Δ'. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
[ ΠΑΝΩ ]
1. Σωτηρία και θάνατος της ψυχής |
Στην Αγία Γραφή, υπάρχουν δύο σημασίες της λέξεως "ψυχή". Την μια φορά με την λέξη ψυχή χαρακτηρίζεται "τό πνευματικό στοιχείο της υπάρξεώς μας" και την άλλη φορά χρησιμοποιείται με την βιβλική έννοια της ζωής. Άλλοτε δηλαδή σημαίνει την ψυχή και άλλοτε την ζωή. Αυτή η διπλή σημασία της ψυχής φαίνεται στο ακόλουθο κείμενο: "Όποιος θέλει να σώση την ψυχή του (τήν ζωή του) αυτός θα την χάση. Κι όποιος θα χάση την ζωή του εξ' αιτιας μου και του Ευαγγελίου αυτός θα την σώση. Τί θα ωφελήση τον άνθρωπο αν κερδίση όλο τον κόσμο και χάση την ψυχή του; Και τί αντάλλαγμα θα δώση ο άνθρωπος για την ψυχή του;" (Μάρκ. η’, 35-36). Αυτή η διπλή έννοια της λέξεως "ψυχή" δείχνει ένα εσωτερικό σύνδεσμο μεταξύ της ψυχής και της ζωής. Κατά τους αγίους Πατέρας το κατ’ εικόνα του ανθρώπου αναφέρεται στην ψυχή, που είναι "λογική και νοερά" ή ακόμα αναφέρεται στις δυνάμεις της ψυχής, ιδιαίτερα στον νού και στον λόγο, που σχετίζονται περισσότερο με το κατ’ εικόνα του Θεού165.
Αλλά η ψυχή συνδέεται στενά με το σώμα. Όπως ο Θεός είναι πανταχού παρών σε όλη την κτίση, έτσι και η ψυχή βρίσκεται σε όλο το σώμα. Και όπως ο Θεός δια του Πνεύματός Του συνέχει και ζωοποιεί τον κόσμο, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου συνέχει και ζωοποιεί το συνημμένο σώμα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι το κατ’ εικόνα του ανθρώπου είναι ισχυρότερο από το κατ’ εικόνα των αγγέλων, γιατί ζωοποιεί σώμα. Γι’ αυτό ο ιερός υμνογράφος, βλέποντας τον άνθρωπο νεκρό, ψάλλει: "Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος".
Έτσι η ψυχή, αφού συνδέεται με το σώμα, που είναι μέρος των αισθητών, συνδέεται με την ζωή του ανθρώπου και με ολόκληρη την φύση. Γι' αυτό η Χάρη του Θεού που έρχεται στην ψυχή μεταβιβάζεται έπειτα στο σώμα και μεταμορφώνει το σώμα, την ζωή του ανθρώπου και την φύση.
Η Χάρη του Θεού μεταβιβάζεται και στην άλογο δημιουργία. Οι υλισταί κατηγορούν τον Χριστιανισμό ότι ασχολείται με την ψυχή και την μεταθανάτιο ζωή και αδιαφορεί για την παρούσα ζωή. Αυτή είναι ψευδέστατη κατηγορία, σύμφωνα με αυτά που αναφέραμε. Ο Χριστιανισμός και εννοούμε κυρίως την Ορθοδοξία, βλέπει τον άνθρωπο στην ολότητά του, ως αποτελούμενο από ψυχή και σώμα. Επίσης δεν χωρίζει στεγανά την παρούσα ζωή από την μέλλουσα. Στην ορθόδοξη διδασκαλία γίνεται συνεχής λόγος για τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ της ιστορίας και της εσχατολογίας. Ο Χριστιανός βιώνει στο μεταμορφωμένο παρόν το σωτηριώδες παρελθόν και το ευφρόσυνο μέλλον. Ξεπερνά τον χρόνο, αφού χρωματίζεται και μεταμορφώνεται από την αιωνιότητα.
* * *
Η σωτηρία της ψυχής δεν συνίσταται στην απαλλαγή της ψυχής από το σώμα και στην φυγή της από την ζωή. Η άποψη κατά την οποία πρέπει κατά την πορεία της σωτηρίας να φύγη η ψυχή από το σώμα, "τό έξω τον νουν του σώματος ποιείν... δαιμόνων εύρημα και παίδευμα" (άγιος Γρηγόριος Παλαμάς). Η σωτηρία της ψυχής ακόμη δεν συνίσταται σε μια μεταφυσική έκσταση και σ’ ένα διανοητικό στοχασμό, αλλά στην μεταμόρφωση όλης της ανθρωπίνης φύσεως μέσα στο παρόν με την βοήθεια της θείας Χάριτος.
Σωτηρία της ψυχής είναι η αποδέσμευση του ανθρώπου από την τυραννία που εξασκεί ο διάβολος, η αμαρτία και ο θάνατος. Είναι η πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση. Αυτό θα πη πορεία προς την θέωση, αφού κατά τους αγίους Πατέρας ταυτίζεται το καθ’ ομοίωση με την θέωση. Γι’ αυτό όταν λέμε σωτηρία της ψυχής (όλου του ανθρώπου) δεν εννοούμε μια αφηρημένη λύτρωση που επιδιώκουν όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ανθρώπινα συστήματα, ούτε μια τελείωση με την έννοια, που συνήθως δίνει ο κόσμος, αλλά την θέωση όλου του ανθρώπου, την ένωσή του με τον Θεό, την απόκτηση της θεοποιού ενεργείας του Θεού.
Σωτηρία, λοιπόν, είναι η απελευθέρωση από την αμαρτία και τα αποτελέσματά της (τήν φθορά κλπ.) και συγχρόνως η αναγέννηση, η μεταμόρφωση και η ένωση με τον Θεό. Αυτό όμως δεν μπορεί μόνος του να το επιτύχη ο άνθρωπος, παρά μόνον με την δύναμη και ενέργεια του Θεού. Και αυτή την βαθειά σημασία έχει η ενανθρώπηση του Χριστού. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνη τον άνθρωπο Θεό. Έτσι, έξω από τον Θεάνθρωπο δεν υπάρχει πραγματικός άνθρωπος. Δια του Θεανθρώπου εξαγιάζεται ο νούς, το σώμα και η ζωή. Όλα παίρνουν ένα άλλο σωτηριώδες νόημα και μια άλλη αξία.
* * *
Ο θάνατος της ψυχής είναι η πραγματική ζημία της ψυχής και της ζωής. Θα δούμε στην συνέχεια τρεις καταστάσεις θανάτου ψυχής, που έχουν όμως μια σχέση μεταξύ τους.
Πρώτον, ζημία της ψυχής είναι η αμαρτία. Η αμαρτία, κατά την πατερική διδασκαλία, δεν έχει μια απλή νομική και ηθική έννοια, αλλά οντολογική. Δηλαδή αμαρτία είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, η απώλεια της θείας Χάριτος; "Αμαρτία θάνατος εστι της αθανάτου".
Δεύτερον, συνέπεια της αμαρτίας είναι η απουσία του Αγίου Πνεύματος. "Όποιο λόγο έχει η λογική ψυχή προς το σώμα τον ίδιο λόγο έχει το Άγιο Πνεύμα προς την λογική ψυχή" (άγ. Μάξιμος). Όπως το σώμα παραμένει νεκρό χωρίς την ψυχή, έτσι και η ψυχή παραμένει νεκρά χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Όταν το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος αποφοιτά από τον άνθρωπο, τότε η ψυχή χάνει την μακαρία ζωή "ουκ εις το μη όν αναλυομένη, αλλά θανάτου παντός χαλεπωτέραν βιούσαν ζωήν" (Ισίδωρος Πηλουσιώτης).
Τρίτον, συνέπεια των προηγουμένων είναι η άγνοια του Θεού που είναι πραγματική ζημία της ψυχής. "Θεού άγνοια, θάνατος εστι ψυχής" (Μ. Βασίλειος). Και αυτή η άγνοια υπάρχει στους αβαπτίστους, στους αδιδάκτους και στους αμετανοούντας αμαρτωλούς. Ο θάνατος της ψυχής (αμαρτία, απουσία του Αγίου Πνεύματος, άγνοια του Θεού) έχει συνέπειες στο σώμα και σε όλη την ζωή. Γι’ αυτό ο αμαρτωλός ζη με το άγχος, την ανασφάλεια, τον φόβο και την νευρικότητα. Δεν έχει μεταφυσικό αγκυροβόλημα. Στερείται της Ζωής.
Η Εκκλησία είναι η πνευματική ελεημοσύνη όλης της ανθρωπότητος, γιατί προσφέρει υγεία στην ψυχή, στο σώμα και στην ζωή, γιατί μεταμορφώνει την ψυχή και το σώμα, γιατί γεμίζει το παρόν από το ένδοξο μέλλον, γιατί καταργεί τον χρόνο. Οι άπιστοι δεν μπορούν να το καταλάβουν. Οι πιστοί όμως το βιώνουν. Με τον Χριστό όλα είναι γεμάτα ζωή.
|
[ ΠΑΝΩ ]
2. Το μυστήριο της ευσεβείας
|
Μεταξύ των πολλών χαρακτηρισμών που προσδίδουμε στους ανθρώπους είναι και ο χαρακτηρισμός "ευσεβής". Συχνά στην καθημερινή ζωή μιλάμε για ευσέβεια και ευσεβείς. Π.χ. λέμε ότι ο τάδε Χριστιανός είναι ευσεβής, όλη του η ζωή αποπνέει το άρωμα της ευσεβείας. Το κακό είναι ότι τις περισσότερες φορές συνδέουμε την ευσέβεια με εξωτερικές εκδηλώσεις και πράξεις. Στην εποχή του Κυρίου ο Φαρισαίος που έκανε πράξεις καλές, προσευχόταν μεγαλόστομα, εθεωρείτο από τον κόσμο πολύ ευσεβής. Όμως στην πραγματικότητα δεν συνέβαινε αυτό, αλλά ήταν δυσεβής, γι’ αυτό και δεν εισακούσθηκε από τον Θεό, πράγμα που έγινε με τον Τελώνη. Ας δούμε όμως με συντομία το θέμα της ευσεβείας167.
* * *
Ο Απόστολος Παύλος συνδέει στενά την ευσέβεια με την εν Χριστώ ζωή. Και φυσικά η εν Χριστώ ζωή είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό. "Και πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζήν εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται". Σε άλλο σημείο ο ίδιος Απόστολος γράφει προς τον μαθητή του Τιμόθεο: "μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον, Θεός εφανερώθη εν σαρκί..." (Α' Τιμ. γ', 16). Εδώ βλέπουμε πώς η ευσέβεια καλείται "μέγα μυστήριον" και συνδέεται στενώτατα με την ενανθρώπηση του Χριστού. Αυτός μας έδειξε και έγινε ο αληθινός τρόπος ζωής, η αληθινή οδός. Και κατά συνέπεια η ένωση μαζί Του μας καθιστά ευσεβείς. Άρα η ευσέβεια δεν βρίσκεται μόνον στην ανθρώπινη προσπάθεια, αλλά στην ενέργεια του Τριαδικού Θεού και στην συνέργεια του ανθρώπου.
Αν μελετήσουμε τους αγίους Πατέρας θα δούμε πολλές απόψεις γύρω από το θέμα που μας απασχολεί. Ενώ η ευσέβεια "μία μεν εστιν ονομασία, πολλάς δε έχει τας εργασίας" (Πέτρος Δαμασκηνός). Να μερικές "εργασίες". Η αληθινή "ευσέβεια προσκύνησις Τριάδος" (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Δηλαδή η αληθινή διδασκαλία και η αληθινή προσκύνηση της Παναγίας Τριάδος συνιστούν και χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ευσεβή. Από άλλους Πατέρας ευσέβεια χαρακτηρίζεται το άγιο Βάπτισμα, από άλλους "τό ποιείν το θέλημα του Θεού", που είναι γνώση Θεού, διότι εφαρμόζοντας το θέλημα του Θεού αποκτούμε τις αρετές και συγχρόνως την θεογνωσία.
Σε τελευταία ανάλυση μπορούμε να πούμε πώς η εκκλησιαστική ζωή, η προσπάθεια καθάρσεως του εσωτερικού μας κόσμου και η υπαρξιακή γνώση του Τριαδικού Θεού είναι ευσέβεια και θεοσέβεια. Στις Παροιμίες του Σολομώντος είναι γραμμένο: "Ευσέβεια εις Θεόν αρχή αισθήσεως" (Παρ. α', 7). Και ερμηνεύοντας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει ότι η ευσέβεια κατά Θεόν "είναι η δια γνώσεως και θεωρίας υψηλοτέρας εξαπλουμένη και πλατυνομένη των θείων πραγμάτων κατάληψις".
* * *
Το τελευταίο μας οδηγεί στην διδασκαλία ότι μόνον οι άγιοι του Θεού, που πέρασαν από την πράξη στην θεωρία είναι ευσεβείς άνθρωποι. Αυτοί ενώθηκαν με τον Χριστό, απέκτησαν τον νού του Χριστού και γνώρισαν εκ πείρας την εν Χριστώ ζωή. Γι’ αυτό είναι οι μόνοι που μπορούν να μαρτυρήσουν περί της αλήθειας, να δώσουν δηλαδή την μαρτυρία της νέας ζωής που έφερε στον κόσμο ο Χριστός.
Εξωτερικά οι άγιοι έκαναν πράγματα παράτολμα. Πολλοί στην εποχή τους τους χαρακτήρισαν τρελλούς, υποκριτές, μοντέρνους, δαιμονισμένους. Όμως η ευσέβειά τους ήταν εσωτερική και δεν μπορούσε να ερμηνευθή από τα κριτήρια και τα δεδομένα μιας υποκριτικής κοσμικής ευσεβείας. Οι άγιοι πίστευαν στον Θεό, ζούσαν Τριαδικά, προσεύχονταν με καθαρή καρδιακή προσευχή, έφθασαν στην απάθεια, οπότε δεν σκοτίζονταν αυτοί από το σκοτάδι του περιβάλλοντος, αλλά αυτοί όντες φως φώτισαν το γύρω τους σκοτάδι168.
Με άλλα λόγια οι άγιοι πίστευαν και ζούσαν ορθόδοξα, γι’ αυτό και ήταν αληθινά ευσεβείς. Ενώ αντίθετα υπήρχαν δια μέσου των αιώνων άλλοι, όπως ο Άρειος, που ήταν "ηθικοί" Κληρικοί, "καλοί" άνθρωποι, που είχαν εξωτερικές "καλές" εκδηλώσεις ευσεβείας, αλλά όμως δεν πίστευαν ορθόδοξα και έτσι παρά την εξωτερική "καλή" διαγωγή τους ήταν "δυσεβείς" και "κακούργοι" (άγ. Μάξιμος).
* * *
Είμαστε ευσεβείς όταν πιστεύουμε και ζούμε ορθόδοξα, όταν παραδεχόμαστε και κρατούμε την ορθόδοξη διδασκαλία, γιατί, όπως είπαμε, ευσεβείς είναι όσοι έχουν ορθόδοξη πίστη και ζουν σύμφωνα με αυτήν.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπογραμμίζει εμφαντικά: "αληθής ευσέβεια το μη προς τους θεοφόρους Πατέρας αμφισβητείν", γιατί οι θεολογίες των αγίων "όρος εστί θεοσεβείας αληθούς". Δυστυχώς εμείς χωρίζουμε τους Πατέρας σε κοινωνικούς και νηπτικούς, υπολογίζουμε τους πρώτους ενώ παραθεωρούμε τους δεύτερους. Αυτό όμως στην αληθινή ορθόδοξη θεολογία δεν συμβαίνει, δηλαδή δεν χωρίζονται οι Πατέρες σε κοινωνικούς και νηπτικούς, γιατί ξέρει η Ορθοδοξία ότι η κοινωνικότητα των Πατέρων είναι οπωσδήποτε διάσταση της νηπτικότητος. Έτσι, η παραθεώρηση όλης της (καί της ησυχαστικής) διδασκαλίας των αγίων Πατέρων είναι ασέβεια, έστω κι αν εξωτερικά φαίνεται ότι είμαστε καλοί Χριστιανοί.
Επίσης, είμαστε ευσεβείς όταν επιδιώκουμε να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού, υποτάσσοντες το δικό μας θέλημα στο θέλημα του αγίου Θεού. Είμαστε ευσεβείς όταν επιδιώκουμε να ζούμε την "καλήν αλλοίωσιν, την μεταμόρφωση του εαυτού μας, όταν ζούμε με την μετάνοια και την αυτομεμψία.
Δυστυχώς, οι σύγχρονοι Χριστιανοί έχουμε απλοποιήσει την πνευματική ζωή. Εξαντλούμε την ευσέβειά μας στις εξωτερικές εκδηλώσεις, στην ευπρέπεια και στην αξιοπρέπεια, στους καλούς τρόπους συμπεριφοράς, διατηρώντας έστω και μερικές ορθόδοξες διδασκαλίες. Αγνοούντες το βάθος, ζούμε την επιφάνεια. Εξαπατούμενοι από τα φαινόμενα χάνουμε την ουσία. Θεωρούμε τους εαυτούς μας ευσεβείς, έχουμε όμως το υπερφίαλο Φαρισαϊκό πνεύμα, διαπνεόμαστε από την ορθολογιστική και πουριτανική "ευσέβεια" της Δύσεως.
Αλλά επαναλαμβάνουμε πώς η ευσέβεια είναι μυστήριο, είναι η βίωση της εν Χριστώ ζωής, η κοινωνία (οργανική και ουσιαστική) με όλους τους αγίους, η αλλοίωση του εαυτού μας, η ορθόδοξη διδασκαλία και βιοτή, διότι "ουδέ εν ρήμασιν ημίν, αλλ’ εν πράγμασιν η ευσέβεια" (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος).
|
[ ΠΑΝΩ ]
3. Η Φαρισαϊκή δικαιοσύνη και ο τελωνικός στεναγμός
|
Η ατμόσφαιρα της προσευχής είναι η πιο κατάλληλη για να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων. Στην προσευχή παρουσιάζεται η πνευματική κατάσταση των ανθρώπων, γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Κύριος για να εκφρράση την αντίθεση μεταξύ του Φαρισαίου και του Τελώνου, τους παρουσίασε στην ώρα της προσευχής.
Ο Φαρισαίος με τον τρόπο που προσευχόταν έδειξε πώς ζούσε μια δαιμονιώδη πνευματικότητα, μια διεστραμμένη πνευματική κατάσταση, που ήταν αλύτρωτη. Ο Τελώνης με την προσευχή "ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ" (Λουκ. ιη’, 13) έδειξε την πνευματική του υγεία, γι’ αυτό "κατέβη δεδικαιωμένος" (Λουκ. ιη’, 14). Όσο κανείς επιδιώκει μόνος του να δικαιώση τον εαυτό του, τόσο και αποκόπτεται από την λύτρωση, ενώ όσο κανείς μαστιγώνει ανηλεώς τον εαυτό του, θεωρώντας τον ανάξιο του θείου ελέους, τόσο γίνεται δέκτης της θείας Χάριτος.
* * *
Πάντοτε η φαρισαϊκή δικαιοσύνη είναι έξω από την ατμόσφαιρα της θείας Χάριτος, γιατί είναι μια ευσεβιστική κατάσταση. Εδώ πρέπει να κάνουμε την διάκριση μεταξύ του ευσεβούς και του ευσεβιστού, γιατί η περίπτωση του Φαρισαίου και όλων των δια μέσου των αιώνων Φαρισαίων υπενθυμίζει τον ευσεβιστή.
Κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ευσέβεια δεν είναι μια εξωτερική παρουσίαση, αλλά η ένωσή μας με το Χριστό και δι’ Αυτού με όλη την Παναγία Τριάδα. Ο Απόστολος Παύλος ταυτίζει το μυστήριο της ευσεβείας με την ενανθρώπηση του Χριστού. "Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον, Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω ανελήφθη εν δόξη" (Α' Τιμ. γ', 16)169.
