Publishing List Homepage
ΟΣΟΙ ΠΙΣΤΟΙ
  o  ·   Α'  
  Β'     Γ'  ·   Δ'  

© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος

Β'. ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

[ ΠΑΝΩ ]

1. Το δόγμα του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος

Η θεία Χάρη είναι Χάρη του Τριαδικού Θεού, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, γιατί η σωτηρία του ανθρώπου είναι κοινή ενέργεια της Παναγίας Τριάδος, αφού, κατά τους αγίους Πατέρας, "αγιασμός και θέωσις αγγέλων και ανθρώπων η γνώσις της Αγίας Τριάδος" (όσιος Θαλάσσιος). Αυτή η Χάρη είναι σωτήριος πάσιν ανθρώποις" (Τιτ. β’, 11)34α.

Έτσι, το θέμα της Χάριτος του Θεού και συγκεκριμένως του Τριαδικού Θεού είναι θέμα ζωής και θανάτου για την Ορθοδοξία.

* * *

Είναι βασική διδασκαλία της Εκκλησίας, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Επομένως εμείς οι Ορθόδοξοι δεν πιστεύουμε μόνον στον Χριστό, αλλά στον Τριαδικό Θεό. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του είναι κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Στους αγίους Πατέρας υπάρχει η εξής φράση: "Ο Πατήρ δι’ Υιού εν Πνεύματι Αγίω ποιεί τα πάντα". Ο Πατήρ γεννά προαιωνίως τον Υιό και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα.

Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Τριαδικού Θεού, και όπως ο Θεός είναι Νούς, Λόγος και Πνεύμα έτσι και ο άνθρωπος, ως "εικών" Του, έχει νού, λόγο και πνεύμα, που ζωοποιεί σώμα, γι’ αυτό στον άνθρωπο το κατ’ εικόνα είναι ισχυρότερο από το κατ’ εικόνα των αγγέλων. Επίσης ο Χριστός ενηνθρώπησε "ευδοκία του Πατρός και συνεργεία του Αγίου Πνεύματος". Με το Άγιο Πνεύμα αξιωνόμαστε να ομολογήσουμε τον Χριστό Κύριο και δια του Χριστού προσαγόμαστε προς τον Πατέρα. Η γέννησή μας στο ευλογημένο Σώμα του Χριστού γίνεται με την ενέργεια του Τριαδικού Θεού: "Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος". Και η αιώνια ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μετοχή στην Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

* * *

Αυτά που ελέχθησαν δεν είναι θέμα νοητικής συλλήψεως, ούτε απλώς θέμα μιας διανοητικής επεξεργασίας ή παραδοχή μιας "θεωρητικής" διδασκαλίας, που συναντούμε σε όλες τις θρησκείες. Άλλωστε ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αλλά ζωή. Έτσι, το μυστήριο της Αγίας Τριάδος δεν είναι θέμα προοδευτικής ανακαλύψεως του ανθρώπου, αλλά θέμα αποκαλύψεως του Ίδιου του Θεού στον άνθρωπο. Στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε την προσπάθεια του Θεού να αποκαλύψη το Τριαδικό των Υποστάσεών Του. Τελικά όμως η τελεία φανέρωση έγινε με την ενανθρώπηση του Λόγου. Στον Ιορδάνη ποταμό ο Υιός βαπτίζεται, ο Πατήρ βεβαιώνει την αγάπη Του προς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα παρίσταται "ωσεί περιστερά". Το ίδιο έγινε και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Εκεί φανερώθηκε η θεότητα του Χριστού, ο Πατήρ βεβαίωσε την αγάπη Του προς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα ήταν η φωτεινή νεφέλη που επεσκίασε τους Μαθητές. Ο Κύριος αποκάλυψε το Τριαδικό του Θεού, αφού, κατά τους Πατέρας, αυτός είναι ένας από τους σκοπούς της ενανθρωπήσεως του Χριστού, αλλά τελικά οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, "πληρωθέντες" από το Πανάγιο Πνεύμα, βεβαιώθηκαν περί του Τριαδικού του Θεού. Γι’ αυτό έκτοτε στην Εκκλησία ψάλλουμε: "Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον".

Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι αυτό το δόγμα, όπως και όλα τα άλλα (ουσιαστικά όρια ζωής και θανάτου) δεν είναι αφηρημένη στοχαστική διδασκαλία, αλλά έκφραση της ζωής της Εκκλησίας. Και όπως αποκαλύφθηκε από τον Χριστό, έτσι και η γνώση του μεγάλου αυτού μυστηρίου είναι θέμα αποκαλύψεως. Ευρισκόμενος ο άνθρωπος "εν τη αποκαλύψει" βεβαιώνεται για την υποστατική αρχή του Είναι του Θεού και ακόμη ο ίδιος εισέρχεται στην υποστατική οδό. Με την Χάρη του Θεού αποκτά αγάπη για όλο τον κόσμο, εισέρχεται από αγάπη σε άλλες ανθρώπινες υποστάσεις, αισθάνεται την ενότητα του ανθρωπίνου γένους και τότε νοιώθει οπωσδήποτε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, ακριβώς γιατί είναι αγάπη.

Άρα δεν μπορούμε με παραδείγματα και εξωτερικές αποδείξεις να γνωρίσουμε τον Θεό, αλλά με την εσωτερική μας αναγέννηση, την κοινωνία με τον Θεό, με άλλα λόγια ζώντας "εν τη αποκαλύψει". Τα διάφορα παραδείγματα μπορούν να βοηθήσουν στην έκφραση αυτής της εσωτερικής πνευματικής εμπειρίας.

* * *

Οι περισσότεροι από μας έχουμε τρομερή αδυναμία προσπελάσεως σε αυτό το μυστήριο. Η αδυναμία αυτή έγκειται σε παράγοντες που δυστυχώς κυριαρχούν σήμερα μέσα μας και γύρω μας. Είμαστε εσωτερικά αποδιοργανωμένοι, αλλοτριωμένοι, διεσπασμένοι, και εξωτερικά απομονωμένοι. Πώς μπορούμε να έχουμε επαφή με το μυστήριο αυτό, όταν ζούμε ατομικά και όχι προσωπικά, όταν ζούμε για τον εαυτό μας και όχι για τους άλλους; Πώς μπορούμε να έχουμε απαίτηση να αποκτήσουμε γνώση της υποστατικής αρχής, όταν κλεινόμαστε στον εαυτό μας, όταν είμαστε απορροφημένοι από τις πληγές των παθών μας, όταν αγαπούμε το εγώ μας, τον εαυτό μας, που συνιστά την πραγματική κόλαση;

Έτσι Κόλαση είναι να αγαπά κανείς τον εαυτό του, ενώ Παράδεισος είναι η έξοδος από τον εαυτό μας και η περιχώρηση με αγάπη και από αγάπη στην ζωή των άλλων. Γι’ αυτό, όταν με την μετάνοια και γενικά με την εκκλησιαστική ζωή απαλλασσόμαστε από τα πάθη και παύουμε να ζούμε εγωκεντρικά, όταν φθάσουμε στην εμπειρία της Πεντηκοστής, τότε μπορούμε να βιώσουμε τον Θεό ως Πρόσωπο και μάλιστα μπορούμε να βιώσουμε την "Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον".

Το κλειδί αυτού του μυστηρίου βρίσκεται στην φράση του Χριστού: "εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν (Ιω. ιδ', 23). Η αγάπη προς τον Χριστό και η τήρηση των αγίων Του εντολών μας καθιστούν κατοικητήρια του Τριαδικού Θεού, και επομένως γνώστες του υπερλόγου μυστηρίου, προσκυνητές της υπερθέου θεότητος και αιώνια σωσμένους.

 

[ ΠΑΝΩ ]

2. Ο Τριαδικός Θεός

Ο Θεός και όλη η αλήθεια περί Θεού δεν είναι μια ανακάλυψη του ανθρώπου, αλλά αποκάλυψη** του Ίδιου του Θεού σ’ εκείνους που είναι άξιοι της αποκαλύψεως. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στην Αγία Γραφή και στους βίους των αγίων, οι οποίοι (άγιοι) είναι "επιστολή Χριστού". Ο Θεός αποκαλυπτόμενος στον άνθρωπο, του χαρίζει την γνώση και αυτή η γνώση του Θεού συνεπάγεται την σωτηρία του ανθρώπου. Ο Κύριος είπε στους Ιουδαίους: "εάν μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμί, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών" (Ιω. η', 24). Δηλαδή η παρουσία του Χριστού ως "εγώ ειμί" είναι η πραγματική ζωή για τον άνθρωπο, ενώ η άγνοια του Θεού συνιστά τον θάνατο του ανθρώπου. Στην Σαμαρείτισσα ο Κύριος αποκάλυψε τον Εαυτό Του και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σωτηρία της36.

Στην συζήτηση που είχε ο Χριστός με την Σαμαρείτιδα γυναίκα στην πηγή του Ιακώβ αποκάλυψε τον τρόπο της αληθινής λατρείας του Θεού. Ο Θεός είναι πνεύμα και εκείνοι που Τον προσκυνούν πρέπει να Τον προσκυνούν "εν πνεύματι και αληθεία" (Ιω. δ’, 23). Ο λόγος αυτός έχει μεγάλο βάθος.

* * *

Κατά την πατερική ερμηνεία εδώ παρουσιάζεται ο Τριαδικός Θεός. Γνωρίζουμε ότι ο Χριστιανικός Θεός δεν είναι μονάς ή δυάς αλλά Τριάς. Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Στην θεία Λειτουργία ομολογούμε: "Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον". Ο Θεός Πατήρ είναι "Πατήρ αυτοαληθείας, δηλονότι του μονογενούς Υιού και πνεύμα αληθείας έχει το Πνεύμα το άγιον" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Επομένως ο Θεός γνωρίζεται και προσκυνείται εν τω Χριστώ που είναι η Αλήθεια και εν Αγίω Πνεύματι που είναι το Πνεύμα της Αληθείας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται δια του Υιού.

Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που συνοψίζει την διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Πατήρ είναι ο Λέγων, ο Υιός είναι ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα είναι το Εμφύσημα της δημιουργίας. Ο Λέγων φανερώνει τον Λόγο, ο Λόγος φανερώνει τον Λέγοντα και το Άγιον Πνεύμα "εκφανέν και δοθέν" φανέρωσε το καθ’ υπόσταση τριαδικό του Θεού. Η φανέρωση της Αγίας Τριάδος, κατά τον αγιορείτη άγιο, είναι μεν κοινή, συγχρόνως δε σταδιακή, λόγω της ανθρωπίνης αδυναμίας. Γι’ αυτό ο Κύριος στο μέσον περίπου της δράσεώς Του εκήρυξεν ότι Αυτός είναι Υιός του Θεού και προς το τέλος αποκάλυψε το Άγιον Πνεύμα και τα περί της αποστολής Του. Και αυτό, γιατί οι άνθρωποι ήταν αδύναμοι να αντιληφθούν το τριαδικό του Θεού.

Η προσαγωγή μας στον Πατέρα γίνεται δια του Υιού: "Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού" (Ιω. ιδ', 6). Και η κοινωνία με τον Χριστό γίνεται δια του Παναγίου Πνεύματος, διότι κανείς δεν μπορεί να δη τον Χριστό άνευ του Αγίου Πνεύματος, αφού "ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω (Α' Κορ. ιβ', 3). Κατά τον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο ο Πατήρ είναι η οικία: "εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισίν" (Ιω. ιδ', 2). Ο Υιός είναι η θύρα δια της οποίας εισερχόμεθα στην οικία: "Εγώ ειμί η θύρα, δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει" (Ιω. ι', 9). Και το Άγιον Πνεύμα είναι το κλειδί δια του οποίου ανοίγουμε την θύρα.

* * *

Πρέπει να σημειωθή και να υπογραμμισθή ότι η Εκκλησία είναι ο πραγματικός τόπος Θεοφανείας. Και όταν ζούμε αληθινά μέσα στην Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού ("εν αληθεία") και όταν δεχόμαστε ενέργειες του Αγίου Πνεύματος ("εν Πνεύματι"), τότε είμαστε αληθινοί προσκυνηταί του Θεού, αποκτούμε την Θεογνωσία και γευόμαστε την σωτηρία. Αυτό φαίνεται και από το ότι η Εκκλησία λέγεται Ορθοδοξία και αυτή άλλωστε είναι η πραγματική Εκκλησία. Ορθοδοξία σημαίνει ορθή δόξα, δηλαδή ορθή διδασκαλία και ορθή δοξολογία του Τριαδικού Θεού. Όπου υπάρχει ανόθευτη πίστη, εκεί υπάρχει πραγματική λατρεία και για να είναι αληθινή η λατρεία πρέπει να συνδέεται με την ανόθευτη διδασκαλία.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σήμερα που βιώνουν ένα "θεό" ή επιδιώκουν με πάθος και μεγάλη επιθυμία την συνάντηση με τον Θεό. Παρατηρούμε ότι σήμερα υπάρχει μια μεγάλη στροφή στο θέμα αυτό και έχει χαρακτηριστικά ειπωθή ότι ο αιώνας που μας έρχεται (21ος) θα είναι αιώνας της θρησκείας. Οι σύγχρονοι άνθρωποι κουρασμένοι από τις άσκοπες αναζητήσεις και τις τρομακτικές διαψεύσεις, ζώντας μέσα στην κόλαση της απελπισίας τους, αναζητούν κάτι το αυθεντικό. Αλλά στην νέα αυτή αναζήτηση μπορούν να διαπραχθούν καινούρια λάθη, να παρουσιασθούν καινούριοι ψευδομεσίες που θα επιτείνουν το χάσμα και την απογοήτευση των ανθρώπων. Γι’ αυτό πρέπει να διακηρύσσεται σε κάθε κατεύθυνση η μεγάλη αλήθεια, ότι η αναζήτηση του Θεού έξω από τον Χριστό, η αναζήτηση του Χριστού έξω από την Εκκλησία, η ζωή στην Εκκλησία χωρίς τις ελλάμψεις του Παναγίου Πνεύματος και η Εκκλησία έξω από την Ορθοδοξία, οδηγούν στην πλάνη και ανοίγουν τον δρόμο για καινούριες οδυνηρές περιπέτειες.

* * *

Στους σύγχρονους αυτούς αποκαλυπτικούς καιρούς εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε αυξημένες ευθύνες. Έχουμε καθήκον να γευόμαστε το "ύδωρ το ζών" που υπάρχει στην Εκκλησία, να γινόμαστε ενεργήματα του Παναγίου Πνεύματος, ώστε και τον εαυτό μας να ειρηνεύουμε, αλλά και να βοηθήσουμε αυτούς που έχουν ανάγκη, όταν ο Θεός θελήση. Να γίνουμε αληθινοί προσκυνητές, όντες κατοικητήρια της Παναγίας Τριάδος, διότι "πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν Πνεύματι (εν Αγίω Πνεύματι) και αληθεία (εν Χριστώ) δει προσκυνείν" (Ιω. δ’, 24).

 

[ ΠΑΝΩ ]

3. Ο Ουράνιος Πατήρ

Οι άγιοι Πατέρες από την προσωπική τους πείρα έχουν διδάξει ότι υπάρχουν δύο είδη πίστεως. Η μία είναι η πίστη εξ ακοής και η άλλη είναι η πίστη εκ θεωρίας. Η δεύτερη έχει μεγαλύτερη αξία, γιατί είναι μια προσωπική γνώση του Θεού. Μη υπαρχούσης όμως αυτής της πίστεως ή για να φθάση κανείς σε αυτήν είναι ανάγκη να πιστεύη στην διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και όλων των αγίων. Ενώ για τους έξω της Εκκλησίας ανθρώπους ισχύει το "μέτρον πάντων ο άνθρωπος" για τους Χριστιανούς ισχύει το "μέτρον πάντων ο Θεάνθρωπος". Έτσι τα όσα λέγονται, στη Αγία Γραφή είναι αποκάλυψη του Χριστού και εμπειρία όλων των αγίων, γι’ αυτό και πρέπει να γίνουν και από μας πιστευτά. Για τους αγίους δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ο Θεός διευθύνει προσωπικά τον κόσμο. Εμείς όμως, αφού δεν διαθέτουμε τέτοια πνευματική κατάσταση είναι ανάγκη να πιστεύουμε στον λόγο του Θεανθρώπου και στην εμπειρία των αγίων. Οι Χριστιανοί έχουν Βιβλικοπατερική σκέψη. Σκέπτονται κατά Χριστόν38.

* * *

Ο Θεάνθρωπος Χριστός τονίζει στην επί του Όρους ομιλία Του ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. "Ο πατήρ υμών ο ουράνιος" (Ματθ. στ’, 26) είπε. Αυτή είναι μια ανθρωπομορφική εικόνα που χρησιμοποιείται για να φανερώση την αγάπη και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Θεού για μάς. Η αλήθεια αυτή είναι μια μεγάλη αποκάλυψη.

Ξέρουμε ότι στην προ του Χριστού εποχή ο Θεός εθεωρείτο ότι ήταν ένας απλός κυβερνήτης, που βρίσκεται πέρα από τα ανθρώπινα και φροντίζει για την διαφύλαξη της ηθικής τάξεως. Όταν ο άνθρωπος παραβαίνη αυτήν την τάξη ο Θεός τον τιμωρεί. Ο Χριστός όμως μας φανέρωσε ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας που φροντίζει για μάς.Μας έμαθε έτσι να προσευχόμαστε σε Αυτόν: "Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς... ελθέτω η Βασιλεία Σου" (Ματθ. στ', 9-10), Μέσα στην Εκκλησία ζωογονούμενοι από την Χάρη του Θεού και μεταμορφούμενοι αποκτούμε την υιοθεσία και κράζουμε "αββά ο πατήρ". "Ότι δε εστέ υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον, αββά ο πατήρ. ώστε ουκέτι εί δούλος, αλλ’ υιός, ει δε υιός και κληρονόμος Θεού δια Χριστού" (Γαλ. δ', 6-7).

Η υιοθεσία συνδέεται με την αναγέννηση του ανθρώπου. Έτσι η πνευματική ζωή, όταν εξασκήται σωστά οδηγεί τον άνθρωπο στο να συνδεθή και να αισθανθή τον Θεό πατέρα του. Περνά μέσα από την κατάσταση του δούλου, του μισθωτού και φθάνει στην κατάσταση του υιού, που εφαρμόζει το θέλημα του Θεού, όχι για να αποφύγη την τιμωρία, ούτε για να απολαύση τον Παράδεισο, αλλά από αγάπη στον Πατέρα του.

* * *

Η διδασκαλία ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας είναι στενά συνδεδεμένη με την δημιουργία μας, την αναδημιουργία μας και την σχέση μας μαζί Του. Είναι βασική διδασκαλία της Ορθοδοξίας ότι, όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν, έτσι διευθύνει και ζωοποιεί τον κόσμο χωρίς κτιστά μέσα, αλλά με τις άκτιστες ενέργειές Του, που λέγονται Πρόνοια Θεού. Άρα δεν υπάρχουν οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, αλλά οι πνευματικοί λόγοι. Και όπου υπάρχει μια αναλλοίωτη φυσική κατάσταση πρέπει να ερμηνευθή ως πιστότητα της θείας Προνοίας.

Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι μία είναι η ουσία του Θεού, αλλά οι ενέργειές Του πολλές. Όπως η ουσία Του είναι άκτιστη (θεία), το ίδιο και οι ενέργειές Του. Αλλά η μεν ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, οι δε ενέργειές Του μεθεκτές. Όλος ο κόσμος μετέχει στις ενέργειες του Θεού. Τα άψυχα στην ουσιοποιό ενέργεια του Θεού. Τα φυτά και τα ζώα στην ζωοποιό, οι άνθρωποι, έχοντας ψυχή, στην σοφοποιό και οι άγγελοι μαζί με τους αγίους στην αγιοποιό ή θεοποιό ενέργεια του Θεού. Ο κάθε ένας ανάλογα με την δεκτικότητα δέχεται ανάλογη Χάρη39.

Ο Κύριος διδάσκει ότι ο Θεός τρέφει τα πετεινά του ουρανού. Αυτός αυξάνει τα κρίνα του αγρού, Αυτός τα στολίζει τόσο όμορφα. Επομένως όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα της φύσεως, αλλά του λόγου του Θεού, που ενεργεί από την ημέρα που τα έφερε στην ζωή.

Αυτήν την διδασκαλία την βλέπουμε και στην Παλαιά Διαθήκη. Σε κάθε εσπερινό κατά την ανάγνωση του Προοιμιακού ψαλμού (103) ομολογούμε ότι ο Θεός εξαποστέλλει τις πηγές να ρέουν μέσα στα φαράγγια, Αυτός ποτίζει τα όρη με τις βροχές, Αυτός βλαστάνει από την γη χορτάρι για να φάγουν τα κτήνη. Τα μικρά των λιονταριών βρυχώνται και φωνάζουν στον Θεό να τους στείλη τροφή και όλα τα ζώα περιμένουν από τον Θεό να τους δώση την τροφή κλπ.

