ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ
ΜΕΡΟΣ Ι.
|
Θα ξεκινήσουμε τη μελέτη μας με μια διευκρίνηση σχετικά με τους όρους "Έλληνας" και "Ρωμηός", κάτω από τους οποίους υπολανθάνει μια τεράστια διαμάχη. Οι Έλληνες του 1994 μένουν ίσως έκπληκτοι όταν ανακαλύπτουν ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας δόθηκε σκληρή ιδεολογική πάλη ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο λέξεις για την εθνική μας ονομασία. Η πάλη αυτή αντανακλούσε τη γενικότερη σύγκρουση δύο κυρίαρχων ιδεολογικών τάσεων στο χώρο μας, που άρχισε από τον 18ο αιώνα (αν και οι ρίζες της μπορούν να αναχθούν αρκετούς αιώνες πριν).
Από την εποχή του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και μετά δημιουργήθηκαν δύο ρεύματα ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους. Το πρώτο προσπάθησε να μεταδώσει τις αξίες του ευρωπαϊκού ουμανισμού στους σκλαβωμένους Έλληνες και να "καθαρίσει" τη γλώσσα και τα έθιμα του λαού από τέσσερις αιώνες σκοταδιού. Για να αντλήσει υποστήριξη από τους ξένους χρησιμοποίησε την αρχαιολατρεία της εποχής του ρομαντισμού και διέδωσε με ενθουσιασμό τη θεωρία της φυλετικής προέλευσης των σημερινών Ελλήνων από τους αρχαίους. Σε μια εποχή που μεγάλα ονόματα της Ευρώπης όπως ο Γκαίτε, ο Μπάυρον, ο Χαίλντερλιν, ο Σέλλεϋ, κλπ. υμνούσαν την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο κλασικό παρελθόν, η ύπαρξη κάποιων καθαρών απογόνων του Περικλή προκαλούσε ρίγη συγκίνησης σε πολλούς πνευματικούς κύκλους της Ευρώπης.
Το ρεύμα αυτό προσπάθησε να επιβάλει μια αττικίζουσα γλώσσα στους Έλληνες, ώστε η ταύτιση με τους αρχαίους να γίνει ακόμη πιο αληθοφανής, και ταυτόχρονα συντάχθηκε απόλυτα με τις απόψεις των δυτικοευρωπαίων για τη μεσαιωνική μας Ιστορία: ο βυζαντινός μεσαίωνας ήταν μια περίοδος σκοταδισμού, "θρησκείας και βαρβαρότητας" όπως έλεγε ο Γίββων, γεμάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες σε σκοτεινά παλάτια και ατέρμονες συζητήσεις πάνω σε άλυτα και ακατανόητα θεολογικά προβλήματα που δεν ενδιέφεραν κανέναν. (Την άποψη αυτή αποδέχεται ακόμη και σήμερα μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού). Κύριος εκπρόσωπος αυτής της τάσης ήταν ο Κοραής και μετά απ’ αυτόν ο Ι. Ρίζος-Νερουλός, ο Στ. Κουμανούδης και πολλοί θιασώτες της καθαρεύουσας. Για παράδειγμα, το 1841 ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, πρόεδρος της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, και πρώην υπουργός Εκκλησιαστικών, διακήρυττε πώς "η βυζαντινή Ιστορία είναι αλληλένδετος σχεδόν και μακροτάτη σειρά πράξεων μωρών και αισχρών βιαιοτήτων του εις το Βυζάντιον μετεμφυτευθέντος Ρωμαϊκού κράτους. Είναι στηλογραφία επονείδητος της εσχάτης αθλιότητος και εξουθενώσεως των Ελλήνων". <6>
Το δεύτερο ρεύμα είχε πιο βαθιές ρίζες και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η αρχή του. Πιό εύκολο είναι να περιγραφούν οι θέσεις του. Κατ’ αρχήν, δε δεχόταν τόσο εύκολα το νεωτεριστικό όνομα "Έλληνες", τη στιγμή που όλοι οι υπόδουλοι ομοεθνείς μας γνώριζαν μόνον ότι είναι Ρωμηοί. Η διαφορά δεν είναι απλώς τυπολογική, όπως θα δούμε σε επόμενα κεφάλαια. Κατά δεύτερον, οι τωρινοί Ρωμηοί δεν έννιωθαν ότι είχαν άμεση συγγένεια με τους αρχαίους Έλληνες. Πολύ πιο κοντινούς αισθανόντουσαν τους Ρωμηούς της μεσαιωνικής εποχής: ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί διατεθειμένοι να θυσιαστούν για την πίστη τους όπως και κείνοι, δάκρυζαν ακούγοντας το "Τη Υπερμάχω Στρατηγώ" και όχι τους παιάνες του Αισχύλου, τιμούσαν τη μνήμη των "ευσεβών βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως ", όνειρό τους όλα τα χρόνια της δουλείας ήταν η απελευθέρωση της Πόλης την οποία αναγνώριζαν ως μόνο εθνικό κέντρο, και τέλος έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δημώδη γλώσσα και στην παράδοση του λαού.