Επομένως η ευσέβεια δεν είναι ανθρώπινη εκδήλωση και ενέργεια αλλά ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Από την αρχή αυτή ξεκινώντας μπορούμε να πούμε ότι ο ευσεβιστής έχει μερικές επιφανειακές αρετές και κάνει μερικά εξωτερικά έργα "πρός το θεαθήναι τοις ανθρώποις". Οι αρετές του δεν είναι καρπός της εν Χριστώ ζωής, δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά είναι ανθρώπινα έργα που γίνονται στην προσπάθειά του να προβληθή. Αντίθετα τα έργα και οι αρετές του ευσεβούς είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος, αποτέλεσμα της ενώσεώς του με τον Χριστό. Δηλαδή οι αρετές έχουν ένα βαθύ θεολογικό νόημα. Δεν είναι ένας φυσικός τρόπος ζωής, ή μια συνήθεια, αλλά δώρα και χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δίνονται στον άνθρωπο εκείνο που με την εργασία των εντολών του Θεού υπέταξε το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον Θεό. Έτσι στον ευσεβιστή όλες οι πράξεις είναι ανθρώπινες, είναι πράξεις "τής αυτόνομης ηθικής δεοντολογίας", ενώ στον ευσεβή όλες οι πράξεις είναι θεανθρώπινες.
* * *
Ύστερα από αυτήν την διάκριση γίνεται αντιληπτό ότι τα έργα αυτά καθ’ εαυτά δεν δικαιώνουν τον άνθρωπο, γιατί "καλές πράξεις" μπορούν να κάνουν όλοι οι αιρετικοί και όλα τα ανθρώπινα αλύτρωτα συστήματα, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν την σωτηρία. Όσες "καλές πράξεις" δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά με το πνεύμα της αυτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει πώς "τού Θεού μη ενεργούντος εν ημίν πάν το παρ’ ημών γενώμενον αμαρτία". Μπορεί κάποιος να κάνη ελεημοσύνη, να εξασκή την εγκράτεια κλπ. αλλ’ επειδή δεν έχει το πνεύμα της ταπεινώσεως και δεν συνδέεται μυστηριακά με την Εκκλησία, είναι χωρισμένος από τον Θεό και συνεπώς όλη του η ζωή (έστω κι αν είναι εγκρατής) είναι αμαρτωλή.
Επομένως, τα καλά έργα αυτά καθ’ εαυτά ούτε δικαιώνουν ούτε καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά η δικαίωση και η καταδίκη ρυθμίζεται από την σχέση του με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σαν παράδειγμα έχουμε τους δυο ληστάς στον Γολγοθά. Ο ένας σώθηκε όχι για τα καλά του έργα, αφού ήταν εγκληματίας, αλλά γιατί ομολόγησε τον Χριστό. Και ο άλλος καταδικάσθηκε όχι για τα εγκληματικά του έργα, αφού δεν ήταν χειρότερος από τον άλλο, αλλά γιατί βλαστήμησε τον Χριστό. Άρα την σωτηρία μας την ρυθμίζει η σχέση μας με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία, το Σώμα Του.
Πρέπει να σημειωθή ότι αυτός που ενώνεται με τον Χριστό και Τον ομολογεί κάνει έργα, αλλά αυτά είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, για τα οποία δεν αισθάνεται την ανάγκη, σαν το Φαρισαίο, να καυχηθή. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι ζη το πνεύμα της σωτηρίας και είναι άγιος. Διότι η αγιότητα δεν είναι μια ηθική έννοια, αλλά οντολογική, υπαρκτική, δηλαδή είναι συμμετοχή στην βίωση της μετανοίας, στην εκζήτηση και ένωση με την Χάρη του Χριστού.
* * *
Ο Φαρισαίος της παραβολής εκφράζει άριστα τον δυτικό Χριστιανισμό με την πληθωρική κοινωνική εργασία, αποξενωμένη όμως από την εσωτερική ζωή, ενώ ο αλάλητος στεναγμός του Τελώνου εκφράζει την εσωτερική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ορθόδοξοι είναι εκείνοι που υπερβαίνουν την Φαρισαϊκή δικαιοσύνη, την δικαίωση των έργων και την αυτοδικαίωση καί, σαν τον Τελώνη, ζητούν το έλεος του Θεού. Είναι εκείνοι που διακρίνονται για την μεγάλη αρετή της αυτομεμψίας. Πρέπει να σημειωθή ότι η αυτομεμψία ή όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος η πρωτολογία (νά λέμε εμείς τον πρώτο λόγο εναντίον του εαυτού μας) είναι ουσιώδες στοιχείο του ορθοδόξου ήθους. Επειδή είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την ταπείνωση της ψυχής, γι’ αυτό εκείνος που έχει αυτή την αρετή δείχνει την παρουσία της θείας Χάριτος. Η αυτομεμψία είναι η "αφανής προκοπή" κατά τους αγίους Πατέρας. Δεν αφήνει περιθώρια να δημιουργηθή το άγχος και όλα τα ψυχολογικά συμπλέγματα για τα οποία μιλάει η σύγχρονη ψυχολογία, η οποία άλλωστε είναι δημιούργημα του κλίματος της αυτοδικαιώσεως και της Φαρισαϊκής δικαιοσύνης του δυτικού Χριστιανισμού. Αυτή η διαφορά εκφράζεται και στον τρόπο λατρείας. Οι Ορθόδοξοι στα τροπάριά μας μιλάμε για αμαρτία και ζητούμε το έλεος του Θεού, ενώ οι δυτικοί και η δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα αρέσκονται στα "τραγουδάκια" που είναι εμποτισμένα στην αυτοδικαίωση171.
|
[ ΠΑΝΩ ]
4. Ο νέος τύπος ανθρώπου
|
Όλο το έργο του Χριστού είναι έργο ειρήνης, αφού ο Θεάνθρωπος Χριστός ειρήνευσε τον άνθρωπο με τον Θεό, με τον εαυτό του και με όλη την δημιουργία. Για να διαπιστώσουμε την διαφορά μεταξύ της κοσμικής ειρήνης και της χριστιανικής ειρήνης πρέπει να δούμε την διαφορά μεταξύ του ανθρώπου του κόσμου και του ανθρώπου του Χριστού. Έτσι λοιπόν θα δούμε την διαφορά μεταξύ του παλαιού ανθρώπου και του νέου ανθρώπου, που δημιούργησε ο Χριστός. "... ίνα τους δύο κτίση εν εαυτώ εις ένα καινόν άνθρωπον..." (Εφεσ. β', 15).
* * *
Σ’ έναν κόσμο πεπαλαιωμένο, γηρασμένο και αποσυντεθειμένο ο Χριστιανισμός παρουσίασε τον καινό, τον νέον άνθρωπο. Αυτό θα το δούμε καλύτερα πιο κάτω. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι σε παλαιότερες γενεές, ακόμη και μέχρι σήμερα, υπήρχε και υπάρχει μια προσπάθεια εκ μέρους κυρίως του δυτικού κόσμου να βρεθή ο νέος τύπος ανθρώπου, που θα ζη ευχάριστα στις ανεπτυγμένες ανθρώπινες κοινωνίες. Δημιουργήθηκε έτσι η θεωρία περί του φυσικού ανθρώπου, του απηλλαγμένου από τον υπερφυσικό παράγοντα. Αυτή η θεωρία διαδοχικά έφθασε στον υπεράνθρωπο του Νίτσε, που κατέστρεψε όλον τον κόσμο και κατέληξε στον σύγχρονο άθεο υπαρξισμό, στον οποίο καταστράφηκε τελείως και η έννοια του ανθρώπου, αφού μια από τις βασικές ιδέες του είναι ότι οι άλλοι είναι η κόλασή μας. Στο μεταξύ δημιουργήθηκαν άλλοι τύποι ανθρώπου, που επαγγέλλονται σωτηρία, όπως ο κοινωνικός, λογικός, συναισθηματικός, βουλητικός, επιστημονικός, πολιτικός άνθρωπος.
Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς παρατηρεί: "Ερωτευμένος με τα πράγματα ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει γίνει τελικώς και ο ίδιος πράγμα... Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός έκαμε τον άνθρωπον άψυχον, τον έκαμε πράγμα και τον εμηχανοποίησε. Αυτός ομοιάζει με μίαν τερατώδη μηχανήν, η οποία καταβροχθίζει τους ανθρώπους και τους μετέτρεψε εις πράγματα. Το τέλος είναι σπαρακτικώς θλιβερόν και συγκλονιστικώς τραγικόν: ο άνθρωπος άψυχον πράγμα εν μέσω αψύχων πραγμάτων...". "Διότι τί είναι ο άνθρωπος άνευ Θεού; Εις την αρχήν ημιάνθρωπος, εις το τέλος δε μη άνθρωπος".
Στην απογοήτευση του δυτικού ανθρώπου και στην προσπάθεια να δημιουργηθή ο νέος "ελεύθερος" άνθρωπος, συνετέλεσε και η αποτυχία του δυτικού Χριστιανισμού να βιώση το γνήσιο πνεύμα του Χριστού, αφού η θεολογία του συνδέθηκε στενά με τον σχολαστικισμό και η ζωή του με την ιησουΐτικη νοοτροπία και αντίληψη172.
* * *
Και όμως ο Χριστιανισμός παρουσιάσθηκε από την αρχή της ιστορίας του σαν το νέο στην ανθρωπότητα. Και όταν βιώνεται σωστά διατηρεί τον άνθρωπο πάντα νέο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι ο Χριστός είναι "τό μόνον καινόν υπό τον ήλιον", γιατί μέχρι τότε οι άνθρωποι γεννιόνταν κατά τον γνωστό παλαιό τρόπο. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι το καινούριο Πρόσωπο μέσα στην ιστορία, που άλλαξε πραγματικά την ιστορία. Όπως λέγει ο Απόστολος, ο Χριστός εποίησε "τά αμφότερα εις έν" και έκανε ένα "καινόν άνθρωπον" (Εφεσ. β’, 16, 15), από τα τότε υπάρχοντα δυο μεγάλα ρεύματα-έθνη, το ελληνικό και εβραϊκό.
Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός παρουσιάσθηκε στην ιστορία σαν το τρίτο γένος. Οι Χριστιανοί δεν είναι ούτε Έλληνες ούτε Εβραίοι, αλλά ο νέος τύπος ανθρώπου, ο κατά Θεόν φυσικός άνθρωπος. Π.χ. ο Απόστολος Παύλος είχε Εβραϊκές ρίζες, Ελληνική παιδεία, αλλά τελικά στην διδασκαλία του, δεν ήταν επηρεασμένος ούτε από την Εβραϊκή σκέψη ούτε από την Ελληνική παιδεία, αλλά μέσα από την Εβραϊκή σκέψη και την Ελληνική παιδεία εξέφρασε την Αποκάλυψη, που έλαβε από τον Χριστό. Αυτή η Αποκάλυψη προσέλαβε και μεταμόρφωσε όλα τα προηγούμενα σχήματα. Γι’ αυτό ο Χριστός που εκήρυττε ο Απόστολος ήταν για τους Ιουδαίους σκάνδαλο και για τους Έλληνες μωρία173.
Οι άγιοι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες εμπνεόμενοι από την θεία Αποκάλυψη και την ενέργεια της Πεντηκοστής απήντησαν στα κοσμολογικά και οντολογικά ερωτήματα που είχε θέσει το ελληνικό πνεύμα και που παρέμειναν αναπάντητα έως τότε. Έτσι οι άγιοι Πατέρες δεν ήταν οπαδοί του εξελληνισμένου Χριστιανισμού (αυτό το έκαναν κυρίως οι αιρετικοί, αλλά υπέρμαχοι του εκχριστιανισμένου ελληνισμού. Άλλαξαν όλα τα ιστορικά πλαίσια της ανθρωπότητος.
Γιατί, ένας που αξιώνεται να βιώση την εμπειρία της Πεντηκοστής στην ζωή του, αλλάζει ακόμη και τα ιστορικά δεδομένα, αφού η αναγέννηση ενός ανθρώπου εν Χριστώ γίνεται αντιληπτή σε όλη την κτίση. Ο Μωϋσής πέρασε την Αποκάλυψη που δέχθηκε σε όλο το λαό. Και κάθε άγιος που φθάνει στην θεωρία του Θεού ευεργετεί αποτελεσματικά όλο τον κόσμο και προσφέρει στον άνθρωπο νέες διαστάσεις της γνώσεως.
* * *
Αυτήν την νέα ζωή του νέου ανθρώπου, που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, την ζη και την βιώνει η Ορθοδοξία, επειδή δεν έχασε την Αποκάλυψη και την αλήθεια. Όπου υπάρχει γνήσιος Ορθόδοξος, εκεί υπάρχει η αληθινή ζωή, που είναι ελπίδα σε κάθε κατεστημένο, ψεύτικο και επιφανειακό. Ο πραγματικός Ορθόδοξος βιώνει όλο το πνεύμα που συναντούμε στην προς Διόγνητον επιστολή.
Εκεί λέγεται ότι οι Χριστιιανοί ενώ κατοικούν σε ελληνικές και βάρβαρες πόλεις και ενώ ακολουθούν, ως προς το ένδυμα και την τροφή τους άλλους, εν τούτοις η πολιτεία τους είναι θαυμαστή και παράδοξη. Κατοικούν σε ορισμένες πατρίδες, αλλά συγχρόνως ζουν ως πάροικοι. Κάθε ξένη χώρα είναι πατρίδα τους και κάθε πατρίδα είναι ξένη. Υπακούουν στους ορισμένους νόμους κάθε χώρας, αλλά με τον βίο που διάγουν νικούν και υπερβαίνουν τους νόμους.
Με άλλα λόγια, ο Ορθόδοξος Χριστιανός, όταν ζη σωστά, ενώνεται με τον Χριστό και είναι το κάτι άλλο μέσα στην ιστορία. Δεν μπορεί να ονομασθή αναρχικός, αλλά οι εκδηλώσεις του, οι γεμάτες από το πνεύμα της αγάπης, ανατρέπουν το κατεστημένο μίσος δηλαδή, εν Χάριτι είναι πραγματικά αναρχικές. Η διδασκαλία του, η ζωή του, τα συναισθήματα του, η νοοτροπία του, η συμπεριφορά του είναι όλα διαφορετικά. Αντανακλούν το αιώνιο, την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνη καμμιά σύγκριση με τον πεπαλαιωμένο κόσμο.
Αυτόν τον καινό άνθρωπο καλούμαστε να ζούμε και εμείς, ώστε να καταλάβουμε στην πράξη την διαφορά του γνήσιου Χριστιανού από την ζωή του γνήσιου κοσμικού. Μιλούν σε διαφορετικά μήκη κύματος σε όλα τα θέματα, επομένως και στο θέμα της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της αγάπης. Να γίνουμε και εμείς νέοι άνθρωποι. Άνθρωποι του Χριστού και της Ορθοδοξίας.
|
[ ΠΑΝΩ ]
5. Ορθόδοξος ανθρωπισμός
|
Υπάρχουν μερικοί που κατηγορούν τον Χριστιανισμό (καί εννοούμε την Ορθοδοξία) ότι μιλάει συνεχώς για την ψυχή αγνοώντας το σώμα ή ότι παραθεωρεί την κοινωνική ζωή του ανθρώπου ή ακόμη ότι υποβιβάζει την γυναίκα αφού την τοποθετεί κάτω από την εξουσία του ανδρός. Γενικά από σύγχρονα και παλαιότερα ανθρωποκεντρικά συστήματα αναπτύσσεται μια πολεμική εναντίον του Χριστιανισμού.
Δεν αισθανόμαστε υποχρέωση να απολογηθούμε, γιατί ο Χριστιανισμός δεν πρέπει να αισθάνεται ως κατηγορούμενος, ώστε συνεχώς να χρειάζεται να απολογήται. Η Εκκλησία έχει την ζωή, τον λόγο του Θεού, που έχει αυτόνομο δυναμισμό και επιβάλλεται με αυτήν την δύναμη που διαθέτει, χωρίς να χρησιμοποιή βία και τρομοκρατία. Ωστόσο αισθανόμαστε την ανάγκη να διατυπώσουμε ενημερωτικά μερικές σκέψεις·απόψεις174.
* * *
Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος σήμερα διαιρείται σε διάφορες ομάδες και κλείνεται ερμητικά μέσα σε αυτές, δηλαδή διαρκώς διασπάται, καταργώντας την ενότητα και την ελευθερία. Αυτό, βέβαια, είναι το φοβερό αποτέλεσμα της πτώσεως του Αδάμ. Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι μετά την απομάκρυνση·διάσπαση του Αδάμ από τον Θεό, ο άνθρωπος διασπάστηκε εσωτερικά, διασπάστηκε από τον πλησίον του και την φύση. Ο Αδάμ ουσιαστικά απέτυχε να υπερβή όλες τις διαιρέσεις και να ενωθή με τον Θεό.
Έτσι εν Χριστώ Ιησού έγινε αυτή η υπέρβαση των διαιρέσεων. Ο άγιος Μάξιμος περιγράφει τις πέντε διαιρέσεις που απέτυχε να υπερβή ο Αδάμ και αυτό επετεύχθη στο Πρόσωπο του Χριστού. Αυτές οι διαιρέσεις είναι μεταξύ κτιστού και ακτίστου, νοερού και αισθητού, ουρανού και γής, παραδείσου και οικουμένης, άρρενος και θήλεος. Υπάρχει ένας λόγος του Αποστόλου Παύλου που δείχνει αυτήν την διαίρεση και την υπέρβαση: "Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστε εν Χριστώ Ιησού" (Γαλ. γ’, 28).
Μέσα στην Εκκλησία όλοι οι βαπτισθέντες και ζώντες σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, αποτελούμε ένα σώμα, που έχουμε μια κεφαλή, τον Χριστό και εμπνεόμαστε από το Πανάγιο Πνεύμα. Καταργούνται μέσα στην Εκκλησία οι φυλετικές, εθνικιστικές, βιολογικές διακρίσεις, χωρίς φυσικά να καταργήται η πατρίδα ή το φύλο του κάθε ανθρώπου. Δεν γίνεται κατάργηση, αλλά υπέρβαση εν Χριστώ. Έτσι εν τη ποικιλία υπάρχει αγιοπνευματική ενότητα.
Αυτό μπορούμε να πούμε και για τον φεμινισμό. Η γυναίκα αποκτά την θέση της μέσα στην Εκκλησία. Γίνεται μέλος ομότιμο της Εκκλησίας του Χριστού, αγιάζεται, αγωνίζεται εξ ίσου τον καλό αγώνα της πίστεως, κληρονομεί τα αιώνια αγαθά, δοξάζεται από όλα τα μέλη της Εκκλησίας, αν αγιασθή, και βιώνει την πραγματικότητα της μελλοντικής καταργήσεως του φύλου. Κανένας δεν ανέβασε τόσο ψηλά τον άνθρωπο και ειδικά την τεταπεινωμένη γυναίκα, όσο ο Χριστός. Έχουμε στην Ορθοδοξία έναν υγιή φεμινισμό, που ανεβάζει πραγματικά και δεν εμπλέκει την γυναικεία ύπαρξη στα γρανάζια της παραγωγής και της εκμεταλλεύσεως που (η τελευταία) την κατεβάζει και την θηριοποιεί175.
* * *
Ο ορθόδοξος ανθρωπισμός που καταξιώνει το πρόσωπο του ανθρώπου φαίνεται και σ’ ένα άλλο χωρίο του Αποστόλου Παύλου. Λέγει ο Απόστολος: "όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε" (Γαλ. γ’, 27). Εδώ φαίνεται ότι αυτή η υπέρβαση των διαιρέσεων δεν είναι ανθρωπιστική ή φανταστική ή και στοχαστική, αλλά επετεύχθη εν Χριστώ Ιησού. Ενδυόμενοι τον Χριστό, έχουμε ενότητα, κοινότητα, ομοιομορφία.
Πρέπει να παρατηρηθή ότι, κατά τον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, το ένδυμα και η βασίλειος αλουργίς είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία "βλέπει αεί (ο άνθρωπος) περιλάμπουσαν αυτόν". Αυτό πάλι δεν είναι φανταστικό και συναισθηματικό, αλλά "εγγίνεται τοις καταξιουμένοις" "ουκ αδήλως, ουδέ ανενεργήτως, αλλ’ εν δυνάμει και αληθεία" (άγ. Μακάριος).
Με άλλα λόγια το ένδυμα του Χριστού που περιβάλλεται ο άνθρωπος, είναι τα διάφορα χαρίσματα που αξιώνεται να λάβη δηλαδή πνεύμα διδασκαλίας, λόγος γνώσεως των μυστηρίων του Θεού, ενδιάθετη πίστη, χαρίσματα ιαμάτων, προφητείας, κυβερνήσεως ποιμνίων Θεού και λαού, αγάπης προς όλους, χρηστότητας κλπ. (Νικήτας Στηθάτος). Οι άγιοι, ενδυόμενοι τον Χριστό, ενδύονται το Φώς και γίνονται "οίκοι και καταγώγια
καί ναοί περιφανώς της τρισσοφαούς θεότητος" (Πατριάρχης Κάλλιστος).