Επίσης είναι γνωστό ότι στο θαύμα που έγινε στην Κανά, ο Χριστός μετέτρεψε το νερό σε κρασί. Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο Χριστός, που μετατρέπει στις ρίζες της αμπέλου, το νερό σε οίνο, Αυτός είναι εκείνος που κάνει τώρα το θαύμα. Το να βλέπη κανείς όμως σε όλη την φύση τις ενέργειες (τούς λόγους) του Θεού, αυτό είναι και λέγεται θεωρία κατ’ επιβολήν. Έτσι, λοιπόν, καθαροί άνθρωποι, που εξασκούνται στην νοερά προσευχή, έρχονται σε κοινωνία με τους λόγους των όντων και αισθάνονται ενότητα με όλη την κτίση.

* * *

Από αυτά τα λίγα βγαίνουν δύο πράγματα που πρέπει σαν Ορθόδοξοι να έχουμε υπ’ όψη.

Πρώτον. Αφού ο Χριστός είναι Θεός σώζει τον άνθρωπο με τις άκτιστες ενέργειές Του. Επομένως όχι μόνον ο Χριστός είναι Θεός, αλλά και οι ενέργειές Του είναι θείες. Το αντίθετο, η ιδέα, δηλαδή, ότι η Χάρη του Θεού είναι κτιστή, μας οδηγεί σε μεγάλη πλάνη, στην ίδια την αίρεση του Αρείου, αφού αρνούμαστε την δυνατότητα της σωτηρίας. Δυστυχώς σε αυτό το ολίσθημα έχουν πέσει οι Λατίνοι. Αν διαβάσουμε τα έργα του Θωμά Ακινάτου, που θεωρείται ο μεγαλύτερος θεολόγος της Παπικής "Εκκλησίας", θα δούμε ότι πολλές φορές γίνεται λόγος για κτιστή Χάρη, για κτιστή αγάπη κλπ. Αυτό όμως είναι ένας σύγχρονος αρειανισμός, που μεταβάλλει την πίστη σε ορθολογισμό και οδηγεί την Εκκλησία στον αγνωστικισμό. Εμείς οι Ορθόδοξοι είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην δυτική "Εκκλησία", διότι δεν έχει ακόμη αποβάλλει την αιρετική ιδέα ότι η Χάρη του Θεού είναι κτιστή.

Δεύτερον. Ο Μέγας Αθανάσιος όταν υποστήριζε ότι ο Χριστός είναι Θεός και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς όταν ομολογούσε ότι οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες (θείες), στηριζόταν στην προσωπική κοινωνία με τον Χριστό. Εκτός από την αναφορά στους Προφήτας, στους Αποστόλους, στους προηγουμένους Πατέρας, προσέθεταν και την δική τους προσωπική μαρτυρία. Δηλαδή, επειδή είχαν φθάσει στην κατάσταση της θεωρίας και της θέας του Θεού, είχαν την πραγματική γνώση περί Αυτού και αυτήν ομολογούσαν. Επομένως, οι άγιοι Πατέρες αποτελούν το εχέγγυο της γνήσιας ερμηνείας της αποκαλύψεως, επειδή οι ίδιοι δέχθηκαν την αποκάλυψη, ενώ οι αιρετικοί που στηρίζονται περισσότερο στον στοχασμό και όχι στην προσωπική αποκάλυψη του Θεού, δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ορθόδοξα (δηλαδή αληθινά) την Αγία Γραφή.

Γι’ αυτό και μείς εάν συνδεόμαστε με συγχρόνους αγίους Πατέρας, που έχουν προσωπική γνώση του Θεού39α, θα έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα ότι βαδίζουμε τον δρόμο της Ορθοδοξίας μακρυά από στοχασμούς, φιλοσοφίες και ατομικές θεωρίες που ανοίγουν τον δρόμο της αιρέσεως.

* * *

Τα όσα αναφέραμε με απλά λόγια είναι πολύ σπουδαία για την αποφυγή διαφόρων πεπλανημένων διδασκαλιών, που κυριαρχούν στον σημερινό κόσμο. Τέτοιες είναι ο αγνωστικισμός, που θεωρεί τον Θεό απροσπέλαστο, ανύπαρκτο και επομένως άγνωστο. Επίσης ο πανθεϊσμός που ταυτίζει τον Θεό με τα κτίσματα, αφού δεν διακρίνει την ουσία από τις ενέργειές Του. Ακόμη ο μανιχαϊσμός (παλαιά αίρεση) που θεωρεί την ύλη απόβλητη και αμαρτωλή, από την οποία ο άνθρωπος πρέπει να απαλλαγή. Αυτό όμως είναι καθαρά αίρεση. Έπειτα είναι η ειδωλολατρεία με πολλές μορφές, που θεοποιεί την ύλη, την αναβιβάζει στην θέση του Θεού και έχουμε σήμερα διαφόρους φυσιολατρικούς ομίλους, που εκφράζουν αυτήν την νοοτροπία. Ακόμη είναι η φυσιοκρατία, που πιστεύει στην δύναμη που έχει η φύση αυτή καθ’ εαυτή.Μας λένε: "η φύση ξέρει...". Ισχυρίζονται ότι οι σεισμοί είναι ενέργεια της φύσεως. Και εμείς με την διδασκαλία αυτή αποφεύγουμε την κακή ερμηνεία, που δίνουμε συνήθως στην οργή και τιμωρία του Θεού. Ο Θεός δεν οργίζεται και δεν τιμωρεί. Είναι Πατέρας μας. Αλλά εμείς αυτοτιμωρούμαστε, διότι δεν λαμβάνουμε την Χάρη του Θεού, επειδή απομακρυνόμαστε από την ζωοποιό και αγιοποιό ενέργεια του Θεού.

Για τον Ορθόδοξο, που έχει φωτισμένο νού, όλα είναι φωτεινά, καθαρά. Λατρεύει τον Θεό, αγαπά την φύση, ως δώρο του Θεού και "θεωρεί" τον Θεό Πατέρα του, που φροντίζει την σωτηρία του. Αισθάνεται την αγάπη του Θεού και δεν ξέρει τί πρέπει να κάνη για να ανταποκριθή πλήρως στην μεγάλη Του αγάπη. Το μόνο που κάνει είναι να εγκαταλείπη όλη την ζωή του σε Αυτόν και να Τον υμνή διαρκώς39α.

 

[ ΠΑΝΩ ]

4. Η θεολογία της απλότητας

Σήμερα όλοι μας κουρασμένοι από την έλλειψη της απλότητας την αναζητούμε με πόνο. Γιατί, αν εξετάσουμε προσεκτικά τα φαινόμενα της κοινωνικής μας ζωής και ιδιαιτέρως αν ερευνήσουμε τα μη φαινόμενα, τα κρυπτά και τα εσωτερικά, θα διαπιστώσουμε ότι όλα, προερχόμενα από μια διηρημένη και διεσπασμένη προσωπικότητα, είναι σύνθετα και περίπλοκα. Γι’ αυτό ο λόγος περί απλότητας ιδιαιτέρως σήμερα είναι επίκαιρος (κυρίως ο θεολογικός λόγος περί της απλότητας).

* * *

Πράγματι, δεν είναι μόνον η φιλοσοφική αντίληψη περί του Θεού που μιλάει για την απλότητά Του, αλλά και οι άγιοι Πατέρες μιλούν γι’ αυτό. Ο Θεός ως απηλλαγμένος από κάθε πάθος είναι κυρίως απλούς. Ο Θεός είναι αγάπη, φιλανθρωπία, και ακόμη ταπείνωση. Αυτό δείχνει, ότι αφού ο Θεός είναι αγάπη είναι και ταπείνωση. Και όσοι αξιώθηκαν να δούν τον Θεό μαγεύτηκαν από την ταπείνωση και πραότητά Του, ώστε σε όλη τους την ζωή να μιλούν γι’ αυτήν. Ένας αρχαίος εκκλησιαστικός διδάσκαλος έγραφε: "ο Θεός πάντη έν εστί και απλούν". Πολλοί Πατέρες τόνισαν αυτήν την άποψη, όπως ο Μ. Αθανάσιος όταν έγραφε: "Ου γαρ σύνθετος ο Θεός... απλή γαρ εστίν ουσία". Και σε άλλο σημείο ο ίδιος έγραφε: Ο Θεός "απαθής ών και απλούς απαθώς και αμερίστως του υιού πατήρ εστί".

Η διδασκαλία περί της απλότητος του Θεού δεν έρχεται σε αντίθεση με την αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού και την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό. Για το πρώτο θέμα (τό Τριαδικό του Θεού) μιλήσαμε σε άλλη περίπτωση. Εδώ θα επιμείνουμε λίγο στο θέμα της διακρίσεως ουσίας και ενεργείας, που είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την Ορθοδοξία. Οι άγιοι Πατέρες, όπως ο Μ. Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και άλλοι είπαν, ότι "αι μεν ενέργειαι (τού Θεού) ποικίλαι, η δε ουσία απλή" (Μ. Βασίλειος) και ότι "η σύνθεσις δεν εισάγεται δια του ενεργείν και της ενεργείας, αλλά δια του πάσχειν και του πάθους. Ο Θεός όμως ενεργεί άνευ πάθους" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Θεός δεν έχει πάθος γι’ αυτό και δεν καταργεί την απλότητα του Θεού η διδασκαλία διακρίσεως ουσίας και ενεργείας στον Θεό. "Ουκ άρα σύνθετος έσται δια την ενέργειαν" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Άλλωστε, παρά το ότι μιλούμε περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας, εν τούτοις "αχώριστον ίσμεν την ουσίαν και την θείαν φυσικήν ενέργειαν".

Έτσι, κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που είναι δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας συνοδικώς κατοχυρωθείσα, η θεία ενέργεια "μερίζεται αμερίστως" της θείας ουσίας και η θεία ουσία "μετέχεται αμεθέκτως", εφ’ όσον η θεία ενέργεια αποτελεί το φυσικό απαύγασμα της θείας φύσεως. Όλα αυτά που δεν μπορούν να γίνουν ίσως από όλους καταληπτά δείχνουν την αλήθεια ότι ο Θεός είναι απλούς.

* * *

Αφού ο Θεός, παρά την διάκριση των Προσώπων Του και την διάκριση ουσίας και ενεργείας, είναι απλούς, αυτό σημαίνει πώς και ο άνθρωπος εφ’ όσον μετέχει και κοινωνεί του Θεού γίνεται απλούς.

Ο άνθρωπος, όσο μετανοεί, θεραπεύεται εσωτερικά και ενοποιείται κατά τον έσω άνθρωπο, τόσο γίνεται απλούς. Η μετάνοια τον καθαρίζει και τον ενοποιεί. Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος έγραφε "ότι όποιος φανερώνει τις σκέψεις του θεραπεύεται σε λίγο, όποιος τις κρύβει αρρωσταίνει". Έτσι το άνοιγμα του Χριστιανού στον πνευματικό του πατέρα, που λαμβάνει τον τόπο του "αγγέλου της μετανοίας" και η προσοχή για κάθε τι που γίνεται μέσα του "εμποδίζουν τον σχηματισμό συμπλεγμάτων. Οι πληγές των οποίων βρέθηκαν τα ίχνη και έχουν γίνει φανερές, δεν χειροτερεύουν". Εφ’ όσον η σύνθεση εισάγεται με τα πάθη, η απαλλαγή μας από αυτά ή η μεταμόρφωσή τους μας κάνουν απλούς.

Κυρίως όμως ο άνθρωπος αποκτά την απλότητα και πλουτίζεται σε αυτήν, όταν εισάγεται στην θεωρία (τήν θέα) του ακτίστου Φωτός, δηλαδή του Ίδιου του Θεού, γιατί τότε και ο ίδιος ενώνεται με τον Θεό και γίνεται εν Χάριτι αυτό που ο Θεός είναι κατά φύση. Επομένως, η απλότητα δεν είναι μερικές εξωτερικές ενέργειες απλές (στά ρούχα, στις κινήσεις, στους τρόπους κλπ.), αλλά εσωτερική ανακαίνιση και ένωση με τον Θεό.

Έτσι, οι άγιοι είναι οι κατ’ εξοχήν απλοί άνθρωποι και φυσικά το ίδιο ισχύει και για τον λόγο τους. Ο λόγος τους, το αστείο τους, οι πράξεις τους, καίτοι απλές, είναι "χαριτωμένες". Κατά τον Πέτρο τον Δαμασκηνό "οι άγιοι Πατέρες Δωρόθεος και Κασσιανός, σοφοί όντες, έγραψαν απλά... ότι ο μεν νούς των αμφοτέρων είς εστί και εξ ενός Αγίου Πνεύματος διδόμενος, ο δε σκοπός προς ωφέλειαν πάντων ήν". Γι’ αυτό όλη η θεολογία στην πραγματικότητα είναι "πολλή και ελαχίστη" και το Ευαγγέλιο "πλατύ και μέγα και αύθις συντετμημένον" (άγ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης).

* * *

Όλα αυτά που προαναφέραμε δείχνουν τα χαρακτηριστικά της απλότητας. Η χριστιανική απλότητα συνδέεται με την ταπείνωση, την αγάπη, την αληθινότητα, την φυσικότητα, την πραότητα, την μέθεξη του Παναγίου Πνεύματος. Αυτά είναι εσωτερικά γεγονότα και έπειτα ακτινοβολούν και εξωτερικά. Γι’ αυτό, ο τρόπος ζωής των αποστολικών ανδρών είναι απλούς κατά τον Μ. Αθανάσιο και οι Χριστιανοί είναι νήπιοι εν Χριστώ, όχι στο μυαλό, αλλά στην καρδιά, ως πρόβατα αλληγορούμενοι κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας. Η απλότητα, επομένως, είναι καρπός όλης της πνευματικής ζωής.

Πρέπει να αποκτήσουμε αυτήν την αγία απλότητα, τον πλούτο της κατά Θεόν απλότητος. Δυστυχώς, όλος ο βίος μας είναι σύνθετος και ψευδόμενος. Όπως λέγει ο αββάς Δωρόθεος, όλος ο βίος του ψευδούς ανθρώπου είναι ψευδόμενος. Γιατί; "Ούτος ουκ έστιν απλούς άνθρωπος αλλά διπλούς, άλλος εστίν έσωθεν και άλλος έξωθεν, διπλούν έχει και όλον εχλευασμένον τον βίον αυτού".

Με άλλα λόγια, άλλοι είμαστε εσωτερικά, άλλοι είμαστε εξωτερικά. Είμαστε κυριολεκτικά διχασμένες προσωπικότητες. Άλλα σκεφτόμαστε, άλλα πράττουμε και άλλα επιθυμούμε. Πώς με τέτοια εσωτερική κατάσταση μπορούμε να θεωρηθούμε απλοί άνθρωποι; Πώς με αυτήν την διάσπαση που εισάγουν τα πάθη μπορούμε να συμπεριφερόμαστε με την αγία αυτήν απλότητα και να ζήσουμε κοινωνικά;

 

[ ΠΑΝΩ ]

5. Ο Ζωντανός Θεός

Σε όλη την Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων μας φαίνεται ότι ο ιδικός μας Θεός δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, ή μια απρόσωπη αξία και αντικειμενοποίηση του θρησκευτικού βιώματος ή η βίωση μιας ασφάλειας μέσα στις τόσες ανασφάλειες της ζωής μας, αλλά είναι Πρόσωπο, Ζών Θεός. Είναι ο Αθάνατος και Αιώνιος Θεός, το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου.

Ο Ίδιος το βεβαίωσε κατηγορηματικά, χωρίς να αφήση περιθώρια άλλης ερμηνείας, "εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή" (Ιω. ιδ', 6). Στην Αποκάλυψη έχουμε διατυπωμένη την αλήθεια: "Μη φοβού, εγώ ειμι ο πρώτος και ο έσχατος και ο ζών, και εγενόμην νεκρός, και ιδού ζών ειμι εις τους αιώνας των αιώνων, και έχω τας κλείς του θανάτου και του άδου" (Αποκ. α', Ι7-18).

Ο Θεός έχει ζωή και μεταδίδει ζωή. Έχει ζωοποιό ενέργεια και ζωοποιεί όλη την κτίση. Αυτό διαβεβαιώνουν όλοι οι άγιοι Πατέρες μας. Π.χ. ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει: "είς ιατρός εστίν... εν ανθρώπω Θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή" και ο Μ. Βασίλειος γράφει: "η όντως ζωή ο Χριστός και η ημετέρα εν αυτώ διαγωγή ζωή εστιν αληθινή".

* * *

Αλλά ο Θεός δεν είναι μόνον Θεός Ζών. Συγχρόνως είναι και Θεός ζώντων. Δεν κατοικεί απλώς στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει και κυβερνά την γή, την ιστορία και την σωτηρία του ανθρώπου, αλλά κατοικεί μέσα στον άνθρωπο. Δεν είναι Θεός των στοχαστών και φιλοσόφων, αλλά Θεός συγκεκριμένων προσώπων. Ο Ίδιος ο Χριστός επανέλαβε αυτό που ελέχθη στην Παλαιά Διαθήκη: "Εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ, ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών αλλά ζώντων". (Ματθ. κβ', 32).

Είναι Θεός συγκεκριμένων προσώπων, των αγίων. Άλλωστε οι άγιοι ονομάζονται έτσι "διά τον Άγιον ου μετέχουσιν". Αυτός αναπαύεται στους αγίους, όπως προσευχόμαστε σε κάθε θεία Λειτουργία: "Ο Θεός ο άγιος ο εν αγίοις αναπαυόμενος". Ζούμε "εν Χριστώ" και δι’ Αυτού και πορευόμαστε προς Αυτόν. Ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιοί: "καί όντας ημάς νεκρούς τοις παραπτώμασι συνεζωοποίησε τω Χριστώ και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις" (Εφεσ. β', 5). Ο άγιος Νέστωρ αγωνίστηκε εναντίον του υβριστού και ασεβούς Λυαίου με την κραυγή: "ο Θεός Δημητρίου βοήθει μοι".

Είναι συνταρακτικά τα κείμενα των αγίων Πατέρων μας σχετικά με την αλήθεια αυτή. Αν διαβάση κανείς τα έργα των νηπτικών Πατέρων και ιδίως του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου θα διαπιστώση αυτό το γεγονός. Για τον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο ο Θεός κατοικεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, αλλοιώνει και μεταμορφώνει όλη την ύπαρξή του, ο δε άνθρωπος αισθάνεται καθαρά τα "βρεφοπρεπή σκιρτήματα του Χριστού. Μόνον η εικόνα της εγκύου γυναικός μπορεί κάπως να παρουσιάση αυτήν την υπέρ την λογική πραγματικότητα. Έτσι, οι άγιοι είναι ζωντανοί οργανισμοί, δια τον Ζώντα Θεό που φέρουν μέσα τους.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση ποτέ ο Θεός δεν είναι μια παρελθοντολογία, αλλά ζωή. Είναι έρως και εραστόν, γι’ αυτό και η ορθόδοξη ζωή είναι η κατ’ εξοχήν ερωτική ζωή. Ο Θεός, όπως ομολόγησε ο Απόστολος Θωμάς είναι ο Κύριός μας και ο Θεός μας. Αντίθετα στην Δύση ο Θεός έγινε αξία, έννοια, καθήκον.

Στην Δύση έχει ειπωθή ότι "ο Θεός απέθανε". Αυτό είναι επακόλουθο μιας εσωτερικής νεκρώσεως. Έχασαν την θεία Χάρη, εξέπεσαν από την Εκκλησία, βλέπουν την νέκρωση μέσα τους και αναγκαστικά ομολογούν ότι ο Θεός απέθανε. Στην πραγματικότητα απέθαναν οι άνθρωποι. Γι’ αυτό, όλος ο δυτικός πολιτισμός είναι πολιτισμός αυτοερωτισμού, επειδή αρχίζει και τελειώνει στην λατρεία του εγώ.

* * *

Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει την ευχή και πραγματικότητα "ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή" ή "εν τη θνητή σαρκί ημών" (Β’ Κορ. δ’, 11). Ο Χριστός φανερώνεται στον άνθρωπο και γεμίζει όλη του την ύπαρξη. Κάθε μόριο της υπάρξεώς του μαρτυρεί την παρουσία του Χριστού, βεβαιώνει την αθανασία και αιώνια ζωή. Τότε ο άνθρωπος αποκτά πίστη, γιατί η τελεία πίστη είναι η παρουσία του Χριστού. Τότε ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος αρετής, γιατί "αρχή και θεμέλιον πασών των αρετών" είναι ο Χριστός (άγ. Γρηγόριος Σιναΐτης). Τότε γεύεται την Βασιλεία των Ουρανών και την γη της επαγγελίας, γιατί Βασιλεία του Θεού είναι ο Χριστός και γη της επαγγελίας είναι η ένθεος ζωή.

