κέντρο, η οποία προήλθε από το σωφρονέστατο ζεύγος τον Ιωακείμ και την Άννα σαν εκπροσώπους της σώφρονος συζυγικής βιωτής, την Αγία Πελαγία εκπρόσωπο των Αγίων Μαρτύρων και τον Όσιο Αλέξιο εκπρόσωπο των Οσίων και Ασκητών.

Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δηλαδή δεν υπάρχει προνομιούχα τάξη των σωζομένων. Όλοι οι άνθρωποι έγγαμοι και άγαμοι εντέλλονται να τηρήσουν τις εντολές του Ευαγγελίου με πρώτη εντολή την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον και να κάνουν το θέλημα του Θεού στην καθημερινή τους προσωπική ζωή.

Σκοπός του ανθρώπου δεν είναι να υπανδρεύεται ή να μην υπανδρεύεται, να γίνεται μοναχός ή όχι αλλά σκοπός του Χριστιανού είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, όπως λέγει ο Άγ. Σεραφείμ του Σαρώφ. Διότι, όπως κατ’ επανάληψη τονίζει ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. π. Ιερόθεος Βλάχος, ούτε η παρθενία μόνη ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό ούτε πάλι ο γάμος τον δεσμεύει με τον κόσμο και τον χωρίζει από το Θεό, αλλά ο νούς είναι εκείνος που επιστατεί καλώς στο γάμο και στην παρθενία κι αυτός είναι που ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό ή τον χωρίζει. Ο νούς χρειάζεται, με την θεραπευτική αγωγή που διαθέτει η Εκκλησία μας, να ρυθμισθή κατάλληλα ώστε να έχη άμεση και πλήρη αναφορά και κοινωνία με το Θεό, να ευχαριστή και να δοξολογή το Θεό για τις φανερές και αφανείς ευεργεσίες που του γίνονται, να ικετεύη και να παρακαλή για την άρση ή έκβαση των πειρασμών και θλίψεων που επέρχονται στη ζωή του, να υπάρχη, δηλαδή, γενικά, ευχετική διάθεση.

Γράφει ο Γέροντας Σιλουανός: "Όταν οι άνθρωποι φυλάττουν τον φόβο του Θεού, τότε ιλαρά και γλυκεία είναι η ζωή επί της γής. Τώρα όμως οι άνθρωποι ήρχισαν να ζουν κατά το θέλημα και τον νουν αυτών και εγκαταλείπουν τας αγίας εντολάς και ελπίζουν χωρίς του Κυρίου να εύρουν χαράν μη γνωρίζοντες ότι μόνος ο Κύριος είναι η αληθινή ημών χαρά και μόνον εν τω Κυρίω ευφραίνεται η ψυχή του ανθρώπου.

Ο Κύριος έδωκεν εις ημάς το πάν δια να δοξάζωμεν Αυτόν. Ο κόσμος όμως δεν καταλαβαίνει αυτό. Και πώς δύναταί τις να καταλάβη εκείνο, το οποίον ούτε είδεν, ούτε εδοκίμασεν;,Εγώ επίσης όταν ήμην εις τον κόσμον, εσκεπτόμην ότι ιδού η ευτυχία επί της γής: είμαι υγιής, κομψός, πλούσιος, ο κόσμος με αγαπά και εις τούτο εκενοδόξουν. Όταν όμως δια Πνεύματος Αγίου εγνώρισα τον Κύριον, τότε ήρχισα να λογίζωμαι όλην την δόξαν του κόσμου ως τον καπνόν, τον οποίον διασκορπίζει ο άνεμος. Η δε Χάρις του Αγίου Πνεύματος χαροποιεί και ευφραίνει την ψυχήν κι αυτή εν ειρήνη βαθεία θεωρεί τον Κύριον και λησμονεί την γήν".