Το ρεύμα αυτό εκπροσωπείται από πολλούς λόγιους, χωρίς ενιαίο πρόγραμμα ή ιδεολογία. Στο σκέλος που αφορά την εθνική ονομασία "Ρωμηοί" μπορούμε να αναφέρουμε τον Δ. Καταρτζή, τον Γ. Τυπάλδο-Ιακωβάτο και αργότερα πολλούς δημοτικιστές, ένας από τους οποίους, ο Αργ. Εφταλιώτης, έφτασε να γράψει το 1901 "Ιστορία της Ρωμιοσύνης" που ξεκινάει το 146 π.Χ., με την κατάκτηση δηλαδή της Ελλάδας από τους Ρωμαίους! Ο Δ. Καταρτζής (1730-1807) στο έργο του "Γνώθι σαυτόν", όπου κάνει μια ιστορική αναδρομή στις λέξεις Έλληνας και Ρωμηός, συμπεραίνει: "πώς (λοιπόν) μερικοί σπουδαίοι ενάντια και στους κανόνες της γραμματικής τολμούν ν’ αλλάζουν σημασία λέξης, και να λέν τον εαυτό τους Έλληνες, και να μην το ’χουν πρόκριμα καθό Χριστιανοί και ατιμία, καθό Ρωμηοί, που οι γονείς μας Ρωμαίοι δεν το εδέχτηκαν όξ από έναν, τον παραβάτη Ιουλιανό, που ενασμονίζονταν να λέγεται Έλληνας". <7>
Ο επτανήσιος Γ. Τυπάλδος-Ιακωβάτος έγραφε χαρακτηριστικά κατά τη δεκαετία του 1830: "ένα τμήμα του ιδανικού έθνους έχει λευτερωθεί, είναι η επαρχία της Ελλάδας". Απομένει το υπόλοιπο, "ο θρόνος του Μεγάλου Κωνσταντίνου", και μαζί μ’ αυτό το άλλο "μικρότατο μέρος της Ρωμιοσύνης, τα εφτά νησιά, που και κει, για να σιάξουν τα πράματα, θα πρέπει να αερίσ’ η ρωμαϊκή σημαία". <8>
Ο αρχηγός του δημοτικιστικού κινήματος, ο Ψυχάρης, πίστευε ότι "όταν το 1821 ο Μπότσαρης και οι όμοιοί του ξεσηκώνονταν υπάκουαν χωρίς μήτε να το ξέρουν σε μια ρωμαϊκή πολιτική ώθηση". <9> Χαρακτηριστική είναι και η επιγραφή που άφησε ο Ψυχάρης στον τάφο του: "Τραγουδήστε μου ένα μοιρολόι από κείνα που σάς άκουσα να τραγουδάτε σαν ήμουνα παληκάρι και πήγα στα χωριά της μαστίχας να μάθω τη λαλιά σας, τα ρωμαίικα. Ποιός ξέρει, μπορεί να με ξυπνήσετε άξαφνα ως και στον τάφο, τόσο τ’ αγάπησα, τόσο βαθιά τα ’βαλα μέσα για μέσα στην καρδιά μου, τη ρωμαίική μου την καρδιά".<10> Είναι άλλωστε αξιοσημείωτο ότι το περίφημο περιοδικό όργανο των δημοτικιστών έφερε τον τίτλο "Νουμάς". (Ο Νουμάς δεν ήταν άλλος από το δεύτερο βασιλιά της αρχαίας Ρώμης!).
Τα δυο ρεύματα βρίσκονταν σε σύγκρουση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Μια αναλυτική εξέταση αυτής της σύγκρουσης θα ξέφευγε από το πλαίσιο της εργασίας μας. Πάντως οι σκοπιμότητες που κρύβονταν πίσω από τη χρήση των εθνικών ονομασιών δεν είχαν διαφύγει της προσοχής των ξένων. Το 1857 ένας κορυφαίος φιλέλληνας Γάλλος ιστορικός έλεγε στον Σπ. Ζαμπέλιο: "Το δη παραδοξότερον, οι πλεονέκται ούτοι φίλοι μας (οι νεοέλληνες) προς μηδέν άλλο βλέποντες, ή προς το ίδιον συμφέρον, το μεν πρωί καλούνται κατά λόγον ιστορικόν Έλληνες, εν δε μεσημβρία λέγονται κατά λόγον πολιτικόν Ρωμαίοι, το δε εσπέρας αμφότερα συμβιβάζοντες γίνονται Γραικορωμαίοι". <11>
Το σίγουρο είναι ότι μέχρι τις αρχές του αιώνα μας το ζήτημα δεν είχε λυθεί. Το 1901, η έκδοση του πρώτου τόμου της "Ιστορίας της Ρωμιοσύνης" του Εφταλιώτη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο για τη γλώσσα της (ήταν το πρώτο βιβλίο Ιστορίας στη δημοτική), αλλά και για τη χρήση του όρου "Ρωμιοσύνη". Ακολούθησε μια έντονη διαμάχη που δίχασε τους Έλληνες διανοούμενους, με πρωταγωνιστές τους Γ. Χατζιδάκι και Ν. Πολίτη από τη μια πλευρά (εναντίον του όρου "Ρωμηοί") και τους Κ. Παλαμά, Γρ. Ξενόπουλο από την άλλη. <12>
Απ’ ότι φαίνεται, μετά από εβδομήντα χρόνια ελεύθερου βίου, ο πολύς κόσμος δεν είχε συνηθίσει ακόμη το όνομα "Έλλην". Όπως έγραφε τότε ο Κωστής Παλαμάς, το "Ρωμιός" ερχόταν στο στόμα του κόσμου "πιό πολύ από το γιορτιάτικο και δυσκίνητο όνομα Έλλην, ακόμη και από το όνομα Έλληνας, που είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το Ρωμιός, και κρατούσε ως τα χτές ακόμη την αρχαία ειδωλολατρική σημασία (...) και σημαίνει κι ως την ώρ’ ακόμα, για τον πολύ λαό, τον αντρειωμένο, το γίγαντα". <13> Ο Κωστής Παλαμάς είχε συλλάβει επακριβώς την ουσία της διαμάχης: "Οι όροι Ρωμιός και Ρωμιοσύνη επειδή δε μας έρχουνται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραμερίστηκαν αγάλια αγάλια, από την επίσημη γλώσσα". "Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου πραγματικά, Ρωμιοί. Το όνομα κάθε άλλο είναι παρά για ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτη". Καί, δικαιώνοντας τον Εφταλιώτη για την επιλογή του όρου "Ρωμιοσύνη", κατέληγε: "κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα γλωσσικό δεν μπορεί παρά να βρη ακόμα στη λέξη Ρωμιοσύνη κάτι τι ποιητικά και μουσικά χρωματισμένο, κάτι τι φτερωτό, λεβέντικο για μας και αναλαφρο, που νομίζω πώς δεν τόχει ο Ελληνισμός, με όλη τη βαριά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια". <14>
Παρ’ όλα αυτά, η σκληρή πολεμική (πού έφτασε μέχρι το σημείο να αμφισβητεί τον πατριωτισμό του Εφταλιώτη) οδήγησε τον τελευταίο στο να μη δημοσιεύσει ποτέ τους υπόλοιπους τόμους της "Ιστορίας" του. Σέ μια Ελλάδα που προσπαθούσε αγωνιωδώς να καλύψει τετρακόσια χρόνια "καθυστέρησης" απέναντι στη "φωτισμένη" Ευρώπη, δεν μπορούσε βέβαια να γίνει δεκτή η άποψη πώς "αδύνατο πράμα, φίλε μου, να γυρεύης να μιμηθής Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, κι αρχαίους Έλληνες, και να μην έχης δόση από βαρβαρωσύνη, τη βαρβαρωσύνη που βλέπει τα φανταχτερά τα ξένα και σκιάζεται, βλέπει τα δικά της και ντρέπεται" <15> ....
