[ ΠΑΝΩ ]
2. Βίος και πολιτεία του |
Στην ζωή και την διδασκαλία της Εκκλησίας φαίνεται η αλήθεια ότι μεγάλο ρόλο στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών παίζουν τόσο το αίμα και η προσωπικότητα των γονέων και η ατμόσφαιρα της οικογένειας στην οποία έζησαν και μεγάλωσαν όσο και τα βιώματα, τα οποία απέκτησαν από την εμβρυϊκή, νηπιακή και νεανική τους ηλικία. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι εξαφανίζει τον ανθρώπινο παράγοντα και την προσωπική κάθε ανθρώπου ελευθερία, αλλά οπωσδήποτε αποτελεί μια προϋπόθεση καλής αγωγής, η οποία συντελεί στην καλή ανατροφή, όταν η ελευθερία εκφράζεται σωστά.
Η Εκκλησία δίνει μεγάλη σημασία στο αίμα των προσευχομένων γονέων, καθώς επίσης σε όλη τους την προσωπικότητα. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει το σπέρμα του Ιωακείμ, πατέρα της Παναγίας μας, "σπέρμα πανάμωμον". Πραγματικά, η αγιότητα της Θεοτόκου οφείλεται στην έλευση της θείας Χάριτος, την προσωπική της ελευθερία, αλλά και στους εξαγνισμούς των Προπατόρων της. Η Παναγία συνελήφθη κατόπιν προσευχής των γονέων της και υπακοής στην εντολή του Θεού. Επίσης ο Τίμιος Πρόδρομος έγινε Προφήτης, αφού έλαβε την θεία χάρη, ενώ ακόμη ήταν έμβρυο μέσα στην κοιλία της μητέρας του έξι μηνών.
Ο Απόστολος Παύλος ευχαριστεί τον Θεό, γιατί γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς, που λάτρευαν τον αληθινό Θεό. "Χάριν έχω τω Θεώ, ω λατρεύω από προγόνων εν καθαρά συνειδήσει" (Β' Τιμ. α', 3). Επίσης ο θείος Απόστολος γράφοντας προς τον μαθητή του Τιμόθεο, αναφέρεται στην ανυπόκριτη πίστη, η οποία διέκρινε και την μάμμη του Λωίδα και την μητέρα του Ευνίκη. Γράφει: "...υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοί ανυποκρίτου πίστεως, ήτις ενώκησε πρώτον τη μάμμη σου Λωίδι και τη μητρί σου Ευνίκη, πέπεισμαι δε ότι και εν σοί" (Β' Τιμ. α', 5). Αναφερόμενος δε ο ίδιος Απόστολος στην κατά Θεόν ανατροφή του Τιμοθέου από την βρεφική του ηλικία έγραφε: "...από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας" (Β' Τιμ. γ', 15).
Αλλά και ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται στην μεγάλη προσφορά της γιαγιάς του Μακρίνας για την κατά Θεόν ανατροφή του. Γράφει κάπου: "Μακρίναν λέγω την περιβόητον παρ' ής εδιδάχθημεν τα του μακαριωτάτου Γρηγορίου ρήματα". Δηλαδή, η γιαγιά Μακρίνα τους μεγάλωσε με την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του θαυματουργού, του οποίου υπήρξε μαθήτρια.
Επομένως, για την ανατροφή των παιδιών έχει μεγάλη σημασία η ατμόσφαιρα της οικογενειακής ζωής στην οποία μεγαλώνουν. Φυσικά, όπως είπαμε προηγουμένως, αυτό δεν εξαφανίζει την ελευθερία του ανθρώπου, τον βοηθά όμως, όταν και αυτή προσανατολίζεται σωστά προς τον σκοπό αυτό. Άλλωστε, από την ορθόδοξη θεολογία γνωρίζουμε σαφώς ότι ο κάθε άνθρωπος με την γέννησή του βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού του νοός και συνήθως σκοτίζεται από τον σκοτασμό του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει. Όταν όμως το περιβάλλον είναι άγιο, τότε βοηθείται στην ανάπτυξη της προσωπικότητός του.
Και η σύγχρονη επιστήμη ομιλεί για την μεγάλη σημασία που έχει στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών η οικογενειακή ζωή, αλλά και η κατάσταση των γονέων. Σε σχετικό άρθρο της η κ. Ιωάννα Μαρή, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Προγεννητικής αγωγής, επισημαίνει την μεγάλη σημασία της ψυχικής καταστάσεως της μητέρας. Μεταξύ των άλλων γράφει: "Η προγεννητική αγωγή, αυτή η νέα επιστήμη, που επιμένει στην πρόληψη σαν σημαντικότερη από την θεραπεία, μας διδάσκει με ποιό τρόπο πρέπει το παιδί να κυοφορηθεί, με ποιά στάση και πόση αγάπη, πόσο σεβασμό πρέπει να πάρη από την μητέρα και από τον πατέρα του, ήδη από την κυοφορία του, ώστε να μη δεχθεί τραύματα φυσικά ή ψυχικά, να μη του δημιουργηθούν δυσκολίες, αλλά αντίθετα να διαπλασθεί μέσα στη μήτρα της μητέρας του με τα πιο αγνά, φυσικά και ψυχικά υλικά: έτσι ώστε η μετέπειτα πορεία του να είναι αδιατάρακτη, ήρεμη, ευτυχισμένη, κατά το δυνατόν, και δημιουργική".
|
[ ΠΑΝΩ ]
α) Το οικογενειακό περιβάλλον
|
Ο Δημήτριος Πούλος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, αξιώθηκε από τον Θεό να μεγαλώση και να αναπτυχθή μέσα σ' ένα άγιο περιβάλλον, που ήταν ποτισμένο με τις παραδόσεις της Ρωμηοσύνης, γι' αυτό και η ανατροφή του και η εξέλιξή του ήταν κατά πάντα φυσιολογική. Η ατμόσφαιρα του σπιτιού του είχε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τυπικού της Εκκλησίας. Όχι μόνον είχε το τυπικό της Εκκλησίας, αλλά ήταν Εκκλησία, όπως θα δούμε πιο κάτω, για τον λόγο ότι ο παππούλης του, όπως τον έλεγαν, ήταν εφημέριος στο χωριό του.
Ο Δημήτριος (Μήτσος) Πούλος μεγάλωσε σ' ένα σπίτι που είχε όλα τα γνωρίσματα της μεγάλης πατριαρχικής οικογένειας. Την αποτελούσαν δώδεκα μέλη και μέσα σε αυτήν συμπεριλαμβάνονταν όλες οι ηλικίες. Στην κορυφή ηγετική μορφή ήταν ο "παππούλης", δηλαδή ο Παπαθανάσης, καθώς επίσης και η "βάβα", δηλαδή η γιαγιά Σπυριδούλα, Πρεσβυτέρα. Μετά έρχονταν οι γονείς του, δηλαδή ο Γεώργιος και η Αικατερίνη Πούλου, και ύστερα τα οκτώ παιδιά. Μεταξύ των παιδιών ο Μήτσος ήταν τέταρτος στην σειρά. Στην τράπεζα του σπιτιού καθόταν ολόκληρη η οικογένεια αποτελούμενη από τα δώδεκα αυτά μέλη, αλλά υπήρχαν και άλλα, όπως φιλοξενούμενοι και περαστικοί.
Μια από τις μεγάλες αρετές της οικογένειας αυτής ήταν η φιλοξενία και γενικά η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όποιος περνούσε από το χωριό έπρεπε να φιλοξενηθή στο σπίτι του παπά. Τις μεγάλες ιδίως ημέρες έστελναν φαγητό και σε άλλους πτωχούς. Είναι σημαντικό ότι η μητέρα του, όταν μοίραζε σε πιάτα το φαγητό, την πρώτη μερίδα την έστελνε σε μια φτωχή γυναίκα. Σε αντίρρηση του Μήτσου, όταν ήταν μικρός, "νά φάμε πρώτα εμείς και έπειτα να πάμε φαγητό στην τάδε" η μητέρα απήντησε: "ό,τι περισσεύει το πετάνε στα σκυλιά. Πρώτα στους πτωχούς και ό,τι περισσεύει σε μάς". Με τέτοιες αρχές μεγάλωνε ο Δημήτριος.
Στο σπίτι δεν υπήρχαν σκυλιά. Δεν το επέτρεπε ο Παπαθανάσης λέγοντας ότι "στό σπίτι του παπά δεν πρέπει να υπάρχουν σκυλιά", για να μη εμποδίζουν τους περαστικούς και όσους θέλουν να επισκεφθούν το σπίτι. Και αυτό γιατί "τό σπίτι του παπά πρέπει πάντα να είναι ανοιχτό σε όλους".
Θα πρέπη όμως αναλυτικότερα να δούμε τα πρόσωπα που αποτελούσαν και συγκροτούσαν την ευλογημένη αυτή οικογένεια και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε αυτήν, γιατί έτσι θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε και την προσωπικότητα του Γέροντός μου. Θα δούμε, δηλαδή, τί ρόλο έπαιξε αυτή η ατμόσφαιρα στην διαπαιδαγώγηση του μικρού τότε Μήτσου. Πρέπει να πω ότι μερικά από τα στοιχεία που θα παραθέσω στην συνέχεια και μάλιστα όσα θα είναι μέσα σε εισαγωγικά είναι ειλημμένα από το βιβλίο "Φωνή απ' τα Σιταράλωνα", που έγραψε ο αείμνηστος Αλέξανδρος Σαββόπουλος, γαμβρός του Γέροντός μου. Τα άλλα περιστατικά είναι από τις προσωπικές μου αναμνήσεις από τις διηγήσεις του Καλλινίκου, καθώς επίσης και από τις αναμνήσεις της αείμνηστης αδελφής του Θωμαΐδος Τσεβά.
Ο παππούς και η γιαγιά του θύμιζαν αρχαίες πατριαρχικές φυσιογνωμίες. Αυτό είναι παραδεκτό από όλους που θυμούνται τις σεβάσμιες αυτές μορφές. Και οι δύο καταγόταν από το Μουρόσκλαβο, ένα χωριό του Θέρμου Τριχωνίδος, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στα Σιταράλωνα. Στο Μουρόσκλαβο υπήρχε η παλαιά Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου εξακολουθούσαν οι μεταφερθέντες κάτοικοι των Σιταραλώνων να εκκλησιάζωνται, μέχρις ότου απέκτησαν καινούρια εκκλησία στο χωριό. Ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου απείχε από τα Σιταράλωνα τρία τέταρτα περίπου της ώρας και εκεί μεγάλωσε λειτουργικά και λατρευτικά ο Δημήτριος Πούλος.