* * *
Η Εκκλησία όμως δεν αρκείται απλώς στο να μας εκθέτη την άποψή της γύρω από τα ζωτικά θέματα της πνευματικής ζωής, αλλά μας παρουσιάζει και ένσαρκες φανερώσεις της αλήθειας, ανθρώπους που έκαναν όλα αυτά πράξη, βίωμα, ζωή. Όπως στις φυσικές επιστήμες έχουμε την διατύπωση της θεωρίας και μετά την επιβεβαίωσή της με τα πειράματα και τις πράξεις, το ίδιο συμβαίνει και στην Εκκλησία. Οι άγιοι επιβεβαιώνουν έμπρακτα την αλήθεια που κήρυξε ο Χριστός και φανέρωσε στον κόσμο.
Η μόνη μαρτυρία και απολογία που μπορεί να δώση σήμερα η Εκκλησία είναι η παρουσία των αγίων. Και η μόνη βεβαιότητα της υπάρξεως του Θεού και της αληθείας όλης της ορθοδόξου διδασκαλίας είναι η επιβεβαίωση της αληθείας των λόγων του Θεού στην δική μας προσωπική ζωή. Αν αρχίσουμε από την πράξη θα μπορέσουμε να επαληθεύσουμε την θεωρία της πνευματικής ζωής που μας αποκάλυψε ο Χριστός. Ο λόγος μας τότε θα είναι ζωντανός και μαρτυρικός. Δεν θα χρειασθή καμμιά απολογία, γιατί όλη μας η ζωή θα είναι η μεγαλύτερη απολογία στην σύγχρονη εποχή.
|
[ ΠΑΝΩ ]
6. Νεκροί και ζώντες
|
Η αγάπη του Θεού έγκειται στο ότι "συνεζωποίησε τω Χριστώ... και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού" ημάς τους όντας "νεκρούς τοις παραπτώμασιν" (Εφεσ. β', 5-6). Ο Απόστολος Παύλος είναι απόλυτος και στο σημείο αυτό παρουσιάζοντας την αλήθεια. Δηλαδή η αμαρτία δεν είναι ηθικολογικό γεγονός, ούτε μια απλή παράβαση, αλλά είναι καθαρά υπαρξιακό και οντολογικό γεγονός. Η αμαρτία είναι απώλεια της θείας Χάριτος, απομάκρυνσή μας από τον Ζώντα Θεό. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια βλέπουν όλοι οι άγιοι Πατέρες την αμαρτία του Αδάμ και κάθε αμαρτία των μεταγενεστέρων ανθρώπων177.
Να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές διδασκαλίες των αγίων Πατέρων πάνω στο σημείο αυτό. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η αμαρτία του Αδάμ συνίστατο στην "ζόφωσιν" της θείας εικόνος μέσα στον άνθρωπο, στην "γύμνωσιν" του ανθρώπου από την "άφθονον Χάριν του αγίου Πνεύματος" στην "ένδυσιν των δερματίνων χιτώνων" δηλαδή της φθοράς και της θνητότητος και στην ομοιότητα με τα "ανόητα κτήνη".
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή η αμαρτία συνίσταται στην ανώμαλη κίνηση των φυσικών δυνάμεων της ψυχής. Ο άνθρωπος αντί να στρέφεται προς τον Θεό στρέφεται προς τα υλικά αγαθά και σε αυτά κλείνει το νόημα της ζωής του, οπότε πεθαίνει πραγματικά. Έτσι η αμαρτία των Πρωτοπλάστων ήταν η πρώτη συνάντησή τους με το μηδέν και ο άνθρωπος φόρεσε την "ανυπαρξίαν", εφ’ όσον η αμαρτία είναι το μη όν, ως στέρηση του αγαθού και του όντος. Και ο Νικόλαος Καβάσιλας για τον άνθρωπο προ Χριστού λέγει ότι ήταν αδιαπέραστος στις ακτίνες του θείου Φωτός, έτσι έγινε "αφανής" και "άγνωστος" στον Θεό, ζούσε την "ανούσιον ανυπαρξίαν", την κατάσταση της "αφανείας", "τής λήθης" και της "αγνωσίας". Έζησε δηλαδή τον πνευματικό θάνατο.
Ένας σύγχρονος αγιορείτης (Γέροντας Σιλουανός) βίωνε κάθε αμαρτία σαν την αμαρτία του Αδάμ, γι’ αυτό έγραφε: "Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν μ’ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λιβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά. Η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι’ αν με ξανάπαιρνε στον Παράδεισο ο Κύριος και εκεί θα θρηνούσα λυπητερά, πονεμένα: Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό".
* * *
Ενώ ήμασταν νεκροί ο Θεός με την πολλή Του αγάπη μας έδωσε ζωή. Αυτό συνιστά το έργο του Χριστού. Δεν ήλθε μόνον για να μας διδάξη μερικές αλήθειες, να μας απαλύνη τον πόνο, να θεραπεύση τις σωματικές μας ασθένειες κλπ., αλλά ήλθε κυρίως για να ζωοποιήση εμάς τους πεθαμένους πνευματικά ανθρώπους. Αυτή η ζωοποίηση είναι η μακαρία θέωση, η οποία, όπως ερμηνεύεται από την Ορθόδοξη Παράδοση, δεν εξαντλείται στην λέξη σωτηρία, γιατί ο όρος σωτηρία δείχνει κυρίως την λύτρωση από την δουλεία του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, ενώ η θέωση δείχνει την οδό και το τέρμα της, που είναι η πλήρης ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, αφού ό,τι ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν ο άνθρωπος γίνεται κατά μετουσίαν.
Πράγματι ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν η ένωσή του με τον Θεό, της οποίας ενώσεως "απαρχή επρόκειτο να είναι η υποστατική ένωσις του θείου και του ανθρώπινου στον Χριστό". Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες χρησιμοποιούν πολλές εκφράσεις για να φανερώσουν το μεγάλο ανακαινιστικό έργο του Χριστού. Να μερικές από αυτές. "Ανάκλησις, επάνοδος, ανόρθωσις, αποκατάστασις, αναστοιχείωσις, μεταποίησις, μετουσίωσις, αναπτέρωσις, ανάπλασις, αναμόρφωσις, ανακαίνισις, καινή κτίσις, ανάκτισις, ανακεφαλαίωσις, αναγέννησις, νέα ζωή, αληθινή ζωή".
* * *
Όπως οι προ Χριστού ζώντες ήταν νεκροί, έτσι και οι μετά Χριστόν ζώντες και έξω της Εκκλησίας όντες είναι το ίδιο νεκροί. Όπως είναι αδύνατον να πραγματοποιηθή η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό χωρίς και έξω από τον Χριστό, έτσι είναι παντελώς αδύνατον στον άνθρωπο να επιτύχη την θέωσή του εκτός της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Γι’ αυτό όσοι δεν ζουν εκκλησιαστική ζωή και προσπαθούν να διοργανώσουν την ατομική, κοινωνική, οικογενειακή κλπ. ζωή έξω από την Εκκλησία είναι νεκροί πνευματικά, γιατί ο κόσμος έξω από την Εκκλησία είναι ο χώρος της πτώσεως, της πλάνης, της νεκρώσεως. Έτσι, ενώ ζούμε όλοι στον ίδιο χώρο και στον ίδιο χρόνο εν τούτοις ουσιαστικά ζούμε σε διαφορετικούς χρόνους. Άλλοι ζουν στην ειδωλολατρική περίοδο, αφού λατρεύουν όχι τον ζώντα Θεό, αλλά τα είδωλα, τα κτίσματα του Θεού και άλλοι βιώνουν την ζωή του μέλλοντος αιώνος.
Όλη η ζωή, η αναστροφή, η παιδεία κλπ. έξω από την Εκκλησία μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι ζωή νεκρά, πεθαμένη, "σφαγεία ψυχών". Όλος ο πολιτισμός έξω από τον Θεανθρώπινο πολιτισμό, που διασώζει και βιώνει η Εκκλησία, είναι, όπως έχει λεχθή εύστοχα "πολιτισμός ψοφιμιών". Φαίνεται υπερβολικός ο λόγος αυτός. Αλλά είναι κοινή διδασκαλία όλων των αγίων μας ότι μόνο στον Χριστό και στην Εκκλησία υπάρχει ζωή. Έξω από τον Χριστό και την Εκκλησία είμαστε "νεκροί τοις παραπτώμασιν".
Γι’ αυτό όσοι θέλουν και διψούν την ζωοποίησή τους πρέπει να πάρουν απόφαση να ζήσουν και να ζουν οργανικά μέσα στην ατμόσφαιρα της Εκκλησίας. Αυτό ειδικά ισχύει περισσότερο για μας τους Έλληνες. Γιατί η Εκκλησία διέσωσε όλα τα καλά στοιχεία της προχριστιανικής Ελλάδος και διασώζει όλη την παράδοση που βιώθηκε σε αυτόν τον χώρο τόσα χρόνια. Πρέπει να μάθουμε να ζωοποιούμαστε ζώντας οργανικά μέσα στο ευλογημένο Σώμα του Χριστού, κοινωνούντες των αχράντων μυστηρίων και προσευχόμενοι στον Άγιο Τριαδικό Θεό.
|
[ ΠΑΝΩ ]
14. Πάλη και πανοπλία
|
Η προς Εφεσίους επιστολή χαρακτηρίζεται ως εκκλησιολογική επιστολή, γιατί σε αυτήν γίνεται λόγος για την Εκκλησία, το άγιο και ευλογημένο Σώμα του Χριστού και προτρέπονται οι Χριστιανοί να αγωνίζωνται για να ανήκουν σε Αυτό το ευλογημένο Θεανθρώπινο Σώμα, μέσα στο Οποίο επιτυγχάνεται η θέωση.
Δεν είναι καθόλου παράξενο πώς στην επιστολή αυτή γίνεται λόγος για την πάλη που έχει να διεξάγη ο Χριστιανός, γιατί ο άνθρωπος μέσα από τον εν Χάριτι αυτόν αγώνα εκκλησιοποιείται, δηλαδή παραμένει στην Εκκλησία και μεταμορφώνεται από αυτήν. Ο λόγος λοιπόν για τον αγώνα και την πάλη που μας καταξιώνει να βρισκόμαστε στο Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας και να δεχόμαστε την Χάρη και την αγιότητα της Κεφαλής της, δηλαδή του Χριστού190.
* * *
Και κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι στην Αγία Γραφή επανειλημμένα παρουσιάζεται ο Χριστιανός, ως μαχητής, ως αγωνιστής. Όλη η διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων "μαρτυρεί ότι η πνευματικότητα δεν έχει σχέση με κάτι το ασυνείδητο και το παθητικό, δεν ταυτίζεται με την αδιαφορία και την αναισθησία, την κατάσταση της μέθης και της πωρώσεως".
Η χριστιανική ζωή δεν χαρακτηρίζεται από μια στωϊκή ή βουδιστική απάθεια, αλλά από ένα διαρκή αγώνα για την μεταμόρφωσή μας. Δεν πρόκειται για μια νέκρωση του παθητικού μέρους της ψυχής, αλλά για μια μεταμόρφωσή του και μια ορμή προς τον Θεό. Γι’ αυτό ο άγιος Μάξιμος τονίζει πώς μια θεολογική γνώση που δεν προέρχεται από την πρακτική φιλοσοφία, δηλαδή από τον αγώνα εναντίον των παθών μας και από την προσωπική μας εμπειρία, που βγαίνει από τον καθημερινό εσωτερικό αγώνα, είναι σατανική. "Δαιμόνων θεολογία η δίχα πράξεως γνώσις".
Όταν στην χριστιανική ζωή γίνεται λόγος για την απάθεια δεν εννοείται μόνον μια άρνηση, αλλά συγχρόνως μια δραστήρια κίνηση. Κυρίως οι εντολές του Χριστού έχουν θετικό χαρακτήρα, μας λένε δηλαδή να αγαπούμε τον Θεό και τον πλησίον μας, αλλά εμείς επειδή βρισκόμαστε στην πεπτωκυία κατάσταση, είναι ανάγκη να αρχίζουμε από τα αρνητικά, οπότε στην συνέχεια ακολουθούν τα θετικά, ως ενέργεια και ευδοκία της θείας Χάριτος. Πάντως είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθή ότι είμαστε αγωνιστές, αθλητές, που πρέπει πάντα να παλεύουμε στην ζωή μας. Δεν βρισκόμαστε σε μια στατική κατάσταση, αλλά σε μια δυναμική πορεία191.
Αυτό φαίνεται καθαρά από την "τελετήν της θεογενεσίας" δηλαδή το άγιο Βάπτισμα. Πριν μας βυθίσει ο ιερεύς στην Ιερά Κολυμβήθρα μας χρίει με "έλαιον επορκιστόν". Με λάδι χρίει όλο το σώμα. Λέγεται επορκιστόν γιατί με την Χάρη που έλαβε από την ευχή του ιερέως έχει την δύναμη να εκδιώκη τα δαιμόνια. Κατά την ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου η πράξη αυτή φανερώνει ότι ο βαπτιζόμενος εισέρχεται στο στάδιο ως αθλητής. Όπως οι παλαιστές αλείφονταν με λάδι για να αποφεύγουν τον αντίπαλο, το ίδιο κάνει και ο Χριστιανός για να μπορή να αποφεύγη τις μηχανές και τα τεχνάσματα του πονηρού192.
* * *
Ο αγώνας είναι πρώτα προσωπικός και ύστερα γίνεται κοινωνικός. Πολλοί κατηγορούν τον Χριστιανισμό ότι δεν ασχολείται με τα λεγόμενα κοινωνικά προβλήματα και αδιαφορεί για την λύση τους. Όμως ο πραγματικός Χριστιανός γνωρίζει ότι τα κύρια προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο δεν είναι τα ψυχολογικά, κοινωνικά, οικονομικά, αλλά προ παντός τα "υπαρξιακά", πνευματικά. Την κοινωνία την απαρτίζουν οι άνθρωποι και οι κοινωνικές αρρώστειες είναι προέκταση των εσωτερικών πνευματικών ασθενειών. Έτσι η πάλη μας δεν είναι "πρός αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις" (Εφεσ. στ’, 12). Συνιστά τέλεια και πραγματική καταστροφή η άγνοια αυτού του πράγματος, δηλαδή της υπάρξεως του πολυμηχάνου διαβόλου και του πραγματικού πεδίου του αγώνος, που είναι η καρδιά. Από εκεί (τήν καρδιά) εξέρχονται "φόνοι, μοιχείαι..." δηλαδή κοινωνικές αναστατώσεις193.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι χρειάζεται να εξασκούμε βία στον εαυτό μας. Αυτή η βία "ηδείαν την προς τας εντολάς του Θεού σχέσιν εμποιεί" και αυτή η σχέση και η διάθεση χαρίζει το "μονιμώτατον μίσος" προς τις πονηρές έξεις και σχέσεις και στην συνέχεια αυτό το άγιο μίσος καρποφορεί την απάθεια από την οποία γεννιέται η αγάπη.
Να λοιπόν η σκάλα της πνευματικής ζωής και η λύση των λεγομένων κοινωνικών προβλημάτων. Βία, εντολές Χριστού, αγαθή έξη, μίσος προς τις πονηρές έξεις, απάθεια, αγάπη. Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος είναι ένας κινητός "εμφύλιος πόλεμος", και όταν εκεί επικρατήση ειρήνη τότε εύκολα μεταφέρει την ειρήνη και στην κοινωνία, καθιστάμενος πραγματικός ειρηνοποιός, ειρηνιστής.
* * *
Για τον αγώνα αυτόν ο Χριστιανός ενδύεται μια πανοπλία, που είναι ικανή να τον βοηθήση να διεξάγη νικηφόρες μάχες. Ουσιαστικά αυτή η πανοπλία είναι η ένδυση του Χριστού που γίνεται με την μυστηριακή ζωή. Με την Χάρη του Χριστού μπορούμε να νικήσουμε τις σκοτεινές δυνάμεις του πονηρού δαίμονος. Στο σημείο αυτό αρκούμαστε στο να απαριθμήσουμε τα πνευματικά όπλα που αποτελούν την πνευματική αυτή πανοπλία.
Ζώνη είναι η αλήθεια της πίστεως, καθώς επίσης η προσοχή και η βιαία επιστροφή του νού στην καρδιά. Θώρακας είναι η δικαιοσύνη και η καθ’ όλου αρετή. Υποδήματα η ετοιμασία για να κηρύττουμε τον λόγο του Θεού. Θυρεός (ασπίδα) η βεβαία πίστη στον Θεό. Περικεφαλαία η ακλόνητη ελπίδα στον Θεό. Μάχαιρα του πνεύματος είναι το ρήμα του Θεού, δηλαδή αφ’ ενός μεν ο λόγος του Θεού, αφ’ ετέρου δε το Όνομα του Θεού (προσευχή). Είναι απαραίτητο να ενδυόμαστε αυτήν την πανοπλία, γιατί και ο διάβολος είναι ενδεδυμένος με αντίστοιχη πανοπλία. Η ασπίδα του πονηρού είναι η απιστία, η μάχαιρά του είναι η αλογία, περικεφαλαία του η απώλεια, θώρακάς του η αδικία και τα πόδια του τρέχουν "πρός απαγγελίαν των κακών" (Μ. Βασίλειος).
Πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο Χριστός δεν ήλθε να φέρη ειρήνη πάνω στην γή, αλλά μάχαιρα, σύμφωνα με τον λόγο Του. Επίσης ο Ίδιος είπε: "πύρ ήλθον βαλείν επί την γήν και τί θέλω ει ήδη ανήφθη;" (Λουκ. ιβ’, 49). Ο Μ. Βασίλειος λέγει ότι πρέπει να νομίζουμε διαρκώς ότι βρισκόμαστε επάνω σε μια πλάστιγγα και από την μια μεριά είναι οι δαίμονες, ενώ από την άλλη μεριά οι άγγελοι και επιδιώκουν να καταλάβουν την ψυχή. Πρέπει συνεχώς να μας απασχολούν τα ερωτήματα: "Τίσιν άρα δώσεις την ροπήν της καρδίας; Τί παρά σοί νικήσει; ηδονή σαρκός ή αγιασμός πνεύματος;".
Πρέπει να αγωνιζόμαστε με τα όπλα του φωτός για να ζήσουμε την εσωτερική ελευθερία.
|
[ ΠΑΝΩ ]
15. Ο πόλεμος των λογισμών
|
Είναι βασική διδασκαλία της Εκκλησίας, την οποία ομολογούμε και στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι θα έλθη ο Χριστός για δεύτερη φορά και θα κρίνη τους ανθρώπους. Τότε κατά την Δευτέρα Παρουσία Του θα φανερωθούν όλα τα κρυπτά των ανθρώπων. Η συνείδηση, που κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, είναι ο "νόμος του νοός" μας, θα μαρτυρή ή θα κατηγορή. Όλα εκείνα τα οποία τώρα επιμελώς κρύπτονται τότε θα αποκαλυφθούν. Λέγει καθαρά ο Απόστολος: "...εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το Ευαγγέλιόν μου δια Ιησού Χριστού" (Ρωμ. β’, 16). Και προλέγει ότι τότε άλλοι λογισμοί θα κατηγορούν και άλλοι θα υπερασπίζουν. "Και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων" (Ρωμ. β’, 15).
Μέσα στα κρυπτά των ανθρώπων, που τότε θα αποκαλυφθούν, είναι και οι λογισμοί. Στην συνέχεια θα επιδιώξουμε να θίξουμε αυτό το σπουδαίο θέμα, που είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε. Γιατί οι λογισμοί είναι καθοριστικοί της ζωής μας αρνητικά ή θετικά και όμως εμείς αγνοούμε την ύπαρξη και την σημασία τους194.
* * *
Οι άγιοι Πατέρες έχουν διδάξει πολλά πράγματα γύρω από το θέμα αυτό που μας απασχολεί. Δεν μπορούμε εδώ να κάνουμε συστηματική ανάπτυξη του θέματος, ούτε να παραθέσουμε τα πατερικά χωρία. Θα εξαναγκασθούμε να είμαστε επιγραμματικοί, παρουσιάζοντες την ουσία του θέματος.
