Publishing List Homepage
ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
Α'
Β'
  1  ·  2 ·  3 ·  4 ·  5 ·  6 ·   7  ·  8 ·  9 ·   10  ·  11 ·   12    1 ·  2   3    4  ·  5 ·   o  

© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος
  1. ΤΟ ΑΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ
    1. Γενική θέση των Πατέρων της Εκκλησίας
    2. Η θέση του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου για το απροϋπόθετο
    3. Η θεία Οικονομία ως το προηγούμενο θέλημα του Θεού
    4. Συμπεράσματα

     

    [ ΠΑΝΩ ]

    3. ΤΟ ΑΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ

Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού ενεργεί την θέωση του ανθρώπου. Οι άγιοι Πατέρες υπογραμμίζουν την αλήθεια ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνη τον άνθρωπο Θεό. Μόνον δια του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού μπορεί κανείς να φθάση στην θέωση.

Από συγχρόνους θεολόγους γίνεται συζήτηση για το απροϋπόθετο ή το εμπροϋπόθετο της ενανθρωπήσεως, δηλαδή αν η ενανθρώπηση προϋπέθετε την πτώση του Αδάμ ή αν δεν την προϋπέθετε, που σημαίνει ότι θα γινόταν ανεξάρτητα από την πτώση του ανθρώπου. Γίνεται αυτή η συζήτηση γιατί υπάρχουν σχετικά χωρία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.

 

[ ΠΑΝΩ ]

α) Γενική θέση των Πατέρων της Εκκλησίας

Πρέπει να παρατηρηθή εξ αρχής ότι οι άγιοι Πατέρες δεν αντιμετωπίζουν αυτό το ερώτημα σχολαστικά, δηλαδή δεν ομιλούν υποθετικά. Ποτέ δεν αντιμετώπισαν το θέμα, αν θα ενηνθρώπιζε ο Χριστός σε περίπτωση που δεν γινόταν η πτώση του Αδάμ. Τέτοιες ερωτήσεις προϋποθέτουν υπερβολική λειτουργία της λογικής στην προσπάθεια κατανοήσεως δια του λόγου των μυστηρίων του Θεού, πράγμα το οποίο διέκρινε την σχολαστική και όχι την ορθόδοξη θεολογία. Η θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ασχολείται με τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν και αντιμετωπίζει το πρόβλημα της θεραπείας της ανθρωπίνης φύσεως και του κάθε ανθρώπου. Έχει υπ’ όψη της την πεπτωκυία ανθρώπινη φύση και ασχολείται με τον τρόπο της θεραπείας της για να φθάση στην θέωση, που έγινε με την ενανθρώπηση του Θεού.

Στην πατερική διδασκαλία λέγεται ότι δια της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού ενώθηκαν υποστατικά η θεία με την ανθρώπινη φύση στο Πρόσωπο του Λόγου, ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε και έτσι έγινε το πραγματικό και μοναδικό φάρμακο για την σωτηρία και θέωση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος με το άγιο Βάπτισμα μπορεί να γίνη μέλος του Σώματος του Χριστού και με την θεία Κοινωνία μπορεί να κοινωνήση το τεθεωμένο Σώμα του Χριστού, που προσέλαβε από την Παναγία Μητέρα Του. Η θέωση δεν ήταν δυνατόν να γίνη αν δεν υπήρχε αυτή η καθ’ υπόσταση ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι’ αυτό και η ενανθρώπηση ήταν ο τελικός σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου. Αυτό που προσετέθη με την πτώση του Αδάμ ήταν τα Πάθη και ο Σταυρός του Χριστού. Ο άγιος Μάξιμος είναι χαρακτηριστικός στο σημείο αυτό όταν λέγη: "η μεν σάρκωσις εις την της φύσεως σωτηρίαν γέγονε, τα δε πάθη, προς λύτρωσιν των δια την αμαρτίαν τω θανάτω κατεχομένων".