Ο γάμος του Αθανασίου Καρζιάνη με την Σπυριδούλα Τασούλη, που τότε ήταν ηλικίας 16 ετών, έγινε κατόπιν προσευχής. Η Σπυριδούλα "ωραιοτάτη και μοναχοκόρη" ήθελε να γίνη μοναχή, αλλά τελικά πείστηκε να παντρευτή τον Αθανάσιο Καρζιάνη, για να γίνη πρεσβυτέρα και να βοηθήση τον ιερέα στο έργο του. Είναι σημαντικό ότι η Σπυριδούλα "μετά από ολονύκτιον προσευχήν μαζί με την μητέρα της Χαρίκλειαν εις τον Ναόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μουροσκλάβου επείσθη και εδέχθη". Έτσι, η φύτρα της οικογενείας υπήρξε αγία και ευλογημένη, ήταν καρπός προσευχής και ευλογίας του Θεού. Γι' αυτό και ανέδειξε τόσους μεγάλους καρπούς στην Εκκλησία του Χριστού.
Ο Παπαθανάσης υπήρξε ένας ιερεύς της Ορθοδόξου Παραδόσεως, σεμνός, διδακτικός και ευαίσθητος. Τον απασχολούσε έντονα η σωτηρία του, αλλά και η σωτηρία του ποιμνίου του. Ιδίως δε μετά την πρώτη επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, την οποία ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις, διεμόρφωσε το τυπικό της εκκλησίας σύμφωνα με το αγιορείτικο τυπικό. Συνδέθηκε με αγιορείτες, οι οποίοι φιλοξενούνταν στο σπίτι του και έτσι τα εγγόνια του από την μικρή τους ηλικία είχαν την ευλογία του Θεού να δέχωνται αγιορείτες μοναχούς στο σπίτι και να λαμβάνουν την ευλογία τους.
Ο Παπαθανάσης ήταν ήρεμος παπάς, υπομονητικός, και Πνευματικός σχεδόν ολοκλήρου της περιφερείας. Πάντοτε είχε έναν "ντροβά", μέσα στον οποίο είχε ένα πετραχήλι, ένα ευχολόγιο και σταυρό για κάθε ανάγκη. Η αφοσίωσή του στον Θεό και το καθήκον ήταν παροιμιώδης. Αν τύχαινε, την ώρα που εργαζόταν στο χωράφι του, να τον ζητήση κάποιος για εξομολόγηση, άφηνε τα πάντα, καθάριζε τα γένεια του από το αλώνισμα και περπατούσε με τα πόδια περίπου μια ώρα, για να πάη στην Εκκλησία και να τον εξομολογήση. Προς το τέλος όμως της ζωής του εξομολογούσε στο σπίτι του και συνήθως μετά από κάθε εξομολόγηση ήταν στενοχωρημένος, δείγμα ότι έπασχε με τα προβλήματα των Χριστιανών.
Εφημέρευσε στο χωριό του 42 ολόκληρα χρόνια και άφησε φήμη αγίου ιερέως. Η ηρεμία του μεταδόθηκε και στο ποίμνιό του. Γι' αυτό και όταν κάποτε ο Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιερόθεος επισκέφθηκε το χωριό του, το σημείωσε αυτό. Είπε, δηλαδή, ότι το ποίμνιό του είχε την ηρεμία του Παπαθανάση.
Επειδή η Εκκλησία ήταν πολύ μακρυά, έκανε όλες τις πρωϊνές και βραδυνές ακολουθίες σ' ένα ειδικό δωμάτιο του σπιτιού του. Συγκέντρωνε όλα τα εγγόνια του και διάβαζαν το απόδειπνο. Τα περισσότερα διάβαζε συνήθως ο Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος, και ο Δημήτριος (Μήτσος) ο μετέπειτα Καλλίνικος Μητροπολίτης Εδέσσης. Τους έβαζε να διαβάζουν το Μεσονυκτικό, τον Τριαδικό κανόνα κατά τις Κυριακές, τα Καθίσματα του Ψαλτηρίου, τους Κανόνες, να κάνουν μετάνοιες κλπ. Αγαπούσε πολύ τα εγγόνια του και ήθελε να αποκτήσουν το λατρευτικό πνεύμα.
Την διαδρομή, περίπου τρία τέταρτα με τα πόδια από τα Σιταράλωνα μέχρι το Μουρόσκλαβο, όπου ήταν η Εκκλησία του χωριού, την έκανε σχεδόν καθημερινά. Όταν επρόκειτο να λειτουργήση, ιδίως τις Κυριακές, έφευγε νύκτα. Και όλοι οι δικοί του στο σπίτι καταλάβαιναν ότι έφθασε στην Εκκλησία, μόλις άκουγαν την καμπάνα. Με ένα στόμα ησύχαζαν λέγοντας: "Έφθασε ο παππούλης". Κατά τις βραδυνές ακολουθίες, όπως την Ανάσταση κλπ., επειδή δεν μπορούσαν να κατεβούν από εκεί στα Σιταράλωνα, κοιμόνταν όλοι, και τα μικρά ακόμη παιδιά, στην Εκκλησία.
Διηγείται ο γαμβρός του Καλλινίκου Αλέξανδρος Σαββόπουλος: "Αυτήν, λοιπόν, την μόνιμον διαδρομήν διήνυεν επί 42 ολόκληρα χρόνια ο Παπαθανάσης, ημέραν και νύκτα, με βροχή, με κρύο, με παγωνιά και πολλές φορές με χιόνια, με αφόρητες ζέστες το καλοκαίρι, όχι μόνον δια τους εσπερινούς και τας θείας Λειτουργίας των Κυριακών και όλων των εορτών του έτους, ως και των λοιπών ιεροτελεστιών και Αγίων Μυστηρίων, αλλά και όταν εκαλείτο προς τούτο παρ' οιουδήποτε των ενοριτών του. Έτρεχεν ο αλησμόνητος Παπαθανάσης και με το βαθύτερο σκοτάδι, ακόμη δε και με καταρρακτώδεις βροχάς και μουσκεμένος ολόκληρος, ανηφόριζε προς το ιερόν καθήκον του. Και όταν ετελείωνε την "διάβαση" στην οικογένεια που εκαλείτο, ο ακούραστος και γεμάτος αγάπη ιερεύς, έσκυβε το κεφαλάκι, εμάζευε το ρασάκι του για να μην απλώση χέρι για "πληρωμή" και χαιρετώντας έφευγε, και μεσάνυχτα ακόμη κατηφόριζε με το λαδοφάναρο στο χέρι για το σπίτι του στα Σιταράλωνα".
Συζητούσε με όλους τους χωριανούς, όπου τους εύρισκε και πάντοτε ήταν διακριτικός και διδακτικός. Ακόμη και στο μεγάλο πεζούλι του σπιτιού του συγκεντρώνονταν πολλοί άνθρωποι και άκουγαν τον Παπαθανάση να διδάσκη.
Ήταν λεπτός στον εσωτερικό του κόσμο, πονούσε με τον πόνο των χωριανών του, αλλά και πανέξυπνος. Παροιμιώδεις ήταν οι απαντήσεις που έδινε σε διάφορα προβλήματα που τον απασχολούσαν. Για παράδειγμα, για να στείλη χρήματα στον πρώτο του εγγονό, τον Κωνσταντίνο, που σπούδαζε στην Αθήνα στην Θεολογική Σχολή, έπρεπε να δανεισθή χρήματα από κάποιον συγγενή του. Του ζήτησε ένα ποσόν 5.000 δραχμών. Τότε ο συγγενής του του είπε: "Να σού δώσω Παπαθανάση, αλλά θα μου υπογράψης ένα γραμμάτιο 7.000 δραχμών, οι δύο χιλιάδες για αέρα", εννοώντας τους τόκους. Ο Παπαθανάσης δυσαρεστήθηκε, γιατί δεν είχε να πληρώση και έφυγε αμέσως απαντώντας χαρακτηριστικά: "Ευχαριστώ... Να ρθής στα Σιταράλωνα, να ανεβής στην Τούμπα (έναν μικρό λόφο) να χορτάσης... και να πάρης όσο αέρα θέλεις, χωρίς... αέρα και γραμμάτιο. Καλά Χριστούγεννα και καλήν αντάμωσιν".
Από τις περιγραφές που μου έκανε ο αείμνηστος Γέροντάς μου για τον παππού του σχετικά με την εξωτερική του εμφάνιση και τον εσωτερικό του κόσμο, αλλά και από τις φωτογραφίες που διασώθηκαν και τις αναμνήσεις των μελών της οικογενείας του, έβγαλα το συμπέρασμα ότι έμοιαζε πολύ με τον αείμνηστο Γέροντά μου. Ήταν αδύνατος στο σώμα, ευαίσθητος στην ψυχή, φιλακόλουθος, πανέξυπνος και διακριτικός, αφοσιωμένος στο ποιμαντικό του καθήκον.
Πέρασε πολλές δυσκολίες στην ζωή του, πολλές πίκρες και δοκιμασίες, τις οποίες αντιμετώπισε με πίστη στον Θεό και ελπίδα στην πρόνοιά Του. Να αναφερθή μόνον το γεγονός ότι από τα οκτώ παιδιά που είχε, πέθαναν τα επτά και έζησε μόνον μία κόρη του, η Αικατερίνη, μητέρα του Καλλινίκου. Μάλιστα λέγεται ότι, όταν αγόρασε μια καινούρια καμπάνα στο χωριό, κτύπησε για πρώτη φορά κατά την κηδεία του πρώτου του παιδιού. Γι' αυτό πάντοτε συνέδεε τον κτύπο της καμπάνας με τον θάνατο του παιδιού του.
