Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΙΪΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
5. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗα) Πολιτική ιδεολογία
|
Η δεύτερη σημαντική συνιστώσα της "ρωμαίικης εθνικής συνείδησης", μετά τη ρωμαϊκότητα, είναι ο Χριστιανισμός. Μετά το 300 μ.Χ. ο σταδιακός εκχριστιανισμός προσέδωσε νέο χαρακτήρα και σκοπό στην αυτοκρατορία. Ο συγκερασμός Χριστιανισμού και Ρωμαϊκότητας δεν άργησε να παραγάγει μια νέα πολιτική ιδεολογία η οποία και κυριάρχησε για πολλούς αιώνες στο ελεύθερο (ανατολικό) τμήμα της αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία, η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποσκοπεί στην επίγεια πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού. Η χρονική σύμπτωση της ίδρυσης της αυτοκρατορίας από τον Αύγουστο και της ενανθρώπησης του Χριστού δεν ήταν τυχαία: πρώτος ο [ Ωριγένης διακήρυξε ότι ο Θεός είχε διαλέξει αυτή τη στιγμή να στείλει τον Υιό Του στον κόσμο, όταν η Ρώμη είχε φέρει ενότητα και ειρήνη, ώστε να μπορέσει το Ευαγγέλιο να διαδοθεί χωρίς εμπόδια σε όλους τους ανθρώπους. <63> Ο Ευσέβιος Καισαρείας στον πανηγυρικό του λόγο για τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του Μεγ.Κωνσταντίνου διατυπώνει την ίδια θεωρία: την εποχή ακριβώς που επιβλήθηκε σε όλους τους ανθρώπους η βασιλεία των Ρωμαίων και σταμάτησαν οι προαιώνιες έχθρες των εθνών, τότε φανερώθηκε στους ανθρώπους η γνώση του ενός Θεού και επικράτησε παντού ειρήνη. <64> Η ανάμνηση αυτή επέζησε στην Ορθόδοξη Έκκλησία ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα, μέσα από τον γνωστό δοξαστικό ύμνο του εσπερινού των Χριστουγέννων:
"Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γής,
η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο
και σού ενανθρωπήσαντος εκ της Αγνής
η πολυθεϊα των ειδώλων κατήργηται.
Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον αι πόλεις γεγένηνται
και εις μίαν δεσποτείαν Θεότητος τα έθνη επίστευσαν."
Και επειδή η Βασιλεία του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι μία και αδιαίρετη, η χριστιανική ρωμαϊκή αυτοκρατορία υποχρεωτικά περιελάμβανε όλους τους Χριστιανούς της υφηλίου. Οι βαρβαρικοί λαοί που σταδιακά εκχριστιανίζονταν έπαιρναν τη θέση τους σε μια παγκόσμια ιεραρχία που είχε στην κορυφή το Ρωμαίο αυτοκράτορα. Αυτός "υιοθετούσε" ορισμένους ξένους ηγεμόνες και αποκαλούσε "φίλους" τους υπόλοιπους. Σε μια μεταγενέστερη εποχή, για παράδειγμα, η παγκόσμια ιεραρχία είχε ως εξής: μετά τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης ακολουθούσαν τα "πνευματικά τέκνα" του, όπως οι ηγεμόνες της Αρμενίας και της Βουλγαρίας. Μετά έρχονταν οι "πνευματικοί αδελφοί" του, όπως οι ηγεμόνες των Γάλλων και των Γερμανών. Στη συνέχεια έρχονταν οι "φίλοι" του, ο εμίρης της Αιγύπτου, οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Βενετίας και της Γένουας. Τέλος υπήρχαν και οι "δούλοι" του που ήταν διάφοροι μικροί τοπικοί άρχοντες της Αρμενίας, της Σερβίας, κλπ. <65> Αυτή η πολιτική ιδεολογία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τους βαρβάρους (Φράγκους) που προσπάθησαν τον 9ο αιώνα να υποκαταστήσουν την Κωνσταντινούπολη ως παγκόσμιο κέντρο εξουσίας. Είναι χαρακτηριστικό πώς ο Καρλομάγνος στέφθηκε αυτοκράτορας Ρωμαίων πιστεύοντας ότι έτσι αντικαθιστά τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης στην κορυφή της πυραμίδας. Η μάχη δηλαδή δεν γινόταν για την καταστροφή της πυραμίδας, αλλά για την κατοχή της κορυφής της.
