Publishing List Homepage
ΓΕΝΝΗΜΑ ΚΑΙ ΘΡΕΜΜΑ ΡΩΜΗΟΙ
  o  ·   1     2     3  ·   4  ·   5  ·   6  ·   7  ·   8  ·   9  ·   10  ·   11  ·   o  

© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

 

2. ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΗΩΝ
  1. Η ρωμαίϊκη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία
  2. Ιδεαλιστική ή ρεαλιστική θεώρηση;

 

[ ΠΑΝΩ ]

2. ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΗΩΝ

Η επιστήμη της Εθνολογίας μελετά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολιτισμικά γνωρίσματα που παρατηρούνται σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο. Αυτό είναι απαραίτητο, γιατί έχει παρατηρηθή ότι παίζει σπουδαίο ρόλο ακόμη και στην υγεία του λαού. Από έρευνες που έχουν γίνει διαπιστώθηκε ότι λαοί που έχουν έναν ιδιαίτερο πολιτισμό, που κέντρο έχει τον Θεό, διακρίνονται για μικρότερο ποσοστό διαφόρων αγχοτικών ασθενειών, όπως είναι καρδιοπάθειες κλπ. Οπότε είναι ανάγκη να δούμε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της Παραδόσεώς μας.

Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είναι ο ελληνισμός με οικουμενική διάσταση. Γιατί οι Ρωμαίοι πριν ακόμη καταλάβουν την Ελλάδα, το 146 π.Χ., ήδη είχαν εκπολιτισθή από τον ελληνικό πολιτισμό. Πολλοί δε από αυτούς ήταν Έλληνες. Μη ξεχνούμε ότι διάφοροι αρχαίοι φιλόσοφοι, πήγαιναν στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία και παρέδιδαν μαθήματα, ώστε η Κάτω Ιταλία να ονομασθή Μεγάλη Ελλάδα. Είναι ακόμη γνωστό ότι η περίφημη Ελεατική Σχολή, της οποίας σοβαρός ηγέτης ήταν ο Παρμενίδης, πήρε το όνομα από την Ελαία της Κάτω Ιταλίας. Είναι ακόμη γνωστό ότι η νεοπλατωνική Σχολή, κυρίως ο ηγέτης της Πλωτίνος (3ος αιώνας μ.Χ.) έδρασε στην Ρώμη. Όταν δε αργότερα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαποτίσθηκε από τον Χριστιανισμό στην αυθεντική του έκφραση, δηλαδή την Ορθοδοξία, τότε δημιουργήθηκε ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό και πνευματικό μόρφωμα που λέγεται Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρωμηοσύνη). Αυτό ήταν το όνομα της Αυτοκρατορίας αυτής, ενώ ο όρος Βυζαντινή Αυτοκρατορία δόθηκε αργότερα από τους Φράγκους ιστορικούς. Πρώτος δε που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Ιερώνυμος Βόλφ, το 1562 μ.Χ., με σαφώς πολιτικό και αιρετικό χαρακτήρα.

Έτσι, στην Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχαν τρία βασικά γνωρίσματα, ήτοι η ελληνιστική και ελληνική Παράδοση, η ρωμαϊκή νομοθεσία και η ορθόδοξη πίστη. Οι Ρωμηοί είναι Ορθόδοξοι στους οποίους η Ορθοδοξία εκφράζεται μέσα από την αρχαία ελληνική ορολογία. Στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία οι κάτοικοι προέρχονταν από διάφορες εθνότητες και φυλές, αλλά είχαν κοινά γνωρίσματα, όπως την ελληνική ή ελληνιστική παράδοση και την Ορθοδοξία. Οι βασικές γλώσσες ήταν δύο, ήτοι η ελληνική και η λατινική. Οπωσδήποτε υπήρχε και μια πολιτιστική και γλωσσική ώσμωση και διάφορες επιρροές. Αλλά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά γνωρίσματα ήταν οπωσδήποτε κοινά.

Οι κάτοικοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αισθάνονταν περίπου ό,τι αισθάνονται σήμερα οι κάτοικοι της Αμερικής, οι οποίοι ξέρουν πολύ καλά ότι κατάγονται από διαφορετικές εθνότητες, αλλά έχουν την ίδια πολιτιστική και γλωσσική παράδοση, και φυσικά αισθάνονται ότι είναι αμερικάνοι, έτσι δεν υπάρχει εθνοφυλετισμός. Βέβαια, στο λεγόμενο Βυζάντιο τα πράγματα ήταν διαφορετικά, αφού οι άνθρωποι είχαν κοινή θρησκευτική ζωή, όπως διαμορφώθηκε από την ορθόδοξη πίστη και λατρεία.