Είχε τον σεβασμό και την αγάπη του χωριού και όλης της περιοχής. Τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι. Αυτό φάνηκε ιδιαιτέρως κατά την κηδεία του. Ο Ιερός Ναός ήταν όλη την νύκτα ανοικτός και προσέρχονταν κατά την διάρκεια της νύκτας οι χωριανοί και οι κάτοικοι όλης της περιοχής, για να τον στολίσουν. Την εξόδιο ακολουθία έψαλε ο τότε Μητροπολίτης Ακαρνανίας Ιερόθεος με τον Πρωτοσύγκελλό του π. Αυγουστίνο Καντιώτη, που είχαν έλθει από το Μεσολόγγι για τον σκοπό αυτό. Ακόμη υπήρχαν πολλοί ιερείς της γύρω περιοχής. Ο δρόμος που καταλαμβανόταν από κόσμο, κατά την διάρκεια της εκφοράς, ήταν πολλά μέτρα. Όλοι ασπάζονταν το λείψανο με κλάματα. "Τόση ήτο η συγκίνησις των προσκυνούντων την σορόν του σεπτού ιερέως, ώστε η ιερατική στολή του είχεν βραχή (μουσκέψει) από τα δάκρυά των". Όλοι οι κάτοικοι μονολογούσαν: "Ν' αγιάση το χωματάκι σου παππούλη μου". Όλες οι γυναίκες του χωριού έβαλαν μαύρα ρούχα για σαράντα μέρες σε έκφραση πένθους.
Αλλά και η πρεσβυτέρα Σπυριδούλα ήταν άξια πρεσβυτέρα, που άφησε μνήμη αγίας γυναικός. Παροιμιώδης ήταν η φιλανθρωπία και η προσευχή της. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να βγάλη το πουκάμισό της, για να το δώση σε πτωχή γυναίκα. Η προσευχή της ήταν αδιάλειπτη. Εργαζόταν προσευχόμενη. Και το πρωΐ, πριν ακόμη φωτίση ο ήλιος, με το σκοτάδι, σηκωνόταν και πήγαινε σ' έναν ιδιαίτερο χώρο για να προσευχηθή. Αυτό το έκανε και το βράδυ.
Βοηθούσε τον παπά της καθ' όλη την διάρκεια της ιερατικής του ζωής. "Ας σημειωθή ότι η αείμνηστος παπαδιά επί 42 χρόνια ποτέ δεν ξεκίνησε τον παπά της δια την εκκλησίαν, ακόμη και κατ' αυτήν την πανήγυριν του ιερού Ναού, χωρίς πρόσφορον". Θεωρούσε ότι στο έργο αυτό πρέπει να συμμετέχη και η ίδια της προσωπικά. Είχε ειδικά σκεύη για την κατασκευή του πρόσφορου, ειδικό αλεύρι και το ζύμωνε με προσευχή και νηστεία.
Φιλοξενούσε όλους τους αγιορείτες που περνούσαν από το χωριό και τους ιεροκήρυκες που περιόδευαν στα χωριά. Έπλενε τα ρούχα τους με πολλή αγάπη, αλλά το νερό το έχυνε σε άβατο τόπο, γιατί, όπως έλεγε, "είναι ρούχα αγίων ανθρώπων".
Αγαπούσε υπερβολικά τα Μοναστήρια, ιδιαιτέρως την Παναγία την Προυσιώτισσα. Στο πανηγύρι της ηγείτο όλων των γυναικών του χωριού, για να πάνε να προσκυνήσουν την Παναγία. Έφευγαν στις δώδεκα (12) η ώρα το βράδυ, περπατούσαν δώδεκα σχεδόν ώρες για να φθάσουν στο Μοναστήρι την παραμονή της εορτής. Έπαιρνε μαζί της και τα μικρά εγγόνια της, που δεν τα άφηνε καθ' οδόν να πάρουν κάτι να φάνε έως ότου κοινωνήσουν. Άλλοτε όταν έφευγαν την παραμονή της εορτής για να βρεθούν το πρωΐ στην θεία Λειτουργία δεν τα άφηνε το βράδυ να πιούν νερό, έστω κι' αν περπατούσαν όλη την νύκτα. Όταν για πρώτη φορά από ένα ύψωμα έβλεπαν το Μοναστήρι της Προυσιώτισσας, έβαζε τα εγγόνια της να κάνουν μετάνοια και να ασπαστούν το χώμα. Τέτοια μεγάλη ευλάβεια είχε για τα Μοναστήρια.
Σεβόταν σε απεριόριστο βαθμό τον χώρο της Μονής και γενικότερα την μοναστηριακή παράδοση. Τους δίδασκε ότι, όταν ερχόμαστε στο Μοναστήρι, πρέπει να δίνουμε και όχι να παίρνουμε. Και έλεγε: "Και το νερό που πίνουμε στο Μοναστήρι πρέπει να το επιστρέφουμε σε γάλα ή λάδι".
Ήταν προσκυνήτρια όλων των Μοναστηριών της περιοχής της. Και μάλιστα συμμετείχε στην εορτή τους προετοιμάζοντας τον εαυτό της υπαρξιακά. Έκανε νηστεία και προσευχή μια εβδομάδα πρίν. Έτσι, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα του καλοκαιριού, λόγω των πολλών εορτών, το περνούσε με νηστεία και προσευχή. Μόλις τελείωνε η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου, άρχιζε η νηστεία της 23ης Αυγούστου, εορτή της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Έπειτα προετοιμαζόταν με νηστεία για την εορτή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της Δερβέκιστας και μετά για την εορτή της Ιεράς Μονής Γενεθλίου Θεοτόκου Κατερινούς (8 Σεπτεμβρίου). Αλλά και άλλες ημέρες και εορτές έβαζε νηστεία, ώστε να προετοιμάζεται προσωπικά για τον εορτασμό.
Είχε αφοσιωθή ολοκληρωτικά στην οικογένεια της κόρης της και στην διακονία των εγγονών της. Μάλιστα, όταν τα εγγόνια πήγαιναν για να σπουδάσουν στο Γυμνάσιο του Θέρμου, η "βάβα" τα ακολουθούσε, έμενε μαζί τους, μαγείρευε, έπλενε και γενικά τα βοηθούσε σε όλες τις ανάγκες τους. Ιδιαιτέρως αγαπούσε τον Μήτσο, αλλά και αυτός έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό.
Οι γονείς του Γέροντός μου ήταν πραγματικά ευλογημένοι. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν απλός και καλοκάγαθος άνθρωπος. Δεν έβαζε πονηρία στον νού του και γι' αυτό δεν μπορούσε να κρατήση καλά το κατάστημα που είχε στο χωριό. Η μητέρα του Αικατερίνη ήταν πανέξυπνη γυναίκα και πραγματική ασκήτρια. Στο χωριό και την περιφέρειά της έμεινε με το όνομα: "η κόρη του Παπαθανάση". Είχε πάρει και αυτή πολλές αρετές από τον πατέρα και την μητέρα της. Δινόταν ολοκληρωτικά στα παιδιά της, τα οποία ακολουθούσε και βοηθούσε κατά καιρούς στον τόπο των εργασιών τους. Πήγε στο Μεσολόγγι, στο Διδυμότειχο και στην Έδεσσα, όπου και κοιμήθηκε. Ο Καλλίνικος την αγαπούσε πολύ. Μάλιστα, όταν συναντούσε κάποια κοπέλα που είχε το όνομα της μητέρας του, χαιρόταν υπερβολικά. Πολλές φορές στα Σχολεία, όταν ήθελε να δώση κάτι, ρωτούσε: "Υπάρχει κανένα κορίτσι που λέγεται Αικατερίνη;". Και της προσέφερε ένα γλυκό. Στην ερώτηση γιατί η προτίμηση στο όνομα αυτό, απαντούσε με πολύ μεγάλη χαρά: "Είναι το όνομα της μάνας μου".
Είναι σημαντικά όσα ο ίδιος γράφει ως Μητροπολίτης (1976) για την μάνα του, που αγαπούσε ιδιαίτερα. Οι σκέψεις αυτές εστάλησαν, για να δημοσιευθούν σε χριστιανικό περιοδικό. Γράφει:
"Μητέρα με οκτώ (8) παιδιά (4 αγόρια, 4 κορίτσια). Εις το τραπέζι εκαθήμεθα... 12 άτομα ήτοι: Παππούς, γιαγιά, πατέρας, Μητέρα και όλα τα αδέλφια. Ήταν εποχή καθυστερημένων (!) ανθρώπων. Ήμεθα πολλά παιδιά και ετρώγαμεν όλοι μαζύ και όχι ο καθένας χωριστά και έξω από το σπίτι. Έπρεπε να γίνη η προσευχή και τότε να φάμε. Λάθος κάμνω. Άρα γε η αείμνηστος Μανούλα μου έτρωγε πάντοτε; Εάν έφθανε έπαιρνε και αυτή μερίδιον, άλλως ό,τι επερίσσευεν, εάν βεβαίως επερίσσευεν. Ηργάζοντο καλώς οι μύλοι-οδόντες των 8 παιδιών. Τί να μείνη δια τους Γονείς;
Εργαζομένη Μητέρα! Δεν ημπορώ να περιγράψω τους κόπους της πολυσεβάστου Μητέρας μου. Τούτο μόνον λέγω: Προτού ξημερώση είχε κοσκινίσει το αλεύρι, είχε ζυμώσει και ψήσει κιόλας το ψωμί. Πρωΐ, πρωΐ, διότι θα έφευγαν οι άλλοι του σπιτιού δια τας εξωτερικάς εργασίας. Επίσης θα περνούσε ένα αυτοκίνητον από το Χωριό δια την Κωμόπολιν, όπου το Γυμνάσιον, δια να στείλη φρέσκο ψωμί στο παιδί της, που γράφει την παρούσαν.
Άγιαι μορφαί! Ευλογημένα χέρια! Λαμπάδες καιόμεναι! Εκάησαν θερμαίνουσαι και φωτίζουσαι. Δεν εχόρτασαν ούτε ύπνον αι άγιαι αυταί υπάρξεις. Ας τας αναπαύση ο Κύριος. Και θα τας αναπαύση. Μάνα λέγω και μου φαίνεται ότι μοσχοβολάει το στόμα μου".
Αυτά δείχνουν και την μεγάλη ευαισθησία του. Δεν μπορεί κανείς παρά να συγκινηθή και να θαυμάση την λεπτότητα των αισθημάτων του απέναντι σε πρόσωπα που τον ευεργέτησαν.