Πρέπει όμως να λεχθή ότι αυτή η φανέρωση της ζωής δεν γίνεται διανοητικά ή φανταστικά, αλλά πραγματικά, μέσα από την βαθειά μετάνοια, μέσα από την νέκρωση του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι ημών. Και ακόμη αυτή η εν Χριστώ ζωή ρέει κυρίως στην βαθειά καρδιά, στον εσώτατο πυρήνα της υπάρξεώς μας και από εκεί τρέφει και όλο το θνητό σώμα, οπότε και αυτό γίνεται Σώμα του Χριστού. Έτσι όλη η ύπαρξη του ανθρώπου γίνεται κατά Χάρη άκτιστη, άναρχη και αθάνατη. Αυτό φαίνεται στα λείψανα των αγίων τα οποία έχουν χαριτωθή από το Πανάγιο Πνεύμα, αφού και τα σώματα των αγίων (Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων, Οσίων...) αποκτούν την εμπειρία της θεώσεως, όπως το μαρτυρικό σώμα του αγίου Δημητρίου είναι "κρήνη Θεού" η οποία πεπλήρωται μύρων και θαυμάτων και ιαμάτων (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Τα λείψανα και όλη η θεοφιλής ζωή των αγίων μαρτυρούν και πιστοποιούν την ύπαρξη του Θεού. Αυτή είναι μια από τις αποδείξεις του Θεού που δεχόμαστε από ορθοδόξου πλευράς40.

 

[ ΠΑΝΩ ]

6. Η θεία Χάρη

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι ο Νόμος δόθηκε δια του Μωϋσέως, ενώ η Χάρη και η αλήθεια δια του Ιησού Χριστού (Ιω. α’, 17).Μας αποκαλύπτει την σπουδαιότητα της Χάριτος για την σωτηρία και την θέωσή μας.

Βέβαια, είναι δύσκολο να δώσουμε ορισμό "λογικό" της θείας Χάριτος, αφού και ο Χριστός ως Θεός είναι αδύνατο να περικλεισθή σε κανένα ορισμό, παρά μόνον ότι είναι ο Θεάνθρωπος. Έτσι το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η θεία Χάρη είναι "η θεία και υπερφυής" ενέργεια του Θεού, δια της οποίας γίνεται η ένωση Θεού και ανθρώπων. Είναι η έλευση και παραμονή του Χριστού μέσα στον άνθρωπο. Είναι "η ένθεος ζωή" δηλαδή η ζωή του Χριστού μέσα στον άνθρωπο. Έτσι η έλευση του Χριστού ή η έλευση της θείας Χάριτος είναι το ίδιο. "Όσοι έλαβον αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι" (Ιω. α’, 12).

Η θεία Χάρη μεταδίδεται στον άνθρωπο δια των αγίων Μυστηρίων και ενεργεί με τρεις τρόπους. Με το άγιο Βόπτισμα απομακρύνει από αυτόν την παρά φύση ζωή δηλαδή την αμαρτία, με το άγιο Μύρο αποκαθιστά την φύση στο αρχικό κάλλος και με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας στεφανώνει τον άνθρωπο δια της θεώσεως (άγ. Μάξιμος).

* * *

Το Φώς που ανέτειλε από τον ζωηφόρο Τάφο του Κυρίου είναι η θεία Χάρη. Σαφώς οι άγιοι Πατέρες μας λένε ότι θεία Χάρη είναι το άκτιστο (θείο) Φώς του Κυρίου, είναι το Φώς της Μεταμορφώσεως, η δόξα της Αναστάσεως, η πνοή της Πεντηκοστής. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει: "καί εσκήνωσεν εν ημίν και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας" (Ιω. α’, 14).

Πρέπει να υπογραμμισθή ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως, όχι γιατί εορτάζει πανηγυρικά την Ανάσταση με ωραίες ακολουθίες, αλλά γιατί μέσα της υπάρχει μονίμως το άκτιστο Φώς, η άκτιστη δόξα του Αναστάντος Χριστού. Το άκτιστο Φώς, κατά την Μεταμόρφωση και την Ανάσταση, δεν ήταν κάτι που "γίνεται και απογίνεται", δεν ήταν ένα φάσμα που εξέλαμψε και έπειτα έσβυσε, όπως η αστραπή, αλλά το "ανέσπερον και αδιάδοχον" Φώς. Είναι το ίδιο Φώς, που κατά διαφόρους βαθμούς, αναλόγως της καθαρότητος, έβλεπαν οι δίκαιοι στην Παλαιά Διαθήκη και θα βλέπουν οι δίκαιοι στην Βασιλεία των Ουρανών. Το Φώς που είδαν οι Αποστόλοι επάνω στο Θαβώρ υπήρχε και προ της Μεταμορφώσεως μέσα στον Χριστό, δεν ήταν μια τρίτη κρυμμένη φύση του Χριστού, αλλά η φυσική λαμπρότης της Θεότητός Του. Όλη η άκτιστη δόξα του Χριστού (Φώς μεταμορφώσεως, Φώς αναστάσεως) "προχέεται" διαρκώς από την τεθεωμένη Σάρκα Του και είναι "ο αρραβών του μέλλοντος αιώνος", "προοίμιον της δευτέρας του Χριστού παρουσίας".

Έτσι, μέσα στην Εκκλησία μετέχουμε αυτής της δόξης, που είδαν οι Απόστολοι στο Θαβώρ, που βίωσαν οι μαθηταί με την εμφάνιση του Αναστάντος, που έζησαν στο υπερώο με την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος, που θα είναι η άλληκτη ευφροσύνη των δικαίων στην Βασιλεία του Θεού. Ζώντας μέσα στην Εκκλησία, απολαμβάνουμε όλη αυτήν την ενέργεια της θείας δόξης (θείας Χάριτος-ακτίστου Φωτός). Την ζούμε σαν φωτιά που κατακαίει τα πάθη και μας οδηγεί στην μετάνοια, σαν αναζήτηση του αληθινού Θεού, σαν Φώς που θερμαίνει την καρδιά και φωτίζει τον νού μας. Δηλαδή αισθανόμαστε αυτήν την θερμότητα που διαβεβαιώνει την ύπαρξη του Χριστού στην καρδιά και προκαλεί άρρητη χαρά, καθώς επίσης αισθανόμαστε το ενυπόστατο Φώς, που φωτίζει τον νού και συλλαμβάνει όλα τα κεκρυμμένα από τους σαρκικούς ανθρώπους μυστήρια του Θεού.

Με άλλα λόγια η έλλαμψη του Παναγίου Πνεύματος δεν είναι ανυπόστατη, σαν μια παροδική λάμψη της αστραπής, όπως γίνεται με τις σκέψεις, αλλά υποστατικό Φώς, που παραμένει πραγματικά στους ελλαμπομένους. Είναι μια μόνιμη κατάσταση στην καρδιά και στον νού και ο άνθρωπος βιώνει την πραγματική παρουσία του Χριστού.

Επίσης αισθανόμαστε το άκτιστο Φώς, που υπάρχει μέσα στην Ορθοδοξία μας με την ζεστασιά, παρηγοριά, και παράκληση που σκορπάει στις καρδιές μας, που δεν μπορούν να διώξουν όλες οι αντίθετες δυνάμεις. Επομένως, η ζωή του Αναστάντος Χριστού υπάρχει μέσα στην Εκκλησία και μεταδίδεται συνεχώς σε αυτούς που ζουν μυστηριακά και αποτελούν το Σώμα Του.

* * *

Ο Απόστολος Παύλος λέγει "ει τις εν Χριστώ* καινή κτίσις (Β' Κορ. ε', 17). Επειδή ο Χριστός είναι η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας, γι’ αυτό μπορούμε να πούμε "ει τις εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία καινή κτίσις". Ο άνθρωπος δια του Θεανθρώπου, αποδύεται την φθορά και τον θάνατο και ενδύεται την αφθαρσία και την αθανασία, γίνεται "καινή κτίσις". Αυτή η καινούρια δημιουργία φαίνεται πρώτα στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου, αφού ο Χριστός είναι "τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον" και έπειτα σε όλη την Εκκλησία, αφού η αγιότητα της Εκκλησίας είναι αγιότητα της Κεφαλής, του Χριστού.

Την καινή κτίση την βλέπουμε στο πρόσωπο της Παναγίας μας. Σε αυτήν καταργήθηκαν οι νόμοι της ενηδόνου συλλήψεως και της επωδύνου κυήσεως και έγινε ο τύπος του ανθρώπου του νέου αιώνος.

Την βλέπουμε και στους αγίους, που βιώνουν την Χάρη και το Φώς του αναστάντος Χριστού. Ζώντας οι άγιοι σε κοινωνία μίσους έχουν αγάπη για όλο τον κόσμο. Ζώντας σε τεταραγμένες εποχές, έχουν βαθειά και αναφαίρετη ειρήνη. Διακρίνονται για θαυμαστή δύναμη, που νικά όλες τις βασιλείες και τους κοσμοκράτορας. Έχουν εμπειρική γνώση Θεού. Η αναστημένη ζωή φαίνεται και στα σώματά τους, πού, ως μέλη του αναστημένου Σώματος του Χριστού, ευωδιάζουν, θαυματουργούν, δεν υπόκεινται στην φθορά.

* * *

Πολλοί άνθρωποι σήμερα, ιδιαιτέρως οι νέοι, διψούν να δούν έναν κόσμο καινούριο, απηλλαγμένο από μίση και εχθρότητες. Όμως, προσφέροντας αισιοδοξία, λέμε ότι η καινούρια κοινωνία έγινε δια του Χριστού. Είναι η εκκλησιαστική ζωή. Έγινε πραγματικότης όχι δια της ανθρωπίνης ενεργείας, αλλά δια της θείας ευδοκίας, όχι δια της επαναστάσεως του ανθρώπου, αλλά δια της Αναστάσεως του Θεανθρώπου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία λέγεται Εκκλησία της Αναστάσεως όχι μόνον γιατί υμνεί τον Αναστάντα Χριστό, αλλά γιατί τα μέλη της ζουν την ζωή του Αναστάντος. Επομένως, ο χαιρετισμός "Χριστός Ανέστη" έχει νόημα, όχι μόνον γιατί αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά γιατί συνδέεται με το παρόν και το μέλλον. Λέγοντας Χριστός Ανέστη, εννοούμε "Εκκλησία ανέστη", "ημείς ανέστημεν".

 

[ ΠΑΝΩ ]

7. Το Φώς του Θεού

Είναι διάχυτη στην Αγία Γραφή η πληροφορία ότι ο Θεός είναι Φώς, και μάλιστα το Φώς το αληθινό. Αυτός δημιούργησε το αισθητό φώς, αυτός φωτίζει όλη την κτίση και τον άνθρωπο. Ο Ίδιος είπε ότι είναι το "φώς του κόσμου". Αυτό δεν είναι συμβολικό ή ηθικό, αλλά πραγματικότης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στα υμνολογικά κείμενα ο Θεός παρουσιάζεται περισσότερο ως Φώς. Και εμείς όντες σκοτισμένοι από τα πάθη, ευρισκόμενοι στα βάθη της αβύσσου τον παρακαλούμε να μας φωτίση: "Φώτισον τους οφθαλμούς μου μήποτε υπνώσω εις θάνατον" (ψαλμ. ιβ', 4).

Αυτό το πραγματικό Φώς της θεότητος είδαν οι τρεις Απόστολοι επάνω στο Θαβώρ. Εκεί λέγεται χαρακτηριστικά ότι "έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φώς" (Ματθ. ιζ', 2). Ο Απόστολος Παύλος, πορευόμενος προς την Δαμασκό, είδε αυτό το Φώς. Και η Εκκλησία γνωρίζει εκ πείρας αυτήν την αλήθεια, γι’ αυτό ψάλλει: "Το αληθινόν φως επεφάνη και πάσι τον φωτισμόν δωρείται...". Μέσα στα θεουργά και φωτουργά Μυστήρια αποκτούμε προσωπική εμπειρία αυτής της πραγματικότητος, γι’ αυτό μπορούμε να ψάλλουμε με ευγνωμοσύνη: "Είδομεν το Φώς το αληθινόν...".

* * *

Ο Θεός, το Θείον Φώς, αποκαλύπτεται στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτό διαβεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος: "ός έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών, προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού, εν προσώπω Ιησού Χριστού (Β’ Κορ. δ’, 6).

Εδώ απαραίτητα πρέπει να κάνουμε δύο διευκρινιστικές επεξηγήσεις.

Η μια είναι το τί ακριβώς εννοούμε όταν στην ορθόδοξη γλώσσα χρησιμοποιούμε την λέξη καρδιά*. Βέβαια ποτέ δεν εννοούμε το συναίσθημα, όπως κατέληξε να λέγεται στην σημερινή εποχή. Καρδιά στην πατερική γλώσσα είναι το κέντρο της υπάρξεώς μας. Άλλοτε ονομάζεται νούς και άλλοτε καρδιά και είναι αυτό που σήμερα ονομάζουμε πρόσωπο. Καρδιά λοιπόν είναι το πρόσωπο, που είναι το κέντρο όλης της υπάρξεώς μας. Αναλυτικότερα καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον οποίο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός. Δεν θα ήθελα εδώ να λεχθούν περισσότερα και να καταγραφούν πατερικά χωρία. Μόνον πρέπει να λεχθή ότι ο αναγεννημένος άνθρωπος μπορεί να αντιληφθή και να κατανοήση τον λόγο του Αποστόλου Παύλου και γενικά τον λόγο όλων των αγίων43.

Η άλλη διευκρίνηση είναι ότι ο χώρος αυτός (καρδιά) στον οποίο αποκαλύπτεται ο Θεός, με την παρουσία του Θεού φωτίζεται. Ο ενεργούμενος υπό του Παναγίου Πνεύματος αισθάνεται φως μέσα στην καρδιά του και γενικά σε όλη του την ύπαρξη. Κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο αυτή η έλλαμψη δεν είναι μια αποκάλυψη νοημάτων, "αλλ’ υποστατικού φωτός εν ταις ψυχαίς βεβαία και διηνεκής έλλαμψις". Δηλαδή δεν αισθάνεται τότε ο άνθρωπος μια φώτιση της διανοίας, ούτε μια συναισθηματική έξαρση ή φανταστική έξαψη, αλλά ύπαρξη εντός του μιας ζωής, ζωής αιωνίου. Διότι "η ζωή ήν το φως των ανθρώπων" (Ιω. α', 4). Το αντιλαμβάνεται καλά αυτό ο άνθρωπος γιατί αποκτά γνώση Θεού. Με αυτήν την έλλαμψη "πάσα γνώσις αποκαλύπτεται και ο Θεός προς αλήθειαν τη αξία και φιλουμένη ψυχή γνωρίζεται" (άγ. Μακάριος). Τότε "ανοίγεται... η ουράνιος πύλη πάσης της ισαγγέλου και υψηλής πολιτείας και καταστάσεως" (Κάλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι). Είναι ακριβώς αυτό που λέγει ο Απόστολος "...πρός φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού" (Β’ Κορ. δ’, 6).

* * *

Στην Αγία Γραφή και στα λατρευτικά κείμενα, όπως και στις συγγραφές των Αγίων Πατέρων, ο Θεός εξυμνείται ως Φώς. "Φώς ο Πατήρ, φως ο Λόγος, φως και το άγιον Πνεύμα...". Και στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε ότι ο Χριστός είναι "Φώς εκ φωτός, Θεός αληθινός". Ο Θεός αποκαλύπτεται στους ανθρώπους ως Φώς. Αυτό το βλέπουμε στο όρος Σινά, στο Θαβώριον όρος, όπου το πρόσωπόν Του έλαμψε ως ο ήλιος και τα ιμάτιά Του έγιναν λευκά σαν το φώς. Είναι, λοιπόν, φυσικό και ο άνθρωπος, που είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού, όταν ιδίως ενωθή με τον Χριστό, εν Αγίω Πνεύματι, να γίνη φώς. Βέβαια, όταν αμάρτησε ο Αδάμ και γυμνώθηκε από την θεία Χάρη έφθασε στην κατάσταση της ζοφώσεως, "ημαυρώθη" το κατ’ εικόνα. Αλλά το έργο του Χριστού αποκατέστησε την ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος της νέας δημιουργίας, ο εν Χριστώ καινός άνθρωπος, ζωογονείται, λαμπρύνεται, φωτίζεται πάλι. Ο νούς αποκτά την αληθινή γνώση του Θεού, η καρδιά φωτίζεται και αγαπά τον Θεό, η φωτισμένη θέληση υπηρετεί το θέλημα του Αγίου Θεού. Έτσι οι άγιοι είναι "τά φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας", "αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος", "τέκνα φωτός". Όταν βαπτιζόμαστε λαμβάνουμε το ένδυμα του φωτός, αφού ενδυόμεθα τον Χριστό, γι’ αυτό και ψάλλουμε: "χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον". Οι άγιοι είναι οι μεγαλύτεροι ευεργέτες της ανθρωπότητος, γιατί μας φωτίζουν με τις προσευχές και την αγία τους ζωή. Ό,τι αξία έχει ο ήλιος για την κτίση, τόση και ασυγκρίτως περισσότερη αξία έχουν οι άγιοι για μάς.Μας δείχνουν την πραγματική πορεία.

Τέτοιοι ήταν όλοι οι άγιοι Πατέρες. Ενωμένοι με τον Χριστό, φωτισμένοι από το άκτιστο Φώς της Τρισηλίου θεότητος, βιώσαντες το Θαβώριο Φώς, έζησαν, δίδαξαν, δογμάτισαν αληθινά. Τα δόγματα, επομένως, δεν είναι φιλοσοφία, αλλά το Φώς το αληθινό, απαύγασμα της αληθινής ζωής. Και εμείς, όσο είμαστε μακρυά από τον Χριστό, βρισκόμαστε στο σκοτάδι της πλάνης και της αγνοίας. Όσο ενούμαστε μαζί Του, τόσο και φωτοποιούμαστε και ακτινοβολούμε αυτό το φώς. Η ζωή μας μέσα στην Εκκλησία είναι η ανάστασή μας και η ελπίδα απολαύσεως της αιωνίου ζωής.

Με αυτά που είπαμε μοιάζουμε σαν να μιλάμε μια ξένη και ακατάληπτη στους πολλούς γλώσσα. Και πράγματι έτσι είναι. Τί μπορούν να καταλάβουν περί του ακτίστου Φωτός όσοι είναι επηρεασμένοι να βλέπουν και να κυνηγούν το κτιστό φώς; Δηλαδή οι άνθρωποι σήμερα ονομάζουν φως τον πολιτισμό και φωτισμένους τους μορφωμένους. Όμως εμείς θα μιλάμε την γλώσσα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων μας. Φωτισμένοι είναι μόνον εκείνοι που είναι ενεργήματα του Παναγίου Πνεύματος, έστω κι’ αν είναι αγράμματοι και άσοφοι κατά κόσμον. Ίσως, περισσότερο αυτοί είναι το "φώς του κόσμου", γιατί οι μορφωμένοι στηρίζονται στις διανοητικές κατασκευές και τα λογικά σχήματα, που δεν συνιστούν την Ορθόδοξη θεολογία, αλλά εκφράζουν το πνεύμα της Δύσεως. Έχουμε καθήκον να ομολογήσουμε και να μαρτυρήσουμε πώς, φως του κόσμου είναι μ ό ν ο ν ο ι ά γ ι ο ι .

* * *

Μέσα στις υψηλές καταστάσεις και στα υπερφυσικά χαρίσματα που βιώνει τότε ο φωτισμένος και "χαριτωμένος" άνθρωπος είναι και το χάρισμα της διακρίσεως*. Όπως γίνεται φανερό αυτή η διάκριση δεν είναι μια διανοητική επεξεργασία και η επιλογή με την βοήθεια της λογικής της καλύτερης λύσεως, αλλά η αποκάλυψη του θελήματος του Θεού μέσα στην καρδιά. Η παρουσία του Θεού φωτίζει το σκοτάδι της αγνοίας και αποκαλύπτει το θέλημά Του. Έτσι η διάκριση είναι γνώρισμα του ανθρώπου που έχει φθάσει στην κατάσταση της θεώσεως. Τότε και ο ίδιος πορεύεται απλανώς και οδηγεί "απταίστως" αυτούς που τον ακολουθούν "πρός το όντως φως και την ζωήν και την αλήθειαν". (Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι)44.