Εκείνο που παρατηρεί κανείς στους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι οι δύο βασικές αρετές, δηλαδή η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία.

 

[ ΠΑΝΩ ]

1. Η Ρωμαίϊκη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία

Φιλοθεΐα είναι η αγάπη προς τον Θεό. Και αυτός ο Θεός δεν είναι αφηρημένος, δεν είναι αντικείμενο της λογικής και υπόθεση του στοχασμού, αλλά ο Θεός της Αποκαλύψεως, όπως τον παρέδωσε η Εκκλησία δια των αγίων Πατέρων της. Η αγάπη προς τον αποκαλυφθέντα Θεό αποδεικνύεται από την ορθή πίστη και την πραγματική λατρεία του αληθινού Θεού. Μέσα στο κλίμα αυτό πρέπει να δούμε και την προσπάθεια των Βυζαντινών, των Ρωμαίων, να διαφυλάξουν το δόγμα περί του Τριαδικού Θεού και να διατηρήσουν ανόθευτη την λατρεία του Θεού. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, η ανάπτυξη των λειτουργικών τεχνών απέβλεπαν στην διατήρηση της πίστεως ανόθευτης.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όλοι θεολογούσαν, από τον ελάχιστο μοναχό μέχρι τον Αυτοκράτορα. Τα «Εωθινά», που είναι τα δοξαστικά των Κυριακών και αναφέρονται στα Εωθινά Ευαγγέλια, είναι έργο του Λέοντος του Σοφού, και τα «εξαποστειλάρια» της ακολουθίας του όρθρου των Κυριακών είναι του υιού του, Κωνσταντίνου Βασιλέως. Επίσης ο περίφημος ύμνος «Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού...», που ψάλλουμε κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, είναι ποίημα του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Ακόμη η Μεγάλη Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο είναι ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και το ότι οι Αυτοκράτορες στις Οικουμενικές Συνόδους θεολογούσαν και υπερασπίζονταν το ορθόδοξο δόγμα. Αυτό γινόταν γιατί είχαν θέσει ως κέντρο της Αυτοκρατορίας την ορθόδοξη θεολογία και λατρεία. Επίσης οι Αυτοκράτορες αλλά και όλος ο λαός είχαν σαν πρότυπο ζωής τους μοναχούς και σαν πρότυπο διοργανώσεως της κοινωνίας τα Μοναστήρια. Επισκέπτονταν τα Μοναστήρια και γενικά τους χώρους της ασκήσεως και λάμβαναν καθοδήγηση για την ζωή τους και την διακυβέρνηση του Κράτους. Το Παλάτι σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνυόταν ένα Μοναστήρι, αφού οι Αυτοκράτορες και αυλικοί συναγωνίζονταν τους μοναχούς στην άθληση, την άσκηση, την νηστεία και την προσευχή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, βρισκόμενος κατά την νεανική του ηλικία στα ανάκτορα, έκανε τέτοια άσκηση και προσευχή ώστε όλοι τον θεωρούσαν υπεράνθρωπο. Πολλοί Αυτοκράτορες, όταν έφυγαν κατά ποικίλους τρόπους από την εξουσία, ενεδύονταν στο ράσο και απέθνησκαν ως μοναχοί, όπως ο Ιωάννης Καντακουζηνός, που έγινε μοναχός και ονομάστηκε Ιωάσαφ. Έτσι ολόκληρη η Αυτοκρατορία ήταν ένα Μοναστήρι, μία Εκκλησία. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όλη η λατρευτική παράδοση, ακόμη και η θεία Λειτουργία επηρεάσθηκαν από την λατρεία στο Παλάτι και από την συμμετοχή του Αυτοκράτορος.

Μαζί με την φιλοθεΐα ασκούσαν έντονα και την φιλανθρωπία. Και αυτό είναι φυσικό. Γιατί, όταν ο άνθρωπος αγαπά πραγματικά τον Θεό, τότε δεν μπορεί να μην αγαπά και ό,τι αγαπά ο Θεός. Ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν Αυτοκρατορία φιλανθρωπίας. Διασώζονται πληροφορίες που την χαρακτηρίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ένας πρεσβευτής, που πήγε να συζητήση με τους Αβάρους, μεταξύ των άλλων τους είπε και τα εξής: «Οι Βυζαντινοί (Ρωμαίοι) εν ονόματι της ειρήνης ρίχνουν στην λήθη τις προηγούμενες συμφορές και έχουν ήδη ξεχάσει τις αδικίες που τους κάνατε. Και επειδή αυτοί είναι ανώτεροι στην φιλανθρωπία απ’ όλα τα άλλα κράτη, δεν είναι πρόθυμοι να καταφεύγουν στα όπλα». Ο αυτοκράτορας Τιβέριος ο Β’ (578-582) συμβούλευσε τον γαμπρό του αυτοκράτορα Μαυρίκιο: «άς προηγείται η φιλανθρωπία απ’ την οργή».

Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν δοξασμένο Κράτος λόγω της φιλανθρωπίας του. Πρώτη φορά ο κόσμος έβλεπε γηροκομεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία κλπ. τα οποία ήταν άριστα διοργανωμένα. Και τα περισσότερα κτίζονταν γύρω από τα Μοναστήρια.

Ο Μ. Φώτιος, γράφοντας στον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Α’, του λέγει ότι πρέπει να φερθή όπως αρμόζει στον αρχηγό «τού πιο φιλανθρωπικού κράτους των Ρωμαίων». Ο Νικόλαος ο Μυστικός τον δέκατο αιώνα, γράφοντας στον αρχηγό των Αράβων, που ετοίμαζε επίθεση εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, γιατί είχε διαδοθή ότι καταστράφηκε το τζαμί τους στην Κωνσταντινούπολη, του έγραφε ότι δεν πρέπει να πιστεύη σε τέτοιες αβάσιμες πληροφορίες. Μεταξύ των άλλων έγραφε: «Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία το κράτος των Ρωμαίων διακρίνεται. Ωστόσο αυτό που τους ξεχωρίζει πάνω απ’ όλα είναι η φιλανθρωπία και η επιείκειά τους. Δεν είναι γνώμη δική μου αυτή, αλλά παντού οι άνθρωποι και ολόκληρη η ιστορία επιβεβαιώνουν αυτήν την μαρτυρία. Ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός περιγράφει την Αυτοκρατορία ολόκληρη σαν έν κράτος αφοσιωμένο στην φιλανθρωπία» (βλ. Δημητρίου Κωνσταντέλλου, Βυζαντινή φιλανθρωπία, σελ. 9-10).

Αλλά τόσο η φιλοθεΐα όσο και η φιλανθρωπία ήταν συνάρτηση της μεταμορφώσεως της αγάπης από ιδιοτελή σε ανιδιοτελή αγάπη. Οι Ρωμαίοι δεν διακρίνονταν τόσο για την φιλαυτία τους, γι’ αυτό και είχαν φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Σ’ αυτό συνέτεινε η ορθόδοξη θεραπευτική αγωγή, που είναι η καρδιά της παραδόσεώς μας. Άλλωστε, το ότι οι μοναχοί και οι άγιοι ήταν τα πρότυπα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής είναι απόδειξη ότι η άσκηση, η στέρηση, η εγκράτεια, γενικά ο ασκητικός τρόπος ζωής είναι εκείνος που κυριαρχούσε και φυσικά αυτή η μέθοδος θεράπευε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και οι Ρωμαίοι επεδίωκαν την επικράτηση της Ορθοδόξου πίστεως. Άλλωστε, η Ορθοδοξία δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής.

 

[ ΠΑΝΩ ]

2. Ιδεαλιστική ή ρεαλιστική θεώρηση;

Αντιλαμβάνομαι κάποια αντίρρηση που ενδεχομένως θα πλανάται εδώ. Μήπως όλα αυτά που αναπτύσσονται εδώ είναι λίγο μονοφυσιτικά, δηλαδή μήπως βλέπουμε τα πράγματα ιδεαλιστικά και όχι ρεαλιστικά; Μήπως σφάλλουμε όταν παρουσιάζουμε την Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περίπου σαν τέλεια Αυτοκρατορία; Δεν υπήρχαν εκεί προβλήματα, δεν γίνονταν διάφορα λάθη και εγκλήματα ακόμη;

Κάθε πολιτεία είναι μια μεταπτωτική κοινωνία μέσα στην οποία επικρατεί ο άρρωστος άνθρωπος με τα πάθη και τις ιδιοτροπίες του. Και, βέβαια, αυτό μπορούμε να το δούμε και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Προβλήματα μπορούμε να συναντήσουμε μέσα στην Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, και μέσα ακόμη στα Μοναστήρια. Κάθε κοινωνία είναι ένας ζωντανός οργανισμός που συμβαίνει κάποτε να αρρωστήση και μάλιστα να ανεβάση υψηλό πυρετό. Και ξέρουμε καλά ότι πολλές φορές όσο δυνατός είναι ο οργανισμός τόσο υψηλό πυρετό ανεβάζει.