Μέσα σε μια τέτοια μεγάλη ευλογημένη οικογένεια μεγάλωσε ο Δημήτριος Πούλος. Είχε πράγματι από τον Θεό την ευλογία να έχη πολλά δομικά στοιχεία, για να οικοδομήση και να συγκροτήση την προσωπικότητά του. Αλλά και όλο το κλίμα του χωριού του διαπνεόταν από την Ορθόδοξη Παράδοση. Συχνά θυμόταν διάφορα πρόσωπα του χωριού του, τον τρόπο με τον οποίο έψαλαν στην Εκκλησία, τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονταν κατά την διάρκεια της λατρευτικής συνάξεως. Το ήθος με το οποίο μεγάλωσε ήταν το ήθος της Ρωμαίικης Παραδόσεως, της λαϊκής ευσέβειας. Φυσικά ο ίδιος με τις μελέτες του και την εντρύφησή του στα νηπτικά συγγράμματα της Εκκλησίας και στις μοναχικές ιστορίες έδωσε εκκλησιαστικό υπόβαθρο σε αυτήν την λαϊκή ευσέβεια.
Το κλίμα της λατρευτικής συνάξεως στην Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Μουρόσκλαβο θυμίζει λίγο τις Παπαδιαμάντειες ιστορίες. Κάπως έτσι τις περιγράφει ο Αλέξανδρος Σαββόπουλος στο βιβλίο που αναφέραμε προ ολίγου. Γράφοντας για την μετακίνηση του χωριού του από το Μουρόσκλαβο στα Σιταράλωνα λέγει:
"Ελεύθερα πλέον μεγάλωσε το Μουρόσκλαβο και έζησε με τον καλόν, τον αγνόν, και ευγενικόν του κόσμον εις την αγκάλην της περήφανης, της λεβεντογέννας Ρούμελης. Μά τώρα πια απέθανε το Μουρόσκλαβον, νέκρα λυπητερή, τίποτε δεν απέμεινε, τίποτε δεν ακούεται. Το κλαψιάρικο Ευαγγέλιο του παπα-Σκούρα βουβάθηκε. Οι γλυκές ψαλμωδίες του Παπαθανάση σταμάτησαν. Το τρεμουλιαστό "Εξαποστειλάριο" του Σκουραντρέα χάθηκε. Ο γάργαρος "Απόστολος" του Τσαμοσπύρου δεν ακούγεται πλέον. Το βαρύ βραχνό "χερουβικό" του Μπάρμπα Βασίλη Σκούρα εσώπασε. Η υψίφωνος "δοξολογία" του Τασογιάννη έσβησε και το αργό και γλυκό "κοινωνικό" του Τσιγκομήτσου άφησε πολλά χρόνια τα κύματά του μέσα εις την ερημικήν εκκλησούλαν της "Κοιμήσεως". Οι χαρές, τα τραγούδια και οι χοροί στο προαύλιό της, θυμίζουν στον κόσμο το σημερινό, σαν όνειρο, τον κόσμο εκείνον της περίσσειας αγάπης, τον κόσμο τον ευλογημένον, της εποχής των πατέρων μας και της ηθικής των βασιλείας".
Όταν ο Δημήτριος Πούλος ήταν μικρός και φοιτητής, ακόμη ο Ιερός Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήταν στις δόξες του. Ο παππούλης του κοιμήθηκε το 1937, όταν εκείνος ήταν δεκαοκτώ (18) ετών και επομένως έζησε όλη την ένδοξη ιστορία του. Αλλά και μετά την κοίμηση του Παπαθανάση, πολλοί από τους μνημονευθέντας "ιεροψάλτας" ζούσαν και έτσι μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα έζησε τα μικρά του χρόνια. Ζυμώθηκε με την Ρωμαίικη παράδοση και μπορώ να προσθέσω ότι ζούσε συνεχώς με αυτές τις μνήμες στην καρδιά του, τις νοσταλγούσε και αυτές δεν τον άφησαν να αλλοιωθή καθόλου. Υπήρξε σε όλη του την ζωή το αγνό χωριατόπουλο που είχε πλαστή με την Ρωμαίικη συνείδηση του λαού μας.
|
[ ΠΑΝΩ ]
β) Νηπιακή και παιδική του ζωή
|
Μετά την παρουσίαση της ατμόσφαιρας της οικογενειακής του ζωής θα πρέπη να αναφερθούν μερικά περιστατικά από την νηπιακή και παιδική του ηλικία, που ήταν σημαντική για την μετέπειτα εξέλιξή του μέσα στην Εκκλησία του Χριστού.
Όπως είπαμε προ ολίγου, ο Δημήτριος ήταν ο τέταρτος στην σειρά από τα αδέλφια του. Γεννήθηκε την 26η Ιανουαρίου 1919 μέσα σε μεγάλη χαρά της οικογενείας του. Αυτή η ημερομηνία γεννήσεώς του είναι σημαντική, γιατί την ημέρα αυτή έπειτα από 65 χρόνια πηγαίναμε στο Λονδίνο για να κάνη την εγχείρηση στον εγκέφαλο, και επομένως ήταν η τελευταία ημέρα που μπορούσε να περπατήση, γιατί μετά την εγχείρηση έπαθε ημιπληγία και έτσι παρέμεινε, μέχρι την κοίμησή του, σχεδόν παράλυτος.
Του έβαλαν το όνομα Δημήτριος προς χάρη του παππού του από την πλευρά του πατέρα του, αλλά και για ένα άλλο συγγενικό του πρόσωπο, που είχε πεθάνει σε νεαρά ηλικία. Δεν τον φώναζαν όμως τόσο Δημήτριο όσο Μήτσο. Έτσι τον φώναζε ως λαϊκό και ο Μητροπολίτης Ακαρνανίας Ιερόθεος. Ο Καλλίνικος πάντοτε θεωρούσε ιδιαίτερη ευλογία από τον Θεό το ότι γεννήθηκε από Ορθοδόξους γονείς και ότι βαπτίσθηκε Χριστιανός και έτσι ήταν μέλος της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού. Αυτά θεωρούσε ως τα μεγαλύτερα δώρα, καθώς επίσης το ότι γεννήθηκε από υγιείς γονείς.
Από τις αναμνήσεις που έχω από δικές του περιγραφές, ως νήπιο έκλαιγε πολύ. Δεν άφησε την μητέρα του να κοιμηθή σχεδόν τρία χρόνια από το κλάμα. Αυτό το θυμόταν στην συνέχεια καί, φιλότιμος καθώς ήταν, του δημιουργούσε αίσθημα ευγνωμοσύνης προς την μητέρα του. Προσπαθούσε έτσι σε όλη του την ζωή να μη την στενοχωρή, σκεπτόμενος την ταλαιπωρία που υπέστη από την νηπιακή του ζωή. Αυτό όμως τον έκανε να συμπαθή και να δείχνη κατανόηση και στις μητέρες που είχαν μωρά παιδιά. Πραγματικά, ήταν φιλότιμος και ευαίσθητος σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του. Ήθελε να εξοφλήση το χρέος του και γι' αυτό ανελάμβανε κάθε θυσία.
Όπως ο ίδιος βεβαιώνει, από την νηπιακή του ζωή έβλεπε ράσο και παπά στο σπίτι του, καθώς επίσης και μοναχούς του Αγίου Όρους. Αυτές ήταν οι πρώτες εντυπώσεις και οι πρώτες εικόνες που έμπαιναν μέσα του. Και αυτές φυσικά χαρακτήρισαν ολόκληρη την ζωή του.
Κατά την νηπιακή του ηλικία δεν έτρωγε πολύ, σχεδόν καθόλου και συνεχώς έκλαιγε. Αυτό λέγεται από την άποψη ότι έκλαιγε περισσότερο από τα άλλα παιδιά.
Διασώζεται ένα περιστατικό που είναι εκφραστικότατο. Ο παππούλης του, ο Παπαθανάσης, πήγε στο Άγιον Όρος και έφερε έναν ωραίο ξύλινο σταυρό. Ο Μήτσος μόλις τον είδε, όταν βέβαια μιλούσε και λίγο, ήθελε να τον πάρη και ίσως να παίξη μαζί του. Φώναζε συνέχεια: "σταυρό παππούλη, σταυρό παππούλη...". Έκλαιγε δυνατά και ασταμάτητα για να τον πάρη στα χέρια του. Ο παππούς του όμως δεν ήθελε να του δώση τον σταυρό που τον θεωρούσε ευλογημένο, ως προερχόμενο από το Άγιον Όρος. Έλεγε: "Δεν είναι ο σταυρός για παιχνίδι". Το νήπιο επέμενε πολύ. Για τον σκοπό αυτόν έκλαιγε συνέχεια μέρα-νύκτα σχεδόν τρεις μέρες. Φυσικά ο Παπαθανάσης δεν του έδωσε τον σταυρό.
Αυτό το περιστατικό είναι και συμβολικό. Δείχνει, εκτός των άλλων, και την αγάπη του προς τον Σταυρό του Χριστού. Θα τον χαρακτηρίση σε όλη του την ζωή, γιατί συνδέθηκε με τον Σταυρό, αγάπησε πολύ τον Σταυρό, μιλούσε ακατάπαυστα για τον Σταυρό του Χριστού και βέβαια βίωνε το μυστήριο του Σταυρού στην προσωπική του ζωή.
Καθώς μεγάλωνε συνδεόταν περισσότερο με τον Ιερό Ναό, το Ιερό Βήμα και τις λατρευτικές εκδηλώσεις της Εκκλησίας. Ο Ναός ήταν το κέντρο της ζωής του. Έμαθε την θεολογία από τις ακολουθίες. Υπηρετούσε τον παππού του μέσα στο Ιερό Βήμα. Έτσι κατάλαβε ότι η "παπαδική" δεν μαθαίνεται από τα βιβλία και στα Πανεπιστήμια, αλλά με την συμμετοχή στην λατρευτική πράξη της Εκκλησίας. Όπως ο γιατρός γίνεται γιατρός όχι διαβάζοντας, αλλά εκπαιδευόμενος σε ασθενείς, το ίδιο συμβαίνει με την ποιμαντική διακονία. Κοντά στον παππούλη του μάθαινε το τυπικό της Εκκλησίας, τον τρόπο προσεγγίσεως των ανθρώπων, τον τρόπο της ψαλμωδίας κλπ. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Παπαθανάσης του μάθαινε ότι πρέπει να ψάλη χωρίς να ζορίζεται. Του έλεγε: "Μη στριντζώνεσαι". Και του έκανε πρακτική εξάσκηση ψάλλοντας το τροπάριο "Του λίθου σφραγισθέντος υπό των Ιουδαίων...". Γι' αυτό και όταν ο ίδιος αργότερα έψαλε, το έκανε με γλυκειά φωνή, χωρίς να πιέζη τις φωνητικές του χορδές.