Σύμφωνα με την Αρβελέρ, η ταύτιση Ρωμαίων και Χριστιανών γίνεται οριστική (στήν επίσημη ιδεολογία) την εποχή του Ιουστινιανού, στα μέσα του 6ου αιώνα: στο χρυσό νόμισμα (solidus) απεικονίζεται ο αυτοκράτορας να κρατάει στο ένα χέρι τη σφαίρα με το σταυρό, σύμβολο της οικουμενικότητας, και στο άλλο το λάβαρο ή το σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της ρωμαϊκής και χριστιανικής εξουσίας στον κόσμο. <66> Πάντως στα νομίσματα που είχαν κυκλοφορήσει με την ευκαιρία των εγκαινίων της Κωνσταντινούπολης, το 330, απεικονιζόταν ήδη στη μια πλευρά μια γυναικεία φιγούρα (η "Νέα Ρώμη") με τη σφαίρα και το σταυρό. (Στην άλλη πλευρά υπήρχε η Παλιά Ρώμη, μια λύκαινα με τα δίδυμα παιδιά της πάνω από την οποία υψώνεται το Πάνθεο της ειδωλολατρικής Ρώμης). <67>
Από τον 4ο αιώνα και μετά οι Ρωμαίοι στρατιώτες δεν υπερασπίζονταν πλέον μόνο την κρατική τους υπόσταση αλλά και τη χριστιανική θρησκεία. Με τον καιρό, τα δυο έγιναν αξεδιάλυτα. Λίγους α[ιώνες αργότερα, ο Λέων ΣΤ' (886-912) έγραφε χαρακτηριστικά προς τους διοικητές του στρατού ότι "οφείλουν να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πατρίδα και την ορθή χριστιανική πίστη, όπως και οι στρατιώτες τους που με την κραυγή " ο Σταυρός θα νικήσει " πολεμούν, σαν στρατιώτες του Χριστού, του Κυρίου μας, για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος". <68> Τον απόηχο αυτής της ταύτισης θα τον συναντήσουμε απαράλλαχτο 1000 χρόνια αργότερα στους Ρωμηούς που πολεμάνε " για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία ". Είναι η κατάληξη μιας πεποίθησης που ξεκινάει από το σημείο καμπής της Χριστιανικής Ιστορίας, την αποκάλυψη του " Έν τούτω νίκα " στο Μ.Κωνσταντίνο.
Μέσα σ' αυτή την πολιτική ιδεολογία όπου όλοι οι Χριστιανοί αποτελούσαν μία Οικουμένη, οι πόλεμοι κάποιων χριστιανικών φυλών εναντίον της Κωνσταντινούπολης δεν συνιστούσαν εθνική σύγκρουση με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Αντίθετα αντιμετωπίζονταν ως στάση κατά της αρχής, δηλαδή ως εσωτερική "εμφύλια" διαμάχη. Έτσι αντιμετωπίστηκαν, για παράδειγμα, οι πόλεμοι της Αυτοκρατορίας με τους Σλάβους μετά τον εκχριστιανισμό τους. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο "βυζαντινο-βουλγαρικός" πόλεμος επί Συμεών, στις αρχές του 10ου αιώνα. Τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους της αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή είχε αναλάβει ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, ο οποίος απευθύνεται στον Συμεών ως "τέκνον εμόν" και προσπαθεί να τον μεταπείσει αποκαλώντας την εκστρατεία του "σκάνδαλο" (μέ την ευαγγελική έννοια του όρου). Και αν ο Χριστός είπε ότι "συμφέρει σ' αυτόν που σκανδαλίζει για κάτι μικρό να δέσει μια πέτρα στο λαιμό του και να πέσει στη θάλασσα" παρά να συνεχίσει να σκανδαλίζει, τί μπορούμε να πούμε, γράφει ο Νικόλαος, γι' αυτό το σκάνδαλο που δεν είναι για κάτι μικρό " αλλά εναντίον της βασιλείας που βρίσκεται πάνω από κάθε επίγεια αρχή, της μόνης βασιλείας στη γη που ίδρυσε ο βασιλεύς του παντός;" <69>
Σε όλη την αλληλογραφία του Νικολάου Μυστικού με τον Συμεών είναι φανερή η ταύτιση της βασιλείας των Ρωμαίων με τη Χριστιανική Βασιλεία την οποία ίδρυσε στη γη "ο του παντός βασιλεύς". { Αλλωστε, όπως παρατηρεί και ο Ομπολένσκυ, και ο Συμεών, από τη μεριά του, "πολεμούσε και ταυτόχρονα αντέγραφε την αυτοκρατορία, ερήμωνε τη βυζαντινή επικράτεια και προωθούσε τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στη σλαβική γλώσσα" αφού "επιθυμούσε να ταυτισθεί με τις πολιτιστικές παραδόσεις του Βυζαντίου, ιδιαίτερα όταν ήδη ήταν ως προς τη μόρφωση ένας "μισοέλληνας"", έχοντας περάσει τα παιδικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. <70> Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σλαβικό όνομα της Κωνσταντινούπολης ήταν "Τσάριγκραντ" (κυριολεκτικά: "Πόλη των Καισάρων", Βασιλεύουσα). Γι' αυτούς η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μια οποιαδήποτε πρωτεύουσα, αλλά η Βασιλεύουσα πόλη, η κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας.