Ένας τέτοιος "χαριτωμένος" άνθρωπος ήταν και ο άγιος Ευθύμιος. Είδε τον Θεό, ως Φώς, έπλεε διαρκώς στο άκτιστο Φώς, έλαβε πολλά πνευματικά χαρίσματα (διορατικό, προορατικό κλπ.), έλαβε πείρα της μεταμορφώσεως του σώματος και όλων των ενεργειών και επομένως καθοδηγούσε σωστά τα πνευματικά του παιδιά. Δυστυχώς δεν έχουμε χώρο για να αναφέρουμε μερικά περιστατικά από την αγία του ζωή. Παρακαλούμε τον αναγνώστη να ανατρέξη και να μελετήση το συναξάριο του αγίου Ευθυμίου του μεγάλου, για να δη την παράδοση της Εκκλησίας μας και τον άνθρωπο της Χάριτος.

Ας παρακαλέσουμε τον άγιο Ευθύμιο και όλους τους αγίους να πρεσβεύουν για μάς, ώστε να φωτισθούν τα σκότη της ψυχής μας. Ας τον παρακαλέσουμε να πρεσβεύη ώστε τέτοιους καθοδηγούς να έχουμε στην πνευματική μας ζωή και τέλος να αισθανθούμε το Φώς του Θεού μέσα στην καρδιά μας.

 

[ ΠΑΝΩ ]

8. Η θεολογία του προσώπου

Πολύς λόγος γίνεται στις ημέρες μας για το πρόσωπο και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Είναι αυτό που λείπει από τις ανθρώπινες κοινωνίες, που ζούμε σαν άτομα και δυστυχώς μας έχουν καταστήσει μάζα, νούμερα. Αυτή είναι η τελεία εξαθλίωση και εκμηδένιση του ανθρώπου. Στην συνέχεια θα δούμε με συντομία ποιός είναι πρόσωπο και ποιές είναι οι αληθινές διαπροσωπικές σχέσεις.

Κατ’ αρχάς πρέπει να δούμε την αλήθεια ότι ο Θεός είναι το αληθινό Πρόσωπο (Τρία Πρόσωπα), γιατί δεν είμαστε εμείς που μέσα στην αδυναμία μας δημιουργήσαμε τον Θεό, αλλά ο Θεός μας δημιούργησε και αποκαλύφθηκε σε μάς. Έτσι με την αποκάλυψή Του γνωρίζουμε την ύπαρξή Του και την παρουσία Του στον κόσμο. Εμφανισθείς ο Θεός στον Μωϋσή του είπε "εγώ ειμί ο Ών". Και ερμηνεύει θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι ο Θεός δεν είπε στον Μωϋσή "εγώ ειμί η ουσία" αλλά "εγώ ειμί ο Ών". "Ου γαρ εκ της ουσίας ο ών, αλλ’ εκ του όντος η ουσία, αυτός γαρ ο ών όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι". Αυτό θα πη ότι στον Θεό η βαθυτάτη αρχή που ενοποιεί τα Τρία Πρόσωπα είναι η ουσία και το Πρόσωπο του Πατρός, αφού δεν υπάρχει ουσία χωρίς υπόσταση. Άρα ο Θεός είναι Πρόσωπο και μάλιστα Τρία Πρόσωπα, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Το Πρόσωπο του Πατρός γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Πανάγιο Πνεύμα.

Τρία είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βλέπουμε στην έννοια του Προσώπου. Το ένα είναι το άκτιστο (ελευθερία), το άλλο είναι η αγάπη και το τρίτο είναι το αιώνιο μαζί με το συγκεκριμένο, χωρίς δηλαδή να καταργήται ο συγκεκριμένος τρόπος υπάρξεως κάθε προσώπου. Εδώ, αφού μας ενδιαφέρει, θα πρέπη να τονίσουμε κυρίως το θέμα της αγάπης.

Ο Πατήρ είναι όλος μέσα στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Ο Υιός είναι όλος μέσα στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα. Και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο μέσα στον Πατέρα και τον Υιό. Τα Πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται χωρίς να καταστρέφωνται ή αφανίζωνται οι ιδιαίτεροι τρόποι υπάρξεως (αγέννητος, γεννητός, εκπορευτό).

Ακόμη πρέπει να τονισθή, ότι ο Χριστός έδειξε την αγάπη Του σε μας όχι διδάσκοντας ασάρκως, αλλά προσλαμβάνοντας την δική μας φύση και πεθαίνοντας πάνω στον Σταυρό για μάς. Όλα αυτά δείχνουν, ότι η καλύτερη έκφραση του προσώπου είναι η αγάπη, όταν θεωρήται ως αλληλοπεριχώρηση, κένωση, θυσία, σταυρός.

* * *

Πλασθέντες υπό του Θεού είμαστε πρόσωπα "δυνάμει". Αυτό σημαίνει ότι έχουμε την δυνατότητα να γίνουμε ολοκληρωμένα πρόσωπα. Όπως ένας σπόρος όταν βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες μπορεί να αναπτυχθή σε μεγάλο δένδρο, το ίδιο γίνεται και με τον άνθρωπο. Όταν φθάση στην ενότητα με τον Θεό που είναι το κατ’ εξοχήν Πρόσωπο, τότε και αυτός γίνεται πρόσωπο. Η πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση τον καθιστά πρόσωπο, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου που προαναφέραμε, δηλαδή το κατά Χάρη άκτιστο (ελευθερία), την αγάπη ως αλληλοπεριχώρηση και το αιώνιο ως υπάρχουσα συγκεκριμένη οντότητα.

Τέτοια Πρόσωπα ήταν όλοι οι άγιοι και ο Απόστολος Παύλος, καθώς φαίνεται στις επιστολές του. Ο Ίδιος ο Χριστός αποκαλύφθηκε σε αυτόν, άλλαξε όλη του την ζωή, ενώθηκε έτσι ο Απόστολος με τον Χριστό, απέκτησε νού Χριστού, βούληση Χριστού, καρδία Χριστού, θυσιαζόμενος καθημερινά για τους Χριστιανούς, όπως θυσιάστηκε ο Χριστός για όλο τον κόσμο.

Όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, ο Ίδιος ο Χριστός έδειξε ότι όχι μόνον πρέπει να ανεχόμαστε φυσικώς τους άλλους και να τους αγαπούμε πνευματικώς, αλλά "καί υπέρ αλλήλων κήδεσθαι θεϊκώς". Και το κυριότερο και "τό κατ’ αρετήν υπέρ αλλήλων τον εκούσιον προθυμείσθαι θάνατον".

* * *

Το πρόσωπο δεν γνωρίζει μοναξιά. Δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά αναζητά άλλο πρόσωπο. Το πρόσωπο εισέρχεται με ελευθερία στο άλλο πρόσωπο, αφήνει τον άλλο να εισέλθη μέσα του, κάνει το θέλημα του άλλου σε μια πράξη πνευματικής αγάπης και έτσι ζη την αλληλοπεριχώρηση των αγαπωμένων προσώπων. Το πρόσωπο αποκτά την τελείωσή του, όταν ζη την δική του Γεθσημανή για όλο τον κόσμο, όταν σταυρώνεται για όλο τον κόσμο, σύμφωνα με το παράδειγμα του Κυρίου. Γεθσημανή-Γολγοθάς είναι η φανέρωση του προσώπου. Όταν διαβάσουμε προσεκτικά την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου θα δούμε τί είναι πρόσωπο, θα δούμε ότι η αγάπη είναι η πραγματική έκφρασή του και μάλιστα η αγάπη ως υπέρβαση του εγώ και ως θυσία υπέρ του άλλου. Τέσσερα σημεία θα θέλαμε ιδιαίτερα να τονίσουμε.

Πρώτον. "Τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν" (Ρωμ. ιε’, 1). Να θεραπεύσουμε τις ασθένειες των αδυνάτων αδελφών μας. Και να τις ιατρεύσουμε, παίρνοντας αυτές επάνω μας, όπως έκανε ο Χριστός για όλο τον κόσμο.

Δεύτερον. "Μη εαυτοίς αρέσκειν" (Ρωμ. ιε’, 1). Δεν κάνουμε το δικό μας θέλημα, αλλά το υποτάσσουμε στο θέλημα του Θεού και στο θέλημα του αδελφού μας. Βγαίνουμε από τα απελπιστικά όρια του εαυτού μας, δηλαδή από την πραγματική μας κόλαση.

Τρίτον. "Το αυτό φρονείν" (Ρωμ. ιε’, 5) και το "προσλαμβάνεσθε αλλήλους" (Ρωμ. ιε’, 7). Εδώ φαίνεται ιδιαίτερα και καθαρότερα η αρχή της αλληλοπεριχωρήσεως. Όπως στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουμε κοινή ενέργεια, βασιλεία, δόξα, φύση, βουλή, δύναμη και όπως ο Χριστός ένωσε την θεία και ανθρωπίνη φύση στο Πρόσωπό Του "αδιαιρέτως" (αγάπη) και "ασυγχύτως" (ελευθερία), το ίδιο σχεδόν γίνεται με τον άνθρωπο-πρόσωπο. Τα πρόσωπα, όπως φαίνεται στην ζωή και την διδασκαλία όλων των αγίων, έχουν κοινό φρόνημα και κοινή διδασκαλία.

Τέταρτον. "Εν ενί στόματι δοξάζητε τον Θεόν" (Ρωμ. ιε’, 6). Τα πρόσωπα δοξάζουν με όλη τους την ύπαρξη τον Θεό. Έχουν κοινή ζωή, επειδή ενώθηκαν με τον Θεό. Τα πρόσωπα δεν έχουν βασικές διαφορές μεταξύ τους, αφού έχουν την ίδια την ζωή του Θεού μέσα τους, και αφού η διδασκαλία τους δεν είναι αποκύημα της σκέψεως, αλλά αποκαλυπτική εμπειρία. Απλώς διαφέρει η έκφραση.

* * *

Οι σύγχρονες ανθρώπινες κοινωνίες είναι κατ’ εξοχήν κοινωνίες ατόμων. Κυριαρχεί το συμφέρον και το δικαίωμα. Κυριαρχούν οι ικανοποιήσεις των παθών. Δεν είναι κοινωνίες αγάπης. Γι’ αυτό και είμαστε δυστυχισμένοι. Όταν ο άνθρωπος αναγεννάται, δηλαδή όταν γίνεται πρόσωπο, τότε γίνεται αντιληπτός σε όλη την ανθρωπότητα και θεραπεύει τον κόσμο. Σε αυτόν τον άνθρωπο-πρόσωπο εκπληρώνεται ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου και της κτίσεως. Γι’ αυτό και ο αναγεννημένος άνθρωπος, δηλαδή το πρόσωπο, είναι η χαρά όλης της δημιουργίας, όλης της κτίσεως.

Η σωτηρία μας βρίσκεται στην ολοκλήρωσή μας σε πρόσωπα, στην αυτοθυσιαστική αγάπη για όλο τον κόσμο. Με τα μέσα που διαθέτει η Εκκλησία μας μπορούμε να γίνουμε πρόσωπα, άνθρωποι αγάπης, ώστε να αποδεσμευθούμε από το άγχος, την ανασφάλεια και την ταλαιπωρία μας που συνιστούν την πραγματική κόλαση.

 

[ ΠΑΝΩ ]

9. Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου

Από μικρό παιδί, όταν άκουγα στην Εκκλησία, την Κυριακή προ των Χριστουγέννων, τα ονόματα των κατά σάρκα προγόνων του Χριστού, αισθανόμουν απορία και έκπληξη. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί όλη αυτή η αναφορά στην Εβραϊκή ιστορία. Αργότερα όμως κατάλαβα ότι υπάρχει βαθύς σκοπός και λόγος. Φαίνεται ότι όλη η ανθρώπινη ιστορία είχε κατάληξη την γέννηση του προσώπου εκείνου, από το οποίο θα εγεννάτο ο Χριστός. Διάβασα στον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη ότι "όλος ο κόσμος νοητός τε και αισθητός έγινε δια το τέλος τούτο, ήτοι την Κυρίαν Θεοτόκον και η Κυρία Θεοτόκος έγινεν πάλιν δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν".

Επίσης με την μελέτη των Πατέρων διαπίστωσα ότι η Παναγία ήταν απαλλαγμένη από κάθε προσωπική αμαρτία και αυτό οφειλόταν στον ελεύθερο αγώνα της, στην ενέργεια του Πνεύματος και "στούς διαδοχικούς εξαγνισμούς των θεοπατόρων". Κατά την διδασκαλία των Πατέρων το "σπέρμα" του Αδάμ με τον θεάρεστο και ενάρετο βίο των Προπατόρων καθαριζόταν, ώστε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός να ονομάζη το σπέρμα του αγίου Ιωακείμ (πατέρα της Παναγίας) "σπέρμα πανάμωμον"46α.

Επομένως, η απαρίθμηση των ονομάτων δεν είναι μια εβραϊκή ιστορία, αλλά η ιστορία της αγάπης του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου, που επετεύχθη με την γέννηση του Θεανθρώπου.

Όταν λέμε ότι ο Θεός ενανθρώπησε εννοούμε ότι σαρκώθηκε το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αλλά η ενανθρώπηση του Λόγου είναι κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος, όπως άλλωστε και η σωτηρία του ανθρώπου. Ο Υιός ενανθρωπίζει, ο Πατήρ ευδοκεί στην ενανθρώπηση του Υιού "ου δεσποτικώς αλλά πατρικώς" και το Πανάγιο Πνεύμα συνευδοκεί και συνεργεί. Όλη αυτή την θεολογία, που έχει βαθειά σημασία για την πνευματική μας ζωή, μπορούμε να την δούμε στα τροπάρια της Εκκλησίας μας.

Πρέπει όμως να πούμε ότι δεν είναι θέμα μιας απλής αναγνώσεως και κατανοήσεως των τροπαρίων, αλλά θέμα προσωπικής ζωής, προσωπικής κοινωνίας με τον άγιο Τριαδικό Θεό. Ο πιστός ενούμενος με τον Χριστό και ενοποιώντας όλες τις δυνάμεις της ψυχής του, βιώνει την ενέργεια της Αγίας Τριάδος. Είναι επομένως θέμα αποκαλύψεως στην καθαρή καρδιά.

* * *

Πολλοί άνθρωποι δεν αντελήφθησαν τον σκοπό της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Μεταξύ αυτών ανήκουν και πολλοί Χριστιανοί που εκκλησιάζονται και ισχυρίζονται πώς ζουν πνευματική ζωή.

Μερικοί θεωρούν τον Χριστό μεγάλο φιλόσοφο που αποκάλυψε υπέροχες αλήθειες στον κόσμο. Άλλοι τον θεωρούν υπέροχο παιδαγωγό που αντιμετώπισε άριστα τον άνθρωπο και τα προβλήματά του. Άλλοι έναν θαυματοποιό που ευεργέτησε τους ανθρώπους με την θεραπεία από τις βασανιστικές τους ασθένειες. Άλλοι τον θεωρούν απαράμιλλο κοινωνικό αναμορφωτή που έφερε τεράστιες αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Υπάρχουν ακόμη και άλλοι που τον θεωρούν μύστη, ή αρχηγό μιας θρησκείας, έστω και της πιο τέλειας.

Ο Χριστός όμως είναι όλα αυτά, αλλά δεν είναι μόνον αυτά. Δεν είναι απλώς φιλόσοφος που αποκάλυψε αλήθειες, αλλά είναι αυτός ο Ίδιος η αλήθεια. Δεν είναι απλώς παιδαγωγός, αλλά ο μοναδικός σωτήρ των ανθρώπων. Δεν ήλθε ακόμη στον κόσμο για να κάνη θαύματα, έκανε όμως θαύματα για να αποδείξη στους συγχρόνους του ότι ήλθε. Δεν είναι κοινωνικός αναμορφωτής, αλλά σωτήρας του προσώπου. Στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει καθόλου η λέξη επανάσταση, αντίθετα υπάρχει η λέξη ανάσταση. Όταν κανείς αναστηθή εσωτερικά γίνεται ο μεγαλύτερος αναμορφωτής της κοινωνίας. Δεν είναι ακόμη απλώς ένας αρχηγός μιας τέλειας θρησκείας, αλλά είναι η κεφαλή μας και η ζωή μας.

Όλα αυτά δείχνουν τον σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως του Χριστού. Δεν ήλθε ο Κύριος για να φέρη κάτι καινό (καινούριο), αλλά να γίνη Αυτός ο Ίδιος το καινόν, να δείξη ότι Αυτός είναι η ζωή. Ελευθέρωσε την ανθρώπινη φύση από τα κακά που έβαλε ο Αδάμ με την παρακοή και ακόμη έδωσε σε αυτήν εκείνα που της στέρησε ο Αδάμ με την πτώση του. Δηλαδή, ο Χριστός είναι η ζωή μας. Είναι το εμβόλιο που προσφέρει την ζωή, που έκανε την αγριέλαιο καλλιέλαιο. Είναι η υγιής ρίζα που μας τροφοδοτεί με τον χυμό της αιωνιότητας.

* * *

Ο Χριστός έγινε άνθρωπος όχι για να διδάξη μερικές ξεχασμένες αλήθειες, ούτε για να ευεργετήση απλώς τον άνθρωπο, αλλά για να τον ενώση με τον Θεό, δηλαδή να ενώση στο Πρόσωπό Του υποστατικά την ανθρώπινη φύση και την θεία φύση (διά του Προσώπου Του να ενώση τον άνθρωπο με όλη την Αγία Τριάδα).

Επομένως, η ενανθρώπηση του Χριστού δεν αποβλέπει σε μια αφηρημένη λύτρωση, σε μια βελτίωση της ηθικής ζωής του ανθρώπου, αλλά είναι μυστήριο "ευρύτερον της λυτρωτικής ευσπλαχνίας". Ήνωσε τον Θεό με τον άνθρωπο: "Κενούται μεν γαρ η θεότης... ανακαινούται δε το ανθρώπινον, δια της προς το θείον ανακράσεως, θείον γινόμενον" (άγ. Γρηγόριος Νύσσης). Ο Κύριος είπε ότι "ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν" (Ιω. ι', 10). Και κατά την ερμηνεία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά το "περισσόν" έγκειται στο ότι κατέστησε τους ανθρώπους αδελφούς και συγκληρονόμους Του.

Έτσι αποκτήσαμε υπαρξιακή γνώση του Θεού, ο Οποίος θα παρέμεινεν άγνωστος και απρόσιτος σε μας και εμείς αιώνια καταδικασμένοι. Με την ενανθρώπηση φθάσαμε σε ανώτερη κατάσταση από την προπτωτική, γίναμε Σώμα Χριστού και κατοικητήρια της Αγίας Τριάδος. Γι’ αυτό επανειλημμένα τονίζουν οι άγιοι Πατέρες ότι ο Θεάνθρωπος Χριστός και όχι ο Αδάμ είναι "η κλείς της ερμηνείας των πάντων".

Ο άνθρωπος δεν έχει αξία επειδή απλώς γεννιέται βιολογικά, αλλά επειδή με το μυστήριο της Θεογενεσίας (τό άγιο Βάπτισμα) γίνεται μέλος του αναστημένου Σώματος του Χριστού, και όλη η φύση του προσελήφθη από το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες και γενικά οι άγιοι δεν ενδιαφέρονται τόσο για την σωματική και βιολογική κατασκευή και προέλευση του ανθρώπου, αλλά εκπλήσσονται μπροστά στο μεγάλο θαύμα, το ότι με την ενανθρώπηση του Χριστού έγινε μέλος του Σώματός Του. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, ενώ όλα τα άλλα κινούνται στην περιφέρεια.

* * *

Ενώ μια φορά ο Κύριος ενηνθρώπησε κατά σάρκα, κατά απόρρητη, μυστική και υπαρξιακή διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ζούμε διαρκώς την ενανθρώπηση του Χριστού. Ο άγιος Μάξιμος λέγει ότι ο Λόγος σαρκώνεται κατά ιδιαίτερο τρόπο πάντοτε και εν πάσι.

Πρώτον, σαρκώνεται στον κόσμο. Κατά έναν θεολόγο, που ασχολήθηκε με την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου "όλος ο κόσμος κατά το μάλλον ή ήττον αποτελεί "πάχυνσιν" ή σάρκωσιν του Λόγου... Εις τας μυστικάς αυτάς σαρκώσεις ο Λόγος δεν εμφανίζεται, αλλά κρύπτεται υπό το κάλυμμα της κτίσεως". Μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η ενέργεια, οι λόγοι του Λόγου.

Δεύτερον, σαρκώνεται στους πιστούς. Ο Χριστός γεννιέται μέσα στους πιστούς με την πίστι και σαρκώνεται με τις αρετές. Όλη η εν Χριστώ ζωή, η πνευματική ζωή, είναι ζωή αναγεννήσεως, δηλαδή γεννήσεως του Χριστού μέσα μας και αναγεννήσεώς μας εν Αυτώ. Γι’ αυτό οι άγιοι της Εκκλησίας νοιώθουν πάντοτε τον Χριστό στην καρδιά τους και εορτάζουν παντοτεινά Χριστούγεννα. Άλλωστε, πάλι κατά τον άγιο Μάξιμο, ο Χριστός ενανθρωπήσας έγινε πρόδρομος της πνευματικής αυτού παρουσίας, για να παιδαγωγήση τις ψυχές μας για την εμφανή αυτού θεϊκή παρουσία. Στο τέλος δε των αιώνων θα αποκαλύψη εμφανώς "τά τέως πάσιν απόρρητα".