Ο παππούς του όμως του μάθαινε και πώς να συμπεριφέρεται. Ο ίδιος διηγόταν ότι, όταν κάποτε μιλούσε με τα άλλα παιδιά στο Ιερό, ο παππούς του διέκοψε την ακολουθία, τον έπιασε από το αυτί και τον έβγαλε έξω από το Ιερό. Δεν μάλλωσε τα άλλα παιδιά, αλλά τον εγγονό του, γιατί δεν ήθελε τα εγγόνια του να γίνωνται κακό παράδειγμα. Τότε, όπως ο ίδιος διηγόταν, βγήκε έξω, κάθησε θυμωμένος πίσω από μια κολόνα και δεν ήθελε ξανά να μπή στο Ιερό. Τελικά όμως άλλαξε γνώμη και έτσι έμαθε στην πράξη ότι πρέπει να επικρατή ησυχία και τάξη στο Ιερό Βήμα. Το περιστατικό αυτό τον χαρακτήρισε σε όλη του την ζωή. Και το ότι ενδιαφερόταν για την ησυχία στους Ιερούς Ναούς, κυρίως στο Ιερό Βήμα, δεν ήταν ανεξάρτητο και άσχετο από αυτό το γεγονός.
Περισσότερο από όλα τα αδέλφια του στα παιχνίδια είχε εμπνευσθή από τις λατρευτικές εκδηλώσεις του Ιερού Ναού. Έπαιρνε κόλλες χρωματιστές και έκανε άμφια, τα οποία φορούσε κάνοντας διάφορες ακολουθίες. Μάζευε τα παιδιά της γειτονιάς, καθώς επίσης και τα άλλα αδέλφια του και έκανε την θεία Λειτουργία. Μέσα σ' ένα ποτήρι έβαζε ψωμί και τους το έδινε. Από λεμόνια, αφού έβγαζε όλο το εσωτερικό τους, έκανε θυμιατό και χρησιμοποιώντας ρετσίνι θυμιάτιζε τα άλλα παιδιά. Τέτοια περιστατικά θυμίζουν την περίπτωση του Μ. Αθανασίου, ο οποίος σε μικρή ηλικία έκανε βαπτίσεις των παιδιών των ειδωλολατρών.
Φυσικά, όπως είπαμε σε άλλη ενότητα, συμμετείχε σε όλες τις ακολουθίες που έκανε ο παππούς του στο σπίτι, ιδίως τις χειμωνιάτικες νύκτες, όταν δεν μπορούσε να πάη στον μακρυνό Ναό του χωριού του. Διάβαζε τα ψαλτήρια και τους κανόνες. Όπως μου διηγόταν ο ίδιος, τα διάβαζε γρήγορα και λόγω της νεανικής ηλικίας, αλλά και λόγω της ρουμελιώτικης προφοράς, αλλά ο παππούς του τον μάλλωνε. Τον διέκοπτε και τον διόρθωνε. Γι' αυτό και η ανάγνωσή του ήταν εκκλησιαστική, ήρεμη και καταπληκτική. Μαζί με τα άλλα αδέλφια του έκανε πολλές μετάνοιες κάθε βράδυ.
Η νηστεία ήταν απαραίτητη κάθε νηστήσιμη ημέρα της εβδομάδος και του έτους. Ο ίδιος ως παιδί νήστευε πάντα καί, όπως θυμάται η αδελφή του, ποτέ δεν αρτήθηκε σε περίοδο νηστείας. Αλλά και όταν υπήρχε κατάλυση, το φαγητό του ήταν πολύ μετρημένο.
Ήταν το πιο αγαπητό εγγόνι της "βάβας", της γιαγιάς Πρεσβυτέρας. Και εκείνη τον αγαπούσε πολύ, αλλά και αυτός έδειχνε ιδιαίτερο σεβασμό και αγάπη σε αυτήν. Όποτε τον έστελνε στις κατσίκες και στα ζώα ποτέ δεν της το αρνιόταν. Έλεγε μάλιστα χαρακτηριστικά για να της εκφράση την αγάπη του: "Βάβα, εγώ θα πάω στα ζά", στα ζώα, κατά την ρουμελιώτικη διάλεκτο. Κάποτε όμως, καθώς πήγαινε στα ζώα, έπεσε και έσπασε το χέρι του. Δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου, δεν έκλαψε, δεν είπε το παραμικρό παράπονο. Έκανε εντύπωση σε όλους τους γύρω του η υπομονή του.
Γενικά είχε μεγάλη υπομονή. Υπέμενε τα πάντα, τα πειράγματα των αδελφών του, αλλά και τις δουλειές που του ανέθεταν τις έκανε με μεγάλη αγάπη, χωρίς καθόλου να αντιλέγη. Αυτό έκανε την γιαγιά του να τον αγαπά ιδιαιτέρως. Ήταν, βέβαια, αγαπητός σε όλα του τα αδέλφια. Όλα τα άλλα παιδιά φώναζαν κατά την διανομή του φαγητού, αυτός ποτέ δεν φώναζε, ποτέ δεν μιλούσε. Ήταν ήσυχος και υπάκουος.
Η "βάβα" του τον αγαπούσε, όπως είπαμε, ιδιαίτερα. Μάλιστα, διασώζεται και ένα χαρακτηριστικό γεγονός. Έφερε κάποιος από την Αμερική ένα ρολόϊ-ξυπνητήρι, που ήταν από τα πρώτα που ήλθαν στο χωριό εκείνη την εποχή. Όλα τα παιδιά έπεσαν επάνω σε αυτόν που το κρατούσε για να δούν το περίεργο αντικείμενο. Μαζί με τα άλλα παιδιά έτρεξε και ο Μήτσος για να ικανοποιήση την περιέργειά του. Και τότε η γιαγιά εξεπλάγη εκφράζοντας την απορία της: "Και συ Μήτσο;"
Τα άλλα παιδιά είπαν τότε: "Γιατί και ο Μήτσος; Τί είναι ο Μήτσος;"
Και η απάντηση της γιαγιάς: "Ο Μήτσος είναι άλλος άνθρωπος".
Το περιστατικό αυτό δείχνει ποιά εικόνα είχε σχηματίσει η γιαγιά του γι' αυτόν, αλλά και ότι τον συνέδεαν πάντοτε με τον πράο, τον υπάκουο, τον σοβαρό, και τον μυαλωμένο. Και βέβαια, για τον Δημήτριο ο λόγος της "βάβας" ήταν νόμος. Συχνά έλεγε: "Ό,τι πη η βάβα".
Κάποια μέρα μια γυναίκα πήγε στο σπίτι και διαμαρτυρόταν για τα παιδιά της καί, κατά την κακή συνήθεια των ανθρώπων, τα καταριόταν. Τότε ο μικρός Μήτσος στράφηκε στην γυναίκα για να της πή: "Ευλογείτε και μη καταράσθε". Το είχε ακούσει στο Σχολείο του και ήθελε να την βοηθήση.
Είπαμε προ ολίγου ότι τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Αυτό το έκανε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, όσο δηλαδή ήταν καλά. Διασώζεται ένα περιστατικό από την μεγαλύτερη ηλικία του. Είχε πάει με τον γαμβρό του διακοπές στην περιοχή Λιβαδάκι Ναυπακτίας κοντά στο χωριό Ελευθέριανη. Την ημέρα που γιόρταζε ο γαμβρός του και ήταν Παρασκευή, κάλεσε μερικούς ανθρώπους γνωστούς του, καθώς επίσης και τον Ιερέα του χωριού και τους παρέθεσε ψητό κρέας. Φυσικά για τον Μήτσο είχαν φροντίσει να του έχουν ντομάτες γεμιστές. Κατά το φαγητό όλοι οι άλλοι κατέλυαν και ο Μήτσος έτρωγε τις νηστήσιμες ντομάτες. Ο παπάς για να τον πειράξη και να καθησυχάση και λίγο την συνείδησή του τον προέτρεψε να φάγη κρέας. Έγινε ο εξής διάλογος:
--Φάγε Μήτσο κρέας.
--Όχι πάτερ, θα φάω τις ντομάτες μου.
--Φάγε Μήτσο, μην είσαι χαζός.
--Δεν είμαι χαζός πάτερ, αλλά είναι Παρασκευή.
Προσπαθούσε να μη προσβάλη τους άλλους, αλλά όταν εκείνοι αποθρασύνονταν, τότε ήξερε να τους βάζη στην θέση τους. Ήταν πάντα ετοιμόλογος.
Όταν η γιαγιά του πήγαινε στο Μοναστήρι της Προυσιώτισσας, έπαιρνε μαζί με τα άλλα εγγόνια και εκείνον. Θυμόταν μέχρι την τελευταία στιγμή όλη την διαδρομή και την πορεία εκείνη με νοσταλγία. Αγαπούσε πολύ την Παναγία και μάλιστα την Παναγία την Προυσιώτισσα. Ο παππούς του πήγαινε εκεί μια εβδομάδα πριν το πανηγύρι για να εξομολογήση ανθρώπους. Ο Μήτσος μαζί με την γιαγιά του πήγαινε κατά την διάρκεια της πανηγύρεως. Η απόσταση δεν ήταν μικρή. Πεζοπορία δώδεκα σχεδόν ώρες να πάνε και άλλες τόσες να επιστρέψουν. Πάντως, η εικόνα της Προυσιώτισσας και η αγάπη του προς το Μοναστήρι έμειναν χαραγμένα μέχρι το τέλος της ζωής του. Όταν ήταν στο Νοσοκομείο, λίγες μέρες πριν πεθάνη είδε την Παναγία την Προυσιώτισσα να τον ευλογή.