Μέσα στην Πατερική Παράδοση φαίνεται καθαρά ότι το να μετανοή κανείς και να κλαίη για τις αμαρτίες του και να προσπαθή να φυλάσση το νόμο του Θεού δεν είναι μόνο έργο των Μοναχών, αλλά όλων των ανθρώπων. Ο Άγ. Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει ότι είναι δυνατόν κανείς να έχη γυναίκα και παιδιά, πλήθος δούλων, πολλή περιουσία και πολλές βιωτικές μέριμνες και όχι μόνο να κλαίη καθημερινά και να προσεύχεται, αλλά και να φθάση και στο τέλειο της αρετής. Στο Συναξάριο της Εκκλησίας μας βρίσκονται και τιμώνται πολλά ανδρόγυνα Αγίων, όπως οι γονείς του Προδρόμου, Ελισάβετ και Ζαχαρίας, οι άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα, οι νέοι Αβραάμ και Σάρρα όπως αποκαλεί τους γονείς του Άγ. Γρηγόριο και Αγ. Νόννα ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι άγιοι Ανδρόνικος και Ιουνία και τόσοι άλλοι. Είναι δυνατόν, δηλαδή, να ζη κανείς μέσα στο κόσμο με τις ποικίλες ενοχλήσεις και όμως να έχη αδιάλειπτη μνήμη Θεού, διότι έχει κατορθώσει να χωρίση το νού του από τη λογική και έχει στρέψει το νού του προς τον ουρανό "τόν νουν εις ούρανόν μεταθέντες". Γράφεται στο Γεροντικό ότι αποκαλύφθηκε στον Αββά Αντώνιο ότι υπήρχε κάποιος όμοιός του στην πόλη, γιατρός στο επάγγελμα που ό,τι του περίσσευε έδινε σ’ όσους δεν είχαν κι όλη την ημέρα έψαλλε τον τρισάγιο ύμνο μαζί με τους Αγγέλους. Επίσης τονίζεται πολλές φορές στο Γεροντικό ότι, όταν κανείς ασθενή, του προστίθενται πειρασμοί και με ευχαριστία τα δέχεται, όταν άλλος κάνη όλα τα έργα του καθαρά ενώπιον του Θεού με καθαρό λογισμό ή κάποιος τρίτος υποτάσσεται σε πνευματικό πατέρα απαρνούμενος κάθε δικό του θέλημα και οι τρεις αυτοί το ίδιο έργο κάνουν. Όπου ευρίσκεται καθένας, στο Μοναστήρι ή στην οικογένεια -διότι μόνο ο τόπος, ο τρόπος και η αναλογία διαφέρουν στον αγώνα, αφού κοινή είναι η σωτηρία και οι εντολές για όλους τους ανθρώπους- οφείλει να προσπαθή και να αγωνίζεται να τηρήση τις εντολές του Θεού. Όταν ο άνθρωπος αισθανθή στην καρδιά του την απομάκρυνσή του από το Θεό, το σκοτασμό του νοός του, την νέκρωσή του την πνευματική, τότε στρέφεται στον Δημιουργό του και ζητά το έλεός του. Και όπως γράφει πάλι ο Γέροντας Σιλουανός: "Η ουσία του έργου τούτου είναι να αισθανθής εν τη καρδία σου ότι είσαι υπό το κράτος της αμαρτίας, επομένως ανάξιος της Βασιλείας του Θεού. Όθεν καταδίκασον σεαυτόν εις την κόλασιν του άδου, αλλά μη απελπίζου τελείως, ενθυμούμενος την ευσπλαχνίαν και αγάπην του Θεού". Ο Κύριος "ο θέλων πάντας ανθρώπους σωθήναι" ψάχνει να βρη τρόπους να μας σώση. Αυτός δηλ. ενεργεί και ο άνθρωπος με την ελευθέρα του βούληση και προαίρεση συνεργεί στην σωτηρία του.