* * *

Γεννιέται ένα ερώτημα: Τί νόημα έχει η ενανθρώπηση του Χριστού στην σημερινή κοινωνία και ποιά σημασία έχουν αυτά που ελέχθησαν για τον σημερινό άνθρωπο; Το ερώτημα αυτό τίθεται, γιατί βρισκόμαστε κάθε μέρα σε μια αδήριτη πραγματικότητα, που κινείται έξω από τον ζωήρυτο χυμό της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

Δύο μόνον σημεία μπορούμε να σημειώσουμε. Πρώτον, ότι όλη η κίνηση του συγχρόνου ανθρώπου είναι κίνηση από τον Θεάνθρωπο στον ανθρωποθεό. Δηλαδή έπαυσε η σημερινή κοινωνία και ο σημερινός άνθρωπος να κινήται γύρω από τον Θεάνθρωπο Χριστό και έχει υψώσει τον άνθρωπο σε Θεό. Θεοποίησε την εξυπνάδα του, τις οικονομικές και κοινωνιολογικές ικανότητές του. Δεύτερον, ότι οι περισσότεροι Χριστιανοί ζούμε τα Χριστούγεννα μάλλον στην επιφάνειά τους χωρίς να ανταποκρίνωνται σε εσωτερικές καταστάσεις. Για τους πολλούς τα Χριστούγεννα είναι μια εορτή που εξυπηρετεί τις κοινωνικές και ψυχολογικές ανάγκες του ανθρώπου, μια εορτή τυλιγμένη μέσα στον ρομαντισμό, στις ωραίες αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, στον συναισθηματικό διάκοσμο, στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα (πού δεν πρέπει να καταργηθούν!!) στην ανταλλαγή ευχών. Έτσι κατήντησε για τους πολλούς μια εορτή χωρίς εσωτερική, πνευματική αναφορά.

Δεν θέλουμε να διατυπώσουμε μελαγχολικές σκέψεις, αλλά να εκφράσουμε μια μεγάλη αισιοδοξία. Ότι μόνον με τον Θεάνθρωπο Χριστό, που θα Τον βιώνουμε εσωτερικά, θα λάβη νόημα η ζωή μας και θα γιορτάζουμε πραγματικά Θεοφάνεια. Γιατί "ο ίδιος ο Χριστός γίνεται όχι μόνον Δώρο του Θεού στον άνθρωπο, αλλά και του ανθρώπου στο Θεό και του ανθρώπου προς τον άνθρωπο".

* * *

Η περίπτωση του παραλύτου του Ευαγγελίου είναι αρκετά αποκαλυπτική. Τριάντα οκτώ χρόνια ήταν ασθενής και δεν μπορούσε να θεραπευθή, καίτοι βρισκόταν κοντά στην θαυματουργική Κολυμβήθρα. Κι’ αυτό γιατί δεν είχε άνθρωπο να τον βοηθήση. Στην ερώτηση του Χριστού εάν θέλη να γίνη καλά εκείνος απάντησε: "Κύριε άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ βάλλη με εις την κολυμβήθραν..." (Ιω. ε’, 7). Όταν δεν τον βοηθούσε κανείς άνθρωπος, τότε τον βοήθησε ο Θεάνθρωπος. Με ένα λόγο τον θεράπευσε δείχνοντας ότι "αυτός είπε και εγενήθησαν αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν", ότι δηλαδή είναι Θεός αληθινός.

Αυτή η παρατήρηση είναι αρκετά ελπιδοφόρα για τον σημερινό κουρασμένο άνθρωπο. Δεν πρέπει να περιμένουμε την σωτηρία μας από τους ανθρώπους αλλά από τον Θεάνθρωπο Χριστό. Αυτός είναι η ελπίδα μας, η σωτηρία μας, η δόξα μας. Όλοι οι άνθρωποι μας έχουν γελάσει. Ο άνθρωπος από μόνος του, χωρίς την θεία Χάρη, είναι θηρίο τόσο τρομερό και άγριο που ξεπερνά την αγριότητα των πιο αιμοβόρων θηρίων. Συμφεροντολόγος, εκμεταλλευτής, εγωϊστής, σαρκολάτρης. Από τον Θεάνθρωπο προέρχονται όλα τα αγαθά. Αυτός έγινε η "προσαγωγή" μας προς τον Πατέρα. Επειδή είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος γι’ αυτό έδειξε σε μας την αγάπη του Πατέρα και μας ήνωσε με Αυτόν. Φανέρωσε όλη την δόξα της Αγίας Τριάδος, αλλά και την δόξα του ανθρώπου. Δια του Θεανθρώπου ο άνθρωπος μετέχει στην ζωή της μακαρίας Αγίας Τριάδος. Χωρίς τον Θεάνθρωπο δεν μπορούμε να μιλάμε για αγιασμό, για χαρά, για ειρήνη, για μακαριότητα, για αγάπη, για αιωνιότητα, για Παράδεισο, γιατί Αυτός είναι τα πάντα. Δια του Θεανθρώπου καθαρίζεται η ψυχή μας από τα φρικτά πάθη, φυγαδεύεται ο Σατανάς, θανατώνεται ο θάνατος και δια του Θεανθρώπου λαμβάνουμε την θεία Χάρη.

Αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μας βοηθήσουν αυτοί είναι οι φίλοι του Θεανθρώπου, που με την Χάρη Του έγιναν και αυτοί κατά Χάρη Θεάνθρωποι. Είναι οι άγιοι του Θεού. Αυτοί επέτυχαν τον σκοπό για τον οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος και έτσι έχουν μεγάλη παρρησία στον Θεό. Όσοι βρίσκονται στην θριαμβεύουσα Εκκλησία μας βοηθούν με τις ικεσίες τους προς τον Φιλάνθρωπο Δεσπότη, τον Θεό. Και όσοι ακόμη ζούν, επειδή είναι "χαριτωμένοι", μας βοηθούν με τις προσευχές τους, την αγάπη τους, τις συμβουλές τους και με όλη τους την αγία αναστροφή. Αναπαύουν, ξεκουράζουν την αμαρτωλή μας ύπαρξη. Βγάζουν τους αμαρτωλούς λογισμούς που μας παραμορφώνουν και δείχνουν την σωστή πορεία. Ξεχωρίζουν το κτιστό από το άκτιστο, τις ενέργειες του Θεού από τις ενέργειες του Σατανά και έτσι μας καθοδηγούν απλανώς, δηλαδή με ασφάλεια. Αυτό το ένοιωσαν μόνον όσοι συνδέθηκαν με τέτοιους ευλογημένους ανθρώπους.

Η ελπίδα μας, η σωτηρία μας, η δόξα μας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός. Δια πρεσβειών των αγίων, των φίλων του Θεανθρώπου, μπορούμε και εμείς να θεραπευθούμε από την παράλυσή μας. Κανείς, απολύτως κανείς, άλλος δεν μπορεί να μας σώση ούτε να μας βοηθήση. Ο Χριστιανισμός στο θέμα αυτό είναι απόλυτος. Μόνον όσοι δέχονται αυτό το απόλυτο γίνονται τέλειοι.

 

[ ΠΑΝΩ ]

10. Αποκάλυψη Υιού

Η Γέννηση του Χριστού* από την Παναγία είναι η ένσαρκη φανέρωση του Υιού του Θεού. Γνωρίζουμε από την διδασκαλία των αγίων Πατέρων ότι όλες οι αποκαλύψεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν αποκαλύψεις του Λόγου. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε αποκαλύψεις του ασάρκου Λόγου, ενώ στην Καινή Διαθήκη έχουμε αποκαλύψεις του Λόγου εν σαρκί. Αυτό ψάλλουμε σε ένα τροπάριο. "Δαβιτικήν προφητείαν εκπληρών Χριστός μεγαλειότητα εν Σιών την οικείαν μαθηταίς εξεκάλυψεν... πρότερον μεν άσαρκον ως Λόγον, ύστερον δε δι’ ημάς σεσαρκωμένον".

Η Γέννηση του Χριστού εν χρόνω υπό Παρθένου Μητρός άνευ πατρός αποκάλυψε συγχρόνως και την προαιωνία Γέννησή Του υπό Παρθένου Πατρός άνευ μητρός και έτσι γενικότερα αποκάλυψε το Τριαδικό του Θεού, ότι δηλαδή ο Θεός είναι Τριαδικός, Πατήρ, Υιός και Πνεύμα. Διότι αν δεν σαρκωνόταν ο Υιός "ουκ εδείκνυτο Πατήρ αληθώς ο Πατήρ, ουκ αν αληθώς Υιός ο Υιός, ουκ αν το Πνεύμα το άγιον προιόν και αυτό εκ του Πατρός" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Έτσι η φανέρωση του Τριαδικού Θεού "εν μια ουσία και εν τρισίν υποστάσεσιν" συνιστά την σωτηρία του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν είναι μια ενέργεια του Θεού, αλλά Πρόσωπο, Υιός του Θεού, Θεός αληθινός.

* * *

Η Γέννηση του Χριστού είναι αποκάλυψη της Εκκλησίας. Αυτή είναι η άλλη μεγάλη αλήθεια της πίστεώς μας που έγινε πραγματικότητα με την Γέννηση του Χριστού. Ο Λόγος προσέλαβε ανθρώπινο σώμα και έτσι γεννάται εν Αυτώ και η Εκκλησία, η οποία προηγουμένως ήταν πνευματική (Μ. Αθανάσιος). Με την ενανθρώπηση ο Θεός Πατήρ "εισάγει τον πρωτότοκον εις την οικουμένην σωματικώς", δηλαδή "καταρτίζων σώμα εις αυτόν". Έτσι έχουμε την Εκκλησία που είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως. Όλες οι Δεσποτικές εορτές είναι εκκλησιαστικές και εκκλησιολογικές. Με την Γέννησή Του γεννήθηκε η Εκκλησία, με την Ανάστασή Του αναστήθηκε η Εκκλησία.

Γι’ αυτό ο Θεός για μας τους Ορθοδόξους δεν είναι αφηρημένος, αλλά συγκεκριμένος. Δεν μπορούμε να αναζητήσουμε τον Θεό έξω από την Εκκλησία. Αυτό φαίνεται καθαρά και στην ζωή του Αποστόλου Παύλου. Εκείνος εδίωκε την Εκκλησία και ο Χριστός του είπε "τί με διώκεις;" (Πράξ. κστ’, 13). Είναι στενά συνδεδεμένος ο Χριστός με την Εκκλησία και η δίωξη του ενός συνεπάγεται και δίωξη του άλλου.

Στην ερώτηση πολλών νέων πώς θα ζήσουμε τον Θεό, πώς θα βιώσουμε πρακτικά την αλήθεια περί του Θεού, μπορούμε να δώσουμε την απάντηση ότι αυτό γίνεται όταν ζούμε εκκλησιαστικά και μυστηριακά. Αυτή είναι η πλέον πρακτική πλευρά της βιώσεως του Χριστιανισμού.

* * *

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε ομιλία του αναφέρει τον βαθύ θεολογικό σκοπό της Γεννήσεως του Χριστού. Μεταξύ των άλλων λέγει ότι έγινε ο Υιός του Θεού άνθρωπος "ίνα δείξη εις ποίον ύψος ημάς ανάξη... ίνα δείξη αγαθήν την ημών φύσιν κτισθείσαν", για να μας κάνη υιούς του Θεού. Τώρα έχουμε την δυνατότητα να αποκτήσουμε την αθανασία δηλαδή την αιώνια ζωή εν Χριστώ, το "αεί εύ είναι".

Το μυστήριο της σωτηρίας μας έχει δυο όψεις. Η μια είναι η σάρκωση του Θεού, πιο συγκεκριμένα η σάρκωση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος και η άλλη είναι η θέωση του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία γεννιέται ο Χριστός στην καρδιά μας και εμείς γεννιόμαστε εν Χριστώ. Αποκαλύπτεται ο Θεός σε μας και εμείς αποκαλυπτόμαστε για τον Θεό, γινόμαστε διαφανείς και έτσι ουσιαστικά ερχόμαστε από το "μηδέν" στο όν, στην ζωή.

Η εμπειρία του Αποστόλου Παύλου περί της οποίας μιλήσαμε στην αρχή είναι εμπειρία όλων των αγίων. Με την ενανθρώπησή Του ο Χριστός μας έδωσε την δυνατότητα να Τον βλέπουμε δια της θεώσεως, έσωθεν, εν σαρκί. Οι άγιοι Πατέρες είναι οι πραγματικοί θεολόγοι. Και ονομάστηκαν θεολόγοι γιατί έφθασαν στην θεωρία του Θεού. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει ότι μπορούν να θεολογήσουν οι "διαβεβηκότες εν θεωρία", αυτοί πού, όπως ο Απόστολος Παύλος, αξιώθηκαν να δούν προσωπικά τον Θεό. Η θέα αυτή του Θεού καθαρίζει τον άνθρωπο από την φαντασία και τον καθιστά πραγματικό κήρυκα της αληθείας, που διακρίνεται σαφώς από τον φιλόσοφο και τις φιλοσοφίες.

Με φόβο και τρόμο τολμούμε να γράψουμε ότι και σήμερα υπάρχουν άγιοι (πού ακόμη ζούν) που είδαν και βλέπουν τον Χριστό μέσα στο Φώς, συνομιλούν μαζί Του και μένουν μέρες και εβδομάδες μέσα στη θέα του Θεού. Έχουμε αξιωθή από τον Θεό να γνωρίσουμε προσωπικά τέτοιους ανθρώπους που είδαν τον Χριστό, που είδαν το άκτιστο Φώς του Θεού, που πιστοποιούν ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο μοναδικός Σωτήρ των ανθρώπων, η μοναδική ελπίδα του μέλλοντος αιώνος, η μοναδική διέξοδος που μπορεί να μας βγάλη από την αδιέξοδο στην οποία έχουμε κλεισθή.

* * *

Η ενανθρώπηση του Χριστού είναι φανέρωση της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο. Είναι φανέρωση ότι ο Θεός δεν είναι ένας δυνάστης, σαδιστής Πατέρας, που αρέσκεται να τιμωρή το πλάσμα Του, αλλά φιλάνθρωπος Θεός. Πράγματι, ο Κύριος ήλθε στον κόσμο, όχι για να τον κρίνη, αλλά να τον σώση, προσφέροντας σε αυτόν την αιώνια ζωή.

Η δημιουργία του κόσμου είναι έργο της θείας αγάπης και επομένως δεν μπορεί παρά και η αναδημιουργία του κόσμου, που έγινε με την ενσάρκωση του Χριστού, να είναι αποτέλεσμα αγάπης του Τριαδικού Θεού. Ο Χριστός μας αποκάλυψε την μεγάλη αλήθεια, που ήταν αδύνατο να ανακαλύψη ο άνθρωπος, ότι ο Θεός δεν μπορεί ποτέ να μισήση τον άνθρωπο που Αυτός δημιούργησε. Γιατί είναι αδύνατο να μισή ο Θεός, ενώ ο Ίδιος προτρέπει τους ανθρώπους να συγχωρούν και να αγαπούν και τους εχθρούς ακόμη. Η αλήθεια είναι ότι ο Θεός δεν μας μισεί, αλλά εμείς, επειδή χάσαμε την ζωή του Θεού, απομακρυνθήκαμε από Αυτόν, είμαστε οργισμένοι και βλέπουμε τον Θεό οργισμένο.

Επομένως, φθάνουμε στο σημείο να πούμε ότι η δική μας σχέση με τον Θεάνθρωπο Χριστό μας δημιουργεί το αίσθημα της αγάπης ή της οργής. Με αυτό θέλουμε να πούμε ότι όταν ο άνθρωπος ζη μέσα στην αγία Εκκλησία, με την μετάνοια και την μυστηριακή ζωή, νοιώθει πολύ την μεγάλη αγάπη του Θεού και κυριολεκτικά τρελλαίνεται. Όταν όμως είναι κυριευμένος από τον Σατανά και είναι υποδουλωμένος στα αισχρά πάθη, τότε αισθάνεται τον Θεό οργισμένο, ενώ Εκείνος και τότε τον αγαπά. Αυτό θα συνεχιστή και μετά θάνατον και μετά την Δευτέρα Παρουσία. Η τραγωδία του αμαρτωλού και αμετανοήτου ανθρώπου βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θα έχη κοινωνία με τον Θεό, οπότε δεν θα μπορή να βιώνη την αγάπη Του και δεν θα μπορή ως τυφλός να βλέπη το άκτιστο Φώς.

Δεν είναι όμως εύκολο να μιλάη κανείς για την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Υπάρχουν τρία μεγάλα εμπόδια γι’ αυτό.

Πρώτον, το ότι δεν έχουμε εμπειρία της αγάπης αυτής, αφού δεν έχουμε φθάσει στην κατάσταση της θεωρίας. Για να μιλήσης για τα αισθήματα κάποιου πρέπει προηγουμένως να τον έχης γνωρίσει καλά. Το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη του Θεού.

Δεύτερον, δεν υπάρχουν λέξεις για να μεταδώση κανείς το πόσο μας αγαπά ο Θεός. Και οι πιο δυνατές λέξεις είναι αδύνατες στο να βοηθήσουν τον κάθε Προφήτη να αποκαλύψη τα όσα του φανέρωσε ο Θεός. Γιατί η εμπειρία της θεώσεως είναι απερίγραπτη. Αν προσθέση κανείς και ένα τρίτο εμπόδιο, μπορεί να ολοκληρώση το θέμα, γιατί δεν είναι εύκολο να μιλάη κανείς για την αγάπη του Θεού. Είναι η ύπαρξη και η μισάνθρωπη δράση του πνεύματος του μίσους, του Σατανά, που κάνει τα πάντα για να φέρνη τον άνθρωπο σε αντίθεση με τον Θεό και να συκοφαντή τον Θεό στον άνθρωπο.

Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Και ότι εκείνος που ενώνεται με τον Θεό γίνεται όλος αγάπη για τον κόσμο. Αλλά και αυτό είναι προκλητικό και ακατανόητο.

Ποιό όμως κήρυγμα της Εκκλησίας δεν είναι προκλητικό για τον κόσμο της αμαρτίας;

 

[ ΠΑΝΩ ]

11. Η Γέννηση του Χριστού

Μετά την πτώση ο άνθρωπος αποξενώθηκε από τον Θεό, η ανθρώπινη φύση επαναστάτησε, αλλοτριώθηκε και έπεσε στην ειδωλολατρεία. Ωστόσο υπήρχε το εκλεκτό λείμμα που περίμενε Λυτρωτή, τον Μεσσία. Στην κατηγορία αυτήν ανήκουν οι Προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, που αξιώθηκαν να δούν τον Χριστό ασάρκως, έσωθεν δηλαδή δια της θεώσεως. Υπάρχει βέβαια μια βασική διαφορά.

Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης έβλεπαν τον Χριστό δια της θεώσεως, όχι δια της απλής εξωτερικής οράσεως, αλλά αφού ακόμη δεν είχε καταργηθή οντολογικά ο θάνατος και αφού ο Χριστός δεν είχε προσλάβει το σώμα έβλεπαν μεν έσωθεν, δια της θεώσεως, έξω όμως από το Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία των Αποστόλων δεν συγκρίνεται με την εμπειρία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Πάντως είναι μεμαρτυρημένη διδασκαλία των αγίων Πατέρων ότι και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης ανήκαν στο Σώμα της Εκκλησίας και ότι "ο Λόγος επαρρησιάσθη μεν ύστερον καιροίς ιδίοις, εγνωρίσθη δε και πρότερον τοις καθαροίς την διάνοιαν" (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος), και ότι το μυστήριο του Σταυρού ενεργούσε και στην Παλαιά Διαθήκη, γιατί ο Σταυρός είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού, που σώζει τους ανθρώπους49.

Επίσης η Παναγία συνετέλεσε πολύ στην σάρκωση του Χριστού, αφού "η σάρκωση του Λόγου δεν ήταν μόνον έργο του Πατρός και του αγίου Πνεύματος και της θελήσεως του Υιού, αλλά και της θελήσεως και της πίστεως και της Παρθένου" (Νικόλαος Καβάσιλας). Η Παναγία ήταν απηλλαγμένη από κάθε προσωπική αμαρτία και αυτό οφειλόταν στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, στον ελεύθερο αγώνα της και στους "διαδοχικούς εξαγνισμούς των θεοπατόρων"50.