Οι υπέρμαχοι του "αντιρωμαίικου" αγώνα είχαν φτάσει να διακηρύττουν ότι ως λαός έχουμε σχέση μόνο με την αρχαία Ελλάδα και ότι η μεσαιωνική περίοδος είναι ολότελα ξένη προς τη νεώτερη Ελλάδα. <16> Και μάλιστα ως "αρχαία Ελλάδα" εννοούσαν την κλασική Ελλάδα, αυτήν που οι ξένοι αποκαλούν μέχρι και σήμερα "Greece proper" ("καθαυτό Ελλάδα "), δηλαδή τη χώρα νότια των Θερμοπυλών. Για παράδειγμα, ο Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός, ισχυριζόταν το 1841 ότι Ελλάδα είναι μόνο το ελληνικό κράτος (τού 1830). Όσοι άλλοι το πατούν ή το πάτησαν είναι ξένοι. Συνεπώς ξένος ήταν ο Φίλιππος, νικητής των Ελλήνων στη Χαιρώνεια, ο οποίος μάλιστα, "έπραξεν άλλον της νίκης εκείνης ολεθριώτερον, εγέννησεν τον Αλέξανδρον". <17>
Αυτές οι απόψεις είχαν αποκτήσει και πολιτική έκφραση κατά τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Π. Καρολίδη, επιμελητή και συνεχιστή της "Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους" του Παπαρρηγόπουλου, "αι τοιαύται γελοιωδώς παράδοξοι δοξασίαι, προϊόντα αμαθείας και ακρισίας, είχον και την πολιτικήν αυτών ροπήν επί μερίδα λογίων κηρυττόντων ότι των νυν Ελλήνων αι πολιτικαί ροπαί και τάσεις και εθνικαί ιδέαι πρέπει να μη υπερβαίνωσιν τα όρια της αρχαίας Ελλάδος". <18> Όπως είναι φανερό, σε μια χώρα που γνώριζε ότι τα τρία-τέταρτα των ομοεθνών της εξακολουθούσαν να ζουν υποδουλωμένοι, μια τέτοια παραποίηση της Ιστορίας εγκυμονούσε σοβαρούς εθνικούς κινδύνους. Και πώς να μην εγκυμονούσε, όταν ο Κοραής είχε ανοίξει το δρόμο για την αποδοχή μιας τέτοιας θεώρησης προσπαθώντας να φωτίσει τους ραγιάδες με λόγια όπως: "το έθνος είναι πτώμα σπαραττόμενο από κόρακας. Απέθανεν η πατρίς .... αφ’ ότου μας επάτησεν ο Φίλιππος έως το 1453". <19> Ευτυχώς που οι σλαβομακεδόνες των Σκοπίων δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη τον Κοραή...
Για να είμαστε μάλιστα ακριβείς, του Κοραή ούτε η λέξη "Έλληνας" του άρεζε. Στον περίφημο "Διάλογο δύο Γραικών" (1805) έγραφε: "Ένα από τα δύο λοιπόν ταύτα (Έλληνας ή Γραικός) είναι το αληθινόν του έθνους όνομα. Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης". Και παρακάτω: "Όχι μόνον απάνθρωποι αλλά και μωροί προς τούτοις έπρεπε να ονομασθώμεν εάν επροκρίνομεν τ’ όνομα των Ρωμαίων από τ’ όνομα των Γραικών", για να καταλήξει: "όστις μ’ ονομάση πλέον Ρωμαίον, θέλω τον στοχάζομ’ ως εχθρόν μου. Από της σήμερον εις το εξής είμαι Γραικός".<20> Το "Γραικός", όπως έχει τονίσει ο Ρωμανίδης και θα εξετάσουμε αναλυτικά στο Κεφάλαιο 7, είναι μια εθνική ονομασία την οποία μας απέδωσαν τα "φωτισμένα" έθνη της Ευρώπης κατά τον 8ο αιώνα, όταν ακόμα βρίσκονταν στα βαθύτερα σκοτάδια της Ιστορίας τους. Δυστυχώς η οριστική μελέτη για το σκοταδιστικό ρόλο του Κοραή στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας περιμένει ακόμη το συγγραφέα της... Όσο για την ταλαίπωρη Ελλάδα, μετά τα όσα είπαμε ως τώρα, γίνεται αντιληπτό ότι τα σύνορα του 1830 δεν ήταν καθόλου τυχαία: αντιστοιχούσαν ακριβώς στα όρια της αρχαίας Ελλάδας, όπως τα έβλεπαν οι ξένοι και οι εγχώριοι μιμητές τους. Η αποδοχή της ονομασίας "Έλληνες" πρόσφερε το απαραίτητο ιδεολογικό άλλοθι σε όσους ήθελαν μια μικρή Ελλάδα στα όρια του 1830...