Κατά τους αγίους Πατέρας που μίλησαν από την δική τους προσωπική πείρα και φωτίσθηκαν από τον Θεό, οι λογισμοί δεν είναι απλώς οι σκέψεις που έρχονται μέσα μας, αλλά οι εικόνες που προέρχονται από τις αισθήσεις και την φαντασία και οι οποίες ελκύουν τις κατάλληλες για κάθε περίπτωση σκέψεις. Αυτούς τους λογισμούς μπορούμε να τους χωρίσουμε σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες, στους φυσικούς που έρχονται από τις συνθήκες της ζωής μας, στους δαιμονικούς λογισμούς που είναι ενέργεια του πονηρού δαίμονος, στους εμπαθείς που είναι ενέργεια των παθών και τους αγαθούς λογισμούς που είναι ενέργεια του Θεού.
Κυρίως θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή μας στους πονηρούς δαιμονικούς λογισμούς και να αναφέρουμε πιο κάτω αφ’ ενός μεν τα φρικτά αποτελέσματα που δημιουργούν στην ψυχή μας και αφ’ ετέρου τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ελευθερωθούμε από αυτούς. Εδώ όμως πρέπει να τονίσουμε ότι ουσιαστικά ο πόλεμος εναντίον των λογισμών είναι πόλεμος εναντίον του διαβόλου και πραγματικός πόλεμος για την εσωτερική μας ελευθερία. Διότι ο λογισμός, έστω κι αν φαίνεται στην αρχή αγαθός, εν τούτοις στην συνέχεια αποσπά τον νού από την προσευχή και έπειτα αρχίζει η ύπαρξή μας να δηλητηριάζεται από την σατανική ενέργεια. Πεθαίνουμε κυριολεκτικά.
* * *
Οι λογισμοί είναι η αρχή της εξελίξεως των παθών. Με τις εικόνες που έχουμε από τις αισθήσεις και την φαντασία, δημιουργούνται διάφορες σκέψεις που ελκύουν τον νού και στην συνέχεια ερεθίζεται η ηδονή. Αυτή είναι σημαντική στιγμή γιατί θα αιχμαλωτισθή τελείως ο νούς, θα εγερθή η επιθυμία, η οποία θα αδρανοποιήση τελείως την θέληση και θα έχουμε την διάπραξη της αμαρτίας. Έτσι, κατά τον άγιο Μάξιμο, έχουμε τα εξής στάδια. Πρόταση, συνδυασμός, επιθυμία, πράξη, πάθος. Και όλα αυτά, όπως έχουμε τονίσει προηγουμένως, αρχίζουν από τους λογισμούς.
Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία ο νούς είναι ο τροφοδότης της καρδιάς. Ό,τι δώσουμε στον νού αυτό το διαβιβάζει στην καρδιά και προχωρεί η αμαρτία στην τελική της ανάπτυξη. Δεν είναι όμως μόνον οι αμαρτίες που γίνονται με την εξέλιξη των λογισμών. Συγχρόνως συνταράσσεται όλη μας η ύπαρξη και κλονίζεται και αυτό το νευρικό σύστημα. Καμμιά φορά, όταν είναι δυνατοί οι λογισμοί, προσβάλλουν και το σώμα. Έτσι όλη η υγεία του ανθρώπου πάσχει.
Ο αββάς Δωρόθεος επιγραμματικά αναφέρει ότι σαπίζουμε από τους λογισμούς. Δεν προκόπτουμε καθόλου στην πνευματική μας ζωή, "αλλά μένομεν όλον τον χρόνον ημών σηπόμενοι εκ των λογισμών ημών". Και σε άλλο σημείο λέγει ο ίδιος άγιος Πατήρ, ότι όταν επεξεργαζόμαστε τον λόγο που μας είπε ο αδελφός μας τότε δημιουργείται η ταραχή, με αποτέλεσμα να καταφλεχθή όλη μας η ύπαρξη και να γίνωνται έτσι τα κάρβουνα μέσα στην καρδιά μας δηλαδή τα πάθη, όπως η μνησικακία κλπ.
* * *
Δεν πρέπει μόνο να εντοπίζουμε την ασθένεια, αλλά να προχωρούμε και στην θεραπεία της. Οι άγιοι Πατέρες έχουν υπογραμμίσει και την θεραπευτική αγωγή που πρέπει να εφαρμόσουμε. Θα τονίσουμε επιγραμματικά μερικές θέσεις.
Πρώτον, αφού οι λογισμοί είναι συνδυασμός εικόνων και σκέψεων πρέπει να επιδιώκουμε κατά το δυνατόν να ελαττώσουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα. Να επιδιώκουμε να διατηρούμε τις αισθήσεις και τον νού μας καθαρό από εξωτερικά ερεθίσματα.
Δεύτερον, χρειάζεται καταφρόνηση των λογισμών. Είναι προτιμότερο να καταφρονούμε τους λογισμούς παρά να συζητούμε μαζί τους, γιατί τότε συζητούμε με τον διάβολο και ασφαλώς δεν θα αποφύγουμε την πτώση. Ιδιαιτέρως να προσέχουμε να μη αναλυόμαστε εσωτερικά, γιατί η ανάλυση των λογισμών, τάχα για την ωφέλειά μας, για να διαπιστώσουμε από που προέρχονται, οδηγεί σύντομα τον άνθρωπο στην σχιζοφρένεια.
Τρίτον, χρειάζεται υπομονή και πολλή προσπάθεια να μη τους ικανοποιούμε. Δηλαδή να μη κάνουμε ό,τι μας λέγουν, να μη τους τροφοδοτούμε και τότε θα πεθάνουν, όπως μπορεί να πεθάνη ένα άγριο ζώο όταν το έχουμε κλεισμένο στο κλουβί και δεν του δίνουμε τροφή.
Τέταρτον, απαιτείται μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό και μεγάλη αυταπάρνηση. Να εφαρμόζουμε το "εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα".
Πέμπτον, θα εκδιώκουμε τους λογισμούς με την διάπυρη επίκληση του σεβασμίου Ονόματος του Κυρίου Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και με την σφράγιση του μετώπου και του στήθους μας με το σημείο του Δεσποτικού Σταυρού (Νείλος ασκητής).
Έκτον, να δημιουργούμε συνεχώς αγαθούς λογισμούς, τους αντιθέτους ακριβώς που μας λένε οι πονηροί λογισμοί. Γενικά χρειάζεται διαρκής εγρήγορση και ετοιμότητα αφ’ ενός μεν να πράττουμε το θέλημα του Θεού, αφ’ ετέρου δε να μη αφήνουμε τους λογισμούς να διέρχωνται από τις εισόδους των αισθήσεων και της καρδιάς.
* * *
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πολλές ψυχικές και σωματικές ανωμαλίες, προέρχονται από την ακαταστασία των λογισμών. Αφήνουμε αχαλίνωτη την σκέψη και τις αισθήσεις και έτσι δεσμεύεται η εν Χριστώ ελευθερία μας. Γινόμαστε δούλοι του πονηρού.
Αν θέλουμε να αποκτήσουμε εσωτερική πνευματική υγεία πρέπει να ενδιαφερθούμε γι’ αυτά τα κρυπτά και κυρίως για τους λογισμούς. Να απορρίπτουμε με οργή και ορμή τους πονηρούς λογισμούς και να βάζουμε στην θέση τους τους αγαθούς. Θα ζήσουμε έτσι την ελευθερία, την υγεία και την εσωτερική ειρήνη.
|
[ ΠΑΝΩ ]
16. Το εσωτερικό πρόβλημα
|
Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας την περίπτωση του Αποστόλου Πέτρου που ενώ βάδιζε επάνω στα κύματα έπειτα βυθιζόταν λέγει ότι ο Χριστός την στιγμή εκείνη δεν κατέπαυσε τον άνεμο, αλλά άπλωσε το χέρι Του και τον έπιασε λέγοντας "ολιγόπιστε εις τί εδίστασας;" (Ματθ. ιδ', 31). Με τον τρόπο αυτό ο Χριστός έδειξε ότι την μεταβολή στον Πέτρο δεν την έκανε η δύναμη του ανέμου, αλλά η ολιγοπιστία του. Αν η πίστη του δεν ασθενούσε, τότε εύκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίση τον άνεμο. Γι’ αυτό ο Χριστός τον έπιασε από το χέρι και αφήνει τον αέρα να πνέη, δείχνοντας ότι ο άνεμος δεν μπορεί να κάνη κανένα κακό, όταν η πίστη είναι σταθερή.
Κατά τους αγίους Πατέρας οι δαίμονες στέκονται συνεχώς επάνω στα τρία μέρη της ψυχής, δηλαδή το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό και τα ερεθίζουν με τις μανιώδεις επιθέσεις τους. Το λογιστικό κινούν σε λογισμούς αιρετικούς και βλασφήμους, το θυμικό σε πράξεις εναντίον όσων τον έβλαψαν και το επιθυμητικό σε επιθυμίες·λογισμούς και λογισμούς·επιθυμίες αισχρούς.
Όλοι μας έχουμε δοκιμάσει αυτή την τρικυμία των λογισμών, που γίνεται όταν ο διάβολος με την μανία του και την τέχνη του εισάγει μέσα μας ένα λογισμό είτε εναντίον του Θεού, είτε εναντίον των συνανθρώπων μας. Ίσως στο θέμα αυτό ο σύγχρονος άνθρωπος είναι περισσότερο ευάλωτος, γι’ αυτό και υποφέρει. Επειδή μιλούμε με τον λογισμό πάσχουμε φοβερά και φθάνουμε πολλές φορές στα όρια της τρέλλας. Στην πραγματικότητα τότε μιλούμε με τον διάβολο, που βάζει τους λογισμούς και έτσι ταράσσεται όλη μας η ύπαρξη. Υποφέρουμε πολύ από τον πόλεμο αυτό γιατί αγνοούμε την Ορθόδοξη αρχή της νήψεως195.
Οι άγιοι Πατέρες από την πείρα τους μας έχουν διδάξει ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε εναντίον των απλών λογισμών για να μη γίνουν χρονίζοντες, εναντίον των χρονιζόντων λογισμών για να μη γίνουν εμπαθείς και εναντίον των εμπαθών για να μη γίνουν συγκατάθεση, οπότε ενεργείται η αμαρτία.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να απαλλαγή κανείς από την φρικτή αυτή κατάσταση, που δημιουργεί υποψίες, φαντασίες, μίση κλπ. με αποτέλεσμα να έρχεται μεγάλη ταραχή. Οι λογισμοί είτε διώκονται με την προσευχή, την εργασία κλπ. είτε αποκόπτονται με την καταφρόνηση των αισθητών πραγμάτων. Επίσης οι λογισμοί εξαφανίζονται με την τελεία εμπιστοσύνη στον Θεό. "Ο καθάπαξ εαυτόν αφιερώσας τω Θεώ, εν αναπαύσει νοός διάγει" (άγιος Ισαάκ). Επίσης, σε περίπτωση τρικυμίας λογισμών μας βοηθούν οι προσευχές των αγίων. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας την παραγγελία που έδωσε ο Χριστός να ευλογούν την οικία στην οποία θα εισέρχωνται, λέγει: "Πολλές φορές έχουμε πόλεμο στους λογισμούς και ταρασσόμαστε χωρίς να μας ενοχλή κανείς και συνεχώς επανίστανται πονηρές επιθυμίες. Αυτή την μάχη την καταστέλλει το ρήμα εκείνο των αγίων (η ευλογία) και προξενεί μέσα μας πολλή γαλήνη. Την ώρα που λέγει το ρήμα τούτο αμέσως φεύγει από την ψυχή μας κάθε ενθύμηση διαβολική και κάθε άτοπος λογισμός...". Γι’ αυτό το "ειρήνη πάσι" που λέγει ο λειτουργός Ιερεύς ή η ευλογία του πνευματικού μας πατρός ειρηνεύει την ψυχή μας. Εκδιώκει τον διάβολο που προξενεί ταραχή.
* * *
Όταν δεν γνωρίζουμε τον τρόπο της αντιμετωπίσεως των εμπαθών λογισμών και τους αφήνουμε ανενόχλητους να εργάζωνται το φθοροποιό τους έργο, τότε έρχονται σαρκικές επαναστάσεις και διαπράξεις σαρκικών αμαρτιών. Επίσης η σαρκική επανάσταση είναι και ιδιαίτερη ενέργεια του πονηρού. Δηλαδή, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ο διάβολος επιτίθεται εναντίον του ανθρώπου, άλλοτε εμβάλλοντας διαφόρους λογισμούς και άλλοτε εξάπτοντας την σάρκα, ώστε να αναπτυχθή η ηδονή, να προσελκυσθή και να αιχμαλωτισθή ο νούς και να γίνη η αμαρτία196.
Η αντιμετώπιση και αυτής της τρικυμίας γίνεται με την δύναμη του Χριστού. Η κατάπαυση του ανέμου και η ειρήνευση δεν είναι αποτέλεσμα καλών και ευσεβών σκέψεων, αλλά έλευση της θείας Χάριτος. Όπως η τρικυμία της θαλάσσης έπαυσε με την είσοδο του Χριστού στο πλοίο, έτσι και η σαρκική τρικυμία κοπάζει με την είσοδο του Χριστού στην καρδιά μας. Ο Χριστιανός, επομένως, μεταχειρίζεται τα πνευματικά μέσα, που ο Ίδιος ο Χριστός υπέδειξε, δηλαδή την προσευχή και την νηστεία. Κυρίως επικαλείται την βοήθεια του Θεού με την σύντομη και "χαριτωμένη" ευχή το "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν".
Όταν έρχεται μέσα μας η Χάρη του Χριστού, τότε γίνεται γαλήνη μεγάλη. Ειρηνεύουν τα πάντα. Ο άνθρωπος βιώνει την βαθειά και αναφαίρετη ειρήνη. Και οι πλέον επιρρεπείς στα σαρκικά παραπτώματα, λαμβάνοντες την Χάρη του Χριστού, μπορούν να αισθανθούν την βαθειά ειρήνη της εγκράτειας. Και το πιο επαναστατημένο σώμα κατευνάζεται από την έλευση της θείας Χάριτος. Όπως ένα φάρμακο σταματά τους πόνους, τόσο και περισσότερο η θεία Χάρη κατευνάζει την σάρκα, και γαληνεύει την ψυχή.
* * *
Όλα όσα ελέχθησαν μέχρι τώρα μας δείχνουν μια μεγάλη αλήθεια. Συνήθως εμείς καταφερόμαστε εναντίον των άλλων και εναντίον της κοινωνίας. Αιτία όλων των κακών, που μας μαστίζουν, θεωρούμε την κοινωνία. Σε δύσκολες στιγμές λέμε ότι φταίει το σύστημα, το κατεστημένο, η άρρωστη κοινωνία, οι κακοί άνθρωποι. Όμως κάνουμε μεγάλο λάθος γιατί προσδίδουμε στην κοινωνία μια απρόσωπη έννοια και γιατί βλέπουμε την ύπαρξη του κακού έξω από μάς. Το πρόβλημα είναι εσωτερικό. Το κακό που υπάρχει στην κοινωνία είναι αποτέλεσμα των αρρωστημένων προσώπων. Με άλλα λόγια τα άρρωστα πρόσωπα αρρωσταίνουν τους κοινωνικούς θεσμούς και οι κοινωνικοί θεσμοί αρρωσταίνουν πιο πολύ τα πρόσωπα.
Στην θεολογία λέμε ότι η φύση και τα πλαίσια της ζωής δεν έχουν ελεύθερη θέληση. Αυτό σημαίνει ότι δεν έπεσαν από μόνα τους στην αμαρτία, αλλά παρασύρθηκαν από τον άνθρωπο. Έτσι, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η κοινωνία, το σύστημα, το κατεστημένο, όσο ο άνθρωπος-πρόσωπο. Η επιδίωξη να φτιάξουμε την κοινωνία, να αλλάξουμε τους κοινωνικούς θεσμούς, με την ελπίδα ότι θα βελτιωθή η ζωή μας, δείχνει άγνοια του προβλήματος. Όταν έχουμε εσωτερικά γαλήνη τότε δεν μας ενοχλούν τα εξωτερικά ερεθίσματα και με τον τρόπο μας βοηθούμε στην αλλαγή της κοινωνίας. Όταν είμαστε κυριευμένοι από λογισμούς και σαρκικές επαναστάσεις και έχουμε εσωτερική τρικυμία, τότε όλα μας φταίνε. Υποφέρουμε και κάνουμε και τους άλλους να υποφέρουν.
Να δώσουμε προτεραιότητα στο πρόσωπο. Να ειρηνεύσουμε, απαλλασσόμενοι, με την δύναμη της θείας Χάριτος, από λογισμούς και σαρκικές επαναστάσεις και τότε θα είμαστε κοινωνικοί άνθρωποι, πηγή ειρήνης για τον κόσμο197.
|
[ ΠΑΝΩ ]
17. Δουλεία και ελευθερία
|
Ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Κορίνθου, που τους απασχολούσε το θέμα της βρώσεως των ειδωλοθύτων, αναπτύσσει το θέμα αυτό από πολλές πλευρές. Δεν θα μας απασχολήση εδώ η περίπτωση των ειδωλοθύτων που ήταν από τα προβλήματα των πρώτων Χριστιανών, αλλά θα στραφούμε λίγο στο ζήτημα της εν Χριστώ ελευθερίας. Ο Απόστολος έχει την συνείδηση ότι είναι εν Χριστώ ελεύθερος, γι’ αυτό και υπό τύπον ερωτήσεως γράφει: "ουκ ειμί ελεύθερος;" (Α’ Κορ. θ’, 1)198.
* * *
Στην αρχή πρέπει να σημειώσουμε την τραγικότητα του σημερινού ανθρώπου στο θέμα της ελευθερίας. Καίτοι καταργήθηκε η δουλεία, όπως υπήρχε στην ειδωλολατρική εποχή, εν τούτοις υφίσταται με άλλη μορφή. Ο άνθρωπος σήμερα είναι δούλος. Ολόκληρα έθνη βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία άλλων εθνών (αμέσως ή εμμέσως) και δέχονται τρομακτική πίεση. Όλοι μας αισθανόμαστε ότι σήμερα ο άνθρωπος από πρόσωπο έχει καταντήσει νούμερο, μάζα, όχλος που καταδυναστεύεται και εξουθενώνεται κάτω από τρομακτικές και φθοροποιές-θανατηφόρες δυνάμεις. Οι σύγχρονες απαιτήσεις τον έχουν προσδιορίσει σαν μονάδα παραγωγής και εκμεταλλεύσεως. Και κάποτε (γιατί όχι πάντα;) για τον εργοστασιάρχη η αξία μιας μηχανής έχει μεγαλύτερη αξία από τον άνθρωπο.
Επίσης ο άνθρωπος μετατράπηκε σε μια ύπαρξη βιολογικής ικανοποιήσεως, ένα αντικείμενο για την ικανοποίηση μερικών φιληδόνων και φιλοδόξων. Ακόμη δέχεται εξωτερικές πιέσεις που τον κάνουν να αισθάνεται ένα εξάρτημα της κρατικής μηχανής, της οποιασδήποτε ιδεολογίας... Σε όλες δε τις περιπτώσεις αισθάνεται τρομερά δούλος του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι αναζητούν την ελευθερία. Όλοι αγωνίζονται, με τον τρόπο τους, για την αποτίναξη αυτής της σύγχρονης σκλαβιάς.
* * *
Ο Απόστολος αισθάνεται ελεύθερος από όλους και από όλα. Πώς την απέκτησε αυτήν την ελευθερία; Είναι χαρακτηριστικό ότι την συνδέει στενά με την αποκάλυψη του Χριστού. Ας δούμε ολόκληρη την φράση. "Ουκ ειμί ελεύθερος; ουχί Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών εώρακα;" (Α’ Κορ. θ’, 1). Αυτή η θέα του Χριστού, που είναι κοινωνία μαζί Του, συνιστά την πραγματική ελευθερία.
Από όλη την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την οποία έζησαν και βίωσαν οι άγιοι Πατέρες, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ελευθερία δεν είναι η εξωτερική αποδέσμευση μερικών καταστάσεων δουλείας, αλλά κυρίως και προ παντός η αποκάλυψη του προσώπου. Η ελευθερία αναφέρεται σε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου και όχι σε ένα μέρος της υπάρξεως. Σήμερα όμως οι άνθρωποι πασχίζουν για ατομικές ελευθερίες και αγνοούν την ελευθερία του προσώπου199.