Είθε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δια πρεσβειών της Παναχράντου Αυτού Μητρός, των Αγίων και δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, τους οποίους τόσο πολύ τιμά η Εκκλησία, ώστε σε κάθε απόλυση πάντοτε τους μνημονεύει ο ιερέας, του Οσίου Αλεξίου του ανθρώπου του Θεού και της Αγίας Μάρτυρος Πελαγίας να ελεήση και σώση πάντας ημάς. Αμήν.

 

[ ΠΑΝΩ ]

VI. Θαύματα

Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που αναφέρονται ότι έγιναν μετά από επίσκεψη πονεμένων ανθρώπων και κυρίως άτεκνων γονέων. Παντρεμένα ζευγάρια μετά από γάμο πολλών ετών απέκτησαν τέκνα που αποδίδουν σε θαύματα μετά από θερμή προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο και τους Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα.

Υπάρχουν όμως και θαύματα που δεν έχουν σχέση με την τεκνογονία. Θα αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά και επώνυμα.

1. Ο Γεώργιος Τσόκος, ηλικίας τότε (πότε;) 18 ετών, από το Μαρτίνο, ξαφνικά πιάστηκε το πόδι του. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου αποφασίσθηκε να ακρωτηριασθή. Ο ίδιος όμως δεν δέχτηκε την επέμβαση και επέστρεψε στο σπίτι του. Στις 8 Σεπτεμβρίου, στην γιορτή της Μονής, ζήτησε να τον φέρουν να προσκυνήση την Παναγία. Στην Μεγάλη Είσοδο, στα Άγια, έπεσε κάτω να περάσουν από πάνω του οι Ιερείς. Το θαύμα έγινε! Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας πήγε περπατώντας να πάρη αντίδωρο, μετά περπάτησε μέχρι την πηγή της Μονής και επέστρεψε πεζοπορώντας στο Μαρτίνο.

2. Ο κ. Γεώργιος Χαμπηλομάτης από τον Ορχομενό μας διηγήθηκε ότι, όταν ήταν μικρό παιδί, σεληνιαζόταν. Μια φορά στη γιορτή της Μονής 8 Σεπτεμβρίου ο πατέρας του τον έφερε να διανυκτερεύση στη Μονή. Του πρόσφεραν κατσικίσιο κρέας για βραδινό και ο πατέρας του το επέστρεψε λέγοντας ότι όταν τρώη κρέας και ιδιαίτερα κατσικίσιο, σεληνιάζεται. Ο μοναχός ανέφερε το περιστατικό στον Ηγούμενο, ο οποίος του μήνυσε να φάη κάτι νηστήσιμο και την άλλη μέρα στη Θ. Λειτουργία να πάη μπροστά να του διαβάση κάποια ευχή. Μετά το διάβασμα της ευχής ο Ηγούμενος είπε στον πατέρα του να τον πάρη και στο εξής δεν θα ξαναέχη πρόβλημα ακόμα και αν τρώη και κατσικίσιο κρέας. Όπως και έγινε. Στον Αλβανικό πόλεμο ο κ. Γεώργιος τραυματίσθηκε και του αφαιρέθηκε το ένα του πόδι. Πριν από 20 περίπου χρόνια έπασχε από καρκίνο στο πάγκρεας. Τον μετέφεραν στην Αθήνα και ετοιμάζονταν για επέμβαση όταν ο γιατρός πρότεινε να αποφύγουν να εγχειρήσουν έναν ανάπηρο άνθρωπο. Έτσι επέστρεψαν στον Ορχομενό. Η σύζυγός του ονειρεύθηκε τότε τον πεθερό της να την προτρέπη να τον φέρουν πάλι στη Μονή Πελαγίας, όπου τον επήγε αυτός πριν από πολλά χρόνια και θα γίνη καλά. Πράγματι τον έβαλαν πάλι επάνω στο ζώο και τον έφεραν στην Παναγία. Έκτοτε δεν έχει κανένα πρόβλημα.