Έτσι, λοιπόν, δεν υπάρχει καμμία κοινωνία τέλεια. Η τελειότητα είναι κατάσταση μελλοντική. Εμείς οι Ορθόδοξοι περιμένουμε την τέλεια κοινωνία στην μέλλουσα ζωή, τότε που θα δούμε καινούς ουρανούς και καινήν γη, τότε που δεν θα υπάρχη ούτε Ναός, γιατί θα είναι παρών ο Ίδιος ο Χριστός, που θα κάνη Ναό Του όλο τον μεταμορφωμένο κόσμο. Γι’ αυτό και δεν αιχμαλωτιζόμαστε από κοινωνιολογικές ιδέες και ανθρωπιστικά συστήματα. Χρησιμοποιούμε διάφορες κοινωνιολογικές θεωρίες για να βελτιώσουμε τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά όμως γνωρίζουμε ότι ποτέ στην ζωή αυτή δεν μπορούμε να βρούμε το τέλειο.

Τα όσα ανέφερα όμως προηγουμένως τα ανέφερα για δύο βασικούς λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των Ρωμαίων εκφραζόταν στην προσευχή: «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και σοι μόνω λατρεύομεν». Υπήρχαν και τότε αμαρτήματα, οι άνθρωποι ζούσαν την προσωπική τους ιστορία και τραγωδία, αλλά είχαν ένα ήθος, που τους είχε διαποτίσει. Αισθάνονταν τι είναι αμαρτία. Ίσως οι σημερινοί άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση της αμαρτίας. Οι Ρωμαίοι, σχεδόν στο σύνολό τους είχαν επίγνωση της αμαρτίας τους που δεν ήταν μια απλή παράβαση μερικών εντολών, αλλά απομάκρυνση από τον ζωντανό Θεό, από πρόσωπο. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν». Στο κέντρο της ζωής τους είχαν τον Θεό της Αποκαλύψεως και καταλάβαιναν ότι αμαρτία είναι η απώλεια της ζωής και κοινωνίας μαζί Του. Η αίσθηση της αμαρτίας συνδεόταν με την λατρεία του Θεού. Αμάρταναν σε προσωπικό Θεό, στον Οποίο, όμως, εξακολουθούσαν να πιστεύουν και να Τον λατρεύουν. Όταν ο Δαυΐδ προσευχόταν στον Θεό «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν Σου εποίησα» έδειχνε ότι γνώριζε τι είναι αυτός ο Θεός. Είχε γνώση του προσωπικού Θεού. Τον γνώριζε, και έκλαιγε και θρηνούσε, γιατί αμάρτησε σ’ έναν τέτοιο Θεό γεμάτο αγάπη και στοργή. Και όταν πάλι ο Δαυΐδ προσεύχεται, «μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού», ζητά να μη τον απορρίψη ο Θεός και να μην πάρη το Πνεύμα το Άγιο από μέσα του. Και με το θάρρος ότι υπάρχει αυτός ο Θεός και είναι γεμάτος αγάπη λέγει: «Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον». Δηλαδή, έχει επίγνωση τι είναι αμαρτία, καί, εμπνεόμενος από την αγάπη και το έλεος του Θεού οδηγείται στην μετάνοια και την επιστροφή.

Αυτό το ήθος εκφράζεται και με τον λόγο του πατρός του δαιμονιζομένου νέου: «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Η αμφιβολία που εκφράζουμε πολλές φορές στην ζωή μας στερεώνεται και καθοδηγείται από την πίστη στον Θεό. Έτσι, λοιπόν, και οι Ρωμαίοι έκαναν λάθη, αλλά ήξεραν τον τρόπο να τα διορθώνουν. Αφού η Εκκλησία μαζί με την θεολογία και την λατρεία ήταν στο κέντρο της ζωής της Αυτοκρατορίας υπήρχε η δυνατότητα της θεραπείας του ανθρώπου. Και, πραγματικά, είναι μεγάλο πράγμα αφ’ ενός μεν να διασώζεται η θεραπευτική μέθοδος, να υπάρχουν τα φάρμακα που θεραπεύουν, γιατροί που θα καθορίζουν την θεραπευτική αγωγή και νοσοκομεία που θα παρακολουθούν τα θεραπευτικά αποτελέσματα, αφ’ ετέρου δε να υπάρχουν άνθρωποι, που θα συνειδητοποιούν ότι είναι άρρωστοι και αναζητούν την θεραπεία.