Κατά την διδασκαλία των Πατέρων το "σπέρμα" του Αδάμ με τον θεάρεστο και ενάρετο βίο των προπατόρων και την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος καθαριζόταν, ώστε ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός να ονομάζη το σπέρμα του αγίου Ιωακείμ (πατέρα της Παναγίας) "σπέρμα πανάμωμον". Ο ίδιος άγιος Πατέρας λέγει σε ομιλία του στην εορτή της γεννήσεως της Θεοτόκου: "Μακάριον ζεύγος, Ιωακείμ και Άννα και πραγματικά πανάχραντο... Πολιτευτήκατε ευάρεστα στον Θεό και γίνατε άξιοι της κόρης που γεννήσατε. Ζώντας την ζωή σας σωφρόνως και οσίως καρποφορήσατε το στολίδι της παρθενίας...". Έτσι όλη η ανθρωπότητα προετοιμάστηκε όσο της ήταν δυνατόν και προσέφερε στον Χριστό την Μητέρα. "Ημείς δε μητέρα Παρθένον".

* * *

Όπως όλοι οι προπάτορες αγωνίστηκαν και μόχθησαν για να προετοιμάσουν το έδαφος για την Γέννηση του Χριστού, έτσι και εμείς πρέπει να προετοιμαζόμαστε για να εορτάσουμε επάξια την εορτή της Γεννήσεως του Σωτήρα μας. Σε τί συνίσταται αυτή η προετοιμασία; Χρειάζεται πίστη ότι αυτός είναι ο Μοναδικός Σωτήρας και Κύριος51. Αν οι Προπάτορες είχαν πίστη προτού να δεχθούν την τελεία απολύτρωση, πόσο μάλλον πρέπει να έχουμε εμείς. Κυρίως αυτό που θέλουμε να τονίσουμε, σαν προετοιμασία, είναι το θέμα της μετανοίας52.

Αν κανείς δεν μετανοήση δηλαδή αν δεν αλλάξη τρόπο ζωής και τρόπο σκέψεως, αν δεν παύση να σκέπτεται εγωϊστικά, δεν μπορεί να πλησιάση έστω και για λίγο αυτό το μεγάλο μυστήριο. Αλλά γιατί χρειάζεται η μετάνοια; Λέγουν οι άγιοι Πατέρες μας ότι "φανταζόμενος νούς είναι ανίκανος για την θεολογία". Είναι ανίκανος και ακατάλληλος για να πλησιάση τον Θεό και να ομιλήση έπειτα για τον Θεό για τρεις βασικούς λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η φαντασία53 είναι μεταπτωτικό φαινόμενο, ο δεύτερος γιατί το θέμα του Θεού είναι θέμα εμπειρίας και όχι φιλοσοφίας και στοχασμού και ο τρίτος γιατί μεταξύ ακτίστου και κτιστού υπάρχει χαώδης διαφορά. Ο άνθρωπος είναι κτιστός, ενώ ο Θεός είναι άκτιστος. Εκτός από τον Θεάνθρωπο δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να συνδέη το άκτιστο και το κτιστό, μόνον ο Θεάνθρωπος και οι φίλοι Του που είναι οι άγιοι.

Γι’ αυτό όταν ο άνθρωπος περάση μέσα από την βαθειά μετάνοια, από μια ριζική αλλαγή όλου του εαυτού του, τότε μπορεί να συνδεθή με τον Θεό και να θεολογήση. Η μετάνοια καθαρίζει τον άνθρωπο από τον κόσμο της φαντασίας και μπορεί να γίνη ο νούς του κατάλληλος για την θεολογία. Γιατί πραγματικά ο ακάθαρτος και φανταζόμενος νούς όταν προσπαθήση να θεολογήση θα διαπράξη σφάλματα, θα θεολογήση με τα πάθη. Μάλλον θα μιλήσουν δι’ αυτού τα πάθη και όχι ο Θεός.

Έχουμε ανάγκη μετανοίας, της κατά Θεόν λύπης, όπως λέγεται από τους αγίους Πατέρας μας. Αυτή η λύπη της αληθινής μετανοίας είναι "δέσποινα απότομος των παθών, και μητέρα σεμνή και επίδοξος των αρετών" (άγ. Μάξιμος). Είναι το "θείον σπέρμα που σαν καρπό παρέχει την ευφροσύνη των αιωνίων αγαθών". Η αληθινή μετάνοια είναι η απέκδυση των δερματίνων χιτώνων, η απογοήτευση από τον εαυτό μας (πού γίνεται με την μυστική επενέργεια της θείας Χάριτος), το άγιο μίσος προς τον εαυτό μας (τά πάθη μας), το άλγος και η κατάνυξη, το γκρέμισμα του ειδώλου του εαυτού μας που έχει στηθή στην ζωή μας και που λατρεύουμε καθημερινά, η ολοκληρωτική προσφορά και ελπίδα στον Θεό.

Μετάνοια είναι η εν Χάριτι προσπάθεια να πεθάνουμε τηρώντας τις εντολές του Χριστού. Είναι η παύση του ολεθρίου μονολόγου και το ξεκίνημα του διαλόγου με τον Ζωντανό Θεό. Η μετάνοια θεραπεύει την αρρωστημένη ψυχή μας που γίνεται εμπόδιο για να αισθανθούμε την γέννηση του Χριστού. Και αυτό πρέπει να επιδιωχθή, γιατί ο Χριστιανισμός συνδέεται περισσότερο με την ιατρική επιστήμη και κυρίως την ψυχιατρική, παρά με την φιλοσοφία.

 

[ ΠΑΝΩ ]

12. Τρεις στάσεις προς τον Χριστό

Οι πιστοί Χριστιανοί βιώνουν στην καρδιά τους την Γέννηση του Θεανθρώπου, ως ιδική τους θέωση. Οι Πατέρες τόνισαν την αλήθεια ότι "αεί Χριστούγεννα εστί" και "αεί Πάσχα εστί" και "αεί Πεντηκοστή εστί".

Η εν Χριστώ ζωή, ως ενότητα του πιστού με τον Χριστό, είναι βίωση της ζωής του Χριστού. Επειδή όμως, ως πεπτωκότες, εύκολα ξεχνούμε και έχουμε ανάγκη πνευματικών σταθμών για μεγαλύτερη πνευματική εμβάθυνση, γι’ αυτό η Εκκλησία διένειμε τους απολυτρωτικούς σταθμούς του έργου του Χριστού σε ολόκληρο το χρόνο. Άλλωστε η βίωση του Χριστού είναι καθολική, που σημαίνει ότι δεν βιώνουμε το ένα μετά το άλλο τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, ούτε βιώνουμε διαδοχικά και σταδιακά τις αρετές, αλλά αυξανόμαστε καθολικά εν Χριστώ. Στην συνέχεια θα δούμε τρεις στάσεις που λαμβάνουν οι άνθρωποι απέναντι στον Χριστό.

* * *

Ο Ιωσήφ δεχόταν την εμφάνιση, την επίσκεψη του αγγέλου και υπήκουε αμέσως στον λόγο του και έτσι υπηρέτησε το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου. Κάνει ιδιαίτερη εντύπωση πώς στην Αγία Γραφή δεν υπάρχει κανένας λόγος του Ιωσήφ. Πάντοτε με την αδιάκριτη υπακοή του βοηθά την Παναγία και το Παιδίον. Έτσι στην περίπτωσή του έχουμε το φαινόμενο που η σιωπή υπηρετεί τον Λόγο.Μας δίνεται η δυνατότητα να δούμε τις μεγάλες υπηρεσίες που προσφέρει στον Λόγο η σιωπή και η ησυχία, αλλά και η αξιοποίηση της σιωπής από τον Λόγο. Ο Ιωσήφ έγινε ο τύπος της ελ-Λόγου ησυχίας, που είναι μια ακατάπαυστη κραυγή.

Πρέπει να παρατηρήσουμε πώς η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε μεγάλη σημασία στην ησυχία με όλη την σημασία της. Η ησυχία οδηγεί τον άνθρωπο στον Λόγο και ο Λόγος ακούγεται καθαρά στην κατάσταση της ησυχίας. Ο Χριστός, κατά την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, είναι ο Λόγος του Πατρός. Η κίνησή Του προς τον άνθρωπο ήταν αποκάλυψη λόγου, αλλά και έκφραση ησυχίας. Γι’ αυτό και η κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό και τον άνθρωπο πρέπει να διαπνέεται από τα δυο αυτά στοιχεία.

Η σημερινή εποχή είναι εποχή δράσεως και κινήσεως, γιατί πιστεύουμε ότι έτσι θα έλθη η ατομική και κοινωνική ευημερία. Η ανυπαρξία της εσωτερικής ησυχίας έχει σαν αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του ανθρώπου, πού, κατά την ορθόδοξη θεολογία, είναι η απομάκρυνσή του από τον Θεό. Το αισθανόμαστε αυτό καλά σήμερα, γι’ αυτό αναζητούμε ησυχία στην φύση, στην βίωση πρωτογόνων μορφών ζωής, στα ναρκωτικά, στην απομόνωση. Όμως δεν επιτυγχάνουμε τίποτε γιατί δεν υπάρχει εσωτερική ησυχία, που δημιουργείται, όταν η εξωτερική ησυχία υπηρετεί τον Λόγο και έρχεται σε κοινωνία μαζί Του. Έτσι η Ορθοδοξία έχει σήμερα μεγάλο καθήκον να ομιλή για την θεολογική αυτή "έγκαρπον" ησυχία. Μέσα στο κλίμα της ενοποιείται ο άνθρωπος και τότε η δράση του είναι υγιής54.

* * *

Η Παναγία έχει στην αγκαλιά της τον Χριστό. Χριστός και Παναγία είναι ενωμένοι μεταξύ τους και δεν νοούνται ανεξάρτητα, αφού η δόξα της Παναγίας βρίσκεται στον καρπό της κοιλίας της, τον Ιησού και ο Ιησούς δι’ αυτής ενηνθρώπησε. Έτσι, η Παναγία υπηρετεί τον Χριστό με την προσφορά του εαυτού της. Η Παναγία έγινε ο τύπος της Εκκλησίας και κάθε πιστού, που αποτελεί μέλος του Σώματος του Χριστού55. Ο Χριστός είναι το κέντρο, η δύναμη και η δόξα της Εκκλησίας και του πιστού. Αυτός είναι η ρίζα μας, η ζωή μας, το φως μας και η δύναμή μας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρουσιάζει τον Χριστό να λέγη: "Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος. Πάν όπερ αν θέλης εγώ". Και κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα ο Χριστός είναι ο δρόμος (η οδός), η δύναμη για να βαδίσουμε την οδό και το τέρμα της οδού. Αυτός για τους αγωνιζομένους είναι ο συναθλητής, για τους ευδοκιμούντας στην πνευματική ζωή είναι ο αγωνοθέτης και για τους νικητάς είναι το στεφάνι.

Επομένως, η δύναμη της Εκκλησίας, όπως και της Παναγίας, δεν βρίσκεται στην εξωτερική ισχύ, στην σύναψη διαφόρων υψηλών και μεγάλων σχέσεων, στα χρήματα και τα ιδρύματα, αλλά στην παρουσία του Χριστού, που εσωτερικά την ζωοποιεί και την ενδυναμώνει. Επίσης, όπως το Παιδίον Ιησούς βρίσκεται στην αγκαλιά της Παναγίας, έτσι βρίσκεται στο κέντρο της Εκκλησίας και επομένως μη αναζητάμε τον Χριστό έξω από την Παναγία και έξω από την Εκκλησία. Είναι τεράστιο λάθος, όταν απομονώνεται ο Χριστός από την Εκκλησία, γιατί τότε διαστρεβλώνεται. Ενδεχομένως γίνεται ένας ρομαντιστής, ένας φιλόσοφος, ένας κοινωνιολόγος, και όχι Σωτήρ των ανθρώπων. Όπως μέσα στην μήτρα της Θεοτόκου κυοφορήθηκε ο Χριστός, έτσι και εμείς μέσα στην μήτρα της Εκκλησίας (δηλαδή στην εσωτερική μυστηριακή και ασκητική ζωή) θα βρούμε τον Χριστό και θα γεννηθούμε πνευματικά, οπότε θα ονομαζόμαστε Χριστιανοί. Διότι ένα άγαλμα αφού δεν έχει ζωή δεν λέγεται άνθρωπος. Έτσι και ένας άνθρωπος, που δεν έχει μέσα του την Ζωή, τον Χριστό, δεν λέγεται Χριστιανός (άγ. Γρηγόριος Νύσσης).

* * *

Η φιλοδοξία του Ηρώδου τον οδήγησε στο να μισή τον Χριστό και να θέλη τον θάνατό Του. Φοβάται μήπως του πάρει την εξουσία. Είναι πραγματικά ανόητος και μωρός, αφού δεν έχει στοιχειώδη λογική να αντιληφθή την μεγάλη διαφορά ηλικίας και το αιφνίδιο του θανάτου. Ζητά ασφάλειες και προχωρεί σε σφαγές για να ασφαλίση την ανασφάλειά του. Βέβαια γρήγορα "τεθνήκασιν οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου" (Ματθ. β’, 20). Ο Ιησούς βασιλεύει στους αιώνες, ενώ εκείνοι που επεδίωκαν τον θάνατό Του πέθαναν οι ίδιοι.

Ο Ηρώδης είναι τύπος των ανθρώπων που καταδιώκουν την Εκκλησία-Χριστό. Την μισούν και επιδιώκουν την εξαφάνισή της. Ουσιαστικά το μόνο που κατορθώνουν είναι να αφανισθούν οι ίδιοι. Η Εκκλησία (Χριστός) είναι ο ισχυρός λίθος και όποιος πέσει επάνω του θα συντριβή56.

Πρέπει να λεχθή στο σημείο αυτό, ότι όπως ο Χριστός, έτσι και η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς. Διότι δεν μπορεί να είναι εχθρός αυτός που διαθέτει "ασθενική όραση" που κλείνεται μέσα στην φυλακή των παθών του, της ατομικότητος και της μερικότητός του. Δεν μπορεί να είναι εχθρός αυτός, που δεν μπορεί να δη την ολότητα της ανθρωπίνης φύσεως, που περισώζει η Εκκλησία. Είναι απλώς άρρωστος. Γι’ αυτό το μήνυμα, όπως έχει παρατηρηθή, της Εκκλησίας στον σημερινό διεσπασμένο και αλλοτριωμένο κόσμο, που την αρνείται, είναι ότι αυτή δεν αρνείται κανένα, αφού εκφράζει όλους, αγαπά όλους και ενδιαφέρεται για την σωτηρία όλων. Όλη η ανθρώπινη φύση έχει προσληφθή από τον Χριστό.

Τρείς στάσεις λαμβάνουν πάντα οι άνθρωποι απέναντι στον Χριστό. Άλλοι, σαν τον Ιωσήφ Τον υπηρετούν με την ησυχία και την υπακοή. Άλλοι, σαν την Θεοτόκο Τον γεννούν. Και άλλοι, σαν τον Ηρώδη ζητούν τον θάνατό Του. Η Εκκλησία με την αγάπη επιθυμεί τον "θάνατο" όλων, δηλαδή τον "θάνατο" κάθε απολυτοποιημένης αποσπασματικότητος και την βίωση της ολότητος, της πραγματικής ζωής στο Σώμα του Χριστού, που είναι η ίδια η Εκκλησία.

 

[ ΠΑΝΩ ]

13. Διδαχή και θαύμα

Σήμερα υπάρχει τρομερή σύγχυση σε όλα τα θέματα και κατά συνέπεια και στα θρησκευτικά, οπότε είναι ανάγκη να παρουσιάζεται η θεολογία της Εκκλησίας για να διακρίνεται η αλήθεια από την πλάνη. Είναι γνωστό πώς μια "Εκκλησία" που δεν θεολογεί και μια "θεολογία" που δεν εκκλησιάζεται δεν εξυπηρετεί το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Η ηθικολογική ανάλυση του λόγου του Θεού που συνδέεται με την ανεκδοτολογία και τις "ευσεβείς" σκέψεις πιστεύουμε ακράδαντα ότι ανοίγει τον δρόμο για τον αγνωστικισμό και την αθεΐα. Όχι μόνον ανοίγει τον δρόμο για την αθεΐα, αλλά είναι αθεΐα, αφού, κατά τους αγίους Πατέρας, το να παραθεωρήται το δόγμα που αποτελεί την έκφραση της εν Χριστώ ζωής και να παραθεωρούνται οι λόγοι των αγίων Πατέρων με την σκέψη ότι οι σύγχρονοι δεν θα μπορέσουν να τους καταλάβουν είναι αθεΐα.

Πολλές φορές διερωτώμεθα. Πώς κάνουμε μια ηθικολογική ανάλυση του λόγου του Θεού την στιγμή κατά την οποία η Εκκλησία με τα λατρευτικά της κείμενα, με την αγιογραφία κλπ. επιμένει να θεολογή; Γιατί αυτή η διάσπαση της εκκλησιαστικής ζωής; Πώς είναι επιτρεπτό π.χ. κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως τα τροπάρια να παρουσιάζουν όλη την μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και οι Χριστιανοί να ακούνε ένα άγευστο και άνοστο ηθικολογικό κήρυγμα; Γι’ αυτό με απλές λέξεις θα παρουσιάσουμε μερικές θεολογικές πλευρές για την διδασκαλία και τα θαύματα, που επιτέλεσε ο Χριστός, λαμβάνοντας αφορμή από το θαύμα του δούλου του εκατοντάρχου.

* * *

Το θαύμα αυτό έγινε ευθύς αμέσως από την κάθοδο του Κυρίου από το όρος των Μακαρισμών. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί μας δείχνει την σχέση που υπάρχει μεταξύ της διδαχής και του θαύματος, καθώς επίσης και την σχέση μεταξύ αυτών των δύο και του Προσώπου του Χριστού.

Ο Χριστός μιλούσε ως Θεάνθρωπος, "ως εξουσίαν έχων" (Ματθ. ζ', 29) και θαυματουργούσε ως Θεάνθρωπος: "Ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι" (Ιω. ε’, 17). Άλλοτε, όπως βλέπουμε στα άγια Ευαγγέλια, προηγείται η διδαχή και ακολουθεί το θαύμα, ως επισφράγιση της διδαχής και άλλοτε προηγείται το θαύμα και ακολουθεί η διδαχή, που αναλύει την βαθύτερη σημασία του. Άρα δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το Πρόσωπο του Χριστού από την διδαχή Του και το θαύμά Του, γιατί ο λόγος του Χριστού δεν είναι ένας κενός φλύαρος λόγος, αλλά θεία ενέργεια, και η πράξη του Χριστού δεν είναι ένα "φιλανθρωπικό" έργο, που γίνεται από συμπάθεια για τους ανθρώπους, αλλά επισφράγιση της Μεσσιανικότητός Του. Π.χ. έβγαζε τα δαιμόνια για να καταλάβουμε ότι αυτός διώχνει τους δαίμονας από την ψυχή και μας χαρίζει αιώνια ελευθερία (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Σήμερα υπάρχουν πολλοί που χωρίζουν τα τρία αυτά και διασπούν την θαυμάσια αυτή ενότητα. Άλλοι λένε πώς πιστεύουν στον Χριστό ως Θεάνθρωπο, αλλά αρνούνται τα θαύματα, που τα θεωρούν φαντασίες των ανθρώπων και δεν μελετούν ούτε εφαρμόζουν τον λόγο Του. Άλλοι διαβάζουν κάθε μέρα το Ευαγγέλιο, αλλά δεν πιστεύουν στην θεότητα του Χριστού, ούτε στην δυνατότητα των θαυμάτων. Άλλοι πιστεύουν στα θαύματα, επιδιώκουν να δούν θαύματα στην ζωή τους, ίσως τρέχουν σε όλα τα προσκυνήματα από συμφέρον, όμως δεν έχουν μεγάλη πίστη στην θεότητα του Χριστού, ούτε ζουν ευαγγελικά. Όλες, όμως, αυτές οι περιπτώσεις δεν συνιστούν ορθόδοξη ζωή.

* * *

Είπαμε προηγουμένως ότι ο θείος λόγος είναι θεία ενέργεια και δημιουργία και όχι ένας φλύαρος ανθρώπινος λόγος. Αυτό φαίνεται στο θαύμα του δούλου του εκατοντάρχου. Ο εκατόνταρχος ζητά ένα λόγο από τον Χριστό και είναι βέβαιος ότι με τον λόγο αυτό θα θεραπευθή ο δούλός του. "Μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παίς μου". Ο Κύριος τότε είπε: "ύπαγε και ως επίστευσας, γεννηθήτω σοι". Και το αποτέλεσμα, όπως σημειώνει ο ιερός Ευαγγελιστής, "ιάθη ο παίς αυτού εν τη ώρα εκείνη" (Ματθ. η’, 8-13). Δια του λόγου εξήλθε θεία ενέργεια και θεραπεύθηκε. Αυτό φαίνεται από την αρχή της δημιουργίας. Ο Θεός είπε "γενηθήτω φώς, και εγένετο φώς" (Γεν. α', 3). Ο Προφητάναξ Δαυίδ ψάλλει: "Τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών" (ψαλμ. λβ', 6).