Είναι γνωστόν από άλλη ανάλυση ότι ο Μ. Αθανάσιος, μιλώντας για την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, λέγει ότι αυτό έπρεπε να γίνη για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να μετατραπή το φθαρτό σε αφθαρσία και το θνητό σε αθανασία, πράγμα το οποίο δεν γινόταν με την απλή μετάνοια, αλλά με την πρόσληψη του θνητού και παθητού ανθρωπίνου σώματος από τον Θεό. Δεύτερον, για να ανακαινισθή ο άνθρωπος από τον Χριστό, αφού ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι το πρωτότυπο του ανθρώπου.

Η θεολογική αυτή θέση του Μ. Αθανασίου δεν βρίσκεται σε σοβαρή αντίθεση με τις θέσεις των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, που θα δούμε πιο κάτω, οι οποίοι κάνουν λόγο για το απροϋπόθετο της θείας ενανθρωπήσεως. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, γιατί ο Μ. Αθανάσιος στις αναλύσεις που κάνει έχει υπ’ όψη του τον συγκεκριμένο πεπτωκότα άνθρωπο, ομιλεί για την πτώση του ανθρώπου και την ανακαίνισή του. Θεολογεί με βάση την υπάρχουσα πραγματικότητα. Τον απασχολεί σοβαρά η ανακαίνιση και ανάπλαση του συγκεκριμένου ανθρώπου που έχει ενδυθή το θνητό και παθητό.

Δεύτερον, γιατί ομιλεί για το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως και της οικονομίας του Θεού, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Όταν κάνη λόγο για ενανθρώπηση και θέωση εννοεί την ενσάρκωση, τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση. Αυτό ενδιαφέρει τον Μ. Αθανάσιο και δεν προχωρεί σε άλλες αναλύσεις.

Επομένως, διαφορετικές είναι οι προϋποθέσεις του Μ. Αθανασίου και των άλλων αγίων Πατέρων που θα δούμε στην συνέχεια. Δεν ομιλούν για τα ίδια πράγματα. Πρέπει να έχουμε την δυνατότητα να εισχωρούμε στον "νού" της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, γιατί διαφορετικά θα κάνουμε λάθη.

 

[ ΠΑΝΩ ]

β) Η θέση του αγίου Νικοδήμου τού αγιορείτου για το απροϋπόθετο

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, αναλύοντας την πατερική διδασκαλία και στο συγκεκριμένο σημείο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού δεν ήταν συνέπεια της πτώσεως του ανθρώπου, αλλά ο αρχικός σκοπός της δημιουργίας του (απροϋπόθετος), γιατί δι’ αυτού του τρόπου έπρεπε και μπορούσε να φθάση στην θέωση. Αυτό φαίνεται ότι είναι σωστό όταν σκεφθούμε ότι δεν ήταν δυνατόν η πτώση του Αδάμ να "εξαναγκάση" τον Θεό να ενανθρωπήση, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να προσλάβη αιωνίως την ανθρώπινη φύση ο Χριστός, λόγω της πτώσεως του ανθρώπου. Τότε θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να γίνη η πτώση για να εξαναγκασθή ο Θεός να ενανθρωπήση και ότι τελικά η πτώση δεν ήταν κακό, αλλά ευλογία!

Το θεολογικό αυτό θέμα αναπτύσσει ο άγιος Νικόδημος σε μια εξαίρετη μελέτη του, που την τιτλοφορεί: "απολογία υπέρ του εν τω βιβλίω του Αοράτου Πολέμου κειμένου σημειώματος περί της Κυρίας ημών Θεοτόκου", η οποία μελέτη είναι πρότυπο θεολογικού λόγου. Ο άγιος Νικόδημος υπήρξε μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, γιατί αφομοίωσε σε μεγάλο βαθμό την πατερική διδασκαλία και την εκφράζει αποτελεσματικά και καρποφόρα.