3. Ο κ. Ευάγγελος Θεοδώρου από Ελαιώνα Θηβών διηγήθηκε για την μητέρα του Αναστασία Θεοδώρου ότι, όταν ήταν περίπου 25-30 χρόνων, ξαφνικά άρχισε να παραμορφώνεται το πρόσωπό της και να κάνη τρέλλες. Παρουσιάσθηκε η αγία Πελαγία στον ύπνο της με μορφή μιας μαυροφόρας και της υποσχέθηκε να την κάνη καλά, εάν θα της κάνη ένα εικονοστάσι σε γειτονικό κτήμα. Επί τρεις βραδυές έβλεπε το ίδιο όνειρο, οπότε άρχισε την προετοιμασία για το εικονοστάσι. Εν τω μεταξύ η αγία Πελαγία υπέδειξε στην κ. Αναστασία να πίνη γάλα από μια συγκεκριμένη κατσίκα που ενώ ήταν στείρα, την επομένη έφερε πολύ γάλα. Σιγά-σιγά η κ. Αναστασία έγινε τελείως καλά.

4. Μια εβδομάδα πριν τη γιορτή ένα ζεύγος (όνομα;) ηλικιωμένων από Μαρτίνο ήρθαν και προσκύνησαν με δάκρυα. Είχαν βαθύ πόνο για το εγγονάκι τους, 4 χρονών κοριτσάκι, που ξαφνικά σταμάτησε να περπατάη και να μιλάη. Τί είχε συμβή; Ενώ βρίσκονταν στην παραλία, βρήκαν μια ολοκαίνουργη φορεσιά και την φόρεσαν στη μικρή. Αυτομάτως το παιδί αρρώστησε. Οι παππούδες έτρεξαν στην Παναγία με κλάματα. Έδωσαν το όνομα στη Γερόντισσα Μακρίνα και παρεκάλεσαν να εύχεται γι’ αυτήν. Σε μια εβδομάδα, ανήμερα στη γιορτή, ήρθαν όλοι μαζί να ευχαριστήσουν την Παναγία για το θαύμα. Το παιδί ξαναπερπάτησε και ξαναμίλησε. Το κοριτσάκι είναι τώρα 13-14 ετών.

Η ίδια η Γερόντισσα Μακρίνα αφηγείται σχετικά με την παραμονή της στη Μονή:

"Όλοι με ρωτούν πώς κάθησα μόνη 19 χρόνια. Η δύναμις αυτή δεν ήτο δική μου. Με την πρώτη ημέρα που ήρθα με κυρίες και δεπσοινίδες του χωριού Ακραιφνίου, που με βοήθησαν να μπορέσω να κατοικήσω, το απόγευμα όταν τις ξεικινούσα και απομακρυνόντουσαν, γυρίζω και βλέπω την Παρασκευή Κιούση, η οποία ήτο ηλικιωμένη, έκανα σκέψεις αν μου πάθη κάτι σοβαρό τον χειμώνα. Τηλέφωνο έκανα ένα χρόνο να το βάλω, ο δρόμος ήταν χαλασμένος, πώς θα το αντιμετωπίσω; Αμέσως άκουσα βουή, αισθάνθηκα να σβήνη μέσα μου, κατάλαβα δύναμη στις πλάτες μου και ξέχασα τις σκέψεις μου. Είπα: ανόητη τί επεμβαίνεις αφού είναι έργο Θεού;" Έκτοτε τί θα πη φόβος, δειλία, δεν υπάρχει. Κυκλοφορούσα και μέσα στον περίβολο της Μονής και εξωτερικά, δεν μου συνέβηκε ποτέ τίποτε, απεναντίας κάθε φορά που γύριζα να μπώ μέσα στο Μοναστήρι αισθανόμουνα στο θώρακα μια σιγουριά, μια ηρεμία που διερωτόμουν μόνη μου τί είναι αυτό.