Γι’ αυτό, η τήρηση των θείων εντολών είναι προϋπόθεση αποκτήσεως της θείας ζωής. Ο άγιος Μάξιμος λέγει ότι σε κάθε εντολή του Χριστού υπάρχει μυστικά ο Ίδιος ο Χριστός. Τηρώντας τις εντολές Του δεχόμαστε τον Χριστό μέσα μας. Και επειδή ο Χριστός δεν είναι ποτέ χωρίς τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, γι’ αυτό, τηρώντας τις εντολές του Χριστού, δεχόμαστε μέσα μας την Παναγία Τριάδα: "ο γούν δεξάμενος μίαν εντολήν και ποιήσας αυτήν μυστικώς έχει την Αγία Τριάδα". Ο Ίδιος ο Κύριος εδίδαξε ότι "ο ποιών την αλήθειαν έρχεται προς το φώς" (Ιω. γ', 21)58.

Ο άγιος Ισαάκ γράφει ότι όταν μια ψυχή που έχει ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, ακούση ένα ρήμα που έχει μέσα του κρυμμένη δύναμη πνευματική, ελκύεται προς την εφαρμογή. Γι’ αυτό το θείο κήρυγμα είναι απαραίτητο για την Εκκλησία και εντάσσεται οργανικά μέσα στον χώρο της λατρευτικής συνάξεως. Δεν είναι ένα ξένο στοιχείο της Λειτουργίας, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της. Φυσικά πρέπει να είναι πραγματικός λόγος, φωτισμός του Αγίου Πνεύματος και όχι ανθρώπινος ευσεβής στοχασμός.

Γίνεται λόγος αν πρέπη να γίνεται κήρυγμα κατά την Θεία Λειτουργία και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή εκφωνήσεώς του. Ανεξάρτητα από την ορθή άποψη που συνδέεται με την Παράδοση, έχουμε να πούμε ότι το κήρυγμα, όταν εμπνέεται από την λατρευτική ατμόσφαιρα, όταν κινήται μέσα στην Ορθόδοξη πνευματικότητα, όταν είναι αποκάλυψη του Λόγου του Θεού, προετοιμάζει τον άνθρωπο για την προσευχή και την θεία Κοινωνία. Διαφορετικά είναι βλαβερό σε οποιαδήποτε στιγμή αν εκφωνήται. Επομένως, το θέμα είναι όχι πότε πρέπει να λέγεται το κήρυγμα, αλλά τί θα λέγεται σε αυτό.

* * *

Ο εκατόνταρχος ζητά να μη έλθη στο σπίτι του ο Χριστός. Αυτή η αντιμετώπιση γίνεται αφορμή να επαινεθή από τον Κύριο. Άρα δεν ήταν αγένεια, αλλά αίσθηση της θείας δυνάμεως, εν σχέσει με την αίσθηση της δικής του ασθενείας. Αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο μιας τέτοιας μεγάλης δωρεάς. Εδώ, λοιπόν, πρόκειται για μια αυτογνωσία που είναι αληθινή, γιατί γίνεται κάτω από την Θεογνωσία. Δηλαδή γνωρίζει ο εκατόνταρχος τον εαυτό του δια της αποκαλύψεως του Χριστού. Αυτό το βλέπουμε στη ζωή των Προφητών και γενικά όλων των αγίων. Ερχόμενοι σε κοινωνία με τον Χριστό καταλαβαίνουν την μικρότητά τους και ταπεινώνονται. Επομένως, η ταπείνωση δεν είναι μερικές ταπεινές σκέψεις αλλά αποκάλυψη της Ζωής.

Σκοπός του ανθρώπου είναι να αποκτήση γνώση Θεού, θέα Θεού. Να δη τον Θεό στο λόγο Του και στο θαύμα Του. Τότε ταπεινώνεται, αποκτά γνώση του εαυτού του και γίνεται αληθινός άνθρωπος.

 

[ ΠΑΝΩ ]

14. Ο Χριστός η μόνη ελπίδα του κόσμου

Ο Χριστός ήταν και είναι η μόνη και διαρκής παράκληση του ανθρώπου. Φυγαδεύει κάθε θλίψη και μεταμορφώνει κάθε ανθρώπινο πόνο. Η Ζωή από όπου περνά μεταδίδει ζωή. Τα πάντα ανθίζουν. Μέσα στο σκοτάδι ανατέλλει το Φώς. Κανένας δεν αγάπησε τόσο πολύ τον άνθρωπο και δεν τον απάλλαξε από τον φόβο των οριακών του καταστάσεων, όσο ο Χριστός.

* * *

Θα δούμε μερικά ερμηνευτικά σημεία από το θαύμα της θυγατρός του Ιαείρου.

Καθ’ οδόν προς την οικία του Ιαείρου έγινε το θαύμα της θεραπείας της αιμορροούσης γυναικός. Αξίζει να υπογραμμισθή η τόλμη** της γυναικός, που επαινέθηκε πολύ από τον Χριστό. Δώδεκα χρόνια έπασχε από διαρκή αιμορραγία. Λόγω της ασθενείας της αποκλειόταν από την κοινωνική και θρησκευτική ζωή, σαν ακάθαρτη. Μέσα στην απελπισία της πλησίασε τον Χριστό, "ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού" και αμέσως "έστη η ρύσις του αίματος αυτής" (Λουκ. η’, 44)60.

Πολλά πράγματα θα έπρεπε να υπογραμμισθούν εδώ. Κατ’ αρχάς πρέπει να εκτιμήσουμε την ελπίδα και την τόλμη της γυναικός. Υπερνίκησε όλους τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς κανόνας συμπεριφοράς και έπιασε το ιμάτιο του Χριστού. Τον καιρό που της απαγορευόταν να εισέλθη στην συναγωγή, αυτή πλησίασε την πραγματική Ζωή, τον Χριστό και εκεί βρήκε την θεραπεία της. Ο Κύριος δέχεται αυτήν την τόλμη, γιατί βλέπει πέρα από τα φαινόμενα, βλέπει το βάθος της καρδιάς του ανθρώπου, ξέρει το πνεύμα του Νόμου και δεν στέκεται στο γράμμα του Νόμου, που αποκτείνει.

Έτσι, μας έδειξε ότι για την συνάντηση του ανθρώπου με τον Χριστό απαιτείται τόλμη και θάρρος. Πολλές φορές χρειάζεται να ριψοκινδυνεύουμε στην πνευματική μας ζωή, και χάρη του Χριστού, των αδελφών μας και της αιώνιου ζωής να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τα πιο "παράλογα" πράγματα. Αυτό το βλέπουμε στην ζωή των αγίων. Έκαναν τολμηρά πράγματα και έτσι απολάμβαναν περισσότερη Χάρη. Όταν αναπαυόμαστε στην επιτέλεση των θρησκευτικών μας καθηκόντων και αισθανόμαστε αυτάρκεια, δεν μπορούμε να απολαύσουμε την "νηφάλιο μέθη" της κοινωνίας με τον Θεό.

Ακόμη πρέπει να παρατηρηθή ότι μόλις έπιασε η γυναίκα το ιμάτιο του Χριστού, αμέσως "έστη η ρύσις του αίματος αυτής" (Λουκ. η’, 44). Αυτό σημαίνει, ότι όταν ο άνθρωπος συναντηθή με τον Χριστό αισθάνεται την απαλλαγή του από τις ενέργειες των παθών, που τον βασάνιζαν προηγουμένως και αποκτά αίσθηση της θεραπείας της φύσεώς του, παύει να ενεργή μέσα του ο νόμος της αμαρτίας και γίνεται "άναρχος και "ατελεύτητος χάριτι", όπως ο Απόστολος Παύλος και ο Μελχισεδέκ "διά την χάριν την θείαν και άκτιστον και αεί ούσαν υπέρ πάσαν φύσιν και χρόνον εκ του αεί όντος Θεού" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

* * *

Είναι λίγο "ακατανόητη" για μας τους λογικούς ανθρώπους η παραγγελία του Χριστού στους ανθρώπους να σταματήσουν να κλαίνε για τον θάνατο της θυγατρός του Ιαείρου. Είναι "ακατανόητη" γιατί ξέρουμε καλά, ότι η ζωή μετά την πτώση είναι ζυμωμένη με το κλάμα. Φυσικά δεν αγνοούσε αυτήν την πραγματικότητα ο Χριστός. Ο Κύριος δεν ήταν "απάνθρωπος" (αφού προσέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση και τα αδιάβλητα πάθη) για να σταματήση τα δάκρυα, που προέρχονταν από την απώλεια των προσφιλών προσώπων. Είναι πράγματι "απανθρωπία" στυγνή να συμβουλεύης κάποιον, που έχασε την ελπίδα της ζωής του, να σταματήση να κλαίη. Εδώ ο Κύριος συνιστά να παύσουν να κλαίνε με απελπισία, γιατί με την ενανθρώπησή Του ο θάνατος έχασε την πραγματική του σημασία, είναι ένας ύπνος. Και ακόμη είπε αυτόν τον λόγο εν όψει της αναστάσεως της κόρης, που θα έκανε σε λίγο. Ο Κύριος δεν ήταν ένας ονειροπόλος ηθικιστής, έτοιμος πάντα να δίνη ανεφάρμοστες και "απάνθρωπες" συμβουλές. Άλλωστε ο Ίδιος παρουσιάζεται στα άγια Ευαγγέλια ότι έκλαυσε, ιδίως για την πτώση των Ιουδαίων, των κατοίκων της Ιερουσαλήμ και για τον θάνατο του φίλου του Λαζάρου. Έπειτα μακάρισε τον κλαυθμό: "Μακάριοι οι κλαίοντες νυν ότι γελάσετε" (Λουκ. στ', 21). Ο Απόστολος Του μας παραγγέλλει "κλαίειν μετά κλαιόντων" (Ρωμ. ιβ', 15). Η Ορθοδοξία γνωρίζει καλά, ότι τα δάκρυα είναι ζυμωμένα με την ύπαρξη και την ζωή των ανθρώπων61.

Ο άνθρωπος κλαίει άλλοτε στην θέα του πόνου, άλλοτε για τις αμαρτίες του, άλλοτε για την έλευση της θείας Χάριτος στην καρδιά (από αγάπη και έρωτα) και άλλοτε για την άρση της. Οι άγιοι Πατέρες συχνά αναφέρονται στην ωφέλεια των δακρύων. Όλοι τους ζούσαν μέσα "στήν φλόγα των δροσιζόντων δακρύων" και έτσι καθάρισαν το παθητικό μέρος της ψυχής. Ένα νέφος καλύπτει την καρδιά που ζη την ζωή των αισθήσεων, που όλες οι δυνάμεις της είναι αιχμαλωτισμένες από τα αισθητά και δεν αφήνει την θεία Χάρη να ενεργήση. Πρέπει να πονέση η καρδιά, να κλάψη ο άνθρωπος για να φύγη αυτό το νέφος και να αναβλέψη. Η πονεμένη καρδιά ανοίγεται εύκολα και δέχεται την θεία Χάρη. Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέγει, ότι τα δάκρυα είναι στοιχείο της αναγεννήσεως του ανθρώπου. Όπως το παιδί που γεννιέται κλαίει, το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο που αναγεννάται πνευματικά. Δηλαδή τα δάκρυα της μετανοίας είναι "λουτήρ της αφέσεως, επανάκλησις της θεογενεσίας" (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Τα δάκρυα κατά την προσευχή είναι σημείο ότι ο Θεός "ήψατο των οφθαλμών της καρδίας και νοερώς" αναβλέπει ο άνθρωπος (όσ. Μάρκος ασκητής). Άλλος Πατήρ παραγγέλλει: "βάψον σου τας παρειάς εν τω κλαυθμώ των ομμάτων σου, ίνα επαναπαύσηταί σοι το Άγιον Πνεύμα και απολούση σε του ρύπου της κακίας σου" (όσ. Ισαάκ ο Σύρος).Μας προτρέπουν να παρακαλούμε τους αγίους να μας διδάξουν "πενθικάς φωνάς". Και όταν η θεία Χάρη έρχεται στην ψυχή του ανθρώπου περισσότερο, τότε τα μάτια γίνονται πηγές δακρύων.

Τα δάκρυα, το κλάμα, είτε το φυσικό, είτε το εκ της θείας Χάριτος είναι σημείο της ανθρώπινης μεταπτωτικής καταστάσεως, είναι σημείο πνευματικής υγείας και πνευματικής ευαισθησίας. Γι’ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι, ως οι κατ’ εξοχήν φυσικοί, μπορούμε να κλάψουμε, ενώ οι Δυτικοί δεν έχουν σχέση με τα δάκρυα, που τα θεωρούν αρρωστημένες καταστάσεις και παρερμηνεύουν όλες τις "χαριτωμένες" εμπειρίες των αγίων. Και αυτό συμβαίνει γιατί ζουν έναν ηθικολογικό Χριστιανισμό και θα μπορούσαμε να πούμε με βεβαιότητα ότι διακρίνονται για έναν "απάνθρωπο" τρόπο ζωής. Δεν μπορούν να κλάψουν ούτε μπροστά στην στέρηση των πιο αγαπημένων προσώπων. Εμείς είμαστε πονεμένοι, γι’ αυτό και σωσμένοι. Βασανισμένοι γι’ αυτό και θεωμένοι.

* * *

Αναγκαστικά θα πούμε λίγα για την ανάσταση της θυγατρός του άρχοντος της συναγωγής. Ο θάνατος είναι αποτέλεσμα και καρπός της αμαρτίας και ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου. Ο Χριστός όμως με την ενανθρώπησή Του, με τον θάνατο και την Ανάστασή Του, ενίκησε το κράτος και την δύναμη του θανάτου. Το νόημα, λοιπόν, των θαυμάτων των νεκραναστάσεων είναι προαγγελία της εσχατολογικής καταστάσεως, που θα καταργηθή τελείως ο θάνατος. Ο θάνατος δεν είχε πραγματική δύναμη πάνω στον Χριστό. Έτσι είναι ακίνδυνος για τον αναγεννηθέντα εν Χριστώ άνθρωπο, που δεν περιμένει την Δευτέρα Παρουσία, αφού η μεγάλη Ημέρα ήλθε γι’ αυτόν από την ζωή αυτή63.

Ο Κύριος είναι η μόνη ελπίδα του κόσμου και του ανθρώπου. Με τα πάθη Του ελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα πάθη. Με τα δάκρυά Του του μεταμόρφωσε τα δάκρυα. Με την Ανάστασή Του προσέφερε ανάσταση και αθανασία στον φθαρτό άνθρωπο και τον οδηγεί στην αδιάπτωτη υιοθεσία και θέωση.

 

[ ΠΑΝΩ ]

15. Η Ανάσταση του Χριστού

Η Ανάσταση του Χριστού ή καλύτερα ο Αναστάς Χριστός ζωογονεί όλο τον χρόνο, σημαδεύει την ανθρώπινη ιστορία και οδηγεί τον άνθρωπο στην θέωση. Αυτήν την θέωση έζησαν οι άγιοι Απόστολοι και περιγράφεται στις "Πράξεις των Αποστόλων".

Οι "Πράξεις των Αποστόλων" ουσιαστικά είναι πράξεις των μαρτύρων της Αναστάσεως του Χριστού. Οι Απόστολοι είδαν, βίωσαν τον αναστάντα Χριστό. Σε αυτούς ο Κύριος "παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν" (Πράξ. α’, 3) και τους προέτρεψε να γίνουν μάρτυρες αυτού του γεγονότος.

Ας δούμε μερικές πτυχές του θέματος αυτού. Βέβαια, τα γεγονότα της βιώσεως της Αναστάσεως του Χριστού είναι άρρητα και απερίγραπτα. Παρά την προσπάθεια που γίνεται για να περιγράφωνται και να λέγωνται, ουσιαστικά παραμένουν και πάλι άρρητα και απερίγραπτα.

* * *

Η Ανάσταση του Χριστού είναι ένα ιστορικό γεγονός, που συνέβη σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Οι Ευαγγελιστές δεν αρνούνται την ιστορικότητα του γεγονότος. Αντίθετα το τονίζουν ιδιαίτερα. Έγινε "επί Ποντίου Πιλάτου".

Όμως, παρά την ιστορικότητά του, παραμένει μυστήριο. Με άλλες λέξεις η ιστορικότητα δεν καταργεί το μυστήριο και το μυστήριο δεν καταργεί την ιστορικότητα του γεγονότος. Η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να κατανοήση και να ερμηνεύση το καινό αυτό γεγονός, ότι ο Θεάνθρωπος έπαθε και ανέστη. Μόνον μπορεί να το εκφράση όταν το βιώνη η καρδιά.

Έτσι η Ανάσταση του Χριστού ξεπέρασε τον χρόνο, αλλά βιώνεται μέσα στον χρόνο. Κάθε θεία Λειτουργία είναι μυστηριακή βίωση αυτού του γεγονότος. Με κάθε θεία Λειτουργία, το Πάσχα (δηλαδή ο Χριστός) είναι παρόν σε μάς. Γι’ αυτό στην θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου ο ιερεύς μετά την θεία Κοινωνία ευχαριστεί τον Θεό, λέγοντας: "έσχομεν του θανάτου σου την μνήμην, είδομεν της αναστάσεώς σου τον τύπον, ενεπλήσθημεν της ατελευτήτου σου ζωής...".

Γενικά, η Εκκλησία είναι το αναστημένο Σώμα του Χριστού (ιστορικά, μυστηριακά και πραγματικά). Γι’ αυτό ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφοντας στην Εκκλησία της Φιλαδελφείας έλεγε: "Ιγνάτιος... τη Εκκλησία... αγαλλιωμένη εν τω πάθει του Κυρίου και εν τη αναστάσει αυτού".

* * *

Όπως ελέχθη προηγουμένως, οι Απόστολοι υπήρξαν και έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Ο λόγος τους ήταν μαρτυρία ζωής και αναστάσεως. Ας παραθέσουμε την μαρτυρία του Αποστόλου Ιωάννου: "η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν... ό εωράκαμεν και ακηκόαμεν, απαγγέλλομεν υμίν" (Α' Ιω. α', 2-3).

Αλλά η μαρτυρία των Αποστόλων δεν ήταν μόνον μαρτυρία μιας σωματικής οράσεως του Χριστού, αλλά μαρτυρία εσωτερικής-υπαρξιακής βιώσεως του Αναστάντος. Με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής απέκτησαν εσωτερική βεβαιότητα της Αναστάσεως και αυτήν την μαρτυρία έδωσαν στον κόσμο. Ο Κύριος τους παρήγγειλε: "λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς και έσεσθε μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γής" (Πράξ. α’, 8).

Έτσι μαρτυρία της Αναστάσεως έδωσαν όλοι οι άγιοι, έστω κι’ αν δεν γνώρισαν σωματικά (όσο ζούσε) τον Χριστό. Όπως κάθε μυστήριο έχει την Πεντηκοστή του (τήν στιγμή ελεύσεως του Παρακλήτου) έτσι και κάθε άνθρωπος έχει την Πεντηκοστή του. Αυτή είναι η μέθη η πνευματική, που δημιουργεί έκσταση και μαρτυρία. Με αυτήν την μέθη μέθυσαν οι άγιοι Απόστολοι, όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ, και επορεύθησαν κηρύττοντες εις τα πέρατα της οικουμένης, με αυτήν την μέθη μέθυσαν οι άγιοι Μάρτυρες και υπέμειναν τόσα μαρτύρια, με αυτήν την μέθη μέθυσαν και οι όσιοι ασκηταί που για την αγάπη του Θεού "εφύλαξαν οδούς σκληράς".

Να πώς ένας σύγχρονος ασκητής, ο άγιος Σιλουανός, περιγράφει την κατάσταση της πασχάλειας εμπειρίας του: "η ψυχή μου αγαπά τον Κύριο και πώς θα έκρυβα αυτήν την φωτιά που θερμαίνει την καρδιά μου; Πώς θα μπορούσα να μην μιλώ για το Θεό, αφού η ψυχή μου είναι αιχμαλωτισμένη απ’ Αυτόν; Πώς να σιωπήσω για τον Θεό, αφού το πνεύμα μου φλέγεται μέρα και νύχτα από αγάπη γι’ Αυτόν;".

Επομένως, η μαρτυρία των αγίων είναι μαρτυρία της Αναστάσεως του Χριστού, μαρτυρία της "αναμορφουμένης ή μεταμορφουμένης κτίσεως" που εβίωσαν οι ίδιοι εν Αγίω Πνεύματι. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η διαφορά μεταξύ των μαρτύρων της Εκκλησίας και των μαρτύρων κάθε άλλης ιδεολογίας. Οι δεύτεροι πεθαίνουν για μια αξία, μια ιδεολογία, μια πολλή ανθρώπινη αλήθεια, ενώ οι πρώτοι (οι άγιοι) πεθαίνουν από μια υπαρξιακή ανακαίνιση και συγχρόνως ζουν και βοηθούν τους Χριστιανούς. Δηλαδή τα μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται την ύπαρξη και την χάρη τους.