Εμείς μπορούμε ανεπιφύλακτα να υποστηρίξουμε την διδασκαλία της Εκκλησίας ότι ελεύθερος είναι αυτός που συνδέθηκε και ενώθηκε με τον Χριστό. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και η παραμονή της Παναγίας Τριάδος εντός του τον καθιστά πραγματικά ελεύθερο. Νοιώθουμε την πραγματική ελευθερία, ως υπέρβαση του θανάτου, ως είσδυση στον χώρο της θείας αιωνιότητος, όπου δεν υπάρχει θάνατος.
Νοιώθουμε ακόμη την ελευθερία ως αγάπη. Αυτός που μισεί είναι κλεισμένος μέσα στην φυσική του ατομικότητα, μέσα στην φυλακή του εγωϊσμού του. Όντας αγάπη ο άνθρωπος εισέρχεται στην υπόσταση του άλλου, δηλαδή δεν περιορίζεται από κανέναν φραγμό (εθνικιστικό-φυλετικό κλπ.) και αυτό συνιστά την σωτηρία του. Γιατί, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθή, η ελευθερία εκφράζεται ή ως αγάπη ή ως μηδέν.
Αυτός που απέκτησε την εν Χριστώ ελευθερία είναι απαλλαγμένος από όλα, ακόμη και από τις τυπικές παραδόσεις του παρελθόντος. Τις υπερβαίνει χωρίς να τις παραβαίνει, γιατί βιώνει το πνεύμα που τις διέπει.
Αλλά όπως και κάθε άλλη αρετή (καρποί του Αγίου Πνεύματος) έτσι και η ελευθερία έχει διάφορα στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι να σεβόμαστε την ελευθερία των άλλων. Το δεύτερο στάδιο είναι η απαλλαγή από την επιρροή που εξασκούν οι άλλοι επάνω μας. Αυτή όμως η απόκτηση προϋποθέτει ένα λυσσώδη αγώνα εναντίον των παθών και του διαβόλου. Έτσι η ελευθερία μας περνάει μέσα από την άσκηση, τον πόνο, την οδύνη. Γι’ αυτό και είναι αληθινή.
* * *
Μέσα σε αυτήν την ασκητική προσπάθεια της Εκκλησίας μας εντάσσεται και η νηστεία. Δεν είναι απλώς η βίωση και η εφαρμογή μιας καλής παραδόσεως, ούτε η δουλεία σε νόμο που επιβάλλεται έξωθεν, δεν είναι απλώς μια γυμναστική της θελήσεως, αλλά η προσπάθεια για να απαλλαγούμε από την τυραννία των παθών (τής γαστριμαργίας και της λαιμαργίας), ο αγώνας για να ελευθερωθούμε από την τυραννία που θέλουν να επιβάλλουν τα κτίσματα, επομένως ο αγώνας για την ελευθερία του προσώπου.
Γι’ αυτό δεχόμαστε την νηστεία με χαρά και αβίαστα. Είναι κατ’ εξοχήν χαροποιός. Είναι ανάγκη να υπογραμμισθή ότι η νηστεία, όπως και όλη η ασκητική ζωή της Εκκλησίας, πρέπει να έχη προσωπικό χαρακτήρα. Να αναφέρεται στο πρόσωπο του Χριστού και στην ανάδυση της δικής μας υποστατικής αρχής, δηλαδή στο να γίνουμε πρόσωπα και άρα ελεύθεροι εν Χριστώ. Τελικά ο Χριστιανός με την νηστεία φανερώνει ότι είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού και αγωνίζεται για να φθάση στο καθ’ ομοίωση.
Παρατηρώντας κανείς την σύγχρονη εποχή αισθάνεται δυο διαμετρικά αντίθετες δυνάμεις. Η μια ζητάει την απελευθέρωση των εθνών και των προσώπων και η άλλη περικλείει όλο και περισσότερο τον άνθρωπο σε χιλιάδες μορφές δουλείας. Είναι ανάγκη επιτακτική σήμερα να διαφυλάξουμε την εν Χριστώ ελευθερία, που εκφράζεται στην απάθεια και την αγάπη. Γιατί η αγάπη εκφράζεται ως ελευθερία και η ελευθερία εκφράζεται ως αγάπη. Είναι ανάγκη να παύσουν οι άλλοι να έχουν επιρροή επάνω μας. Να μη μας καταπιέζει η εξωτερική ανελεύθερη ζωή.
|
[ ΠΑΝΩ ]
18. Το νόημα της υπακοής
|
Μια από τις πιο ακατανόητες αλήθειες της Ορθοδοξίας για τον σύγχρονο άνθρωπο είναι η διδασκαλία περί της υπακοής. Ο Κύριος την θέτει σαν απαραίτητο όρο σωτηρίας και τελειότητος. Δι’ αυτής επιτυγχάνεται η ουσιαστική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό200.
Ο σύγχρονος όμως άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβη την αξία της. Την θεωρεί καταστρεπτική για την προσωπικότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί έχει θεοποιήσει την λογική που νομίζει ότι έχει μεγάλη αξία. Όταν κανείς ζη την λογοκρατία και την ατομοκρατία, τότε είναι εντελώς ανήμπορος να κατανοήση την μεγάλη αξία της υπακοής.
Μελετώντας την σύγχρονη ζωή μπορούμε να διαπιστώσουμε άνετα ότι συνέβη στην εποχή μας μια τρομερή αλλαγή, που επηρεάζει όλους τους τομείς της ανθρωπίνης ζωής. Σήμερα υφίσταται μια μεγάλη κρίση πατρότητος. Αμφισβητείται κάθε αυθεντία, αφού έχει υψωθή σαν αυθεντία το ίδιον εγώ. Επεκτεινόμενη αυτή η νοοτροπία και στην θρησκευτική ζωή εξαφανίζει κάθε κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Η αμφισβήτηση της πατρότητος φθάνει μέχρι και την πατροκτονία. Αυτό το φαινόμενο κατά φυσικό τρόπο δημιουργεί μια νευρωτική κατάσταση, μια σχιζοφρένεια.
Να γιατί όταν διαβάση ένας σύγχρονος άνθρωπος την περίπτωση της κλήσεως των τεσσάρων μαθητών και την απάρνηση των πάντων για να ακολουθήσουν τον Χριστό, του φαίνεται ακατανότητο. Να γιατί η Ορθοδοξία αισθάνεται σήμερα μεγάλη δυσκολία να αποκαλύψη τον εαυτό της στους εκκοσμικευμένους σύγχρονους ανθρώπους. Διότι δεν είναι συνηθισμένοι να ακούνε, πολύ περισσότερο δεν είναι συνηθισμένοι να εφαρμόζουν τον λόγο του άλλου. Είναι αλήθεια ότι πολλοί σύγχρονοι νέοι είναι ικανοί να αρνηθούν τα πάντα, όχι όμως για να ακολουθήσουν και να υπακούσουν στον Χριστό, αλλά για να υπακούσουν στον εαυτό τους και να ικανοποιήσουν όλα τα θελήματά τους.
* * *
Η υπακοή είναι απαραίτητο στοιχείο του ορθοδόξου ήθους. Πρώτα·πρώτα η υπακοή ζωοποιεί τον άνθρωπο. Οι άγιοι Πατέρες έχουν εξηγήσει αυτήν την μεγάλη σημασία της υπακοής. Όπως με την παρακοή του Αδάμ η ψυχή διαιρέθηκε και πέθανε, έτσι με την υπακοή στο θέλημα του Θεού ενοποιείται και ζωοποιείται. Ο Κύριος είπε: "τά ρήματα ά εγώ λαλώ υμίν πνεύμα εστι και ζωή εστι (Ιω. στ', 6). Έτσι "παρακοή θάνατος, υπακοή ζωή". Ο Αδάμ με την παρακοή έφερε τον θάνατο και σε όλη την φύση. Και ο δεύτερος Αδάμ (ο Χριστός) με την υπακοή στον Πατέρα Του γέμισε τον κόσμο με ζωή.
Έπειτα, με την υπακοή αναπτύσσεται η αληθινή κοινωνικότητα. Με την υπακοή στο θέλημα του Θεού δεχόμαστε την ζωή Του μέσα μας. Ο Χριστιανός αρχίζει την πνευματική του ζωή με την υπακοή στο θέλημα του Θεού. Δι’ αυτού μεταμορφώνεται, παύει να ζη σαν άτομο και γίνεται πρόσωπο, οπότε φλέγεται από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι φθάνει στο σημείο να ζη σαν πρόσωπο, να αισθάνεται στενή σχέση με τα άλλα πρόσωπα και να βιώνη την καθολική ευθύνη. Εισέρχεται με αγάπη και από αγάπη στην υπόσταση του άλλου και προσφέρει με τρόπο μυστικό και αποτελεσματικό την σωτηρία.
Η υπακοή μας δίνει την δυνατότητα να αποκτήσουμε την εμπειρία της αλληλοπεριχωρήσεως των προσώπων και να αποκτήσουμε το πλήρωμα της ζωής.
Τέλος, η υπακοή μας καθαρίζει από τα πάθη που μαστίζουν την ψυχή μας. Είναι παρατηρημένο ότι όποιος κάνει υπακοή έχει λιγότερα πάθη, αφού απαλλάσσεται από την εγωκεντρικότητα.
* * *
Μιλώντας όμως για υπακοή δεν εννοούμε μια αφηρημένη κατάσταση, αλλά μια συγκεκριμένη. Δεν εννοούμε μια παθητική ακινησία, αλλά μια διαρκή θετική κίνηση. Η παθητική και αφηρημένη κατάσταση δημιουργεί περισσότερα προβλήματα. Έτσι, όταν λέμε υπακοή, εννοούμε πρωτίστως την τήρηση των εντολών του Θεού. Η πνευματική ζωή, η θεολογία, έξω από την τήρηση των εντολών είναι μια δαιμονική κατάσταση. Επειδή όμως εμείς, ως ακάθαρτοι και εμπαθείς, δεν μπορούμε να διακρίνουμε το θέλημα του Θεού, που πρέπει να εφαρμόσουμε σε κάθε δεδομένη περίσταση, γι’ αυτό χρειάζεται υπακοή στον πνευματικό μας πατέρα. Διότι ο λόγος του πνευματικού πατρός, όταν δεν αντιβαίνη στο θέλημα του Θεού είναι η περίληψη των εντολών του Χριστού.
Η υπακοή όμως στον πνευματικό πατέρα δεν είναι ένα απλό πράγμα. Έχει πολλές πλευρές και προεκτάσεις. Δεν είναι απλώς η υπακοή στον πνευματικό μας πατέρα, αλλά συγχρόνως υπακοή στην Παράδοση της Εκκλησίας, στον Επίσκοπο και την κανονική δομή της Εκκλησίας. Παράδοση είναι η αδιάλειπτη ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Αυτό το Άγιον Πνεύμα αγιάζει τους ανθρώπους, χειροτονεί τους Επισκόπους και φωτίζει τους Πατέρας να θεσπίζουν κανόνας για την καλή λειτουργία του Σώματος του Χριστού. Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των αγίων, του Επισκόπου και του θυσιαστηρίου. Και δεν νοείται ένα από αυτά χωρίς την ύπαρξη των άλλων.
Έτσι, η υπακοή σ’ έναν, έστω θεούμενο, πνευματικό πατέρα δεν είναι αληθινή, όταν παραθεωρήται όλη η εκκλησιαστική δομή. Και ο θεούμενος πνευματικός πατέρας δεν συνιστά αυτό το είδος της υπακοής, γιατί γνωρίζει καλά ότι η πνευματολογία δεν καταργεί την εκκλησιολογία. Όταν η πνευματικότητα αποσπάται από την εκκλησιολογία, όταν ένας πνευματικός ενεργή ανεξάρτητα από την όλη εκκλησιαστική δομή, έστω χάριν της σωτηρίας της ψυχής, εκτός αν υπάρχη σοβαρός λόγος, τότε μάλλον υποθάλπεται μια ατομική ευσέβεια, που δεν καταλήγει στην σωτηρία, γιατί δεν αναφέρεται στο καθολικό ήθος.
Σήμερα γίνεται διαρκώς λόγος για την ωριμότητα του ανθρώπου. Από πολλούς διατυπώνεται η άποψη ότι ο άνθρωπος με τις γνώσεις έχει φθάσει σε υψηλά επίπεδα τελειότητος και ωριμότητος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να τονίζη την αλήθεια ότι ο άνθρωπος έξω από τον Χριστό είναι ανώριμος. Η πνευματική ωριμότητα, δηλαδή η διαρκής τελειότης, γίνεται όχι με τις γνώσεις, αλλά με την υπακοή στο θέλημα του Θεού. Η τελεία υπακοή είναι ένας εκούσιος θάνατος. Μέσα από τον θάνατο ξεπηγάζει η ανάσταση και η ζωή. Αυτή είναι η εμπειρία της Εκκλησίας. Αυτό μας διδάσκουν οι άγιοι Απόστολοι. Σε αυτό μας προτρέπουν όλοι οι άγιοι. Η υπακοή θα μας ενοποιήση και ζωοποιήση.
|
[ ΠΑΝΩ ]
19. Η αυτομεμψία
|
Επειδή η αυτομεμψία και ως λέξη είναι σχεδόν άγνωστη σε πολλούς Χριστιανούς, γι’ αυτό είναι ανάγκη να καθορίσουμε ευθύς αμέσως τί εννοούν οι άγιοι Πατέρες, όταν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο201.
Όπως η λέξη μαρτυρεί, αυτομεμψία είναι το να μέμφεται κανείς τον εαυτό του, να τον κατακρίνη, να τον θεωρή ένοχο για κάθε πράγμα και ανάξιο ενός Θεού αγάπης. Ο Μ. Βασίλειος αντί του χαρακτηρισμού αυτού χρησιμοποιεί τον όρο "πρωτολογία", που σημαίνει ότι πρέπει να λέμε εμείς τον πρώτο καταδικαστικό λόγο εναντίον του εαυτού μας, ώστε να μη μας ενοχλή ο λόγος του αδελφού μας. Όταν αναλαμβάνουμε επάνω μας τον εκούσιο και ηθελημένο σταυρό της κατά Θεόν λύπης (μετάνοια) τότε αποφεύγουμε τον ακούσιο οδυνηρό σταυρό της κατά κόσμον λύπης, Η λύπη που συχνά αισθανόμαστε στην ζωή μας είναι υποκατάστατο της μετάνοιας. Η αυτομεμψία συνδέεται στενά με την μνήμη του θανάτου, την κρίση ενώπιον του αδεκάστου κριτού και την αιώνια κόλαση. Και όλα αυτά γίνονται μέσα σε μια βαθειά μετάνοια.
Κατά ένα παράξενο τρόπο για τα ανθρώπινα κριτήρια στην αρχή κυρίως της πνευματικής του ζωής βιώνει ό Χριστιανός την φωτιά της κολάσεως, αισθάνεται την φλόγα της κολάσεως να τον περικυκλώνη και να τον κατακαίη. Τότε, εάν διαθέτη ανδρεία πνευματική, στέκεται σε αυτά τα όρια της κολάσεως δηλαδή στα όρια της κατά Θεόν απελπισίας, έχοντας συγχρόνως μια μεγάλη ελπίδα στον Θεό. Αυτή η κατάσταση τον βοηθά να καθαίρεται πραγματικά, να εκδιώκη τον πονηρό διάβολο.
Στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου υπάρχουν μερικές φράσεις αυτομεμψίας. Ονομάζει ο Απόστολος τον εαυτό του έκτρωμα, που σημαίνει, κατά την ερμηνεία του Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, "τό ατελές και κολοβόν έμβρυον, όπου αποβάλλει προ καιρού η εγγαστρωμένη γυναίκα". Επίσης γράφει ο Απόστολος "εγώ ειμι ο ελάχιστος των Αποστόλων ός ουκ ειμί ικανός καλείσθαι Απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού" (Α’ Κορ. ιε’, 9).
* * *
Όμως αυτή η καταδίκη του εαυτού μας, ο αυτοεξευτελισμός, δεν είναι ανθρώπινη κατάσταση, ούτε είναι αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής αυτοαναλύσεως ή γνώσεως του εαυτού μας. Γιατί όταν κανείς ψυχολογικά, δηλαδή με ανθρώπινα κριτήρια σταθή μπροστά στον εαυτό του, τότε μπορεί να φθάση στην τρέλλα και στην σχιζοφρένεια. Αλλά και αυτά τα λεγόμενα ψυχολογικά μας προβλήματα μπορούν να μετατραπούν σε πνευματικές καταστάσεις, όταν παύσουμε να κάνουμε διάλογο με τους ανθρώπους και αρχίζουμε διάλογο με τον Θεό.
Πάντως η αυτογνωσία είναι μια κατάσταση που εμπνέεται από την Χάρη του Θεού, γι’ αυτό δεν δημιουργεί ποτέ ανθρώπινη απελπισία, αλλά θεία έμπνευση. Αυξάνει την προσευχή, δημιουργεί κατάνυξη και χορηγεί τις κατάλληλες συνθήκες για να στραφή ό άνθρωπος με ορμή προς τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος επειδή είδε τον Χριστό, επειδή το άκτιστο Φώς εισχώρησε στον εσωτερικό του κόσμο, γι’ αυτό και έβλεπε την εσωτερική του ακαταστασία. Άρα η αυτομεμψία δεν είναι μια φθηνή ταπεινολογία, αλλά μια βαθειά συναίσθηση, λόγω της επισκέψεως του θείου Φωτός. Όπως μια ακτίνα φωτός όταν εισέρχεται μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο αποκαλύπτει και την τυχόν μικρά σκόνη αέρος, έτσι γίνεται με την ενέργεια του ακτίστου Φωτός όταν εισέρχεται μέσα στην ψυχή μας202.
Και όταν λέμε άκτιστο Φώς εννοούμε την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βασιζόμενοι στην πείρα των αγίων λέμε ότι πρωταρχικά λαμβάνουμε πείρα της αιωνιότητος αρνητικά (τής αιώνιας κολάσεως). Η αληθινή γνώση του εαυτού μας είναι το πρώτο στάδιο της θεωρίας. Στους βίους των αγίων Προφητών βλέπουμε ότι οσάκις έβλεπαν τον Θεό, έβλεπαν συγχρόνως και την ελεεινότητα του εαυτού τους, συγκρινόμενο με την τελειότητα και την αγιότητα του Θεού203.
Ο άγιος Δωρόθεος λέγει ότι οι άγιοι "όσον εγγίζουσι τω Θεώ, τοσούτον αμαρτωλούς βλέπουσιν εαυτούς". Ο Αβραάμ όταν είδε τον Θεό αποκάλεσε τον εαυτό του "γήν και σποδόν". Ο Προφήτης Ησαΐας, μετά την θεωρία που είχε, έλεγε: "ώ τάλας και ακάθαρτος ειμί εγώ". Και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος γράφει ότι εκείνος που ενώθηκε με τον Θεό και άρχισε να επιθυμή σφοδρώς να φθάση στην τελειότητα της αγάπης νομίζει ότι ούτε την αρχή της αγάπης ευρήκε "αλλ’ ως μη αγαπάν τον Θεόν διάκειται, το πλήρωμα της αγάπης μη καταλαβείν δυνηθείς, όθεν και ως έσχατον ηγούμενος εαυτόν πάντων των φοβουμένων τον Θεόν, ανάξιον εαυτόν ηγείται από ψυχής και της μετά των πιστών σωτηρίας".
* * *
Έτσι, η αυτομεμψία είναι ένα μεγάλο χάρισμα του Θεού. Η ψυχή θεραπεύεται, γιατί αρχίζει να γνωρίζη τον Θεό και τον πραγματικό εαυτό της. Η σύγχρονη ψυχολογία προσπαθεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την συνείδηση της ενοχής, ενώ εμείς ζώντας πνευματικά, ακολουθούντες την διδασκαλία των αγίων Πατέρων μας, επιδιώκουμε με την βοήθεια της θείας Χάριτος να φορτωθούμε την ενοχή, να την γνωρίσουμε και να κλάψουμε πολύ γι’ αυτήν, ώστε να θεραπευθούμε.
Η αυτομεμψία, ως χάρισμα Θεού, εκδιώκει την θλίψη που προέρχεται από την άγνοια του εαυτού μας, την ταραχή και δημιουργεί ανάπαυση στις ψυχές μας. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά η αυτομεμψία "συντρίβει και πιέζει και τον οίνον εκθλίβει τον σωτήριον, τον ευφραίνοντα καρδίαν ανθρώπου". Οίνος είναι η αγία κατάνυξη που γεμίζει χαρά την ψυχή, αφού την απαλλάσσει από το βάρος των παθών. Έτσι νοιώθουμε εμείς οι Ορθόδοξοι την χαρά. Όχι ως βίωση ενός συναισθήματος, αλλά ως βίωση της κατά Θεόν αυτομεμψίας, ως αίσθηση της αμαρτίας και ως βίωση της μετάνοιας.