|
[ ΠΑΝΩ ] ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΙΠΟΝ ή ΡΩΜΗΟΙ ;
|
Στο κεφάλαιο αυτό θα κάνουμε έναν σύντομο ιστορικό περίπατο στις πηγές για να ξεδιαλύνουμε τη σύγχυση την οποία συσσώρευσαν κατοπινές ιδεολογικές σκοπιμότητες γύρω από το εθνικό μας όνομα. Θα ανακαλύψουμε έτσι την απάντηση στο πρόβλημα που τέθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Οι πηγές προσφέρουν μια ξεκάθαρη εικόνα και ομολογουμένως χρειάζεται επίπονη προσπάθεια για να στηρίξει κάποιος μια αντίθετη άποψη.Όλες οι πηγές που διαθέτουμε μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι το όνομα "Έλλην" είχε ήδη χάσει την εθνική-φυλετική του σημασία στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Στο τεράστιο χωνευτήρι της πολυφυλετικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όλοι οι λαοί απέχτησαν σταδιακά "ρωμαϊκή συνείδηση". Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να εξετάσουμε το πώς συνέβηκε αυτό. Σημασία έχει ότι συνέβηκε. Χωρίς αμφιβολία, ο πολιτισμός αυτής της αυτοκρατορίας ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από την κλασική και ελληνιστική παράδοση. Ήταν κατά κάποιο τρόπο η οικουμενική ολοκλήρωση αυτού που διαδραματίστηκε αλλά δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει ο Μέγας Αλέξανδρος, να εγκαταστήσει δηλαδή μόνιμα την ελληνική παιδεία σε όλο το πλάτος του γνωστού κόσμου. Σύγχρονοι ξένοι ιστορικοί δέχονται ότι τελικά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε κράτος ελληνιστικό, ενώ άλλοι φτάνουν να μιλάνε για "Ελληνικό Ελληνισμό" και "Λατινικό Ελληνισμό".<21> Γι’ αυτό άλλωστε οι "ελληνικές" αντιδράσεις στους Ρωμαίους κατακτητές φθίνουν με τον καιρό και οπωσδήποτε εκλείπουν μετά τον πρώτο π.Χ. αιώνα. Μετά την πτώση του ελληνιστικού βασιλείου της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ., δεν αναφέρονται αντιρωμαϊκές εξεγέρσεις, πράγμα που δείχνει ότι οι Έλληνες αισθάνονταν άνετα μέσα σ’ αυτό τον εξελληνισμένο περίγυρο που επιπλέον τους πρόσφερε επί εκατοντάδες χρόνια μια πολυπόθητη ειρήνη και ασφάλεια.
Με τον καιρό, την ίδια ταύτιση έννιωσαν και οι Ρωμαίοι. Απόδειξη το ότι ένας μεγάλος αυτοκράτοράς τους, ο Κωνσταντίνος ο Α', διάλεξε για νέα συμπρωτεύουσα το Βυζάντιο, μια καθαρά "ελληνική" πόλη σε ελληνόφωνο χώρο. Αν οι Ρωμαίοι αισθάνονταν διαφορετικοί και αντίπαλοι των Ελλήνων, δε θα μετέφεραν βέβαια εκεί, σε "εχθρικό" χώρο, τη συμπρωτεύουσά τους. Όμως το 320 μ.Χ., πεντακόσια χρόνια μετά την κατάληψη της Ελλάδας, τέτοιες φυλετικές διαφορές ήταν πλέον ολότελα ανύπαρκτες.
Η λέξη "Έλλην" είχε ήδη αποκτήσει καθαρά θρησκευτικό περιεχόμενο και ταυτιζόταν με την έννοια του ειδωλολάτρη. Φαίνεται πώς αυτή η μεταβολή είχε ήδη αρχίσει να συντελείται τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, πολύ πριν ο Χριστιανισμός γίνει η επίσημη θρησκεία του κράτους. Στο Ευαγγέλιο του Μάρκου διαβάζουμε για κάποια γυναίκα που ήρθε στο Χριστό όταν αυτός βρισκόταν κοντά στην Τύρο η οποία, λέει ο ευαγγελιστής, ήταν "Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τω γένει" (Μάρκου, 7,26). Όπως σωστά σημειώνει ο Χρήστου, εφ’ όσον ήταν Συροφοινίκισσα εθνικά, το "Ελληνίς" δηλώνει το θρήσκευμά της.<22> Λίγα χρόνια μετά το 300 μ.Χ., ο Μέγας Αθανάσιος, ελληνόφωνος ο ίδιος και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, της κατ’ εξοχήν ελληνιστικής πόλης, γράφει "Λόγο κατά Ελλήνων". Αν η λέξη δήλωνε ακόμα το ελληνικό έθνος, το πράγμα θα ήταν εντελώς παράδοξο: το μεγάλο ελληνιστικό κέντρο στρεφόταν εναντίον - ποίου; Το ίδιο βλέπουμε αργότερα σε λόγους του Χρυσοστόμου, που ήταν τέκνο μιας άλλης μεγάλης ελληνιστικής πόλης, της Αντιόχειας. Η λέξη "Έλληνες" δηλώνει τους ασεβείς, τους ειδωλολάτρες.