Έχουμε ένα δικό του κείμενο πολύ εύγλωττο, που δείχνει την αγάπη του προς την Παναγία. Η Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών του έστειλε πρόσκληση τον Μάρτιο του 1981, για να συμμετάσχη σ' ένα Συνέδριο στον Προυσό της Ευρυτανίας. Απαντώντας, ευχαριστούσε για την πρόσκληση αυτή. Έγραφε μεταξύ των άλλων:
"Παρακαλώ να δεχθήτε τας ενθέρμους ευχαριστίας μου δια την ευγενή πρόσκλησίν σας να μετάσχω του Συνεδρίου εις τον Προυσόν Ευρυτανίας και να μοί δοθή ευκαιρία να συναντηθώ με εξεχούσας φυσιογνωμίας και να προσκυνήσω την περίπυστον Ιεράν εικόνα της Παναγίας Προυσιωτίσσης, Ήν ως παιδίον δια πρώτην φοράν μετά δέους ησπάσθην και Ής την βοήθειαν πολλάκις επεκαλεσάμην".
Η επιστολή αυτή είναι εύγλωττη και πολύ αποκαλυπτική. Ενθυμείται με νοσταλγία την εικόνα της Παναγίας, όταν την ασπάστηκε ως παιδί με δέος και ακόμη αναφέρει ότι πολλές φορές ζητούσε τις πρεσβείες της Παναγίας.
Πέρα από τον καλό χαρακτήρα του και την εκκλησιαστική αγωγή που πήρε από το σπίτι του, συγχρόνως ήταν πανέξυπνος, είχε έκτακτα φυσικά και διανοητικά προσόντα και πάντοτε ήταν άριστος μαθητής. Σε όλες τις τάξεις αρίστευε. Φυσικά, ήταν μελετηρός και διάβαζε πολύ.
Το Δημοτικό Σχολείο το πέρασε στο χωριό του Σιταράλωνα Θέρμου Τριχωνίδος, όλες τις τάξεις εκτός από την τελευταία τάξη που την περάτωσε στην Ανάληψη Θέρμου Τριχωνίδος. Αυτή η μετακίνηση οφειλόταν στον εξής λόγο.
Ήταν πανέξυπνος μαθητής και διακρινόταν πολύ από τους άλλους συμμαθητάς του. Ο δάσκαλος όμως του χωριού του δεν είχε γνώσεις και δεν μπορούσε να διδάξη καλά. Εύρισκε πάντα ευκαιρίες για να μην πάη στο Σχολείο και τελικά τα παιδιά παρέμειναν αγράμματα. Θυμάμαι, μου έλεγε ο Γέροντάς μου, ότι όταν μια μέρα γέννησε η "γαϊδούρα" του, ο δάσκαλος δεν πήγε στο Σχολείο. Τότε τα παιδιά το πανηγύριζαν φωνάζοντας επανειλημμένα: "Γέννησε η γαϊδούρα". Ο δάσκαλος όμως είχε ταπείνωση ή τύψεις συνειδήσεως, γι' αυτό μια μέρα συνάντησε τον πατέρα του Μήτσου και τον ρώτησε: "Πρόκειται να στείλης τον Μήτσο αργότερα για σπουδές;". Στην καταφατική απάντηση ο δάσκαλος είπε: "Έ, τότε είναι καλύτερα να πάη σε άλλο Σχολείο". Φυσικά, δεν υπήρχε στο χωριό άλλο Σχολείο και εξαναγκάστηκε την τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου να την τελειώση στην Ανάληψη, φιλοξενούμενος της νουνάς του.
Στην Ανάληψη είχε μια άλλη εμπειρία, γι' αυτό, άλλωστε, αναφέρω αυτό το περιστατικό. Εκείνη την εποχή στην Ανάληψη υπήρχε ένας ευλαβέστατος Εφημέριος που τον έλεγαν π. Αριστοτέλη Παπασάββα. Τον Μάρτιο του 1981 ο Αρχιμ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος έγραφε στον "Ορθόδοξο Τύπο" ένα άρθρο για τον ευλαβή και σεβάσμιο εκείνο ιερέα. Τότε ο Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, χωρίς να τον προκαλέση κανείς, έστειλε μια επιστολή στον αρθρογράφο, για να τον συγχαρή. Αυτό το έκανε συχνά. Δεν απαντούσε μόνον σε επιστολές που του έστελναν, αλλά εύρισκε ευκαιρία και έπαιρνε μια αφορμή, για να στείλη αυτός τα συγχαρητήριά του. Το ίδιο έκανε και τότε. Στην επιστολή αυτή, μεταξύ των άλλων, έγραφε και τα εξής:
"Εις τον αγαπητόν Ορθόδοξον Τύπον ανέγνωσα, μετά πολλής συγκινήσεως και ικανοποιήσεως, άρθρον σας, δια τον μακαριστόν και πολυσέβαστον π. Αριστοτέλην Παπασάββαν, το κόσμημα της Στρατευομένης Εκκλησίας και ήδη της θριαμβευούσης τοιαύτης.
Όσα γράφετε είναι βεβαίως ολίγα, διότι μεγάλα πρόσωπα δεν παρουσιάζονται με άρθρα, ακόμη, ούτε και με βιβλία...
Όντως Ιερεύς του Θεού του Υψίστου. Όντως Πνευματικός Πατήρ. Όντως άξιος Κληρικός. Όντως πιστός Οικονόμος των Μυστηρίων του Θεού. Όντως "τύπος των πιστών εν πάσι". Ο αείμνηστος έθετε υπεράνω πάντων την Εκκλησίαν.
Την τελευταίαν τάξιν του Δημοτικού Σχολείου επεράτωσα εις Ανάληψιν και έβλεπον τον σεβάσμιον Ιερέα να τελή εν φόβω και τρόμω απάσας τας Ιεράς Ακολουθίας και κατά το Τυπικόν της Εκκλησίας. Εθεώρει παράπτωμα να παραλείψη και το ελάχιστον. Εκ νυκτός και εν χειμώνι δριμεί "καί γνωρίζετε ως συντοπίτης το ψύχος του χειμώνος εκεί", ήτο εις τον Ιερόν Ναόν...
Ελυπήθην, διότι δεν ηδυνήθην να παραστώ εις την Εξόδιον Ακολουθίαν και να ασπασθώ το ευλογημένον χέρι το οποίον ησπάσθην πολλάκις ως μικρό παιδί.
Εάν επιτρέψη ο Κύριος, θα τελέσω επί του τάφου του Τρισάγιον και θα προσφέρω επί της Αγίας Τραπέζης του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Αναλήψεως την αναίμακτον Θυσίαν υπέρ του κεκοιμημένου π. Αριστοτέλους".
Αυτή η επιστολή δείχνει την ευαισθησία του, την ευγνωμοσύνη του και τον σεβασμό του στους παλαιούς ιερείς. Φυσικά, δείχνει ότι και ο ίδιος ως μαθητής του Δημοτικού Σχολείου συμμετείχε στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας και έβλεπε τον φόβο και τον τρόμο του ιερέως. Σκέφτομαι με πολλή συγκίνηση ότι ασπαζόταν το σεβάσμιο χέρι του. Τελικά, το παράδειγμα του ευλαβούς παππού του και του π. Αριστοτέλους έπαιξαν μεγάλο ρόλο για την συνειδητοποίηση του έργου και της αποστολής του ιερέως. Το ότι συχνά συμβούλευε τους ιερείς του για την καλή τέλεση των ιερών ακολουθιών και την άγια ζωή, οφειλόταν στις σεβάσμιες αυτές μορφές. Αυτό δείχνει και την σημασία της καλής αγωγής από την παιδική ηλικία.
Μετά το Δημοτικό Σχολείο φοίτησε στο Γυμνάσιο του Θέρμου, αφού αρίστευσε στις εισαγωγικές εξετάσεις. Το Θέρμο απείχε ένδεκα χιλιόμετρα από το χωριό του και φυσικά δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα και γι' αυτό παρέμεινε εκεί όλη την εβδομάδα.
Η γιαγιά τους, που αγαπούσε πολύ τα εγγόνια της, τα ακολούθησε στο Θέρμο και φρόντιζε να μη τους λείψη απολύτως τίποτε. Έκανε φαγητό, έπλυνε τα ρούχα, καθάριζε και γενικά ασχολούνταν με όλες τις εργασίες για να είναι απερίσπαστα στην μελέτη τους. Με πολλή συγκίνηση θυμόταν τις θυσίες της γιαγιάς του, αλλά και της μητέρας του, η οποία φρόντιζε πολλές φορές να σηκώνεται πρωΐ-πρωΐ για να ψήση ψωμί και να προλάβη να το στείλη στο Θέρμο με τα δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης, για να φάνε τα παιδιά πριν πάνε στο Σχολείο. Όταν ως Επίσκοπος πήγε στο χωριό του, έκανε Τρισάγιο πάνω στον τάφο της γιαγιάς του και της μητέρας του. Μετά παρεκάλεσε να φύγουν από εκεί οι άλλοι και κάθησε αρκετή ώρα, για να προσευχηθή. Μου έλεγε αργότερα ότι μαζί με την προσευχή σκεφτόταν τα λεπτά εκείνα χεράκια που τον εξυπηρέτησαν κατά την μαθητική του ζωή. Ήταν ευγνώμων σε απόλυτο βαθμό.
Υπάρχει και ένα άλλο περιστατικό της εποχής εκείνης που πρέπει να σχολιάσουμε. Πηγαίνοντας κάποτε από το Θέρμο με τα πόδια στο χωριό του, σταμάτησε ο Καθηγητής του της Γυμναστικής για να τον πάρη με το αυτοκίνητο. Το θυμόταν σε όλα τα χρόνια της ζωής του. Γι' αυτό και αγαπούσε ιδιαιτέρως τους Γυμναστές λόγω εκείνου του γεγονότος και όποτε ως Επίσκοπος έβλεπε παιδιά να βαδίζουν στον δρόμο, σταματούσε το αυτοκίνητο και τα έπαιρνε μέσα, για να ανταποδώση εκείνο το καλό που του είχε κάνει ο Καθηγητής του. Η ευγνωμοσύνη του δεν είχε όρια.
Ήταν άριστος μαθητής. Τον αγαπούσαν οι Καθηγητές. Πολλές φορές διηγόταν ιστορίες από τον Καθηγητή των αρχαίων, που τους μάθαινε καλό Συντακτικό και Γραμματική που θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του, για κάποιον Μαθηματικό που ήταν "κίτρινος πυρετός", για την αυστηρότητα των Καθηγητών. Αλλά τα θυμόταν με μεγάλη ευγνωμοσύνη, γιατί, όπως έλεγε, "μάς έμαθαν γράμματα".