Το μήνα Δεκέμβριο είχα τη Μοναχή Άννα στο Κρατικό Νοσοκομείο Λεβαδειάς και ήμουν μόνη στο Μοναστήρι με χιόνι πολύ, αποκλεισμένη χωρίς συγκοινωνία, χωρίς τηλέφωνο. Άρχισα να ακούω φωνούλες όπως βγαίνουν τα πολλά πουλιά το πρωί από τις φωλιές τους. Και εγώ έλεγα μόνη: είναι ήρεμη η φύση ήρεμη είμαι και εγώ και συλλαμβάνω τα κύματα του αέρος. Μετά από σχετική έρευνα, γιατί μου έκανε εντύπωση, η χαρά που αισθανόμουν ήτο το Άγιο Πνεύμα, οι φωνούλες ουράνιες. Με όλα αυτά που σάς γράφω θέλω να σάς διαπιστώσω ότι ό,τι έγινε δεν ήτο δικό μου, ήτο καθαρά έργο του Θεού. Και το αποκορύφωμα είναι των σκληρών δοκιμασιών που πέρασα των 19 χρόνων σχεδόν μόνη. Ο Θεός άκουσε την προσευχή μου. Γιατί τώρα πια βαδίζω στα 76 χρόνια και ήθελα αδελφότητα να αφήσω το Μοναστήρι, να μη φύγω πονεμένη, αφήνοντάς το πίσω μου έρημο όπως το βρήκα...

Με την ευχή μου να γίνη φάρος το Μοναστήρι σε όλο τον κόσμο".

Η Γερόντισσα Μακρίνα μας λέγει ότι πολλές φορές ακούσθηκε ψαλμωδία από το εκκλησάκι της Αγ. Πελαγίας. Τούτο το άκουσε ο αγιογράφος των τοιχογραφιών του παρεκκλησίου καθώς και γυναίκες από το Κόκκινο.

 

[ ΠΑΝΩ ]

VII. Σύγχρονη ζωή

Όπως έχει ήδη λεχθή, από το 1987 και εντεύθεν εγκαταβιώνουν στην Μονή δέκα μοναχές με Ηγουμένη την Φωτεινή Μοναχή οι οποίες προσπαθούν να συνεχίσουν την Ορθόδοξη Παράδοση σ’ όλους τους τομείς. Παράλληλα, δηλαδή, με τη λατρευτική ζωή και την εξάσκηση στην προσευχή οι μοναχοί κοπιάζουν καθημερινά στα διάφορα διακονήματα προκειμένου να συνηθίσουν στην εκκοπή του ιδίου θελήματος και στο να εξοικονομούν "ιδίαις χερσίν" τα προς το ζήν. Άλλωστε, όπως λέγει ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, "μοναχός θα πη κόπος" και η χειρονακτική εργασία βοηθά τους αρχαρίους μοναχούς να μην έχουν λογισμούς.

Έτσι, σ’ όλα τα Ορθόδοξα Μοναστήρια καλλιεργούνται οι Βυζαντινές τέχνες όπως η Βυζαντινή Μουσική που είναι απαραίτητη για τη Λατρεία, η Βυζαντινή Αγιογραφία, το χρυσοκέντημα, το θυμίαμα, καθαρά εκκλησιαστικά διακονήματα. Εδώ στο Γενέθλιο της Θεοτόκου ιδιαίτερα καλλιεργείται το χρυσοκέντημα είτε σε βελούδο είτε σε σατέν. Γίνονται ωραιότατα καλύμματα Αγίας Τραπέζης, Αγίας Προθέσεως, Αέρας και οι σταυροί του, πετραχήλια, κεντήματα σε στολές Ιερέων.......

Παράλληλα με το χρυσοκέντημα γίνονται και τα ασπροκεντήματα, πετσέτες για πρόσφορα ή ό,τι άλλο ζητηθή.