Ούτε είναι σωστό το επιχείρημα ότι η λέξη έχασε την εθνική σημασία της με τη βία, επειδή τη χρησιμοποίησαν οι Χριστιανοί για τους αντιπάλους τους. Κατ’ αρχήν, όπως προκύπτει από το χωρίο του ευαγγελιστή Μάρκου που παραθέσαμε, η μεταβολή είχε συμβεί πριν οι Χριστιανοί αποκτήσουν οποιαδήποτε εξουσία. Επιπλέον, όπως σωστά σημειώνει η Μαντουβάλου, οι κατ’ εξοχήν εχθροί και διώκτες των Χριστιανών ήταν οι Ρωμαίοι. Ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε τους Χριστιανούς κατοίκους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να συνεχίσουν να λέγονται Ρωμαίοι.<23> Επομένως πρέπει να συμπεράνουμε ότι το όνομα "Έλλην" είχε ήδη χάσει την εθνική του σημασία την εποχή της επικράτησης του Χριστιανισμού, ανεξάρτητα από το τί έλεγαν οι Χριστιανοί. Οι Χριστιανοί βρήκαν, δεν δημιούργησαν τη νέα έννοια.
Από κεί και ύστερα, σ’ όλο το Μεσαίωνα, η λέξη "Έλληνας" σήμαινε τον ειδωλολάτρη. Με αυτή τη σημασία τη συναντούμε μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, για παράδειγμα, σε μια ομιλία του σε κάποιο χωριό έλεγε: "Και εγώ αδελφοί μου, οπού αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας, εξέταξα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πώς με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί...". <24>
Το εθνικό όνομα των προγόνων μας όλα αυτά τα χρόνια είναι "Ρωμαίοι" ή στη δημώδη "Ρωμηοί". Σε όλες ανεξαιρέτως τις πηγές η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης αυτοαποκαλείται "Ρωμαϊκή" ή "Ρωμανία" στη δημώδη, και ο αυτοκράτοράς της, μέχρι και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, "βασιλεύς Ρωμαίων". Για περίεργους λόγους, όμως, αυτό το ξεκάθαρο γεγονός, αμφισβητείται από ορισμένους σύγχρονους ερευνητές οι οποίοι προσπαθούν να κατασκευάσουν τα προσωπικά τους ιδεολογήματα.
Έχει προβληθεί, για παράδειγμα, η αντίρρηση ότι για τον πολύ κόσμο δε χάθηκε η εθνική σημασία της λέξης Έλληνας, και ότι το "Ρωμαίοι" που συναντούμε σε όλες τις πηγές είναι απλώς η επίσημη ονομασία των πολιτών του κράτους, κάτι που είχε επιβληθεί από πάνω, και όχι αυτό που πραγματικά πίστευαν για τον εαυτό τους οι κάτοικοι της "Ελλάδας". <25>
Όπως όμως παρατηρεί εύστοχα η Μαντουβάλου, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πώς δικαιολογείται η χρήση του ονόματος "Ρωμαίοι" (Ρωμηοί) επί Τουρκοκρατίας, μετά την κατάλυση του Ρωμαϊκού κράτους;<26> Οι "Έλληνες", υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πλέον, δε θα είχαν λόγο να χρησιμοποιούν το όνομα των κατακτητών Ρωμαίων και να αυτοαποκαλούνται Ρωμηοί. Εκτός κι αν αισθάνονταν Ρωμαίοι... Και η αλήθεια βέβαια είναι ότι αισθάνονταν και το γνώριζαν, άσχετα με το τί προπαγάνδιζαν οι δυτικοευρωπαίοι. Από τα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν θα παραθέσουμε ορισμένα, απλώς ενδεικτικά. Όλα προέρχονται όχι από λόγιους και διανοούμενους αλλά από τον απλό λαό.
Το τί πίστευε για τους "Έλληνες" ο πολύς κόσμος, πριν φωτιστεί από τους δυτικοευρωπαίους, το έχει καταγράψει ο Ι. Θ. Κακριδής στην πολύτιμη λαογραφική μελέτη του "Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση".<27> Πολύ συνοπτικά, ο απλός λαός μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα πίστευε ότι οι Έλληνες ήταν κάποιος αρχαίος ειδωλολατρικός λαός γιγάντων - έτσι εξηγούταν και η ύπαρξη των τεράστιων μνημείων που αφθονούσαν στον τόπο μας. Τους αρχαίους αυτούς τους θαύμαζε για τη δύναμή τους (στήν Κεφαλληνία του 19ου αιώνα ο Κακριδής αναφέρει ότι υπήρχε η έκφραση "μωρέ, σαν Έλληνας είναι τούτος!" <28> ), αλλά πάντως δεν ταυτιζόταν μαζί τους. Άλλωστε, επειδή προφανώς δεν υπήρχε περίπτωση σύγχυσης με κάποιο τωρινό λαό, τους ονόμαζε "Έλληνες" και όχι "αρχαίους Έλληνες".
Στα Σφακιά του 19ου αιώνα λέγανε πώς "απάνω στη Σαμαριά είναι παλιά χώρα των Ελλήνων. Εδακεί ετελειώσανε οι Ελλήνοι. Και λέγουνε οπώς έχει εκεί θησαυρό, όμως δεν εβρέθηκε". <29> Στη Θεσπρωτία, του 20ου αιώνα μάλιστα, οι γιαγιάδες έλεγαν μια ιστορία που άρχιζε ως εξής: "τά χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Ελληνες (....) οι Έλληνες δεν έμοιαζαν με τους σημερινούς ανθρώπους. Ήταν ψηλοί σαν τα κυπαρίσια...".<30> Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο τραγούδι του 19ου αιώνα: "Η Αγγελική της Κούμαινας έχει άντρα παλικάρι, σαν Έλληνας έχει τσαμπά και στήθια σά λιοντάρι" <31> (τσαμπά: μακριά μαλλιά). Γνωστό είναι και το δημοτικό τραγούδι που λέει "Η μάνα του ήταν Χριστιανή κι ο κύρης του ήταν Έλλην...". Ο Κακριδής αναφέρει συνολικά 85 διηγήσεις ή φράσεις απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας όπου οι "Έλληνες" έχουν παραμείνει στη λαϊκή μας παράδοση με τη σημασία που αναφέραμε.