Διακρινόταν από όλους τους συμμαθητάς του. Αυτό το βλέπουμε από ένα γεγονός που διασώζεται γραπτώς.
Τον Ιούνιο του 1983, δηλαδή έναν χρόνο πριν κοιμηθή, το περιοδικό "Πετροχωρίτικα" αναδημοσίευσε μερικά γεγονότα, όπως τα περιέγραφε το Περιοδικό "Παλαίστρα", που έβγαζε ο Γυμναστής του Γυμνασίου Θέρμου κατά το 1935, τότε που ο Δημήτριος Πούλος ήταν 16 ετών. Το Γυμνάσιο για την εποχή εκείνη ήταν πάρα πολύ καλό. Όπως μου έλεγε ο Γέροντάς μου, σχεδόν όλοι οι απόφοιτοι έμπαιναν με εξετάσεις στις Πανεπιστημιακές Σχολές. Μεταξύ των άλλων γράφεται:
"Θα αναφέρουμε εδώ και μια είδηση για τον σημερινό Δεσπότη μας, τον Καλλίνικο (Δημ. Πούλο), που τόσο μας αγαπάει. Ήταν άριστος σ' όλα τα μαθήματα. Αντιγράφουμε:
Ο μαθητής Δημ. Πούλος της 4ης τάξεως, υπό την καθοδήγηση του φλογερού Θεολόγου Λάμπρου Καρασμάνη, έδωσε διάλεξη το Μάρτιο, με θέμα: "Οι καταδιώξεις και ο θρίαμβος της Χριστιανικής Ορθοδοξίας".
Από τότε απασχολούσε τον Γέροντά μου ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας και από τότε μιλούσε και αγωνιζόταν γι' αυτόν. Από τέτοια ηλικία είχε ζήλο για την Ορθοδοξία και φλογερή αγάπη για την Εκκλησία.
Όταν του έστειλαν το περιοδικό και είδε αυτά γραμμένα, συγκινήθηκε πολύ. Γι' αυτό αμέσως έστειλε απάντηση, στην οποία μεταξύ των άλλων έγραφε:
"Με πολλήν συγκίνησιν, όπως ήτο επόμενον, είδα τα "Πετροχωρίτικα". Γυρίσαμε πίσω πενήντα χρόνια. Χρόνια δύσκολα, αλλά δημιουργικά. Είχαμε εχθρόν την φτώχεια, αλλά και αγώνα δια πρόοδον".
Ήταν πραγματικά φτωχός, ένα φτωχό χωριατόπουλο, αλλά πλούσιος σε Παράδοση και σε αισθήματα ανθρωπιάς. Τελικά, ο πλούτος που του κληρονόμησαν οι γονείς του, ο παππούς του και η γιαγιά του, ήταν ανεκτίμητος θησαυρός, που δεν συγκρίνεται με κανέναν θησαυρό της γής. Του μετέδωσαν την ρωμαίικη παράδοση, την αγάπη του προς την Ορθοδοξία και την θυσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως και αυτό είναι το μεγαλείο του ανθρώπου. Αυτό το ένοιωθε πολλές φορές και κατακυρίευε την ύπαρξή του.
Αγαπούσε πολύ την φύση, την ησυχία και την προσευχή. Όταν τα καλοκαίρια πήγαινε στον Δρυμώνα για παραθέριση ή σε κάποιο άλλο χωριό, όπως στο Λιβαδάκι, πλησίον της Ελευθέριανης στην Ορεινή Ναυπακτία δεν καθόταν με τον κόσμο, αλλά πρωΐ-πρωΐ έπαιρνε την "αγκλίτσα" του και έφευγε στα βουνά. Εκεί προσευχόταν, διάβαζε την Αγία Γραφή και άλλα βιβλία. Αυτήν την τακτική τηρούσε και αργότερα ως φοιτητής.
Είχε μια πολύ βαθειά και απλή πίστη στον Θεό. Με αυτήν τον μεγάλωσαν. Η γιαγιά του διηγόταν στα άλλα εγγόνια της ότι, όταν ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο του Θέρμου, τον έβλεπε να σηκώνεται πρωΐ-πρωΐ και να προσεύχεται. Έπαιρνε στα χέρια του ένα βιβλίο, που στο εξώφυλλο είχε χαραγμένο έναν σταυρό, ίσως ήταν προσευχητάριο, ίσως Αγία Γραφή, το διάβαζε και στην συνέχεια το έβαζε επάνω στο κεφάλι του πολλή ώρα, κάνοντας μερικές κινήσεις τριβής, για να λάβη ευλογία. Από μικρό παιδί αγαπούσε πολύ την προσευχή και την Αγία Γραφή. Θυμάμαι ότι πάντα στο Γραφείο του είχε την Αγία Γραφή. Αν καμμιά φορά έβαζα κάποιο βιβλίο πάνω από το βιβλίο της Αγίας Γραφής, δυσανασχετούσε και αμέσως το διόρθωνε. Δεν έπρεπε να μπαίνη τίποτε επάνω στην Αγία Γραφή, γιατί το θεωρούσε ιερό βιβλίο.
Μέσα σε όλη αυτήν την ατμόσφαιρα του σπιτιού του, της Εκκλησίας και της όλης παραδόσεως μορφώθηκε, ανδρώθηκε πνευματικά και αποφάσισε να σπουδάση θεολογία. Έλαβε απόφαση να γίνη θεολόγος και να βοηθήση όσο μπορούσε τον λαό του Κυρίου. Ήταν υπόδειγμα ταπεινώσεως, απλότητος, υπομονής και υπακοής. Όλα του τα αδέλφια τον είχαν πρότυπο, γι' αυτό και έκλαψαν πολύ για τον θάνατό του. Σε μεγάλο βαθμό ζούσε και την σιωπή. Όταν του έλεγαν κάποιο οικογενειακό πρόβλημα, εκείνος σήκωνε το χέρι του στον ουρανό και έλεγε: "ό,τι πη το αφεντικό. Θα λαλήση ο Ουρανός".
Η παιδεία του ήταν Ορθόδοξη. Και αυτό θα φανή και κατά την διάρκεια των σπουδών του και την μετέπειτα εξέλιξή του. Τίποτε δεν μπόρεσε να τον αλλάξη, καμμιά δυτικόφερτη επιρροή, εκβατικανοποιημένη και προτεσταντίζουσα κατεύθυνση και ερμηνεία της χριστιανικής ζωής, γιατί αυτός είχε ζυμωθή με το αλάθητο ρωμαίικο κριτήριο του λαού μας, όπως διαμορφώθηκε από την Εκκλησία, το Άγιον Όρος και τις άγιες μορφές.
|
[ ΠΑΝΩ ]
γ) Ως Φοιτητής της Θεολογικής Σχολής
|
Όπως είπαμε προηγουμένως, η όλη ατμόσφαιρα της οικογενείας του και της λατρευτικής ζωής του αύξησαν τον πόθο να σπουδάση την θεολογία. Δεν μπορούσε να επιλέξη κάτι διαφορετικό, γιατί από την μικρή του ηλικία είχε ανάψει μέσα του ο πόθος για τον Θεό και την Εκκλησία. Η φράση που μου είπε λίγο πριν πεθάνη: "είμαι αμαρτωλός Επίσκοπος, αλλά αγαπώ τον Θεό και την Εκκλησία", δείχνει όλη την πνευματική του ατμόσφαιρα.
Μετά τις επιτυχείς εξετάσεις εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1937 και πήγε στην Αθήνα για τις σπουδές του. Τότε δεν υπήρχε άλλη θρησκευτική "κίνηση" εκτός από την κίνηση της "Ζωής" καί, όπως ήταν επόμενο, ο Δημήτριος συνδέθηκε μαζί της για να βοηθήση και να βοηθηθή στον πνευματικό του καταρτισμό. Όμως είχε πολύ σταθερά θεμέλια από την παιδική και εφηβική του ζωή. Ήταν εμποτισμένος από την Ρωμαίικη συνείδηση και την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο Δημήτριος είχε το μεγάλο χάρισμα να προσλαμβάνη από παντού τα καλύτερα στοιχεία. Ήταν πολύ κριτικός και διακριτικός. Δεν ταυτιζόταν απόλυτα, αλλά σαν μια καλή μέλισσα έπαιρνε από κάθε άνθρωπο και κάθε κατάσταση τα καλύτερα. Έτσι, την αγάπη του προς τον Θεό, την Εκκλησία και την ασκητική παράδοση τα πήρε από την ατμόσφαιρα της οικογενείας του, τον δε ιεραποστολικό ζήλο από την Οργάνωση "Ζωή", χωρίς, βέβαια να συμφωνή με όλες τις ενέργειές της.
Παρακολουθούσε ομιλίες διαφόρων πνευματικών ανθρώπων στην Αθήνα και δεχόταν ωφέλεια από παντού. Πνευματικός του ήταν ο γνωστός τότε και εξαίρετος Αρχιμ. π. Σπυρίδων Σγουρόπουλος. Έδειχνε ενδιαφέρον να ακούη πολλούς ομιλητές, όπως τον τότε Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμονα Φωστίνη, ο οποίος είχε εξαίρετο κηρυκτικό χάρισμα.
Τα έξοδα των σπουδών του κάλυπτε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, που τότε ήταν Γραμματεύς και μετέπειτα Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Πολλές φορές θυμόταν αυτήν την μεγάλη ευεργεσία με συγκίνηση. Μου έλεγε: "ο αδελφός μου με σπούδασε με τον μικρό του μισθό". Ο Καλλίνικος ήταν σε όλη του την ζωή ευγνώμων. Θυμόταν πάντα το καλό που κάποτε θα του έκανες και προσπαθούσε να το ανταποδώση. Τα όσα του έδωσε τότε ο αδελφός του προσπάθησε να τα επιστρέψη, όχι βέβαια στον ίδιο, αλλά σε άλλους φοιτητές. Και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Αγαπούσε να δίνη χρήματα στους φοιτητές που σπούδαζαν, γιατί θυμόταν τα δικά του δύσκολα χρόνια.