Εκτός από το κέντημα αδελφές επιμελούνται τις εκδόσεις και διακινούν τα βιβλία του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμ. π. Ιεροθέου Βλάχου, πνευματικού της Μονής. Απαραίτητα, λοιπόν, είναι τα computers, το φωτοτυπικό μηχάνημα, το Fax. Είναι θα λέγαμε εξέλιξη των scriptorum ή των αντιγραφέων της παλαιότερης εποχής. Άλλωστε κατά τη βυζαντινή περίοδο και τους μεταγενέστερους χρόνους, πριν την εύρεση της τυπογραφίας οι μοναχοί κατ’ εξοχήν ασχολούντο με την βιβλιογραφία, δηλαδή την τυπογραφία. Το Άγ. Όρος είχε πάντοτε να επιδείξη καλά βιβλιογραφικά εργαστήρια. Το πρώτο τυπογραφείο που λειτούργησε στο Άγ. Όρος είναι στη Μονή της Λαύρας με το μοναχό Κοσμά Επιδαύριο (1759).

Μερικά από τα βιβλία αυτά έχουν μεταφρασθή σε ξένες γλώσσες, όπως Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική, Αραβική, Ρωσική. Η διακίνηση των βιβλίων γίνεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Μιά-δυό φορές τον χρόνο γίνεται "παγκοινιά" για το φτιάσιμο (παρασκευή;) θυμιάματος. Όλες οι αδελφές χρειάζονται για το ζύμωμα, πλάσιμο και κόψιμο του θυμιάματος. Μεγάλη ποικιλία αρωμάτων ζυμώνεται με το λιβάνι και έτσι ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να επιλέξη τριαντάφυλλο, ακακία, γαρδένια, φούλι, άνκολι, φουζέρ, αγριολούλουδο, γιασεμί, αγιόκλημα, λεμονανθό, γαρύφαλλο, βιολέττα,...

Άλλες αδελφές ασχολούνται με τη ζωγραφική σε πήλινα και πορσελάνες (φωτογραφία), με τον κήπο, την ξυλουργική, την τυροκομία και ανάλογα κάθε φορά τις ανάγκες της Μονής.

Ιδιαίτερα στα Ορθόδοξα Μοναστήρια καλλιεργείται η φιλοξενία με το αγιορείτικο παραδοσιακό "τρατάρισμα", το λουκούμι και τον καφφέ. Άλλωστε η φιλοξενία είναι ευαγγελική εντολή. "φιλόξενοι εις αλλήλους άνευ γογγυσμών"(Α’ Πέτρ. δ’, 9) και πρέπει και αυτή να τηρήται. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα από την πατερική παράδοση σχετικά με την φιλοξενία και όπως λέγουν οι αγιορείτες "είδες τον αδελφόν σου; είδες τον Θεόν σου".

Θα αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα από το βιβλίο του π. Παϊσίου "Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα", που επισημαίνουν την αξία και την ευλογία της φιλοξενίας.

"Μου είχε διηγηθή", γράφει ο π. Παΐσιος, "ο Γερο-Σάββας ο Φιλοθεΐτης ότι με την μεγάλη πείνα του 1917 οι Ιβηρίτες, βλέποντας τις αποθήκες της Μονής να αδειάζουν, είχαν ελαττώσει την φιλοξενία. Μάλιστα, ένας Προϊστάμενος τσιγγούνης επέμενε και την έκοψαν τελείως. Επόμενο ήταν και ο Χριστός να σταματήση κάθε ευλογία Του. Τότε άρχισαν να πεινάνε οι Πατέρες και να παραπονιούνται στον Χριστό και στην Παναγία που δεν φρόντιζαν τη Μονή τους. Δυστυχώς δεν είχαν καταλάβει το σφάλμα τους.