* * *

Αυτό που χρειάζεται σήμερα ο κουρασμένος κόσμος είναι να δίνεται η μαρτυρία της αληθινής ζωής. Έχουμε κουρασθή από τους στοχασμούς των λογοπλόκων σοφών.Μας θανατώνουν οι σκέψεις και οι φιλοσοφίες.Μας κλείνουν μέσα στο εγώ. Σήμερα δεν χρειάζονται ευπρεπείς λόγοι που τίποτε δεν προσφέρουν, αλλά λόγοι αποκαλυπτικοί για να γκρεμίσουν τα είδωλα που στήσαμε στην ζωή μας και τα οποία λατρεύουμε καθημερινά.

Και ομολογουμένως υπάρχουν πολλά τέτοια είδωλα. Η κομματικοποίηση της κοινωνίας με τους φανατισμούς και τα μίση, η θεοποίηση της επιστήμης, η εμπορικοποίηση των φυσικών λειτουργιών του σώματος και της ζωής, η αυτονόμηση και θεοποίηση της οικογένειας, η λατρεία των υλικών αγαθών κλπ. Αυτά τα είδωλα πρέπει να πέσουν για να ανατείλη η ελπίδα μιας νέας κοινωνίας. Πρέπει να γκρεμίσουμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να μας σώσουν οι άνθρωποι και να στραφούμε στον Θεό.

Γι’ αυτό σήμερα χρειάζεται να ακουσθούν προφητικές φωνές. Τέτοιες προφητικές φωνές είναι οι φωνές των αγίων, που βιώνουν την αναστασή τους, ζώντας μέσα στο αναστημένο Σώμα της Εκκλησίας, που πέρασαν από την ακρόαση του λόγου στην θεωρία του Λόγου, που γεννήθηκαν σε άλλον κόσμο, από άλλη μήτρα, σε άλλη ζωή, σε άλλο πλανήτη! Αυτοί είναι άλλης φύτρας, άλλου τοκετού, άλλης προελεύσεως. Αυτοί σιωπώντας μιλούν δυνατά και μιλώντας σιωπούν γιατί δεν μιλά το εγώ τους, αλλά η αναστημένη τους ύπαρξη. Όλη η ύπαρξή τους είναι μια ανάσταση που θανατώνει τον θάνατο, που σκορπίζουν τα σύγχρονα είδωλα.

Είμαστε πεπεισμένοι ότι αναστήθηκε ο Χριστός, γιατί αναστήθηκαν και οι άνθρωποι. Είμαστε βεβαιότατοι ότι αναστήθηκε ο Χριστός, γιατί δίπλα μας αισθανόμαστε την ανάσα των αναστημένων. Αυτή η μαρτυρία και η αγάπη των αναστημένων μας κάνει να ψάλλουμε σε θριαμβευτικό τόνο "Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος".

 

[ ΠΑΝΩ ]

16. Ο Αναστάς και οι Μυροφόρες

Οι Μυροφόρες γυναίκες όχι μόνον αξιώθηκαν της αγγελικής οπτασίας και πληροφορήθηκαν πρώτες αυτές την Ανάσταση του Χριστού, αλλά πρώτες αξιώθηκαν να δούν τον Αναστάντα Χριστό. Αυτό αποτελεί γεγονός μεγάλης σημασίας και σπουδαιότητος. Γι’ αυτό στο πρόσωπο των Μυροφόρων τιμάται η γυναικεία φύση και γενικά όλη η ανθρώπινη φύση.

* * *

Προξενεί θαυμασμό ότι η πρώτη εμφάνιση του Νικητού της αμαρτίας, του διαβόλου, και του θανάτου, έγινε στις γυναίκες και όχι στους μαθητάς. Το θέμα αυτό έχει την εξήγησή του.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η ανάσταση του Χριστού είναι η ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως, η αναζώωση, η ανάπλαση και η προς την ζωή την αθάνατη επανέλευση του Αδάμ, ο οποίος δια της αμαρτίας και του θανάτου είχε επανέλθει στην γή. Όπως τον Αδάμ δεν τον είδε κανείς, όταν δημιουργήθηκε, αφού δεν υπήρχε τότε άλλος, παρά μόνον η Εύα (πρώτη) μετά την δημιουργία της, έτσι και τώρα τον νέο Αδάμ, τον Χριστό δεν τον είδε κανείς, όταν αναστήθηκε. Μετά την Ανάσταση πρώτη τον είδε η γυναίκα.

Πέρα όμως από την άποψη αυτή υπάρχει και μια άλλη πατερική ερμηνεία, που βρίσκει συσχετισμό μεταξύ της Εύας και των Μυροφόρων γυναικών. Η γυναίκα (Εύα) αφού συνομίλησε με το πονηρό πνεύμα, έπεσε και έφερε το μήνυμα της πτώσεως στον Αδάμ. Τώρα οι γυναίκες (Μυροφόρες) αφού συνομίλησαν με τον άγγελο και κατόπιν είδαν τον Χριστό, έφεραν το μήνυμα της Αναστάσεως στους άνδρας (στούς μαθητάς). Έτσι έχουμε την αποκατάσταση της γυναικείας φύσεως. Καταργείται η διαίρεση και η απόδοση της ευθύνης στην γυναίκα για την πτώση. Η αποκατάσταση της γυναικείας φύσεως έγινε με την ενανθρώπηση του Χριστού και την γέννησή Του από την Πανάχραντο Μαρία, την οποία περίμεναν όλοι οι αιώνες.

Η γυναίκα* μέσα στην Εκκλησία παύει να είναι μια απλή βιολογική ύπαρξη και γίνεται πρόσωπο, πνευματική ύπαρξη, που θεώνεται. Βέβαια ακόμη υπάρχει η βιολογική διαφορά του φύλου, αλλά και αυτή θα καταργηθή στην κοινή Ανάσταση. Τότε θα παραμείνη το ανθρώπινο πρόσωπο. Επομένως, για την σωτηρία δεν υπάρχει διαφορά ανδρός και γυναικός. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: "ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού". (Γαλ. γ', 28). Ο Χριστιανισμός είναι επαναστατικός και στο σημείο αυτό. Δημιουργεί μια μεγάλη επανάσταση μέσα από την Ανάσταση. Η Ανάσταση του Χριστού ανακαίνισε τα πάντα65.

* * *

Με την πρώτη εμφάνιση του Αναστάντος στις γυναίκες τιμήθηκε και η αρετή της ανδρείας**. Οι Μυροφόρες δεν υπελόγισαν τίποτε, ούτε την έχθρα του λαού, ούτε την δύναμη των στρατιωτών, ούτε την νύχτα. Έκαναν μια ηρωϊκή έξοδο και ήλθαν στο μνημείο για να προσφέρουν αρώματα στον Χριστό. Στο πρόσωπό τους τιμάται η χριστιανική "αναρχία" που είναι η πιο υγιής έκφραση της αγάπης προς τον Θεό και εκδηλώνεται όχι με βόμβες, που καταστρέφουν, αλλά με την αγάπη, ιλαρότητα, πραότητα (μύρα και δάκρυα) που οικοδομούν66.

Οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι η ανδρεία είναι μια από τις τέσσερις μεγάλες αρετές (φρόνηση, σωφροσύνη, ανδρεία, δικαιοσύνη) που είναι απαραίτητη για την συνάντηση με τον Θεό. Η ανδρεία γεννάται από την συμπλοκή "τού θυμικού προς την όσφρησιν" δηλαδή την συμπλοκή της βουλήσεως με την εσωτερικότητα, η δε εναρμόνιση της ανδρείας με την σωφροσύνη δημιουργεί την αρετή της πραότητος που ονομάζεται και απάθεια, διότι εναρμονίζει τις ενεργητικές δυνάμεις της ψυχής με τις αντίστοιχες αισθήσεις του σώματος και τις ενέργειες των αισθήσεων.

Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι η ανδρεία γεννάται από την πίστη στον Θεό, την αγάπη σε Αυτόν και την ελπίδα στο έλεός Του. Και αυτά τα διαθέτει εκείνος που προχωρεί με την καρδιά και όχι με την ψυχρά λογική. Η λογική υπολογίζει και δειλιά, όπως έγινε με τους Αποστόλους. Η καρδιά αγαπά και προχωρεί.

Η ανδρεία είναι απαραίτητη στον αγώνα εναντίον των παθών μας και μάλιστα στο να υπομένουμε σε κάθε έργο αγαθό και στο να νικούμε τα πάθη της ψυχής και του σώματος. Εκείνος που έχει ανδρεία δεν φοβάται στις δύσκολες στιγμές του αγώνα. Όπως έχει λεχθή και αν ακόμη πέση στην αμαρτία και αν ακόμη προσκυνήση τον διάβολο δεν χάνει το θάρρος του, αλλά στρέφεται με μετάνοια στον Θεό και νικά τους εχθρούς του.

Αντίθετα η έλλειψη της ανδρείας έχει σαν αποτέλεσμα δυο μεγάλες κακίες. Την θρασύτητα, που στρέφεται εναντίον του πλησίον και την δειλία που οδηγεί στην απώλεια. Διότι η δειλή ψυχή συγχύζεται, απελπίζεται και τελικά καταστρέφεται, χάνεται. Αυτό παρατηρούμε συχνά στους σημερινούς Χριστιανούς. Εύκολα τα χάνουν. Ίσως γιατί δεν έχουν βιώσει την πρακτική φιλοσοφία. Ίσως γιατί παραθεωρούν την ηθική ζωή, που είναι η βάση της πνευματικής ζωής.

* * *

Η συνάντηση με τον Αναστάντα Χριστό δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο μερικών γυναικών. Όλη η ανθρώπινη φύση δέχτηκε τον Χριστό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος. Στο Άσμα Ασμάτων λέγεται: "Μύρον ακένωτον όνομά σου" (α', 3). Πριν την ενανθρώπηση ο Χριστός ήταν το Μύρο, μετά την ενανθρώπηση έγινε Χρίσμα και έχρισε την ανθρώπινη φύση. Της έδωσε την αγιότητα και την Χάρη. Όπως παρατηρή ο Νικόλαος Καβάσιλας η ανθρώπινη φύση μετά την αμαρτία διεχώρισε τον εαυτό της από τον Θεό. Όταν όμως η σάρξ θεώθηκε, τότε η ανθρώπινη φύση πήρε σαν υπόσταση τον ίδιο τον Θεό και το τείχος έγινε μύρο.

Έτσι μυροφόροι δεν είναι μόνον οι γυναίκες εκείνες, που πήγαν στον Τάφο του Χριστού με μύρα, αλλά όλη η ανθρώπινη φύση μετά την Ανάσταση και Ανάληψη και ιδιαιτέρως όσοι ζουν μυστηριακά μέσα στην Εκκλησία. Αυτοί δεν κρατούν απλώς στα χέρια τους τα μύρα, αλλά έχουν μέσα στην καρδιά τους το μύρο το ακένωτο, τον Χριστό. Δεν έχουν απλώς τις αρετές της καλωσύνης, της αγάπης, της αληθείας, αλλά τον Ίδιο τον Χριστό, που είναι η Καλωσύνη, η Αγάπη, και η Αλήθεια. Η Χάρη του Χριστού που υπάρχει στην καρδιά τους ξεχύνεται και στο σώμα, ώστε δεν είναι απλά μυροδοχεία, αλλά και αυτά τα σώματά τους μεταμορφώνονται σε μύρα.

Μυροφόροι είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που καθαρίσθηκαν δια του λόγου των ευαγγελικών εντολών, που η ψυχή τους είναι άκακη και γονιμωτάτη στις αρετές, που απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με διάκριση (Νικήτας Στηθάτος). Μυροφόρος είναι εκείνος που έχει εσωτερική αδιάλειπτη προσευχή και τέτοιοι ήταν και είναι όλοι οι άγιοι.

Η Ανάσταση του Χριστού είναι πράγματι η ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Μύρωσε και έχρισε όλη την ανθρώπινη φύση. Όλοι μπορούμε να αποκτήσουμε το προνόμιο να γίνουμε μυροφόροι Χριστού.

 

[ ΠΑΝΩ ]

17. Η πάλη με τον Θεό

Ο Απόστολος Θωμάς για να πιστεύση στην Ανάσταση του Χριστού ζητούσε να δή, διότι δεν είχε λάβει ακόμη το Άγιο Πνεύμα και δεν είχε αποκτήσει εσωτερική αίσθηση, που θα τον βεβαίωνε για την θεότητα του Χριστού. Ήθελε να δη και να ψηλαφήση για να αποκτήση αισθητή γνώση του Θεού. Όμως η γνώση του Θεού δεν είναι εμπειρία των αισθήσεων, αλλά εσωτερική πληροφορία, εσωτερική κοινωνία με τον Χριστό, που διοχετεύεται και στο σώμα. Πάντως η ιερά υμνογραφία την απιστία του Θωμά την ονομάζει "καλή", αφ’ ενός μεν γιατί ήταν καλοπροαίρετη, αφ’ ετέρου δε γιατί έγινε αιτία να αποδειχθή η Ανάσταση του Χριστού.

* * *

Διαβάζοντας την περίπτωση του Αποστόλου Θωμά, βλέπουμε την πάλη του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Απόστολος ζητά να δη τον Θεό. Ο Κύριος εμφανίζεται και εκείνος αναφωνεί "ο Κύριός μου και ο Θεός μου" (Ιω. κ’, 28). Πράγματι νικήθηκε, γιατί κανείς από τους αγίους δεν μπόρεσε να τα βάλη με τον Θεό. Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να υπογραμμίσουμε, ότι αν υπάρχη ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των εποχών και ιδιαιτέρως της εποχής μας, αυτό είναι η πάλη με τον Θεό.

Όλοι οι άνθρωποι, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, παλεύουν με τον Θεό. Βασικά χωρίζονται σε δυο κατηγορίες.

Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που παλεύουν εναντίον του Θεού. Αμφισβητούν την ύπαρξή Του και κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν την ανυπαρξία Του. Το φοβερό στην περίπτωση αυτή είναι ότι πολεμούν κάποιον, που δεν γνώρισαν ποτέ, γιατί αν Τον γνώριζαν θα είχαν αιχμαλωτισθή από την αγάπη Του και την πραότητά Του. Συνήθως εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι, αγνοούντες το άγιο θέλημα του Θεού, αποδίδουμε σε Αυτόν όλους τους στοχασμούς μας και τις αποτυχίες μας, με αποτέλεσμα να στρεφόμαστε εναντίον Του. Είναι τραγικό να σκέπτεται κανείς ότι ο άνθρωπος θεωρεί ευλογία αυτό που είναι "κατάρα" και θεωρεί κατάρα αυτό που είναι πραγματική ευλογία. Δηλαδή την ζωή της αμαρτίας, την ζωή στον παρόντα πεπτωκότα κόσμο, που είναι "κατάρα", αποτέλεσμα απομακρύνσεως από τον Θεό, την θεωρούμε ευλογημένη, την μόνη αξία λόγου και αφιερώνουμε όλη μας την δυναμικότητα, ενώ την θλίψη, την οδύνη, που απεργάζεται την σωτηρία μας, που είναι ευλογία Θεού, την θεωρούμε κατάρα.

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι άγιοι που διψούν και ποθούν την συνάντηση με τον Θεό. Όταν την επιτύχουν αρχίζει μεγαλύτερη, αφόρητη δίψα. Παλεύουν γιατί θέλουν να δοθούν ολοκληρωτικά στον Θεό, για να αποκτήσουν τελειότερη γνώση Θεού. Έτσι, όλοι οι άνθρωποι έχουμε κέντρο τον Θεό και παλεύουμε μαζί Του. Άλλοι εναντίον Του (εναντίον τελικά του εαυτού τους) και άλλοι για να Τον αποκτήσουν, να Τον κάνουν κτήμα της καρδιάς τους, "εράσμιο Νυμφίο".

* * *

Γύρω μας και μέσα μας βλέπουμε μεγάλη αθεΐα*. Όταν λέμε αθεΐα δεν εννοούμε την ανυπαρξία του Θεού, αφού ο Θεός υπάρχει και ενεργεί παντού, αλλά την αδυναμία του ανθρώπου να έχη γνώση Θεού67.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει τρεις περιπτώσεις αθεΐας. Πρώτον άθεοι είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη του αληθινού Θεού, "η πολυειδής πλάνη των ελληνιζόντων" δηλαδή η πλάνη των ειδωλολατρών, εκ των οποίων άλλοι δεν επίστευαν στον Θεό και ικανοποιούσαν τα θελήματα των ηδονών και άλλοι ελάτρευαν τα στοιχεία της φύσεως σαν θεούς. Δεύτερον άθεοι είναι οι αιρετικοί, οι οποίοι αρνούνται την θεότητα του Χριστού και την θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Ο Μ. Αθανάσιος λέγει "άθεος εστιν ο διαιρών τον Υιόν από του Πατρός και το Πνεύμα το Άγιον και εις κτίσμα κατασπών". Ώστε αθεΐα είναι "η πολυσχεδής και πολύμορφος απάτη των αιρετικών". Τρίτον άθεοι είναι και οι Ορθόδοξοι εκείνοι που δεν δέχονται τα δόγματα της Εκκλησίας, που είναι όροι της σωτηρίας και αμφισβητούν την αξία των λόγων των αγίων Πατέρων, διότι η αληθινή ευσέβεια είναι το "μή προς τους θεοφόρους πατέρας αμφισβητείν". Και φυσικά, όταν φθάνη κανείς στο σημείο να μη παραδέχεται τα δόγματα, που είναι έκφραση της σωτηρίας, ή να μη παραδέχεται τους λόγους των αγίων Πατέρων, δείχνει ότι μέσα του δεν έχει Χάρη, δεν έχει προσωπική γνώση Θεού. Άρα, όποιος δεν έχει εσωτερική αίσθηση της θείας Χάριτος, όποιος δεν γνωρίζει πώς ενεργεί μέσα του η θεία Χάρη και δεν αναγνωρίζει τους αγίους, δεν διαφέρει από εκείνους που αρνούνται την ύπαρξη του Θεού.

* * *

Όλοι οι άνθρωποι αναζητούν συνάντηση με τον Θεό. Και αυτοί ακόμη οι άθεοι φανερώνουν αυτή την αναζήτηση, διότι δεν πολεμά κανείς κάτι που πιστεύει ότι δεν υπάρχει. Όμως γίνεται λάθος στον δρόμο της συναντήσεως με τον Θεό. Πολλοί Τον αναζητούν στα όρια της λογικής επεξεργασίας, άλλοι στα όρια των σωματικών αισθήσεων (όπως ο Θωμάς) και οι περισσότεροι αγνοούν παντελώς το τί είναι Θεός.

Οι άγιοι Πατέρες έχουν διαγράψει τις προϋποθέσεις της αληθινής Θεογνωσίας*. Κατ’ αρχάς τονίζουν ότι στον Θεό γίνεται διάκριση ουσίας και ενεργείας. Η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη, ενώ η ενέργειά Του μεθεκτή. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι άγνωστος κατά την ουσία Του, αλλά γνωστός κατά τις ενέργειές Του. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την ορθόδοξη θεολογία και είναι θέμα ζωής και θανάτου68.

Έπειτα η συνάντηση με τον Θεό είναι μια κρίση για τον άνθρωπο. Συνιστά ή την αιώνια ζωή του ή την αιώνια καταδίκη του. Όπως η παρουσία μας στο δικαστήριο είναι μια κρίσιμη στιγμή, που συνεπάγεται την αθώωση ή την φυλάκιση, το ίδιο γίνεται και με την συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό. Για τον κεκαθαρμένο ο Θεός γίνεται Φώς, ενώ για τον ακάθαρτο γίνεται φωτιά, που τον κατακαίει. Αυτό συμβαίνει στην θεία Κοινωνία. Όταν ο άνθρωπος κοινωνή ανάξια, η θεία Κοινωνία γίνεται "εις κρίμα και εις κατάκριμα", ενώ όταν κοινωνή κατόπιν προετοιμασίας γίνεται Φώς.

Αυτό έχει αιώνιες προεκτάσεις. Στην άλλη ζωή όλοι οι άνθρωποι (δίκαιοι και αμαρτωλοί) θα δέχωνται τις ακτίνες της αγάπης του Θεού, αλλά στους δικαίους θα γίνωνται Φώς που θα τους φωτίζουν, στους αμετανοήτους αμαρτωλούς, που δεν θα έχουν όραση πνευματική, θα γίνωνται φωτιά που θα τους κατακαίουν. Οπότε η οδός της θεογνωσίας είναι η οδός της καθάρσεως, της ταπεινώσ