Η αυτομεμψία δείχνει την παρουσία του ορθοδόξου ήθους. Ο πραγματικός Χριστιανός δεν ζη με ψευδαισθήσεις, δεν διακρίνεται από την απομακρύνουσα από τον Θεό αυτάρκεια, δεν κατηγορεί τους άλλους, αλλά ενοχοποιεί τον εαυτό του, βλέπει την ελεεινή κατάστασή του, τα χάλια του και έτσι γίνεται ο κατ’ εξοχήν κοινωνικός άνθρωπος, δηλαδή ο φυσικός άνθρωπος απηλλαγμένος από τα δεσμά μιας ευσεβιστικής νοοτροπίας που είναι πραγματική σχιζοφρένεια. Ο άγιος Ισαάκ μας προτρέπει: "εξευτέλισον σεαυτόν και όψεις την δόξαν του Θεού εν σεαυτώ. Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκεί η του Θεού δόξα βρύει...".
|
[ ΠΑΝΩ ]
20. Σωτήρια φάρμακα
|
Έχει δυστυχώς επικρατήσει σε πολλούς ανθρώπους η αντίληψη ότι η Εκκλησία είναι ένα σύνολο "καθαρών" ανθρώπων, που διακρίνονται για την στωϊκή απάθεια ή ένα "μυστικιστικό" τρόπο ζωής ή ακόμη για μια μονοφυσιτική αντιμετώπιση των θεμάτων του ανθρώπου.
Όμως η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, είναι ένα Νοσοκομείο πνευματικό που λαμβάνει τον νεκρό και άρρωστο άνθρωπο και τον ζωοποιεί. Εν συνεχεία προσπαθεί με την ασκητική και μυστηριακή ζωή να τον μεταμορφώση, δηλαδή να τον καθαρίση, να τον φωτίση και να τον θεώση. Είναι Νοσοκομείο που χρησιμοποιεί πολλά φάρμακα για να τον θεραπεύση, οπότε μετά την θεραπεία αυτά τα φάρμακα γίνονται αρετές και χαρίσματα. Μερικά τέτοια φάρμακα που είναι συγχρόνως και αρετές "τών διακόνων του Θεού" απαριθμεί ένας διακριτικός ιατρός του πνεύματος, ο Απόστολος Παύλος. Τρία από αυτά θα θέλαμε να σχολιάσουμε.
* * *
Ο Χριστός διδάσκοντας τους Μαθητές Του έλεγε: εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών" (Λουκ. κα', 19). Και ο Απόστολος Παύλος επανειλημμένα αναφέρεται στην θεραπευτική αξία της υπομονής. Στην προς Ρωμαίους επιστολή γράφει για την αξία της υπομονής. "Η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν" (Ρωμ. ε', 3-5). Επίσης ο Θεός επαινεί τον επίσκοπο της Εφέσου για την υπομονή που έδειξε (Αποκ. β', 2-3). Αυτά φανερώνουν την μεγάλη αξία της υπομονής, που είναι και δωρεά του Παναγίου Πνεύματος και όχι απλώς ένα ανθρώπινο κατόρθωμα. Ξεκινάει από μια ανθρώπινη διάθεση, αλλά έπειτα εμπλουτίζεται και κραταιώνεται από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Η μεγάλη αξία της υπομονής φαίνεται και στην διδασκαλία του αγίου Ισαάκ. Ο άγιος γράφει ότι η αγάπη προς τον Θεό είναι γλυκύτερη της ζωής. Η αγάπη όμως είναι γέννημα της γνώσεως, η γνώση γέννημα της υγείας της ψυχής και η υγεία της ψυχής είναι δύναμη η οποία "εκ της υπομονής της μακράς γέγονεν". Έτσι, από την υπομονή φθάνει ο άνθρωπος στην αγάπη του Θεού και επομένως στην υπέρβαση και αυτής ακόμη της βιολογικής ζωής. Άλλωστε, η υπομονή στην μάχη ενάντια στους δαιμονιώδεις λογισμούς και στις συνεχείς ασθένειες θα λογισθή από τον Θεό "εις λόγον δευτέρου μαρτυρίου" (άγ. Διάδοχος Φωτικής). Η υπομονή στην περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με το μαρτύριο που υπέφεραν οι πρώτοι Χριστιανοί.
Αν αρχίσουμε λίγο-λίγο να εξασκούμαστε στην υπομονή, τότε θα γευθούμε τους γλυκείς καρπούς, όπως την υπέρβαση της ζωής, την συμφιλίωση με τον θάνατο ή μάλλον καλύτερα την υπέρβαση του θανάτου, ακόμη και την ευφροσύνη στην ώρα της προσευχής. Διότι κατά τις συμβουλές αγίου Πατρός εκείνο που θα φιλοσοφήσουμε υπομένοντας "τούτου τον καρπόν κατά τον καιρόν της προσευχής" θα βρούμε (όσιος Νείλος).
* * *
Ένα άλλο φάρμακο και συγρόνως χάρισμα των αγίων είναι η μακροθυμία. Οι Πατέρες μας προτρέπουν να είμαστε μακρόθυμοι προς τους άλλους, όπως ο Θεός είναι μαζί μας. Όντες παιδιά του μακροθύμου Θεού και αδελφοί του μακροθύμου Χριστού πρέπει να δείχνουμε την ίδια μακροθυμία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει την διάκριση μεταξύ της υπομονής και της μακροθυμίας. Δείχνουμε την υπομονή προς τους έξω της Εκκλησίας και μακροθυμία προς αλλήλους. Διότι μακροθυμεί κανείς σε κάποιους που μπορούσε και να αμυνθή, αλλά υπομένει τους έξω που δεν μπορεί να αμυνθή. Μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή η λέξη της υπομονής για τον Θεό, ενώ "μακροθυμία πολλαχού" δηλαδή πολλές φορές λέγεται ότι ο Θεός είναι μακρόθυμος σε μάς.
Γενικά η μακροθυμία, κατά την διδασκαλία των αγίων, είναι "μέγα φάρμακον", "γλυκυτάτη", "εύχρηστός εστι τω Κυρίω... η δε οξυχολία πικρά και άχρηστός εστιν". Σε μια εποχή που όλοι θέλουμε γρήγορα να τελειώνουν οι δουλειές μας και όλοι παραπονούμαστε για τυχόν αδυναμίες των αδελφών μας, η μακροθυμία είναι ένα σωτήριο και αποτελεσματικό φάρμακο.
* * *
Η αγάπη, το τρίτο σωτήριο φάρμακο, συνδέεται στενά με την υπομονή και την μακροθυμία. Όταν λέμε αγάπη δεν εννοούμε την αγάπη που ζητούμε και διψούμε να μας δείχνουν οι άλλοι, αλλά την αγάπη που πρέπει εμείς να δείχνουμε στους άλλους. Πραγματικά, δείγμα μιας αρρωστημένης ψυχής είναι ότι ζητάει διαρκώς αχόρταγα αγάπη από όλους τους άλλους. Και συνεχώς παραπονιέται γιατί δεν την λαμβάνει. Αλλά η σωτηρία και η θεραπεία μας προέρχεται από την αγάπη που εμείς δείχνουμε στους άλλους και μάλιστα όταν την προσφέρουμε με καθαρότητα και ανυπόκριτη διάθεση204.
Η αξία της αγάπης έγκειται στο ότι "ο έχων την αγάπη άπτωτός εστιν". Γιατί, κατά την μαρτυρία του αγίου Μακαρίου, "είδα ανθρώπους που έλαβαν πολλά χαρίσματα και έγιναν μέτοχοι του Αγίου Πνεύματος, αλλά μη φθάσαντες στην τελεία αγάπη έπεσαν". Ενώ εκείνος που έφθασε σε αυτήν την τελεία αγάπη "δέδεται και μεμέθυσται, ούτος καταπεπόντισται και αιχμάλωτός εστιν εις άλλον κόσμον, ως της ιδίας φύσεως ουκ αισθανόμενος". Εδώ γίνεται διάκριση μεταξύ της αγάπης και της τελείας αγάπης.
Ξεκινάμε από την προσπάθεια να αγαπούμε τους αδελφούς μας και έπειτα, κατά την πρόοδό μας την πνευματική, λαμβάνουμε και το χάρισμα της τελείας αγάπης, που μεθάει πραγματικά τον άνθρωπο και τον καθιστά κυρίως άνθρωπο του Θεού. Και κάτι ακόμη πρέπει να πούμε για το θέμα της αγάπης.
Η αγάπη προς τον Θεό ή είναι καρπός της προς τους αδελφούς μας αγάπης ή είναι πηγή της προς τους αδελφούς μας αγάπης. Εξαρτάται από τον τρόπο ζωής που ζούμε. Συνήθως οι μοναχοί αγαπούν όλο τον κόσμο, αφού αγάπησαν τον Θεό πολύ και έτσι αγαπούν ό,τι αγαπά ο Θεός. Ενώ οι ζώντες στον κόσμο αγαπούμε τον Θεό, αφού περάσουμε μέσα από την αγάπη προς τους αδελφούς μας.
* * *
Το να αγαπά κανείς, αυτούς που τον ευεργετούν και τον αγαπούν είναι φυσικό. Το να μισή αυτούς που τον ευεργετούν είναι παρά φύση ζωή, αφού και τα ζώα ακόμη αγαπούν τους ευεργέτες τους. Το να αγαπά όμως αυτούς που τον εχθρεύονται, τον συκοφαντούν, του κάνουν μεγάλο κακό, είναι υπέρ φύση κατάσταση. Ακριβώς αυτό το υπέρ φύση συνιστά το Ευαγγέλιο, δηλαδή ο αιώνιος λόγος του Χριστού: "Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες..." (Λουκ. στ’, 35).
Σε αυτήν την υπέρ φύση ζωή καλεί ο Χριστός τους μαθητάς Του. Αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα του Χριστιανισμού και δείχνει την ουράνια προέλευση του. Πρώτος δε ο Χριστός, που είναι η κεφαλή μας, έζησε αυτήν την πραγματική αγάπη, που από την φύση της είναι θυσία, προσφορά του εαυτού μας, υπέρ φύση ζωή. Έτσι, όσοι ζουν στην Αγία Εκκλησία, καλούνται να αγαπούν όλους, αδιακρίτως αν είναι φίλοι ή εχθροί, ομοεθνείς ή αλλοεθνείς. Άλλωστε οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε φίλους και εχθρούς ή σε δικούς και ξένους, αλλά σε ανθρώπους που γνωρίζουν τον Χριστό και σε ανθρώπους που Τον αγνοούν. Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος του Θεού αγαπά.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Χριστιανισμός από την φύση του είναι απαιτητικός και απόλυτος. Δεν επιδιώκει απλώς την συντήρηση ενός νεκρού πτώματος, αλλά φροντίζει την ανάστασή του. Δεν δίνει μικρές συνταγές που αποβλέπουν σε μια "καλή" ζωή, αλλά θέτει υψηλούς στόχους. Να αγαπάς όλο τον κόσμο. Να πεθαίνης καθημερινά για να αναστηθής. Δηλαδή, για να αγαπήσης πραγματικά πρέπει να γευθής την πίκρα και την οδύνη του θανάτου, οπότε θα απολαύσης την γλυκύτητα της αναστάσεως, της δικής σου και του άλλου. Γιατί η αγάπη θέλει να δίνη και να δίνεται και όχι να της δίνουν και να της δίνωνται. Αυτό συνιστά θάνατο και ζωή. Επομένως, ο Χριστιανισμός δεν βιώνεται από μικρούς ανθρώπους.
Το ότι όμως είναι απαιτητικός και απόλυτος, αφού ζητάει από τον άνθρωπο κάτι πιο πάνω από τις δυνάμεις του, δείχνει πώς είναι και προκλητικός. Το κήρυγμα περί της αγάπης προς τους εχθρούς είναι πρόκληση για τον άνθρωπο που έχει πέσει στην αμαρτία και έχει κλειστή στην ατομικότητά του και διακατέχεται από τα συμπλέγματα του εγωϊσμού σε όλες τις μορφές του. Στην αρχαία εποχή όταν μιλούσες εναντίον των ειδώλων σε θανάτωναν. Και σήμερα όταν μιλήσης για τα είδωλα του εγωϊσμού, της ατομικότητος κλπ. κινδυνεύεις να αντιμετωπίσης τον θάνατο ή την ειρωνεία. Όπως συνέβει και στον Χριστό. Κήρυξε την αγάπη προς τους εχθρούς και σηκώθηκε όλη η μανία του Σατανά με συνέπεια να σταυρωθή.
Αφού όμως η αγάπη προς τους εχθρούς είναι υπέρ φύση ζωή, δηλαδή πάνω από τις δυνάμεις μας, σημαίνει πώς μόνον έχοντας πλούσια την Χάρη του Χριστού, μπορούμε να εφαρμόζουμε το δύσκολο αυτό μάθημα του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό και η ύπαρξή της δείχνει μεγάλο βαθμό Χάριτος. Αυτός που αγαπά τους εχθρούς του, ή μιλάει γι’ αυτό το είδος της αγάπης, είναι ένας "τρελλός". Έτσι τον θεωρούν και οι σύγχρονοι "λογικοί" άνθρωποι. Και μείς ευχόμαστε μακάρι να βρεθούν πολλοί τέτοιοι τρελλοί για να βγή η ανθρωπότητα από την τρέλλα του μίσους.
* * *
Ο οφειλέτης των μυρίων ταλάντων, ενώ δέχθηκε την φιλανθρωπία του κυρίου του, αυτός δεν αντιμετώπισε φιλάνθρωπα τον σύνδουλό του που του χρωστούσε "εκατόν δηνάρια". Ζητούσε την άμεση απόδοση του ποσού με τρόπο πολύ σκληρό: "καί κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι ει τι οφείλεις" (Ματθ. ιη’, 28). Δεν δίστασε ακόμη να τον ρίξη στην φυλακή έως ότου επιστρέψει όλο το ποσό.
Πολλή σκληρή διαγωγή του δούλου αυτού προς τον σύνδουλό του. Στο ερώτημα, γιατί τόσο απάνθρωπα συμπεριφέρεται, μια απάντηση υπάρχει. Γιατί ο ίδιος βιώνει το πρόβλημα της ενοχής. Ήταν και αυτός οφειλέτης, μεγάλου μάλιστα ποσού, και η συνείδησή του τον ελέγχει. Πωρωμένος ακόμη δεν μπορεί να εκτιμήση την φιλανθρωπία του κυρίου του, που τον συνεχώρησε για την κατάχρηση των "μυρίων ταλάντων". Αυτή η διαγωγή είναι αποκαλυπτική και για την σημερινή εποχή πού, σύν τοις άλλοις, χαρακτηρίζεται σκληρή και απάνθρωπη.
Πράγματι, σήμερα δεν συγκινούμαστε από την αδικία, από το κλάμα του πτωχού, τον πόνο του αρρώστου, την οδύνη του ψυχικά τραυματισμένου ανθρώπου. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να συγχωρήσουμε τον συνάνθρωπό μας για ό,τι μας έκανε. Επί πλέον συνεχώς ελέγχουμε την διαγωγή των άλλων, τους κατακρίνουμε, σχολιάζουμε κριτικά το υπάρχον σύστημα και γενικά φερόμαστε σκληρά στους άλλους. Πόσες φορές και μείς δεν πνίγουμε τον αδελφό μας; Πόσες φορές δεν του στερούμε την ελευθερία του; Γίνεται αυτό γιατί βιώνουμε προσωπικές ενοχικές καταστάσεις, γιατί είμαστε γεμάτοι από συμπλέγματα. Είναι αλήθεια πώς όσο είμαστε δέσμιοι εσωτερικά, δούλοι των παθών μας, τόσο πνίγουμε τον άλλον και επιδιώκουμε με κάθε τρόπο να του στερήσουμε την ελευθερία και να τον κλείσουμε στους δικούς μας κανόνες σκέψεως και ζωής. Είναι απόσταγμα πατερικής σοφίας και επιστημονικής ακόμη αναλύσεως, ότι ο άνθρωπος όσο είναι αμαρτωλός, τόσο είναι επιθετικός. Συνήθως αυτοί που έχουν εσωτερικά προβλήματα και εσωτερική ανασφάλεια επιτίθενται συνεχώς εναντίον των άλλων. Αυτό το βλέπουμε και στον Φαρισαίο της Παραβολής. Υποκριτής και τρομερά εγωϊστής δεν περιορίζεται στο να καυχηθή για τις "αρετές" του, αλλά επιτίθεται και εναντίον του Τελώνου: "ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων... ή ως ούτος ο τελώνης" (Λουκ. ιη’, 11) έλεγε.
Αντίθετα όσοι είναι εσωτερικά ελεύθεροι δεν περιορίζουν τον άλλον. Σέβονται απόλυτα την ελευθερία του. Τέτοιοι είναι οι άγιοι του Θεού. Πλησιάζεις έναν άγιο και αισθάνεσαι την απέραντη φιλανθρωπία του ή μάλλον καλύτερα την φιλανθρωπία του Θεού, αφού δια των αγίων φανερώνεται η Εικών του Θεού, ο Χριστός, που είναι το Αρχέτυπο του ανθρώπου. Ο άγιος σε πλησιάζει, όταν θελήσης και όσο αντέχεις και μόλις καταλάβει πώς δεν τον θέλεις, διακριτικά αποχωρεί. Όταν αναλαμβάνη πνευματική εγχείρηση δεν προχωρεί περισσότερο από όσο αντέχει ο πνευματικός μας οργανισμός.Μας μιλά στην γλώσσα μας.Μας καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνουμε.
Από τους ανθρώπους της εποχής μας δεν λείπει η "ελευθερία", αλλά ο Χριστός, που είναι η πραγματική ελευθερία, ζωή και αλήθεια. Αυτή την ενυπόστατη Ελευθερία μας την φανερώνουν οι άγιοι του Θεού που και σήμερα υπάρχουν.
* * *
Ο Χριστός δίνει μεγάλη βαρύτητα στην ανεξικακία, γιατί από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στον αδελφό, καθορίζουμε τον τρόπο που θέλουμε να συμπεριφερθή σε μας ο Θεός.
Ας εξετάσουμε όμως το θέμα της συγχωρητικότητος των παραπτωμάτων των άλλων από την αρνητική πλευρά, δηλαδή όχι τί κερδίζει αυτός που συγχωρεί, αλλά τί χάνει αυτός που κρατά την κακία του άλλου.
Χάνει την απόκτηση ενός χαρίσματος. Δηλαδή η άφεση των αμαρτιών ανήκει μόνον στον Θεό. Αλλά δια του ρητού "εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών αφήσει και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τα παραπτώματα υμών" (Ματθ. στ’, 14) γίνεται τρόπον τινά ο άνθρωπος κύριος της αφέσεως των αμαρτιών. Το να αποκτάς την δυνατότητα να συγχωρής τα πταίσματα του άλλου και να λαμβάνης την δική σου άφεση, πρόκειται για μεγάλο θεϊκό χάρισμα.
Αυτός που δεν συγχωρεί τον συνάνθρωπό του δεν έχει κοινωνία με τον Θεό. Ο Θεός είναι αγάπη.Μας αγαπά, καίτοι εμείς είχαμε αμαρτήσει, αφού έστειλε και τον Υιό Του όχι για να εξιλεωθή ο Ίδιος, αλλά να εξιλεώση τον αντάρτη άνθρωπο. Ο Θεός είναι "οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος". Άρα αυτός που δεν συγχωρεί δεν μπορεί να έχη κοινωνία με τον Θεό της αγάπης. Επομένως δεν έχει την θεία Χάρη, και σε περίπτωση που την δεχθή δεν μπορεί να την συγκρατήση, γιατί μοιάζει σαν μια τρύπια δεξαμενή. Πέφτει νερό, αλλά χάνεται. Χωρίς την θεία Χάρη η ψυχή είναι σκοτεινή και νεκρά, αφού η θεία Χάρη είναι φως και ζωή. Έτσι ο άνθρωπος που κρατά το κακό που του έκαναν, μοιάζει σαν το δάσος κατά την διάρκεια της νύκτας. Άγρια θηρία βρυχώνται και απειλούν τους πάντας.