Αφορμή για να γράψη την "απολογία" του στάθηκε μια φράση που υπήρχε στο βιβλίο "Αόρατος πόλεμος", που είχε τότε κυκλοφορήσει. Έγραφε: "Όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγινε δια το τέλος τούτο, ήτοι δια την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλιν η Κυρία Θεοτόκος έγινε δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν".

Ο λόγος αυτός ξένισε μερικούς θεολόγους της εποχής του, οι οποίοι διατύπωσαν σχετικές απορίες. Γι’ αυτό ο άγιος Νικόδημος γράφει στην αρχή της "απολογίας" του: "Επειδή τινες πεπαιδευμένοι, οι τη ιερά μάλιστα θεολογία σχολάζοντες, αναγινώσκοντες το σημείωμα το οποίον έχω περί της Κυρίας Θεοτόκου... απορούσι... απολογούμαι ενταύθα δια βραχέων εις λύσιν της απορίας των". Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο άγιος αρχίζει την "απολογία" του με πολλή ταπείνωση, χωρίς να κακολογήση ή να σχολιάση δυσμενώς τους θεολόγους αυτούς της εποχής του, που τον σχολίαζαν. Δεν προχωρεί στην διευκρίνιση με εμπάθεια, αλλά με σοβαρότητα και ψυχραιμία. Πραγματικά, τα θεολογικά θέματα προϋποθέτουν σοβαρό διάλογο, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να ενεργήση το Πανάγιο Πνεύμα.

Αφού αναφέρει όλα τα θεολογικά του επιχειρήματα, που θα δούμε στην συνέχεια, καταλήγει γράφοντας τα ακόλουθα: "Ικανά νομίζω ότι είναι τα ολίγα ταύτα εις απολογίαν παρά γε τοις ευγνώμοσι διαιτηταίς και αναγνώσταις του προρρηθέντος σημειώματός μου περί της Κυρίας Θεοτόκου, τους οποίους και παρακαλώ να μη με διαβάλλωσι παραλόγως, ου γαρ από γνώμης οικείας και δόξης τούτο εκείσε έγραψα, αλλ’ επόμενος τη δόξη των προρρηθέντων θεολόγων. Ει δε τινες ίσως εμπαθώς κινούμενοι (όπερ απεύχομαι) κατηγορούσί με, κατηγορείτωσαν μάλλον τον θεοφόρον Μάξιμον, τον Θεσσαλονίκης Γρηγόριον και τον μέγαν Ανδρέαν και τους λοιπούς, παρ’ ών εγώ την δόξαν ταύτην ηρανισάμην".

Το κείμενο αυτό είναι καταπληκτικό και δείχνει τον τρόπο αντιμετωπίσεως αναλόγων περιπτώσεων. Κατ’ αρχάς ο άγιος Νικόδημος ομιλεί με πολύ μεγάλη ευγένεια. Τους χαρακτηρίζει ευγνώμονας αναγνώστας και τους παρακαλεί να μη τον διαβάλλουν παραλόγως. Απεύχεται δε να κινούνται εμπαθώς οι κατηγορούντες. Καίτοι γνωρίζει ότι μάλλον έχουν εμπάθεια, εν τούτοις δεν το αναφέρει ρητά και κατηγορηματικά. Στην συνέχεια υπογραμμίζει ότι δεν εκφέρει δικές του απόψεις, αλλά εκθέτει την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας από τους οποίους ερανίσθηκε αυτήν την φράση.

Πρέπει στην συνέχεια να δούμε αναλυτικότερα την θεολογική άποψη του αγίου Νικοδήμου, σύμφωνα με την οποία "όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγινε δια το τέλος τούτο, ήτοι δια την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλι η Κυρία Θεοτόκος έγινε δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν", ότι δηλαδή η ενανθρώπηση του Χριστού ήταν ο αρχικός σκοπός και το τέλος της δημιουργίας. Αυτό σημαίνει ότι δι’ αυτού του τρόπου θα γινόταν η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Επομένως η ενανθρώπηση ήταν ανεξάρτητη της πτώσεως του Αδάμ.