Μια μέρα, λοιπόν, παρουσιάστηκε ο Χριστός στον Πορτάρη της Μονής, σαν φτωχός και του ζήτησε λίγο ψωμί. Ο Πορτάρης λυπημένος του λέει: - Δεν έχουμε, αδελφέ μου, γι’ αυτό και κόψαμε τη φιλοξενία. Περίμενε όμως λίγο να σού φέρω αυτό το κομματάκι που έχω στο κελλί μου για τον εαυτό μου.

Έτρεξε, πήγε στο κελλί του και του έφερε το ψωμί που είχε για τον εαυτό του και του το έδωσε. Έβλεπε όμως το πρόσωπο του φτωχού να λάμπη.

Αφού, λοιπόν, πήρε ο φτωχός εκείνος το ψωμί λέει στον πορτάρη:

Ξέρετε γιατί ήρθε αυτή η δυστυχία στη Μονή; Επειδή διώξατε από το Μοναστήρι δύο: τον "δότε" και τον "δοθήσεται". Μετά από αυτά τα λόγια έγινε άφαντος, σκορπίζοντας μια λάμψη που θάμπωσε τον πορτάρη.

Τάχασε τότε ο πορτάρης και φοβισμένος έτρεξε στους Προϊσταμένους της Μονής και διηγήθηκε το γεγονός.

... Οι Πατέρες κατάλαβαν ότι Εκείνος ο φτωχός ήταν ο Χριστός και εννόησαν και τα Ευαγγελικά Του λόγια "δότε και δοθήσεται υμίν". Μετανόησαν αμέσως για το σφάλμα τους και μόλις άρχισαν να δίνουν από το υστέρημά τους στους φτωχούς, κατέφθασαν και οι πλούσιες ευλογίες του Θεού".

Το δεύτερο είναι νεώτερο. Κατά τη Γερμανική Κατοχή είχε τελειώσει σχεδόν η προμήθεια σιταριού της Ι. Μ. Φιλοθέου και οι Πατέρες αποφάσισαν να κόψουν την φιλοξενία. Ένας ευλαβής Γέροντας ο Γερο-Σάββας, όταν τόμαθε λυπήθηκε και παρακαλούσε τη Γεροντία να μην το κάνουν αυτό γιατί θα λυπήσουν τον Χριστό και θα φύγη η ευλογία από τη Μονή. Τελικά τον άκουσαν, αλλά κάθε λίγο και λιγάκι τον ενοχλούσαν λέγοντάς του ότι τελείωσε το αλεύρι και τί θα γίνη. Ο Γέροντας απαντούσε ας τελειώση, ας το φάνε όσο υπάρχει οι Μοναχοί και οι ξένοι και η Γλυκοφιλούσα θα φροντίση αμέσως. Όπως και έγινε. Μόλις τελείωσε όλο το αλεύρι ένα καράβι με σιτάρι προσάραξε να ανταλλάξη σιτάρι με ξυλεία.

Οι Αγιορείτες και γενικά όλοι οι Μοναχοί έχουν πάρα πολλά τέτοια παραδείγματα που φανερώνουν την άμεση πρόνοια και φροντίδα της Παναγίας ακόμα και για τις καθημερινές ανάγκες, και τα πιο ασήμαντα πράγματα.

Οι υποσχέσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι αψευδείς.

"Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι,
Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην Σου".

* Ακραίφιον, Ακραιφίς ή Ακραιφία είναι τα ονόματα που απαντώνται στους αρχαίους συγγραφείς Στράβωνα και Ηρόδοτο για την πόλη του Ακραιφνίου, όπως την αναφέρει ο Παυσανίας και επεκράτησε μέχρι σήμερα. (Κατά τον Στέφανο Βυζάντιο υπήρχε στο Ακραίφνιο ναός και άγαλμα του Διονύσου).

 

Publishing List Homepage
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ( Π Ε Λ Α Γ Ι Α Σ )
[ ΠΑΝΩ ]
© HydroGraphiX. E-mail: "ΠΕΛΑΓΙΑ".