Το ενδιαφέρον είναι ότι και οι δυτικοευρωπαίοι γνώριζαν το αληθινό μας όνομα και δε δίσταζαν να το αναφέρουν, όταν δεν κατευθύνονταν από άλλες σκοπιμότητες. Έτσι το 1713, σε μια εποχή δηλαδή για την οποία τα σχολικά μας βιβλία διδάσκουν ότι οι Ρωμαίοι έχουν χαθεί πριν 1200 χρόνια, ο Βενετός τυπογράφος της πρώτης έκδοσης του "Ερωτόκριτου" γράφει ότι τυπώνει αυτό το βιβλίο "παρακινημένος από την διάπυρον αγάπην και ευλάβειαν οπού παιδιόθεν έχω προς το ένδοξον γένος των Ρωμαίων". Ο ίδιος δηλώνει ότι είναι "Ιταλικός και της γλώσσης ολότελα ανήξευρος", αλλά παρά ταύτα προσπάθησε να τυπώσει βιβλία "τά οποία ως τώρα και από άλλους Ρωμαίους και Ιταλικούς τυπογράφους ετυπώθησαν, αλλά και τα ασυνήθιστα και χρησιμώτερα, οπού υπό τινα Ρωμαίον δεν έγιναν". Ο πρόλογος κλείνει με παράκληση προς τους "άρχοντες Ρωμαίους" να προσφέρουν τυχόν χειρόγραφα στον εκδότη ώστε να τυπώσει αργότερα μια βελτιωμένη έκδοση. <32> Στο ίδιο το ποίημα διαβάζουμε το δίστιχο:
"Στους περαζόμενους καιρούς που οι Έλληνες ορίζα
κι οπού δεν είχε η πίστη τως θεμέλιο μηδέ ρίζα"
(στ.Α 19-20).
Οι στίχοι αυτοί βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τη λαϊκή παράδοση, όπως την κατέγραψε ο Κακριδής: υπήρχε κάποτε μια εποχή κατά την οποία κυβερνούσαν οι "Έλληνες", όχι οι "αρχαίοι Έλληνες" αλλά οι "Έλληνες", κάποιοι άλλοι από μάς, οι οποίοι είχαν μια πίστη χωρίς θεμέλιο και ρίζα, ήταν δηλαδή άθεοι και ειδωλολάτρες.
Για μερικές ακόμη αποδείξεις της χρήσης του ονόματος "Ρωμαίοι - Ρωμηοί" ας γυρίσουμε πιο παλιά. Τετρακόσια χρόνια νωρίτερα, τον 14ο αιώνα, ο ανώνυμος ανθέλληνας συγγραφέας του "Χρονικού του Μορέως" γνώριζε πολύ καλά ότι οι αντίπαλοι των Λατίνων, οι κάτοικοι της "Ελλάδας", είναι οι Ρωμαίοι. Ορίστε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του "Χρονικού":
"Ποίος ν’ ακούση πώποτε Ρωμαίου να έχη πιστέψει
δι’ αγάπην γαρ ή δια φιλίαν ή δια καμίαν συγγένειαν;
Ποτέ Ρωμαίου μη εμπιστευτής δια όσα και σού ομνύει
όταν θέλει και βούλεται του να σε απεργώση,
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον δια να σε εξολοθρέψη"
(στίχοι 3932-3937). <33>
Ή όταν ο μισέρ Τζεφρές (Βιλλεαρδουίνος) αφέντης του Μορέως γράφει στο βασιλιά της Πόλης Ρομπέρτο (de Courtenay, 1221-1228):
"Κι αν χρήζη τα φουσάτα του, ομοίως και το κορμί του,
όταν ορίζη και χρειαστή, να ένι εις ορισμόν του,
νά ένι μετ’ αυτόν ενομού και να κρατούν την μάχην,
νά κουγκεστίζουν τους Ρωμαίους με τα φουσάτα οπού έχουν"
(κουγκεστίζουν: κατακτούν, στίχοι 2564-2567). <34>
Για το τελευταίο παράδειγμά μας ας γυρίσουμε άλλα τριακόσια χρόνια πίσω, στον 11ο αιώνα. Στο μεγάλο έπος με το οποίο "αρχίζει η νεοελληνική λογοτεχνία", τον "Διγενή Ακρίτα", ο συγγραφέας, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν υποψιάζεται ότι είναι Έλληνας (ούτε και "βυζαντινός", αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο). Στην αρχή-αρχή ακόμα, ο Άραβας αμηράς φέρεται ότι "ακριβώς γαρ ηπίστατο την των Ρωμαίων γλώτταν"<35> και έτσι είχε τη δυνατότητα να συνομιλεί με τους αντιπάλους του. Στη συνέχεια, ένα από τα αδέρφια που ήρθαν να ζητήσουν την κόρη που απήγαγε ο αμηράς μονομαχεί μαζί του καί, καθώς πλησιάζει προς τη νίκη, οι υπόλοιποι Σαρακηνοί συμβουλεύουν τον αμηρά: "Αγάπην επιζήτησον, τον δε πόλεμον άφες. Ο Ρωμαίος δεινός εστί, μη σε κακοδικήση".<36>
Κατά τη γνώμη μας, τα παραδείγματα από τον "Διγενή Ακρίτα" είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα γιατί προέρχονται από ένα έργο που διαδραματίζεται στα όρια της αυτοκρατορίας, στον Ευφράτη, και όχι στην πρωτεύουσα. Δείχνουν λοιπόν ότι και οι επαρχιακοί πληθυσμοί πίστευαν ότι είναι Ρωμαίοι και όχι οτιδήποτε άλλο. Σέ συνδυασμό με τα όσα παραθέσαμε παραπάνω και με τις πληροφορίες που έχουμε από όλες τις "επίσημες" πηγές (ιστορίες, κρατικά έγγραφα) είναι ολοφάνερο ότι οι πρόγονοί μας καλούνταν Ρωμαίοι-Ρωμηοί παντού. Επομένως η άποψη, την οποία διατυπώνει ο Χρήστου και άλλοι ερευνητές, ότι το "Ρωμαίοι" ήταν απλώς το επίσημο όνομά τους, ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν κάποιο άλλο (Έλληνες; Γραικοί;) είναι παντελώς αβάσιμη.