Στις δυτικές κοινωνίες γίνεται εντελώς το αντίθετο. Ούτε διασώζεται η θεραπευτική αγωγή, αφού η πίστη έγινε πολιτικο-οικονομικό κατεστημένο και ιδεολόγημα, ούτε οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι είναι άρρωστοι, αμαρτωλοί. Στο σημείο αυτό βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ανέφερα τον τρόπο ζωής των Ρωμαίων είναι ότι περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο στο παρόν γινόταν μια παραπληροφόρηση σχετικά με ό,τι είχε σχέση με τους Ρωμαίους– Βυζαντινούς. Σήμερα ακόμη και δυτικοί ιστορικοί, όπως ο Jacques Le Goff, διαπιστώνουν στα έργα τους ότι μετά την μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, που ονομάστηκε Νέα Ρώμη, στο δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας άρχισαν να εισρέουν διάφορα φύλα και βαρβαρικά έθνη και έτσι, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η δύση εκβαρβαρίστηκε. Προσπάθησαν όλα αυτά τα βαρβαρικά φύλα να καθυποτάξουν και να αφανίσουν τους Ρωμαίους. Αυτό άρχισε σιγά–σιγά να επιτυγχάνεται. Τελικά όλα τα φύλα καθώς επίσης και οι γηγενείς κάτοικοι του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπετάγησαν σε έναν βάρβαρο και απολίτιστο λαό, δηλαδή τους Φράγκους. Κυρίως επί της εποχής του Καρλομάγνου η Ευρώπη υποδουλώθηκε στους Φράγκους. Ακριβώς εκείνη την περίοδο προσπάθησαν να συκοφαντήσουν ό,τι είχε σχέση με το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τους λεγομένους Ρωμαίους. Οι Φράγκοι οικειοποιήθηκαν τον όρο Ρωμαίος και Ορθόδοξος–Καθολικός και σε μας απέδωσαν τον όρο Βυζαντινός, Γραικός, που ταυτίστηκε με τους αιρετικούς. Είναι γνωστά τα συγγράμματα «Contra Errores Graecorum», που εγράφησαν εναντίον των πλανών των Γραικών, εναντίον, δηλαδή, των αιρετικών.

Μέσα στα πλαίσια αυτά κατασυκοφάντησαν και διαστρέβλωσαν ό,τι είχε σχέση με το γνήσιο εναπομείναν κομμάτι της παληάς μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι την εποχή που στο λεγόμενο Βυζάντιο γινόταν μεγάλη πολιτιστική και θεολογική παραγωγή, η Ευρώπη είχε βυθισθή στο σκοτάδι, είχε εκβαρβαρισθή. Και όμως οι δυτικοί ιστορικοί προκατειλημμένοι ή τουλάχιστον εντεταγμένοι μέσα σε άλλες προοπτικές έβλεπαν τα ανθρώπινα λάθη των Βυζαντινών και αμνήστευαν τα μεγάλα δικά τους εγκλήματα.

Γι’ αυτούς τους λόγους, λοιπόν, πρέπει να γίνεται αναφορά στον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στον χώρο αυτό, παρά τα λάθη και τις ιδιαιτερότητές του. Το γεγονός είναι ότι καλλιεργήθηκε ένας υψηλός πολιτισμός, που κέντρο είχε την Εκκλησία, την ορθόδοξη θεολογία. Ο άνθρωπος, παρά τα λάθη και τα αμαρτήματά του, ήταν προσανατολισμένος στον Θεό και την Εκκλησία. Μέσα στην Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ζούσαν αρμονικά διάφορες εθνότητες, με την γλώσσα τους και την δική τους παράδοση. Μόνο που επειδή η πολιτιστική παράδοση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πολύ δυνατή, εμβολίαζε κάθε αγριέλαιο και την μετέτρεπε σε καλλιέλαιο. Προσλάμβανε όλα τα στοιχεία και χωρίς να τα καταργή τα μεταμόρφωνε, τα εμπλούτιζε με νέα ανώτερα στοιχεία. Στο σημείο αυτό βλέπω το υψηλό πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού.

Απρίλιος 1994

 

Publishing List Homepage
  o  ·   1     2     3  ·   4  ·   5  ·   6  ·   7  ·   8  ·   9  ·   10  ·   11  ·   o  
ΓΕΝΝΗΜΑ ΚΑΙ ΘΡΕΜΜΑ ΡΩΜΗΟΙ
© HydroGraphiX. E-mail: "PELAGIA".