 

[ ΠΑΝΩ ]

γ) Η θεία οικονομία ως το προηγούμενο θέλημα του Θεού

Για να στηρίξη αυτήν την άποψή του χρησιμοποιεί χωρία από την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας. Από την Αγία Γραφή χρησιμοποιεί κυρίως τρία χωρία. Το πρώτο από τις Παροιμίες, όπου λέγεται: "Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού, προ του αιώνος εθεμελίωσέ με εν αρχή, προ του την γήν ποιήσαι" (Παρ. η', 22-23). Το άλλο χωρίο είναι από την προς Κολασσαείς επιστολή του Αποστόλου Παύλου, όπου ονομάζεται ο Χριστός "πρωτότοκος πάσης κτίσεως". "Ός εστιν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως" (Κολ. α', 15). Επίσης αναφέρει και το χωρίο από την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, όπου λέγεται: "Ούς προέγνω και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του υιού αυτού, εις το είναι αυτόν πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς" (Ρωμ. η', 29).

Ερμηνεύοντας τα χωρία αυτά με βάση την διδασκαλία των αγίων Πατέρων λέγει ότι δεν αναφέρονται στην θεότητα, γιατί ο Λόγος ούτε κτίσθηκε από τον Θεό, ούτε είναι πρώτο των κτισμάτων, όπως έλεγε ο Άρειος, αλλά αναφέρονται στην ανθρωπότητα του Χριστού, την οποία "πρό παντός άλλου πράγματος προείδεν ο Θεός αρχήν των θείων του αϊδίων ορισμών, πρώτον πάντων των ποιημάτων". Έτσι, το μυστήριο της ενσάρκου Οικονομίας του Υιού και Λόγου του Θεού είναι αρχή όλων των οδών του Κυρίου, είναι πρώτο από όλα τα κτίσματα "καί ότι αυτό προωρίσθη προ του προορισμού πάντων των σωζομένων".

Είναι χαρακτηριστικό το χωρίο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού που στηρίζει αυτήν την άποψη. Θα παραθέσουμε μεγάλο τμήμα του χωρίου αυτού, γιατί έχει μεγάλη σπουδαιότητα και βαρύτητα. "Τούτό εστι το μέγα και απόκρυφον μυστήριον (δηλαδή το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως), τούτό εστι το μακάριον, δι’ ό τα πάντα συνέστησαν τέλος". Η ενανθρώπηση του Χριστού είναι το μεγάλο και απόκρυφο μυστήριο ένεκα του οποίου ο Τριαδικός Θεός συνέστησε όλο τον κόσμο. Και συνεχίζει ο άγιος Μάξιμος: "τούτό εστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, όν ορίζοντες είναί φαμεν προεπινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν τα πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα". Και αυτή η φράση είναι καταπληκτική, γιατί δείχνει ότι το μυστήριο της ενανθρωπήσεως είναι ο θείος σκοπός που προεπινοήθηκε από την αρχή της δημιουργίας των όντων και όλα έγιναν ένεκα αυτού του σκοπού και δεν συνέβη αυτό ένεκα κάποιου άλλου. Προηγείται, δηλαδή, η απόφαση της ενανθρωπήσεως. Βέβαια, αυτό πρέπει να εννοήται μέσα στην προοπτική ότι στον Θεό δεν υπάρχει χρόνος. Προχωρώντας δε ο άγιος Μάξιμος θα πη εκφραστικότατα: "πρός τούτο το τέλος αφορών τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας, τούτο κυρίως εστί το της προνοίας και των προνοουμένων πέρας, καθ’ ό εις τον Θεόν, η των υπ’ αυτού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις". Ο Θεός, δηλαδή, δημιούργησε τον κόσμο αποβλέποντας σε αυτόν τον σκοπό, αφού η ενανθρώπηση είναι το τέλος της προνοίας του Θεού και η ανακεφαλαίωση όλης της κτίσεως.