Η οικουμενική αυτή συνείδηση σχηματίστηκε σταδιακά κάτω από την επίδραση της Ορθόδοξης Έκλησίας η οποία έδωσε νέο νόημα στον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, η διαίρεση σε έθνη ήταν αποτέλεσμα της αμαρτίας και της αλαζονείας του ανθρώπου που τον οδήγησε στο κτίσιμο του πύργου της Βαβέλ. Με τον ερχομό του Χριστού και την ίδρυση της Έκκλησίας οι πιστοί έχουν τη δυνατότητα (καί τον προορισμό) να υπερβούν τις εθνικές διαιρέσεις και να ανήκουν πλέον στο "γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος ΐαγιον ", όπως ονομάζει ο Απ.Πέτρος το λαό του Θεού. <71>
Όπως υπογραμμίζει ο π.Ιερόθεος Βλάχος, "στό χωρίο αυτό που νομίζω αποτελεί κεντρικό χωρίο της Καινής Διαθήκης φαίνεται καλά ότι οι λέξεις λαός και έθνος αποδεσμεύονται από τη φυλετική έννοια και συνδέονται με τη χαρισματική σχέση Θεού και ανθρώπου που επετεύχθη με την ενανθρώπηση του Χριστού . <72> Γι'αυτό άλλωστε και ο Απ.Παύλος διακήρυττε " ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς ε#ις εστε εν Χριστώ Ιησού" (Γαλάτας, 8, 28). Ιδιαίτερα ενδεικτικό, απ'αυτή την άποψη, είναι το Κοντάκιο που ψάλλεται την Πεντηκοστή και στο οποίο γίνεται η σύνδεση ανάμεσα στην αρχική διαίρεση της ανθρωπότητας σε έθνη και στην υπέρβαση αυτής της διαίρεσης με την ίδρυση της Χριστιανικής Έκκλησίας:
"Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε,
διεμέριζεν έθνη ο ΐ Υψιστος
Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν,
εις ενότητα πάντας εκάλεσε
Και συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον Πνεύμα". <73>
Η οικουμενική συνείδηση των Ορθοδόξων, την οποία γρήγορα κατέστρεψαν οι βάρβαροι στη Δύση, θα επιβιώσει στα Βαλκάνια σε όλη τη μεσαιωνική και την Οθωμανική περίοδο, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα. Χρειάστηκε να μεταφερθεί το πλήρες οπλοστάσιο του δυτικού Διαφωτισμού στην Ελλάδα και να επιβληθεί ο Ρωσικός Πανσλαβισμός στη Βουλγαρία για να εμφανιστούν οι εθνικισμοί και να καταπνιγεί και εδώ η οικουμενική χριστιανική συνείδηση. <74> Στις μέρες μας έχουμε το θλιβερό προνόμιο να παρακολουθούμε την τραγική κατάληξη της οριστικής αποδοχής της δυτικής ιδέας περί εθνικού κράτους στα Βαλκάνια καί, όπως συνήθως συμβαίνει με τη δυτική υποκρισία, να εισπράτουμε όλοι οι βαλκανικοί λαοί περιφρονητικά σχόλια επειδή επιτέλους αφομοιώσαμε τις δυτικές αντιλήψεις....