Όσοι δεν συγχωρούν τους αδελφούς τους ομοιάζουν με τον διάβολο, αφού αυτός είναι πνεύμα μίσους, οργής, ανθρωποκτόνος. Ποτέ ο διάβολος δεν συγχωρεί, δεν μετανοεί. Έτσι, ο μνησίκακος μεταφέρει το κακό και γίνεται διάβολος για τους άλλους, αφού θέλει να λέγη όλο εναντίον τους. Το φοβερό είναι πώς κοιμόμαστε με την κακία μέσα μας. Ποιός κοιμάται το βράδυ με ένα φίδι; Κι’ όμως εμείς κοιμόμαστε με τον πονηρό, ολόκληρη την κόλαση.
Πρέπει να συγχωρούμε τους αδελφούς μας και να ζητούμε συγγνώμη. Με τον τρόπο αυτό κάνουμε τον Θεό να μας μιμήται. Δηλαδή συγχωρώντας τους άλλους, μας μιμείται ο Θεός και συγχωρεί τα δικά μας αμαρτήματα. Ας κάνουμε μια προσπάθεια και ας καταβάλουμε έναν κόπο και ο Θεός πολύ θα μας ευλογήση.
* * *
Στην αρχή ξεκινήσαμε από την σκέψη ότι η Εκκλησία είναι Θεραπευτήριο, Νοσοκομείο πνευματικό. Ο Χριστιανισμός μοιάζει περισσότερο με την ιατρική παρά με την φιλοσοφία και την κοινωνική πρόνοια. Κι αν τυχόν παρουσιαζόταν ο Χριστιανισμός στον δικό μας αιώνα θα τον καταλαβαίναμε περισσότερο σαν μια ιατρική επιστήμη και κυρίως ψυχιατρική που θεραπεύει τα πάθη που υπάρχουν μέσα μας.
Γι’ αυτό ζώντες σε αυτήν την ταραχώδη εποχή, την υπερφίαλο και εγωϊστική που σπάνια συναντάμε υπομονή, μακροθυμία και αγάπη πρέπει να ενδιαφερθούμε για την απόκτηση αυτών των φαρμάκων, ώστε να θεραπευθούμε. Τότε η ζωή θα αποκτήση ένα άλλο νόημα. Θα ξεπεράσουμε μερικές ανώμαλες ψυχικές καταστάσεις, θα απαλλαγούμε από πολλά τρομερά συμπλέγματα, που είναι τρομερές αρρώστειες της εποχής μας, που μας οδηγούν στον αιώνιο θάνατο.
|
[ ΠΑΝΩ ]
21. Η προσευχή για τον κόσμο
|
Η σκέψη και η ζωή του Αποστόλου Παύλου είναι Χριστοκεντρική. Οι άγιοι μιλούσαν από εμπειρία, γι’ αυτό και η εμφάνιση του Χριστού στον Απόστολο και η ζωή του Χριστού μέσα του κατέχει κεντρικό θέμα σε όλες τις ενέργειές του. Έτσι πολλές φορές ενθυμείται το έργο του Χριστού. "Είς γαρ Θεός, είς και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Ιησούς Χριστός" (Α’ Τιμ. β’, 5)205.
Ο Χριστός είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων ακριβώς γιατί είναι Θεάνθρωπος. Μόνον ο Θεάνθρωπος είναι το κοινό σημείο μεταξύ αυτών. Γι’ αυτό και εν Χριστώ έχουμε την απολύτρωση και την σωτηρία. Αλλά ο Χριστός δεν έγινε άπαξ μεσίτης. Επειδή στο πρόσωπό Του οι δύο φύσεις (Θεού και ανθρώπου) είναι ενωμένες ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γι’ αυτό "αεί μεσιτεύει, ου λόγοις τισί και δεήσεσιν, ώσπερ οι πρεσβευταί ποιούσιν, αλλά πράγματι" (Νικόλαος Καβάσιλας).
Κατά τον καιρό της παρουσίας Του υπέστη μαρτύριο, σε όλους δε τους καιρούς συνάπτει "εαυτώ και δι’ εαυτού" και μεταδίδει την Χάρη Του στους ανθρώπους, ανάλογα με το μέτρο της καθαρότητος καθενός. Το μαρτύριο του Χριστού συνδέεται στενά με την ενανθρώπησή Του, την αγωνία Του στην Γεθσημανή, την θυσία Του στο Γολγοθά και την Ανάστασή Του. Έτσι σώζει τους ανθρώπους. Ο Χριστός είναι ο πραγματικός μαρτυρικός Ιεραπόστολος, που προσευχήθηκε στην Γεθσημανή "μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων" (Εβρ. ε', 7), και εξακολουθεί να σώζη τους ανθρώπους θυσιαζόμενος αναιμάκτως στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.
* * *
Αυτή ακριβώς η θυσιαστική ζωή του Χριστού δίνει σε μας το μέτρο και την ουσία της αγάπης. Οφείλουμε να προσευχόμαστε για όλο τον κόσμο. Ο άνθρωπος που συνδέεται με τον Χριστό έχει οπωσδήποτε θυσιαστικό ήθος, ήθος προσφοράς. Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τον μαθητή Του Τιμόθεο και όλους τους Χριστιανούς να προσεύχωνται "υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων" (Α’ Τιμ. β’, 1-2).
Τέτοια προσευχή είναι ουσιαστικά μαρτύριο και σταυρός. Δεν είναι απλώς μερικά λόγια που απευθύνουμε προς τον Θεό, αλλά είναι μια πάλη με τον ζωντανό Θεό. Οι άγιοι που απέκτησαν αυτό το μαρτυρικό ήθος συμμετέχουν κατά κάποιο βαθμό ή τουλάχιστον προσεγγίζουν τα όρια της προσευχής του Χριστού στην Γεθσημανή. Αισθανόμενοι την ενότητα του κόσμου, προσεύχονται με μεγάλο κλαυθμό γι’ αυτόν. Δεν επιδιώκουν με την προσευχή απλώς την δική τους μόνο σωτηρία. Αφού ελευθερώθηκαν από τα δεσμά της ατομικότητος προσφέρουν θυσία-προσευχή για όλο τον κόσμο.
Ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης ενθυμούμενος το κλάμα του Αποστόλου Παύλου για τους "εχθρούς του σταυρού του Χριστού", τους θρήνους του Προφήτου Ιερεμίου υπέρ του Ισραήλ, την πάλη του Μωϋσέως με τον Θεό υπέρ της συγχωρήσεως του λαού του, λέγει ότι και εμείς "υπέρ του κόσμου προσευχόμεθα, ελεούντες και οικτείροντες τους εν διαστρόφω βίω ζώντας, τους εν αιρέσεσιν ενισχημένους, τους εν πλάνη εσφιγμένους, τους εν έθνεσιν εσκοτισμένους". Ο άγιος Ισαάκ ονομάζει την προσευχή "καύσιν καρδίας υπέρ πάσης κτίσεως" υπέρ των ανθρώπων, υπέρ των αλόγων, υπέρ των ζώων, υπέρ των εχθρών της αληθείας και ακόμη υπέρ των δαιμόνων. Έφθασαν οι άγιοι στα μεγάλα αυτά μέτρα να προσεύχωνται ακόμη και για τους δαίμονας. Όχι ότι μπορεί αυτοί να σωθούν, αφού είναι αδύνατη η σωτηρία των δαιμόνων γιατί αυτοί εγέννησαν το κακό, αλλά γιατί είναι τόσο μεγάλη η αγάπη των αγίων, ώστε ξεχειλίζει και προσεύχονται για όλους.
Αυτή η μαρτυρική Ιεραποστολή φαίνεται στην θεία Λειτουργία. Κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Λειτουργίας ανοίγεται η καρδιά σε όλη την οικουμένη, συλλαμβάνουμε τους στεναγμούς της και προσευχόμαστε γι’ αυτήν. Υπάρχουν και σήμερα άγιοι ιερείς που την ώρα που λειτουργούν θρηνούν κυριολεκτικά, παλεύουν. Η καρδιά αγκαλιάζει όλη την κτίση και η προσευχή τους τότε μεταβάλλεται σε θεωρία ακτίστου Φωτός.
Αυτοί είναι οι σύγχρονοι μεγάλοι μαρτυρικοί ιεραπόστολοι. Ιδίως σε τέτοιες στιγμές, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, η ψυχή είναι δυνατόν, κάπως χωριζομένη του σώματος, να κατέρχεται και στον Άδη και να προσεύχεται για τους κεκοιμημένους. Ο πόνος της ψυχής είναι μεγάλος σαν να μη μπορή να τον αντέξη το σώμα.
Και πράγματι όλοι εμείς οι αμαρτωλοί ζούμε ακριβώς γιατί υπάρχουν αυτοί οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι, οι άγιοι ιερείς, οι οποίοι είτε στην θεία Λειτουργία είτε στην προσευχή τους προσεύχονται για όλη την οικουμένη.
* * *
Οι άγιοι εφαρμόζοντας τον λόγο του Αποστόλου προσεύχονται "υπέρ Βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι" (Α’ Τιμ. β’, 2). Γεγονός είναι ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία πολλές φορές μεθούν από αυτήν και δεν γνωρίζουν τί κάνουν. Γίνονται τυραννίσκοι των ανθρώπων, εκμεταλλευτές του λαού, εγκληματίες της ανθρωπότητος.
Εμείς οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα είμαστε μάρτυρες της αποθηριοποιήσεως της μεθυσμένης εξουσίας. Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι απάνθρωποι τρόποι βασανισμού, η προσπάθεια αποβλακώσεως των λαών είναι λίγα δείγματα αυτής της αποθηριοποιήσεως της εξουσίας η οποία όμως τολμά να μιλά συγχρόνως για ειρήνη, αγάπη και δικαιοσύνη. Σ’ έναν τέτοιον αλλοπρόσαλλο κόσμο έχουμε καθήκον να προσευχόμαστε, να συνεχίζουμε την Γεθσημανή στην προσωπική μας ζωή.
* * *
Το Άγιο Πνεύμα δια των Αποστόλων και των Πατέρων έχει αποκαλύψει ότι υπάρχουν δύο εξουσίες, δηλαδή η θρησκευτική και η πολιτική, που όμως έχουν και οι δύο την αρχή τους στον Θεό. "Εξουσίαι υπό Θεού τεταγμέναι εισίν, ου γαρ εστίν εξουσία, ει μη υπό Θεού" (Ρωμ. ιγ’, 1). Η θρησκευτική εξουσία ρυθμίζει τις σχέσεις με τον Θεό και επιδιώκει την θέωση του ανθρώπου, ενώ η πολιτική τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι δύο εξουσίες δεν μπορούν να χωρίζωνται παντελώς, ούτε να ταυτίζωνται, ούτε να αλληλοϋποδουλώνωνται αλλά να συνεργάζωνται. Εκτός του ότι έχουν κοινή αρχή, τον Θεό, έχουν αντικείμενο τον ίδιο άνθρωπο και επί πλέον έχουν ανάγκη η μια της άλλης, αφού ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα. Μεγαλύτερη, βέβαια, ανάγκη έχει η πολιτική εξουσία, γιατί ο νόμος που αυτή έχει δεν ηθικοποιεί τον άνθρωπο. Απλώς εμποδίζει το κακό, δεν συνιστά όμως και την πραγματοποίηση του αγαθού.
Δια μέσου των αιώνων διαταράχθηκε αυτή η σχέση συνεργασίας της θρησκευτικής με την πολιτική εξουσία, διότι εισέρχεται ο εγωϊσμός και το ανθρώπινο στοιχείο. Αυτό παρατηρεί κανείς κατά καιρούς που γίνεται πολύς λόγος για χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Το σύνθημα αυτό ξεκινάει από δύο κατευθύνσεις207.
Η πολιτική εξουσία αυτονομείται και θεοποιείται. Οι κατέχοντες νομίζουν ότι αυτοί μπορούν να λύσουν τα προβλήματα του συγχρόνου ανθρώπου και ότι δεν έχουν ανάγκη της Εκκλησίας, οπότε επιδιώκουν να αποδεσμευθούν από αυτήν για να "εκσυγχρονίσουν" την κοινωνική ζωή. Αλλά αυτή η θεοποίηση του Κράτους έχει πάντοτε σαν συνέπεια αφ’ ενός μεν τον πόλεμο εναντίον της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου την κατάργηση του προσώπου του κάθε πολίτου και εκ τρίτου την ίδια την διάλυση του Κράτους.
Από το άλλο μέρος αναπτύσσεται και μεταξύ μερικών μελών της Εκκλησίας η έννοια του χωρισμού. Αυτή η κατάσταση έχει την αρχή της στο ότι αισθάνονται την πολιτική εξουσία να εισέρχεται στα πράγματα της Εκκλησίας. Αλλά χρειάζεται προσοχή. Γιατί σκοπός της Εκκλησίας είναι η μεταμόρφωση των πάντων και αυτής ακόμη της πολιτείας. Η έννοια του χωρισμού μπορεί να εκφράζη και μια προτεσταντική νοοτροπία.
Συνεπώς, κατά το παράδειγμα του Κυρίου, χρειάζεται η εκκλησιαστική εξουσία να σέβεται την πολιτική, όταν περιορίζεται στις αρμοδιότητές της, και η πολιτική, σαν τον εκατόνταρχο να ζητά την βοήθεια της εκκλησιαστικής. Να υπάρχη το στοιχείο της συνεργασίας. Για τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησιας έχουμε να πούμε πώς δεν πρέπει να τον επιδιώκη η Εκκλησία, όταν όμως της επιβάλλεται να τον δέχεται χωρίς άγχος, με ανεπτυγμένο το αίσθημα να φροντίση περισσότερο για τον άνθρωπο.
|
[ ΠΑΝΩ ]
22. Η κατά Χριστόν σαλότης
|
Λαμβάνοντας αφορμή από τον λόγο του Αποστόλου Παύλου "ημείς μωροί δια Χριστόν" (Α' Κορ. δ', 10) που αντιδιαστέλλει την ζωή των γνησίων μαθητών του Χριστού με την ζωή των κιβδήλων Χριστιανών που παρουσιάζονται ως "φρόνιμοι" κατά κόσμο, θα διατυπώσουμε μερικές σκέψεις γύρω από την κατά Χριστόν σαλότητα. Θα δούμε ποιοί είναι οι κατά Χριστόν σαλοί, με την γενική και την ειδική σημασία της λέξεως και ποιά είναι η ουσία και το περιεχόμενο της κατά Χριστόν σαλότητος208.
* * *
Πρέπει να αρχίσουμε από την απάντηση στο ερώτημα ποιός είναι ο φυσικός άνθρωπος, και πώς ο σημερινός άνθρωπος εκλαμβάνει την φυσικότητα. Στην ζωή της ανθρωπότητος υπάρχει ένα βαθύ, συγκλονιστικό τραύμα, που αλλοίωσε ολόκληρη την ζωή της. Είναι η πτώση του Αδάμ. Κατ’ αυτήν διεστράφησαν όλες οι εσωτερικές ψυχικές δυνάμεις, αλλοιώθηκε όλη η κτίση. Ο άνθρωπος φόρεσε τους δερματίνους χιτώνες, που είναι η φθορά και η θνητότητα και περιέπεσε στην παρά φύση ζωή. Έχασε το ενοποιητικό κέντρο που ήταν ο Θεός και προσπάθησε να γίνη ο ίδιος κέντρο της κτίσεως και της ιστορίας. Έτσι από τον Θεάνθρωπο φθάσαμε στον "ανθρωποθεό".
Το φοβερό είναι ότι αυτήν την παρά φύση ζωή θεωρούν πολλοί ως φυσική ζωή. Αυτό είναι τρομερό σφάλμα που δείχνει την πτώση μας. Το να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα σύμφωνα με τον νόμο των αισθήσεων (ζωώδης τρόπος) το θεωρούμε φυσικό, αφύσικη δε την ζωή της εγκρατείας, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μ. Αθανάσιος λέγει ότι οι άνθρωποι εκείνους που γνωρίζουν "δούναι και λαβείν και αγοράζειν και πωλείν, πραγματεύεσθαι και αφυστερείν τα του πλησίον και πλεονεκτείν... τούτους φρονίμους αποκαλούσιν, ο δε Θεός μωρούς και ασυνέτους και αμαρτωλούς τους τοιούτους καλεί".
Από το σημείο αυτό ξεκινά και η άποψη ότι ο κόσμος αυτούς που πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και αυτούς που προσπαθούν να προσαρμόσουν την ζωή τους σύμφωνα με την εντολή του Θεού τους θεωρεί τρελλούς, σαλούς, μωρούς, ανοήτους, οπισθοδρομικούς και καθυστερημένους. Έτσι, η κατά Χριστόν σαλότης είναι αληθινό στοιχείο φανερώσεως φυσικότητος και αληθινότητος.
* * *
Φθάνουμε έτσι στο σημείο να υποστηρίξουμε ότι όλη η πνευματική ζωή, ως ξένη προς τα ανθρώπινα κριτήρια, είναι σαλότης, μωρία. Οι άνθρωποι των αισθήσεων του αιώνος τούτου του "απατεώνος" έδωσαν αυτόν τον χαρακτηρισμό (τού τρελλού) σε όλους τους αγίους, αρχής γενομένης από τον Χριστό. Για τον Χριστό "έλεγον ότι εξέστη και οι γραμματείς οι από Ιεροσολύμων καταβάντες έλεγον ότι Βεελζεβούλ έχει και ότι εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια" (Μάρκ. γ', 21-22). Σε άλλη περίπτωση είπαν ότι "δαιμόνιον έχει και μαίνεται" (Ιω. ι', 20).
Επίσης, τους Μαθητάς, όταν αναγεννήθηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής και έγιναν άνθρωποι του μέλλοντος αιώνος, οι άνθρωποι του αιώνος τούτου αδυνατούσαν να καταλάβουν, αλλά "χλευάζοντες έλεγον ότι γλεύκους μεμεστωμένοι εισί" (Πράξ. β', 13). Το ίδιο έλεγε και για τον Απόστολο Παύλο ο Φήστος, όταν αναφώνησε "μεγάλη τη φωνή μαίνη Παύλε", αλλά τότε ο Απόστολος αποκρίθηκε "ου μαίνομαι, κράτιστε Φήστε, αλλά αληθείας και σωφροσύνης ρήματα αποφθέγγομαι". (Πράξ. κστ', 24-25).
Πράγματι, τα ρήματα της σωφροσύνης είναι τρέλλα για τους ζώντας στον κόσμο των αισθήσεων. Όλη η πνευματική ζωή είναι μια υγιής σαλότης. Η πίστη στον Θεό και όχι στην ανθρώπινη λογική και στα εξωτερικά βέβαια γεγονότα, η ασκητική ζωή μέσα στον γάμο ή την παρθενία, όπως διδάσκει η Εκκλησία μας, η αυτομεμψία και η κένωση-ταπείνωση θεωρούνται από τον κόσμο μωρία. Αλλά, όπως λέγει ο Μ. Αθανάσιος, "εκείνος που θέλει να σωθή κάνει τον εαυτό του μωρό στον κόσμο τούτο για να θεωρηθή σοφός... γιατί ο Θεός θέλει να είμαστε μωροί στα γήινα και φρόνιμοι στα επουράνια".
* * *
Πέρα όμως από αυτήν την αλήθεια υπάρχει και ιδιαίτερο χάρισμα που αξιώθηκαν μερικοί να αποκτήσουν, να φθάσουν δηλαδή στην έσχατη σαλότητα, να κάνουν τον τρελλό, τον σαλό για πολλούς λόγους. Άλλοτε για να φθάσουν οι ίδιοι στην έσχατη εξουθένωση και ταπείνωση, λόγω των πολλών χαρισμάτων που έλαβαν από τον Θεό και μπροστά στον κίνδυνο να υπερηφανευθούν, άλλοτε για να εμπαίξουν την αξιοπρέπεια και τον καθωσπρεπισμό του κόσμου, τα εκκοσμικευμένα θρησκευτικά κριτήρια και την υποκρισία, άλλοτε για να αναλάβουν επάνω τους την ενοχή των άλλων ανθρώπων και να σώσουν εκείνους που οι άλλοι περιφρονούσαν και άλλοτε για πολλά άλλα αίτια. Υπάρχουν μέσα στα συναξάρια της Εκκλησίας πολλές μορφές σαλότητος.
Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονεύσουμε τον άγιο Ανδρέα ο οποίος είδε στον ύπνο του έναν ευκλεή νεανία που τον στεφάνωσε, τον φίλησε και του είπε: "από του νυν ημέτερος εί φίλος και αδελφός... γίνου σαλός δι’ εμέ...". Ακόμη πρέπει να μνημονευθή ο άγιος Συμεών Εμέσης που είπε: "εν τη δυνάμει του Χριστού υπάγω εμπαίζειν τον κόσμον". Και πραγματικά τον ενέπαιξε. Ξεγύμνωσε όλη την υποκριτική θρησκευτική αγωγή.
Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι οι περιπτώσεις αυτού του είδους σαλών είναι ακραίες, αλλά αυτοί οι άγιοι δεν διάλεξαν από μόνοι τους αυτόν τον τρόπο ζωής. Έλαβαν το ειδικό χάρισμα από τον Θεό, που φυσικά συνδυάζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, γιατί δεν μπορούν όλοι να κάνουν τον σαλό.
Πάντως, πρέπει ιδιαιτέρως να υπογραμμισθή αυτό που προαναφέραμε, ότι όλη η πνευματική ζωή έχει στοιχεία λογικής σαλότητος. Τέτοιοι ήταν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος, κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, "άστεγος ήν και ατράπεζος, πένης, αλήτης, γυμνός λιμώ και δίψη κατατρυχόμενος". Τέτοιοι ήσαν οι μάρτυρες, οι όσιοι, οι ασκητές και όλοι οι ευαγγελικώς ζώντες.
Τέτοιοι είναι και σήμερα όσοι αγαπούν τον Χριστό και για την αγάπη Του αποφασίζουν να κάνουν τρελλά πράγματα. Όταν κανείς αποφασίση να ζήση το Ευαγγέλιο, τότε οι άλλοι τον ειρωνεύονται ότι τρελλάθηκε. Όσοι αποφασίζουν να ζήσουν μυστηριακή ζωή μέσα στην Εκκλησία αυτοί εκδιώκονται από την κοινωνία, αλλά προσλαμβάνονται από την κοινωνία των αγίων. Γίνονται αποσυνάγωγοι από τον κόσμο.
Κατά ένα παράδοξο και αληθινό τρόπο η Εκκλησία ομοιάζει με αυτούς τους κατά Χριστόν σαλούς. Έχει μέσα της την ζωή και οι κοσμικώς ζώντες δεν μπορούν να την αντιληφθούν. Βλέπουν μόνον μερικές εξωτερικά αποτυχίες στο ιστορικό επίπεδο από άρρωστα μέλη και την εμπαίζουν. Όμως αυτή έχει όλη την ζωή του πνεύματος. Μακάρι να αυξηθούν αυτοί οι κατά Χριστόν σαλοί. Γιατί όσο αυτοί αυξάνονται τόσο μειώνεται η κοσμική λογική και η αισθησιακή ζωή που είναι θάνατος πρόσκαιρος και αιώνιος.
|
[ ΠΑΝΩ ]
23. Ασθένεια και υγεία
|
Οι άγιοι Απόστολοι και πριν από την λήψη του Αγίου Πνεύματος έκαναν θαύματα και θεραπείες σωματικών ασθενειών. Αλλά μετά την Πεντηκοστή έλαβαν πλουσιότερη Χάρη και έτσι "διά των χειρών" αυτών "εγίνετο σημεία και τέρατα εν τω λαώ πολλά" (Πράξ. ε’, 12). Ο λαός τοποθετούσε τους αρρώστους στην πλατεία και επεδίωκε να πέση ακόμη και η σκιά του Πέτρου πάνω σε αυτούς. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο λόγος των Πράξεων ότι "εθεραπεύοντο άπαντες" (Πράξ. ε’, 16). Αυτό ήταν ιδιαίτερη ευλογία του Θεού για να φανερωθή με τον τρόπο αυτό η ζωή που υπήρχε μέσα τους. Διότι τα θαύματα αυτά λέγονται σημεία, επειδή επιβεβαιώνουν την παρουσία και ενέργεια του Θεού μέσα τους. Ο λόγος θα στραφή στην ασθένεια από την οποία όλοι μας υποφέρουμε και ταρασσόμαστε209.
* * *
Κάθε διδασκαλία για να είναι ορθόδοξη πρέπει να αρχίζη από την θεώρηση του τί ήταν πριν από την πτώση ο άνθρωπος και τί έγινε μετά από αυτήν. Στο συγκεκριμένο θέμα λέμε ότι η ασθένεια, η φθορά και η θνητότητα ήρθαν στον άνθρωπο μετά την πτώση. Είναι καρποί της αμαρτίας του Αδάμ. Αμέσως μετά την απώλεια της θείας Χάριτος ο οργανισμός του ανθρώπου έγινε μια πληγή. Αυτοί ήταν οι δερμάτινοι χιτώνες που φόρεσε ο άνθρωπος, όπως επεξηγούν και διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας. Έτσι τώρα ο πόνος, οι αρρώστειες, ο θάνατος κλπ. έγιναν για μας φυσική κατάσταση, οριακά σημεία, όπως λένε και σήμερα πολλοί φιλόσοφοι. Η δε αντιμετώπισή τους προσδιορίζει την ζωή μας αιώνια, είτε αρνητικά είτε θετικά.
Φυσικά πρέπει να παρατηρηθή ότι οι ασθένειες που έρχονται στο σώμα μας έχουν διάφορα αίτια. Μερικές είναι αποτέλεσμα μιας άσωτης ζωής που κάνουμε, άλλες είναι ενέργεια δαιμόνων ή από μίσος, επειδή δεν μπορούν να ενεργήσουν μέσα από τις ηδονές, που νεκρώθηκαν με την εν Χάριτι άσκηση ή για να μας κάνουν να γογγύσουμε κατά του Θεού και άλλες είναι ευλογία και παραχώρηση Θεού για την κάθαρσή μας την πνευματική. Έτσι οι ασθένειες έχουν εξαγνιστικό χαρακτήρα.
Υπάρχουν ασθένειες για να μας καθαρίσουν από τα πταίσματά μας και υπάρχουν ασθένειες για να ταπεινώσουν τα φρονήματά μας (άγ. Ιωάννης Κλίμακος). Μερικές φορές επιτρέπει ο Θεός την ασθένεια για να ταπεινώση το επαναστατημένο σώμα το οποίο διαφορετικά θα έκανε μεγάλα αμαρτήματα. Γι’ αυτό αισθανόμαστε σε αυτήν την περίπτωση την ασθένεια ως ευλογία Θεού. Εκείνος που έχει διάκριση μπορεί να ξεχωρίση πότε η ασθένεια είναι από τον πονηρό και πότε είναι παραχώρηση ή ευλογία από τον Θεό. Πάντως εμείς δεν πρέπει να επιδιώκουμε να διακρίνουμε από τί πάσχει ο αδελφός μας, για να μη πέσουμε έτσι στην κατάκριση και την άδικη κρίση.
* * *
Γενικά η ασθένεια είναι πειρασμός που δοκιμάζει τον αθλητή του Χριστού. Ακόμη και αυτή την φυσική φθαρτότητα την εκμεταλλεύεται ο πονηρός για να μας βλάψη ψυχικά. Γι’ αυτό όταν είμαστε άρρωστοι απαιτείται πολλή προσοχή (νήψη). Σύμφωνα με την διδασκαλία του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος τους κοσμικούς που αρρωσταίνουν τους πειράζει ο δαίμονας του θυμού και της βλασφημίας, τους μοναχούς ο δαίμονας της γαστριμαργίας και της πορνείας, και τους ερημίτας ο δαίμονας της ακηδίας και της αχαριστίας. Έτσι διαφορετικά πολεμά ο διάβολος τους ασθενείς.
Το ίδιο και διαφορετικά οι ασθενείς αντιμετωπίζουν τις ασθένειες. Εξαρτάται από την πνευματική τους κατάσταση. Άλλοι αφήνουν τον εαυτό τους ελεύθερο και εξάπτονται σαρκικά και άλλοι δέχονται "τήν ενέργεια της θείας Χάριτος και την παρηγοριά της κατανύξεως και αποκρούουν έτσι με την παράκληση αυτή τους πόνους και δεν θέλουν ποτέ να απαλλαγούν από την ασθένεια" (άγ. Ιωάννης Κλίμακος).
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι οι ασθένειες, αλλά η αντιμετώπισή τους, δηλαδή γιατί να μη έχουμε υγεία εσωτερική και ειρήνη ψυχική. Εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, που δυστυχώς δεν το εξετάζουμε. Έχοντας ειρήνη εσωτερική, οι αρρώστειες συντελούν στο να αυξηθή το έλεος και η αγάπη του Θεού. Γιατί "τάς αρρωστίας δια την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός (άγ. Ισαάκ Σύρος).
* * *
Χειρότερες από τις σωματικές ασθένειες είναι ομολογουμένως οι ψυχικές. Αυτές συγκλονίζουν όλη μας την ύπαρξη. Μια από αυτές είναι η αθεΐα, δηλαδή η ανικανότητα της ψυχής να βιώση την ενέργεια του Θεού. Ο πνευματικά υγιής έχει καλούς λογισμούς, αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα σωστά, κάνει υπακοή στον Θεό, στους πνευματικούς πατέρας και γενικά στους αδελφούς εν Χριστώ, δεν κατακυριεύεται από την απελπισία, καίτοι αισθάνεται πώς είναι αμαρτωλός. Οι στραβοί (κακοί) λογισμοί, το άγχος και η απελπισία, η κατάκριση και ο φθόνος είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πνευματικής αρρώστειας. Κυρίως η ανυπαρξία της υπακοής δείχνει έναν ασθενή πνευματικά οργανισμό.
Η άρρωστη πνευματικά ψυχή θεραπεύεται με την υπακοή και με την εν πίστει υπομονή στους πειρασμούς της ζωής. Όταν ο άνθρωπος διαθέτη πνευματική υγεία απολαμβάνει υψηλές πνευματικές καταστάσεις. Να μια βαθμίδα προόδου. Η υπομονή δημιουργεί πνευματική υγεία, από την οποία γεννιέται η γνώση του Θεού. Από την γνώση του Θεού γεννιέται η αγάπη προς τον Θεό, που είναι ισχυροτέρα της ζωής (Ισαάκ Σύρος).
* * *
Η σωματική υγεία δεν είναι αυτοσκοπός της ζωής μας. Λένε πολλοί πρώτα υγεία να έχουμε και θα πάνε όλα καλά. Αυτό είναι λάθος. Πρώτα την Χάρη του Θεού να έχουμε και όλα θα πάνε καλά. Ουσιαστικά ο άνθρωπος ενδιαφερόμενος για την σωματική του υγεία, δεν θέλει απλώς να μη πεθάνη, αλλά να υπερβή τον θάνατο. Αυτό επιτυγχάνεται με όλο το έργο της Εκκλησίας.
Αλλά η Εκκλησία χωρίς να απομονώνη την ψυχή από το σώμα, ενδιαφέρεται και για το σκήνος (τό σώμα) του ανθρώπου, αφού είναι στενά συνδεδεμένο με την ψυχή. Γι’ αυτό και έχει το μυστήριο του Ευχελαίου, διάφορες ευχές για κάθε ασθένεια κλπ. Τα κυριότερα φάρμακα και για την σωματική υγεία είναι η προσευχή, η μετάνοια, η εξομολόγηση και η θεία Κοινωνία, αφού πολλές ασθένειες έχουν προέλευση την αμαρτία και όπως έχουμε πή, είναι και σατανική ενέργεια. Εκτιμούμε πολύ το έργο των γιατρών, αλλά δεν παραθεωρούμε και την ενέργεια του Θεού που προσφέρεται δια της Εκκλησίας.
Έχουμε λοιπόν καθήκον να προσευχόμαστε μαζί με την Εκκλησία μας: "υπέρ πλεόντων... νοσούντων, καμνόντων και της σωτηρίας αυτών του Κυρίου δεηθώμεν". Ας φωνάξουμε και εμείς το Κύριε ελέησον γι’ αυτούς που υποφέρουν από σωματικές ή ψυχικές ασθένειες. Και είναι πολλοί αυτοί που σφαδάζουν από τους πόνους. Γι’ αυτό και πολλοί πρέπει να είναι αυτοί που από αγάπη θα προσεύχωνται για τους πονεμένους αδελφούς μας.
|
[ ΠΑΝΩ ]
24. Η ειρήνη του Θεού
|
Ο σύγχρονος κόσμος βρίσκεται σε διαρκή ακαταστασία. Πόλεμοι, μάχες, επιβουλές μεταξύ των εθνών, αλλά και των ανθρώπων, ακούονται συνεχώς. Μέσα σε αυτήν την τραγική κατάσταση πλήθη λαού αναζητούν και φωνάζουν κραυγαλέα για την επικράτηση της ειρήνης πάνω στην γή. Ιδίως οι νέοι αναζητούν μια καινούρια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχουν μίση και διαιρέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά θα επικρατή η ειρήνη, που είναι πράγματι η "τροφός ημών και μήτηρ" (ιερός Χρυσόστομος)210.
Για λίγο θα ασχοληθούμε με αυτό το πολυπόθητο αγαθό. Αφορμή μας δίνει ο Απόστολος Παύλος. Γράφει "...καί η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών..." (Φιλ. δ’, 7). Θα εκθέσουμε πιο κάτω τις βασικότερες θέσεις αυτής της κατά Θεόν ειρήνης, αλλά εδώ προκαταβολικά πρέπει να πούμε ότι η κατά Θεόν ειρήνη είναι "υπερέχουσα πάντα νούν" δηλαδή ξεπερνά κάθε σκέψη ανθρώπινη και είναι ακατανόητη για τους ανθρώπους που δεν ζουν μέσα στον χώρο της Εκκλησίας και η οποία κυριολεκτικά εκπλήσσει αφάνταστα αυτόν που την αποκτά.
* * *
Όπως συμβαίνει με όλα τα αγαθά, έτσι και η ειρήνη δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αξία εξωτερική, αλλά ο Χριστός. Αυτό επανειλημμένα τονίζεται στην Αγία Γραφή. Αυτός γαρ εστίν (ο Χριστός) η ειρήνη ημών" (Εφεσ. β', 14). και αλλού λέγεται από τον ίδιο Απόστολο: "ο δε Θεός της ειρήνης μετά πάντων υμών" (Ρωμ. ιε', 33). Επίσης σε άλλη επιστολή την χαρακτηρίζει ως καρπό του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. ε’, 22).
Αυτό πρέπει να τονίζεται συχνά. Ότι δηλαδή η σύγχρονη φιλοσοφία, κοινωνιολογία, επιστήμη κλπ. έχουν αφηρημένο χαρακτήρα, διότι ασχολούνται με απρόσωπες έννοιες και προσπαθούν να συλλάβουν κάτι, ενώ ο Χριστιανισμός έχει προσωπικό χαρακτήρα. Προσφέρει τον Χριστό. Ο Ίδιος ο Χριστός έδωσε την ειρήνη Του στους Μαθητές Του. Κανείς δεν δίνει αυτό που δεν έχει. Λίγο πριν από το Πάθος Του είπεν: "ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν" (Ιω. ιδ', 27). Και πρέπει να σημειωθή ότι είχε ειρήνη, καίτοι επάνω Του ανέλαβε όλη την τραγωδία του κόσμου και την εβίωνε.
Έτσι, εκείνος που ενδύεται τον Χριστό έχει ειρήνη, παρά τις τραγικότατες εξωτερικές καταστάσεις στις οποίες ζή. Γιατί εφ’ όσον η ειρήνη είναι ο Χριστός είναι συγχρόνως και κατάσταση του προσώπου, που σημαίνει δεν επηρεάζεται από εξωτερικές συνθήκες. Ο Κύριος μακάρισε τους ειρηνοποιούς: "μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται" (Ματθ. ε', 9). Δηλαδή όποιος έχει την ειρήνη έχει τον Χριστό, εξομοιώνεται με τον Χριστό και ζη προσωπικά όχι μόνον την δόξα Του, αλλά και τον Σταυρό Του, που είναι και δόξα, δηλαδή θυσιάζεται καθημερινά, χωρίς βέβαια να έχη μέσα του τραγωδία. Βιώνει την τραγωδία όλου του κόσμου, χωρίς να έχη εσωτερικό άγχος.
* * *
Πρέπει να δούμε στο σημείο αυτό τί ακριβώς είναι η ειρήνη του Χριστού, που βιώνει υπαρξιακά ο Χριστιανός. Θα αρκεστούμε στα πιο βασικά σημεία. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε λόγο του την ημέρα των Χριστουγέννων προτρέπει να ειρηνεύουμε με τον Θεό πράττοντας τα ευάρεστα σε Αυτόν, να ειρηνεύουμε με τον εαυτό μας, υποτάσσοντας την σάρκα μας στο πνεύμα και τακτοποιώντας τον κόσμο των λογισμών και να ειρηνεύουμε με τους άλλους με την αγάπη και την συγχωρητικότητα, που πρέπει να δείχνουμε σε αυτούς. Έτσι ο άγιος μας υποδεικνύει την τριπλή ειρήνη, προς τον Θεό, προς τον εαυτό μας, προς τους άλλους.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κινούνται όλοι οι άγιοι Πατέρες μας. Ειρήνη είναι "η ευστάθεια του ηγεμονικού" (Μ. Βασίλειος), "η των παθών απαλλαγή" (Μάρκος ασκητής), "η προς αλλήλους ευσεβής συμφωνία" (Θεόδωρος Μομψουεστίας), "η αγαπητική προς το ομόφυλον συνδιάθεσις" (άγ. Γρηγόριος Νύσσης).
Τελικά ειρήνη είναι η έλευση και η Παραμονή της Αγίας Τριάδος μέσα στον άνθρωπο. Όλα αυτά δείχνουν την ευρύτητα της ειρήνης. Ειρήνη δεν είναι απλώς η απουσία του πολέμου, αλλά η παρουσία του Χριστού. Και όσοι την ταυτίζουν με εξωτερικές καταστάσεις, εκτός του ότι ματαιοπονούν, διαπράττουν την μεγαλύτερη αδικία εναντίον της.
* * *
Επειδή όμως σήμερα γίνεται πολύς λόγος γι’ αυτήν την εξωτερική ειρήνη πρέπει να στρέψουμε σε αυτό το θέμα λίγο την προσοχή μας και να τονίσουμε μερικές αλήθειες.
Πρώτον, ο Χριστός δεν είναι ένας ουτοπιστής ειρηνιστής, που να διακηρύττη "κάτω οι πόλεμοι". Ξέρει καλά ότι οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και θα υπάρχουν μέχρι την Δευτέρα Παρουσία. Μάλιστα λέγει ότι προς το τέλος της ανθρωπότητος, όσο θα πλησιάζη "η ημέρα του Κυρίου", θα ενταθούν οι συγκρούσεις μεταξύ των λαών, ως αποτέλεσμα της ενεργείας του αντιχρίστου. "Εγερθήσεται γαρ έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν και έσονται λιμοί και λοιμοί και σεισμοί κατά τόπους, πάντα δε ταύτα αρχή ωδίνων" (Ματθ. κδ', 7).
Δεύτερον, καίτοι εμείς οι Χριστιανοί παράλληλα με την ειρήνευση του εαυτού μας πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την κατά το δυνατόν ειρήνευση των λαών, με τον τρόπο που ο κάθε ένας μπορεί, εν τούτοις πρέπει να τονισθή ότι οι διάφορες εκδηλώσεις περί ειρήνης έχουν δυστυχώς πολιτικοποιηθή, οπότε μέσα τους κρύβουν το μικρόβιο της διαιρέσεως. Και η Εκκλησία πρέπει να εισέρχεται μέσα στην διαίρεση του κόσμου για να την ενοποιή και όχι να την συντηρή.
Τρίτον, δεν θα σταματήσουν οι πόλεμοι αφού υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος με πονηρά θέληση. Και δυστυχώς είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι αυτοί που φωνάζουν για την ειρήνη και αυτοί που παίρνουν βραβεία ειρήνης είναι καμμιά φορά οι μεγαλύτεροι σκανδαλοποιοί. Κινούνται υποκριτικά, αποτελούν οι ίδιοι ένα κοινωνικό πρόβλημα. Σημειώνουμε ακόμη ότι όταν σε περίπτωση πολέμου δυο λαών εμείς είμαστε υπέρ του ενός λαού, συμμετέχουμε σε όλη την τραγωδία και είμαστε στην πραγματικότητα φονείς.
Οι σημερινές ακαταστασίες στις κοινωνίες είναι ενέργειες δαιμονίων. Και τα δαιμόνια φεύγουν όχι με εξοπλισμούς ή αφοπλισμούς, αλλά με εξορκισμούς. Δηλαδή δεν είναι απλώς κοινωνικά