Το χωρίο αυτό του αγίου Μαξίμου είναι καταπληκτικότατο και χαρακτηριστικότατο και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήση ή να το ερμηνεύση διαφορετικά. Γιατί, αν εντάξη το χωρίο αυτό μέσα στην όλη θεολογική διδασκαλία του αγίου Μαξίμου, θα διαπιστώση ότι πράγματι η θέωση του ανθρώπου έγινε με την υποστατική ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο Πρόσωπο του Λόγου του Θεού. Έτσι, η Παναγία, από την οποία έλαβε την σάρκα ο Χριστός, ήταν κατάληξη όλης της δημιουργίας του κόσμου, νοητού και αισθητού. Ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας, ο μικρόκοσμος μέσα στον μεγαλόκοσμο. Ο υγιής και τέλειος καρπός του ανθρώπου είναι η Παναγία, η οποία έδωσε την σάρκα της στον Χριστό. Γι’ αυτό, μόνον δια του Χριστού γίνεται η ανακεφαλαίωση όλης της δημιουργίας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφερόμενος στην επιβεβαίωση του Πατρός κατά την στιγμή της Βαπτίσεως στον Ιορδάνη ποταμό, "ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός", λέγει ότι αυτή η φωνή φανερώνει ότι όλα όσα έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες και οι υιοθεσίες ήταν ατελή "καί ου κατά προηγούμενον του Θεού θέλημα ελέχθησαν και ετελέσθησαν, αλλά προς το νυν τέλος έβλεπον, και δια του νυν τελεσθέντος, κακείνα ετελειώθησαν". Στην συνέχεια λέγει ότι όχι μόνον τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και η καταβολή και δημιουργία του κόσμου απέβλεπαν στον Χριστό. Προχωρώντας υπογραμμίζει ότι και αυτή η δημιουργία του ανθρώπου απέβλεπε σε αυτόν τον σκοπό. Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού "ίνα δυνηθή ποτε χωρήσαι το αρχέτυπον". Εδώ ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κάνει σαφή διάκριση μεταξύ του προηγουμένου θελήματος του Θεού, που είναι η ευδοκία Του, το αγαθό και τέλειο θέλημα, και αυτό είναι η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, και του κατά παραχώρηση θελήματος του Θεού, που είναι η νομοθεσία της Παλαιάς Διαθήκης. Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού είναι το προηγούμενο θείο θέλημα καί, επομένως, είναι ανεξάρτητο από την πτώση του ανθρώπου.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, αναφέροντας αυτά τα χωρία, καταλήγει: "Ακούεις ότι ο Θεός δια τούτο εποίησε τον άνθρωπον κατ’ εικόνα εαυτού, ίνα δυνηθή να χωρέση το αρχέτυπον δια της ενανθρωπήσεως; Όθεν και σύνδεσμον του νοητού και αισθητού κόσμου, και ανακεφαλαίωσιν και επίλογον όλων των κτισμάτων έκτισεν ο Θεός τον άνθρωπον δια τούτον τον σκοπόν, ίνα ενωθείς μετ’ αυτού, ενωθή μεθ’ όλων των κτισμάτων, και ανακεφαλαιωθώσιν εν τω Χριστώ ουράνια και επίγεια, ως λέγει ο Παύλος, και κτίστης και κτίσις γένηται έν καθ’ υπόστασιν, κατά τον θεοφόρον Μάξιμον".