Πριν ολοκληρώσουμε την εξέταση της πολιτικής ιδεολογίας της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα σταθούμε σε ένα ακόμη χαρακτηριστικό που τη διαφοροποιεί από τις μετέπειτα μεγάλες δυνάμεις της Ιστορίας. Η ταύτιση της Αυτοκρατορίας με την επίγεια Βασιλεία του Θεού εμφανίζεται με διάφορες μορφές που ίσως μας παραξενεύουν σήμερα. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της αυτοκρατορίας, το 1453, " ένα αποκαλυπτικό όραμα του τέλους της Ιστορίας κατακτά όλο και περισσότερο τους βυζαντινούς. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο του Βυζαντίου, η εσχατολογική λογοτεχνία για το τέλος του πολιτισμένου κόσμου και τη βασιλεία του Αντιχρίστου γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθιση. Προοδευτικά ο λαός άρχισε να συγχέει το τέλος του Βυζαντίου με το τέλος του κόσμου στο σύνολό του". <75>
Αυτή η τάση ήταν απόρροια της ιδεολογίας της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας η οποία καθόριζε και το σκοπό της. Όπως τονίσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, και σε αντίθεση με τις σημερινές "Μεγάλες Δυνάμεις", σκοπός της Αυτοκρατορίας δεν ήταν η εδαφική εξάπλωση. Η Ρωμανία βρισκόταν συνεχώς σε ΐαμυνα επί 1100 χρόνια, με μόνη εξαίρεση τον πόλεμο του ]Ηρακλείου κατά των Περσών (πού κι αυτός ήρθε ως απάντηση στην περσική επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης). Οι πόλεμοι του "Βυζαντίου" γίνονταν μόνο για να διατηρηθεί ο πολιτισμός απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα βαρβαρότητας που προέρχονταν από Ανατολή, Βορρά και Δύση. ΐ Οπως τόσο όμορφα το διατύπωσε ο Γ.Σεφέρης,
" για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος
για την πίστη του Χριστού
και για την ψυχή του ανθρώπου
καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού..."
Σκοπός της αυτοκρατορίας δεν ήταν ούτε η υλική ευδαιμονία. Παρ' όλο που τα πλούτη της Κωνσταντινούπολης ήταν μυθικά, το όραμα το οποίο πρόβαλλε η χριστιανική πίστη υπερέβαινε τα υλικά αγαθά. Τα πρότυπα μίμησης των Ρωμηών δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι έμποροι ή γαιοκτήμονες, αλλά οι ακτήμονες μοναχοί, κάποιοι ΐαγιοι "γέροντες" που είχαν κυριολεκτικά μηδενική ατομική περιουσία. Αυτούς ακολουθούσε ο κόσμος, αυτοί έπειθαν και ξεσήκωναν το λαό.
Σκοπός της αυτοκρατορίας ήταν, να επαναλάβουμε, η πραγμάτωση της Ουράνιας Βασιλείας. Όσο ο κόσμος απομακρυνόταν από την ορθή πίστη, τόσο το κράτος απομακρυνόταν από την Ουράνια Βασιλεία και αντιμετώπιζε τη φθορά και την παρακμή. Το αποκορύφωμα της απομάκρυνσης από την ορθή πίστη θα συντελούταν με την επικράτηση του Αντιχρίστου, ο ερχομός του οποίου αποτελεί και τον προάγγελο της Δευτέρας Παρουσίας, άρα τότε θα καταλυόταν και η Χριστιανική Οικουμένη. Έτσι εξηγείται η παρατήρηση της Αρβελέρ την οποία αναφέραμε πιο πάνω.
Όταν αναφερόμαστε στο χριστιανικό χαρακτήρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της Ρωμηοσύνης, μετά τον 4ο αιώνα, υπάρχει ο κίνδυνος να κάνουμε δύο λάθη, να επαναλάβουμε δύο μύθους, παρασυρόμενοι από εξελίξεις στη Δυτ.Ευρώπη. Πρόκειται για δύο μύθους τους οποίους έχουν διαδώσει αβασάνιστα οι δυτικοί ιστορικοί σε παλιότερες εποχές, προβάλλοντας απλώς τις εμπειρίες της Δύσης πάνω στην ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η νεώτερη έρευνα, ευτυχώς, αναπλάθει σιγά-σιγά μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής και μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα το παρελθόν μας, αλλά και τις βαθύτατες διαφορές μας με τη Δύση. Ο ένας μύθος είναι η θεωρία περί καισαροπαπισμού. Ο δεύτερος η θεοκρατική συγκρότηση του κράτους. { Ας στρέψουμε για λίγο την προσοχή μας σ' αυτά τα δυο προβλήματα.
|
|