Οι πρόσφατοι πρόγονοί μας, λοιπόν, δεν ήξεραν ότι είναι Έλληνες. Γνώριζαν ότι είναι Ρωμηοί, και ότι η πατρίδα τους ονομάζεται Ρωμανία, όπως φαίνεται από διάφορα δημοτικά τραγούδια (π.χ. στον "Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως": "Ω Θεέ, να τόχαν πολεμάν και οι Ρωμαίοι ούτως, ποτέ να μην εχάνασιν λέγω την βασιλείαν", ή στο γνωστό τραγούδι του Πόντου "η Ρωμανία επάρθεν"). Επίσης στον "Διγενή Ακρίτα", όπου ως μοναδικό όνομα του κράτους αναφέρεται δεκάδες φορές το "Ρωμανία". Για παράδειγμα:
"επήρε τους αγούρους του ο αμηράς ευθέως
εις Ρωμανίαν υπέστρεφε δια την ποθητήν του.
Όταν δε κατελάμβανε μέρη της Ρωμανίας,
λευθέρωνεν άπαντας ούς είχεν αιχμαλώτους". <37>
Την καθομιλούμενη γλώσσα τους την ονόμαζαν "ρωμαίικη" για να την αντιδιαστείλουν από την αρχαία ελληνική την οποία ονόμαζαν απλώς "ελληνική". Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν μεταφράσεις από αρχαίες μορφές της γλώσσας στη δημώδη που αναφέρουν ότι μεταφράζουν "από την ελληνικήν εις την ρωμαίικη".
Ο μεγάλος πρόδρομος του δημοτικισμού Δ. Καταρτζής διαφωνώντας με όσους έγραφαν σε αρχαΐζουσα γλώσσα, σημείωνε το 1783: "κάθε συγγραφή που κάμουμε στα ελληνικά είν’ ένα είδος μετάφρασις που κάμουμ’ απτά ρωμαίκα, που πάντα διανοούμε, στα ελληνικά, που διανοούμε μόν’ όταν πιάσουμε κονδύλι".<38> Επομένως "τό να φρονή κανείς πώς η ελληνική και η ρωμαίκια είναι μία γλώσσα και όχι δύο είναι ενάντιο στον ορθό λόγο".<39> Αντίστοιχα, οι Δ. Φιλιππίδης και Γρ. Κωνσταντάς που συνέγραψαν τη "Γεωγραφία Νεωτερική" το 1791 σημειώνουν στην παρουσίαση των ευρωπαϊκών γλωσσών πώς "η Ρωμέϊκη γλώσσα η αλόγως και αμαθέστατα καταφρονουμένη από μερικούς, έχει μεγάλη συγγένεια με την Ελληνική, και είναι μια θυγατέρα της οπού σχεδόν την ομοιάζει επειδή όλες σχεδόν αι λέξεις είναι από την Ελληνική". <40>
Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν λεξικά, από την Τουρκοκρατία και αργότερα, με τίτλο "Γαλλικά-Ρωμαϊκά", "Ιταλικά - Ρωμαϊκά", κλπ.<41> Καί, για να μην υπάρχει η παραμικρή περίπτωση αμφιβολίας, υπάρχουν και λεξικά, όπως το "Λεξικόπουλο" του Simon Portius (Παρίσι, 1635), που είναι "Ρωμαϊκό - Ελληνικό - Λατινικό". Στο λεξικό του Portius, η λατινική λέξη "fabula", για παράδειγμα, μεταφράζεται στην ελληνική ως "μύθος" και στη ρωμαϊκή ως "παραμύθι".
Όπως ήταν φυσικό, "Ρούμ - Ρωμαίους" μας ονόμασαν και οι Σελτζούκοι Τούρκοι που άρχισαν να κατακτούν εδάφη της αυτοκρατορίας από τον 11ο αιώνα, όπως "Ρουμ" μας αποκάλεσαν και οι Οθωμανοί. Τη χώρα που κατέκτησαν την ονόμασαν "Ρούμ-ιλί" ("χώρα των Ρωμαίων") και από κει προέρχεται η λέξη Ρούμελη που μέχρι το 1912 δήλωνε όλη την ευρωπαϊκή Τουρκία (σχεδόν το σύνολο των Βαλκανίων), και όχι μόνον την Στερεά Ελλάδα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος στους χάρτες της εποχής. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη χρήση αυτού του ονόματος είναι αναρίθμητα. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε το φιρμάνι που έβγαλε ο Βεζύρης τον Απρίλιο του 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου, προς τον Τούρκο νομάρχη Αδριανουπόλεως. Σ’ αυτό, το Πατριαρχείο αναφέρεται ως "η εν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχεία των Ρωμαίων" και η επανάσταση του 1821 ως "το κίνημα το παρασκευαζόμενον μεταξύ του Ρωμαϊκού Έθνους".<42> Οι Τούρκοι γνώριζαν δηλαδή και αυτοί, όπως και μεις, ότι είχαν κατακτήσει Ρωμαίους - Ρωμηούς. Ακόμη και σήμερα, οι Ρωμηοί της Πόλης αποκαλούνται "Ρούμ" από τους Τούρκους. Αφού όμως οι νεοέλληνες προτίμησαν να αλλάξουν το εθνικό τους όνομα, οι Τούρκοι επωφελήθηκαν και μας ονόμασαν "Γιουνάν", διαφοροποιώντας έτσι τους Ρωμηούς της Πόλης από τους ομοεθνείς τους της Ελλάδας.
Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η όλη συζήτηση για την εθνική μας ονομασία δεν είναι απλώς νομιναλιστική. Το όνομα "Ρωμαίοι" αντιστοιχούσε σε μια εθνική συνείδηση διαφορετική απ’ αυτήν που συναντούμε στους δυτικούς λαούς, διαφορετική απ’ αυτήν που μεταφέρθηκε στο ελληνικό κρατίδιο μετά το 1830. Στο δεύτερο τμήμα της μελέτης μας θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τις βασικές συνιστώσες αυτής της "ρωμαίικης εθνικής συνείδησης" η οποία, κατά μεγάλο μέρος, χάθηκε στη διάρκεια 160 χρόνων ελεύθερου βίου. Τους τελευταίους δυο αιώνες δόθηκε σκληρός αγώνας από δυτικοθρεμένους λόγιους, τύπου Κοραή, για την εξαφάνιση της ρωμαίικης συνείδησης καί, παρά τις αντιδράσεις, το όνομα "Ρωμηοί" τελικά παραμερίστηκε.
Η σύγκρουση των δύο ρευμάτων κατέληξε σε μια σύνθεση, τα θεμέλια της οποίας έθεσε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με τη μνημειώδη "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους". Εκεί η βυζαντινή περίοδος ενσωματώθηκε στη διαχρονική πορεία του ελληνικού έθνους και δημιουργήθηκε η νεοελληνική εθνική ιδεολογία της αδιάσπαστης συνέχειας της φυλής. Ωστόσο, το κομπλεξικό αναμάσημα δυτικών ιδεών του Διαφωτισμού συνεχίστηκε από πολλούς λόγιους, με αποτέλεσμα την παραποίηση και κατασυκοφάντηση της μεσαιωνικής μας Ιστορίας. Ακόμη και στις μέρες μας, στα 1975, ο πολυδιαβασμένος και πολυδιαφημισμένος Γιάννης Σκαρίμπας έγραφε: "η αγωνία του ελληνικού έθνους δεν είχε αρχίσει από την άλωση της Πόλης.... αλλά πολλούς πριν από την άλωση αιώνες, από τη συντριβή της στρατιωτικής ισχύος των Αθηνών από την Μακεδονική δυναστεία (Φίλιππο και Μεγαλέξανδρο) στη μάχη της Χαιρώνειας". Και παρακάτω: "Ο (Κων.) Παλαιολόγος ήταν Έλληνας; Ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος "Αθηναίος"; Φυλετικά, καμιάν δεν είχαμε αναμεταξύ μας, συγγένεια. Ήσαν και οι δυο καταχτητές μας". <43>
Επηρεασμένο από παρόμοιες ιδέες, μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού θέλει σήμερα να αρνείται τη φυσική του συνέχεια από το "Βυζάντιο" και εξακολουθεί να συγχέει τον σκοταδιστικό δυτικό μεσαίωνα με την ελληνορθόδοξη Ρωμανία. Γι’ αυτό και θεωρήσαμε σκόπιμο να σκιαγραφήσουμε στο 5ο και 6ο κεφάλαιο της μελέτης μας ορισμένες από τις θεμελιώδεις διαφορές "Βυζαντίου" και Δύσης κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Άλλωστε, αν και η επίσημη Ιστορία μας ενσωματώνει τη βυζαντινή περίοδο, η εθνική μας ζωή κυριαρχείται επί δύο αιώνες από μια ακατάσχετη αρχαιολατρεία η οποία φαντάζει κωμική ακόμη και στα μάτια των όποιων φίλων μας στη Δύση. Όταν μάλιστα οι νεοέλληνες, παρασυρμένοι από την αρχαιολατρεία τους, πιστεύουν ότι μπορούν να υπερασπιστούν τα εθνικά τους δίκαια μόνο με επιχειρήματα από την εποχή του Περικλή και του Μεγαλέξανδρου, το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του εθνικά επικίνδυνου.
Οπωσδήποτε σήμερα, στα 1994, δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης των δύο εθνικών μας ονομασιών. Έχουν άλλωστε πλέον και οι δυο το ίδιο ακριβώς νόημα. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι, ιστορικά, ο όρος "Ρωμηός" καλύπτει κάτι ευρύτερο από το "Έλληνας", και βέβαια το "Ρωμαίος" προκαλεί διαφορετικούς συνειρμούς από το "Έλληνας" τόσο σε μας όσο και στους ξένους. Επιπλέον, αν σκοπός μας είναι να ορίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, η λέξη "Έλληνας" δεν μπορεί να αποδώσει την πλατύτερη σημασία της λέξης "Ρωμηός" για τη μεσαιωνική περίοδο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η λέξη "Έλληνας", που επανήλθε ως εθνική μας ονομασία τον 19ο αιώνα, είναι δημιούργημα της εποχής του Διαφωτισμού και της ανάπτυξης των εθνικισμών στην Ευρώπη. Αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, οι Ρωμηοί ήταν περήφανοι πολίτες ενός υπερεθνικού κράτους που ενσωμάτωνε διάφορα έθνη διαμέσου του ελληνικού πολιτισμού και επεκτεινόταν πολύ πέρα από τα όρια της αρχαίας ή της νεώτερης Ελλάδας. Επεκτεινόταν όχι ως κατακτητής, αλλά ως φορέας της μιας Οικουμενικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας πάνω στη γη.
|
|