Το ότι η θεία Οικονομία, το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, είναι το προηγούμενο θέλημα του Θεού, φαίνεται και από το ότι ωφέλησε και τις αγγελικές τάξεις. Και ξέρουμε πολύ καλά ότι ο άνθρωπος αμάρτησε, όχι όμως οι άγγελοι που δοξάζουν αδιαλείπτως τον Θεό. Επειδή ωφελήθηκαν οι άγγελοι από την ενανθρώπηση, σημαίνει ότι πράγματι είναι το προηγούμενο αγαθό και τέλειο θέλημα του Θεού και όχι το κατά παραχώρησιν. Οι άγγελοι, κατά τον όσιο Νικήτα τον Στηθάτο, ήταν δυσκίνητοι στο κακό, αλλά, μετά την ενανθρώπηση, και ιδίως μετά την Ανάσταση του Χριστού, έγιναν ακίνητοι προς το κακό "ου φύσει, αλλά χάριτι". Απέκτησαν την ατρεψία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και έλαβαν το "απερίτρεπτον", κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Έτσι και ο άνθρωπος θα λάμβανε την θέωση, κατά χάριν, με την ενανθρώπηση του Χριστού, έστω κι αν δεν συνέβαινε η πτώση.

Βέβαια, και πάλι πρέπει να πούμε ότι οι Πατέρες δεν αντιμετώπιζαν το θέμα αυτό υποθετικά, γιατί αυτό είναι τρόπος σκέψεως της σχολαστικής θεολογίας, αλλά χρησιμοποιήσαμε αυτήν την υποθετική πρόταση για να τονίσουμε ιδιαιτέρως το θετικό του γεγονότος, ότι δια του Χριστού συντελείται η θέωση του ανθρώπου. Οι άγγελοι με την ενανθρώπηση του Χριστού, εκτός από την ατρεψία, γίνονται και χωρητικότεροι στην έλλαμψη των μυστηρίων.

Ο άγιος Νικόδημος χρησιμοποιεί και άλλο επιχείρημα για να δείξη ότι η ενανθρώπηση είναι η αρχαία βουλή, όπως την ονομάζει ο Προφήτης Ησαΐας, επειδή είναι αρχαία και πρώτη από όλες τις άλλες βουλές του Θεού. Στον Θεό υπάρχουν η ουσία, οι υποστάσεις και η ενέργεια. Η ενέργεια, με την οποία επικοινωνεί ο Θεός με τα κτίσματα, είναι εξωτέρα, η υπόσταση είναι ενδοτέρα και η ουσία είναι ενδοτάτη. "Κατά τα τρία ταύτα, τρεις καθολικάς σχέσεις έλαβεν επ’ αιώνος ο Θεός". Ο Πατήρ κοινωνεί κατ’ ουσίαν απ’ αιώνος με τον Υιό και το Πνεύμα, γεννώντας τον Υιό και εκπορεύοντας το Άγιον Πνεύμα. "Έλαβε σχέσιν να κοινωνηθή καθ’ υπόστασιν ο Υιός με την ανθρωπότητα, δι’ ήν σχέσιν προέγνω και προώρισε την μετ’ αυτής εν χρόνω πραγματικήν ένωσιν". Επίσης, "έλαβε σχέσιν απ’ αιώνος ο Θεός... να κοινωνηθή κατά την ενέργειαν με τα λοιπά κτίσματα, δι’ ήν σχέσιν προέγνω και προώρισε γενέσθαι πάντα τα νοητά και αισθητά κτίσματα". Επειδή η καθ’ υπόσταση σχέση είναι ενδοτέρα της κατ’ ενέργεια σχέσεως, γι’ αυτό και η πρόγνωση της καθ’ υπόσταση ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως που θα γινόταν στον κατάλληλο καιρό, είναι προηγούμενη και αιτιώδης της κατ’ ενέργειαν ενώσεως.

Αυτό φαίνεται και από τους λόγους των αγίων Πατέρων προς την Παναγία, που είναι το πρόσωπο που υπηρέτησε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως, δίνοντας την σάρκα της για να γίνη αυτή η καθ’ υπόσταση ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι’ αυτό ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης, αναφερόμενος στην Παναγία, θα πη μεταξύ των άλλων: Η Θεοτόκος είναι "τό πέρας ών προς ημάς έθετο διαθηκών ο Θεός, τούτο η φανέρωσις των αποκρύφων της θείας ακαταληψίας βυθών, ούτος ο σκοπός ο προεπινοηθείς των αιώνων τω ποιητή των αιώνων, αύτη των θείων χρησμών η κορωνίς, αύτη η άρρητος και υπεράγνωστος της προανάρχου περί τον άνθρωπον κηδεμονίας βουλή".

Η θεολογική αυτή άποψη γίνεται αποδεκτή αν σκεφθούμε ότι ο Χριστός είναι η αρχή, η μεσότης και το τέλος της δημιουργίας του κόσμου και της θεώσεως του ανθρώπου. Μόνον μέσα από αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε ότι το μυστήριο της ενανθρωπήσεως είναι ανεξάρτητο της πτώσεως του ανθρώπου. Λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός "καί αρχή και μεσότης και τέλος πάντων εστί των αιώνων, των τε παρελθόντων και όντων και εσομένων". Και ερμηνεύοντας ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης λέγει ότι το μυστήριο αυτό είναι "αρχή" των κτισμάτων, γιατί ο προορισμός του μυστηρίου έγινε αρχή και αιτία προγνώσεως και δημιουργίας όλων των κτισμάτων. Είναι "μεσότης", γιατί "εχάρισε πλήρωσιν εις την πρόγνωσιν του Θεού" και έτσι εχάρισε ατρεψία στους αγγέλους και αθανασία, αφθαρσία και σωτηρία στους ανθρώπους. Είναι δε ακόμη "τέλος", γιατί το μυστήριο αυτό "έγινε και εις αγγέλους και εις ανθρώπους και εις όλην την κτίσιν τελείωσις και θέωσις και δόξα και μακαριότης".

 

[ ΠΑΝΩ ]

δ) Συμπεράσματα

Μετά την ανάλυση αυτής της θεολογικής θέσεως ο άγιος Νικόδημος καταλήγει σε δύο συμπεράσματα.

Το πρώτον, ότι "απαραιτήτως έπρεπε να γίνη το μυστήριον της ενανθρωπήσεως, κατά πρώτον μεν και κύριον και καθ’ αυτό λόγον, διότι το μυστήριον αυτό ήτο προηγούμενον θέλημα Θεού, καθώς είπομεν μετά του Θεσσαλονίκης Γρηγορίου, πρώτιστον κινητικόν αίτιον έχον την άπειρον και ουσιώδη και υπεράγαθον αγαθότητα του Θεού, μάλλον δε αυτόν τον ενδότατον πυθμένα της πατρικής αγαθότητος, ως είπεν ο θεοφόρος Μάξιμος, κατά δεύτερον δε λόγον, και διότι αυτό ήτον αναγκαίον εις όλα τα κτίσματα, νοητά και αισθητά, ως αρχή αυτών και μέσον και τέλος ως απεδείχθη".

Το δεύτερον, ότι "καί η Κυρία Θεοτόκος, ως προσεχέστατον και άμεσον μέσον και συναίτιον αναγκαίον του τοιούτου μυστηρίου (η γαρ του Χριστού σάρξ, της Μαρίας εστί σάρξ, κατά τον ιερόν Αυγουστίνον), προεγνώσθη και προωρίσθη υπό του Θεού προ των άλλων κτισμάτων, τα δε άλλα κτίσματα προωρίσθησαν και εγένοντο δι’ αυτήν, επειδή αυτός είναι ο προεπινοηθείς σκοπός του Θεού, ταυτόν ειπείν, το τέλος, δι’ ό τα άλλα εγένοντο, ως είπεν ανωτέρω ο ιερός Ανδρέας".

Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι όσα αναπτύξαμε εδώ, βασιζόμενοι στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων αναφέρονται σε θεωρητικά θέματα, που δεν έχουν σχέση με την πνευματική ζωή. Αυτό όμως είναι λάθος, γιατί το δόγμα έχει βαθειά και στενή σχέση με την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Η αλήθεια αυτή καταδεικνύεται στην θεολογική αυτή διδασκαλία.

Με όσα είδαμε φαίνεται ότι ο Λόγος του Θεού ενηνθρώπησε όχι για να εξιλεώση την θεία δικαιοσύνη, όπως λέγουν οι δυτικοί θεολόγοι, αλλά για να θεώση την ανθρώπινη φύση, από αγάπη και φιλανθρωπία. Η εξιλέωση της θείας δικαιοσύνης δίνει μια νομικιστική διάσταση στην πνευματική ζωή, γιατί δείχνει ότι όλη η άσκηση που κάνουμε αποβλέπει στο να εξιλεώσουμε τον Θεό. Όμως, δεν έχει ανάγκη θεραπείας ο Θεός, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη θεραπείας. Γι’ αυτό, η ενανθρώπηση του Χριστού ήταν το προηγούμενο θέλημα του Θεού, ο τελικός σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου. Δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να φθάση στην κοινωνία με τον Θεό, αν δεν υπήρχε η καθ’ υπόσταση ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως στον Χριστό. Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Δεν θα μπορούσε το κτιστό να ενωθή με το άκτιστο, αν δεν υπήρχε αυτή η καθ’ υπόσταση ένωση κτιστού και ακτίστου στο Πρόσωπο του Χριστού. Εκείνο που προστέθηκε με την πτώση του ανθρώπου είναι τα Πάθη, ο Σταυρός, ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού. Και αυτά, βέβαια, εξηγούνται από το ότι ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του προσέλαβε άκρως καθαρά ανθρώπινη φύση, αλλά πάντως θνητή και παθητή.

Θεωρώ χρέος μου να καταλήξω με το ότι ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, όπως φάνηκε και από αυτά τα λίγα που αναφέραμε, είναι ένας μεγάλος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, που ευρίσκεται μέσα στην πατερική και εκκλησιαστική παράδοση. Είναι ένας ορθόδοξος θεολόγος που βλέπει την σωτηρία του ανθρώπου μέσα από την θεραπεία και μέσα από ορθόδοξες προϋποθέσεις. Αν υπάρχουν μερικοί που βλέπουν διαφορετικά τα πράγματα, είναι γιατί δεν γνωρίζουν την διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου, τον διαβάζουν αποσπασματικά και μέσα από δικές τους προϋποθέσεις. Και σε αυτούς ο άγιος επαναλαμβάνει τους λόγους του, που απηύθυνε στους τότε κατηγόρους του:

"παρακαλώ να μη με διαβάλλωσι παραλόγως, ου γαρ από γνώμης οικείας και δόξης τούτο εκείσε έγραψα, αλλ’ επόμενος τη δόξη των προρρηθέντων θεολόγων. Ει δε τινες ίσως εμπαθώς κινούμενοι (όπερ απεύχομαι) κατηγορούσί με, κατηγορείτωσαν μάλλον τον θεοφόρον Μάξιμον, τον Θεσσαλονίκης Γρηγόριον και τον μέγαν Ανδρέαν και τους λοιπούς, παρ’ ών εγώ την δόξαν ταύτην ηρανισάμην. Αρχής χορηγώ και τέλους δόξα πρέπει".

Νοέμβριος 1992

 

Publishing List Homepage
Α'
Β'
  1  ·  2 ·  3 ·  4 ·  5 ·  6 ·   7  ·  8 ·  9 ·   10  ·  11 ·   12    1 ·  2   3    4  ·  5 ·   o  
ΟΙ ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
© HydroGraphiX. E-mail: "ΠΕΛΑΓΙΑ".