Η ευγνωμοσύνη του προς τον αδελφό του τον οδήγησε μέχρι το σημείο να υπομένη με πολλή καρτερία τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του και στο Μεσολόγγι και στην Έδεσσα, και να σιωπά μπροστά του. Πάντοτε του μιλούσε στον πληθυντικό. Εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του και στην Διαθήκη του. Έγραφε: "Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Αδελφόν μου Κωνσταντίνον με τον τίμιον ιδρώτα του οποίου εσπούδασα". Αλλά και όταν αρρώστησε, πολλές φορές σκεφτόταν τί θα γίνη ο αδελφός του, ο οποίος ήταν έκπτωτος. Έλεγε: "Σκέπτομαι τί θα γίνη ο Κωνσταντίνος". Αυτό ήταν έκφραση αγάπης και ευγνωμοσύνης και δείχνει τα λεπτά του αισθήματα.
Ως φοιτητής έμεινε στο Οικοτροφείο επί της οδού "Σολωμού 10". Υπάρχουν μερικές μαρτυρίες για την διαγωγή του ως φοιτητού.
Κατ' αρχάς ο αείμνηστος Αρχιμ. Αγαθάγγελος Μιχαηλίδης ενθυμείται ότι έμενε μαζί του την εποχή εκείνη στο Οικοτροφείο. Γράφει: "Η γνωριμία μας είναι από το Οικοτροφείο Σολωμού 10 από το 1941 σχεδόν. Τέλειος ήτο εν πάσι. Πόνεσα πολύ δια τον θάνατόν του, διότι η αγάπη προς την Εκκλησίαν και τους πιστούς εργάτας του ήτο τεραστία". Ο π. Αγαθάγγελος είναι εκείνος στον οποίο ο Καλλίνικος, πριν πάη στο Λονδίνο για να χειρουργηθή, εξομολογήθηκε. Και μετά τον θάνατό του έτρεφε πολύ μεγάλη αγάπη. Μου έλεγε επανειλημμένως ότι τον θεωρούσε άγιο. Στο δωμάτιό του είχε την φωτογραφία του και προσευχόταν σε αυτόν.
Η άλλη μαρτυρία προέρχεται από τον θεολόγο και εξαίρετο άνθρωπο, τον αείμνηστο Βασίλειο Μουστάκη. Μετά τον θάνατό του έγραψε στο περιοδικό "Εφημέριος" τα εξής:
"Είχα την εύνοια, από θεία οικονομία, να συγκαταλέγωμαι στους στενούς του φίλους. Από τα φοιτητικά μας χρόνια, που τα αναπολώ με ιερή νοσταλγία, όταν ήταν ακόμη ο λαϊκός Δημήτριος Πούλος, μας συνέδεαν κοινά ιδανικά και αισθήματα...
...Οι ιδιοσυγκρασίες μας, οι χαρακτήρες μας διέφεραν. Σ' εκείνον έβλεπες τον ασκητικό άνθρωπο, με όλα τα σημάδια πάνω του της τέλειας αφοσίωσης στον Κύριο, που τα επιβεβαίωσαν με εκθαμβωτικό τρόπο η είσοδος και η διαδρομή στο κληρικό στάδιο. Ποθούσα και καμάρωνα σ' αυτόν μια ζώσα πραγματικότητα. Ήταν -καί έμεινε- ένα άκακο πρόβατο του Χριστού. Ακηλίδωτος στην σάρκα, μη ενδίδοντας, από συνειδητή πίστη και από φυσικού του, ούτε και στις παραμικρές απαιτήσεις της. Αφιλόδοξος. Λιτοδίαιτος. Βρίσκοντας χαρά μόνο στην προσευχή και στις αγαθοπραξίες... Ήταν μια ωραία ψυχή... Καλό σου ταξίδι στην αιωνιότητα, αγαπημένη, αγνή ύπαρξη".
Και δεν είναι περίεργο πράγμα ότι, όπως τον περιγράφει ο συμφοιτητής του, έτσι τον γνώρισα και εγώ. Παρέμεινε μέχρι τα 65 του χρόνια ο ίδιος, χωρίς να αλλάξη χαρακτήρα, αλλά μάλλον αγιαζόμενος συνεχώς και ωριμάζοντας πνευματικώς. Στα δεκαπέντε χρόνια που έζησα κοντά του έβλεπα ότι συνεχώς ωρίμαζε περισσότερο. Προς το τέλος δε είχε πολύ ωριμάσει και ήταν έτοιμος για τον θερισμό. Έτσι εξηγείται ο πρόωρος θάνατός του.
Ένας από τους πιο κοντινούς συμφοιτητές του και φίλος ήταν ο Μιχαλάκης Παπουτσάκης, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος. Κάθονταν στο ίδιο θρανίο και είχαν μεγάλο και στενό πνευματικό σύνδεσμο. Μαζί οραματίζονταν την δόξα του Θεού και της Εκκλησίας. Μου έλεγε πολλές ιστορίες για τον φίλο του.
Σαν παιδιά που ήταν "έπαιζαν". Το παιχνίδι τους ήταν να βρίσκουν τα χωρία της Αγίας Γραφής. Δηλαδή, ο ένας ανέφερε από στήθους ένα χωρίο της Καινής Διαθήκης και ο άλλος έπρεπε να βρη την παραπομπή εκείνη την ώρα, δηλαδή να πη αμέσως το βιβλίο στο οποίο υπήρχε αυτό το χωρίο, το κεφάλαιο και τον στίχο. Τί ωραίος σύνδεσμος! Να παίζουν με τον λόγο του Θεού και αυτό το παιχνίδι ταυτόχρονα γινόταν ζωή. Ο αείμνηστος είχε μεγάλη αγάπη στην Αγία Γραφή μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ήξερε σχεδόν απ' έξω. Στα κηρύγματά του μνημόνευε συνεχώς χωρία από αυτήν. Ιδιαιτέρως αγαπούσε τον Απόστολο Παύλο.
Μου έλεγε πολλές φορές για τον φίλο του, που σηκωνόταν το πρωΐ για να ψήση ψωμί και στην συνέχεια να βαδίση με τα πόδια από τον Πειραιά μέχρι το Πανεπιστήμιο, για να παρακολουθήση τις παραδόσεις των Καθηγητών. Μου έλεγε ότι πολλές φορές στο έδρανο τον έπαιρνε ο ύπνος και όταν τον ξυπνούσε του διηγόταν τις ταλαιπωρίες του.
Αλλά ας αφήσουμε τον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Τιμόθεο να μας περιγράψη τις αναμνήσεις του:
"Είχα την ευτυχία και την απέραντη χαρά να ζήσω όλα τα φοιτητικά μου χρόνια με τον αξέχαστον αδελφόν Καλλίνικον. Θα αδικούσα ασφαλώς αν αποτολμούσα να περιγράψω τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα. Τον βλέπω πάντα μπροστά μου και η σκέψη μου πετάει στις ωραίες πνευματικές μας συζητήσεις, την ωραία αναστροφή, το πνευματικό και εξηγιασμένο παράδειγμά του.
Φτωχούλια φοιτητάκια, στερημένα, αλλά χαρούμενα, ευτυχισμένα, με νεανική χαρά και ενθουσιασμό μιας αγάπης σωστής, μιας πίστεως γεμάτης οράματα, όνειρα, ελπίδες. Μοιάζαμε στη φτώχεια, στη στέρηση, στις λαχτάρες και στα χτυποκάρδια.
Δεν ήταν μόνο συμφοιτητής. Ήταν κάτι παραπάνω. Δεν ήταν μόνο φίλος. Ήταν επίσης κάτι παραπάνω. Είχαμε κοινά ενδιαφέροντα, ψυχική επαφή και ο σύνδεσμός μας ήταν αδελφικός, ολοκληρωμένος και αδιάσπαστος.
Καθόμασταν πάντα στο ίδιο θρανίο. Δεν μας χώριζε τίποτε. Εσμίξαμε στο ίδιο θρανίο το μόχθο, την αγωνία, τη στέρηση, με τη μάθηση, τη γνώση, τη μόρφωση. Κοινές οι χαρές, κοινές οι λύπες. Και επειδή οι λύπες ήταν περισσότερες, φροντίζαμε κάθε μέρα να τις μοιραζόμαστε για να λιγοστεύει το φορτίο και ο πόνος τους.
Ένας σκοπός και οδηγός το Ευαγγέλιο στην φτωχή μας τσέπη. Αμέτρητες φορές σε κάποιο παγκάκι του Βασιλικού Κήπου, στο Ζάππειο μας βρήκε να μελετούμε, να συζητούμε, να μοιραζόμαστε τη στέρησή μας και την ελπίδα. Καθίζαμε σε κανένα παγκάκι κάτω από την δροσερή σκιά, εμελετούσαμε λίγο ή καταστρώναμε το φρικτό πρόβλημα του επισιτισμού μας. Εκεί παρατηρούσαμε και μακαρίζαμε όσους τεντώνονταν νωχελικά σε κάποιο παγκάκι του κήπου για να χωνέψουν ή τα ψαράκια της δεξαμενής που βρίσκονταν στην είσοδο του κήπου που απολάμβαναν τα κουλούρια, που τους πετούσαν οι διαβάτες για να τα κάνουν να κινούνται και να ανεβοκατεβαίνουν στο νερό. Πόσες φορές δεν ζηλέψαμε την ευτυχία των ψαριών εκείνων!
Όμως τις ώρες εκείνες της απογνώσεως ανοίγαμε το Ευαγγέλιο. Πνευματική πλησμονή, ανέκφραστη χαρά, αγαλλίαση και ελπίδα πλημμύριζε την ψυχή μας Και εκείνα τα ιερά συναισθήματα μας έκαναν να υπερβούμε τις χοϊκές ανάγκες.
Δεν μας χώριζε παρά ο ύπνος. Στις διαλέξεις μαζί, στην Εθνική Βιβλιοθήκη αχώριστοι για να μελετάμε, αφού δεν είχαμε δικά μας βιβλία. Δεν μπορούν να λησμονηθούν οι προσευχές, τα δάκρυα, οι μελέτες και τα ξενύχτια πάνω στο βιβλίο, με την προθυμία να βοηθήση ο ένας τον άλλο σε ό,τι μπορεί.
Πηγαίναμε και σε κάποιον ασκητή σ' ένα βουνό κοντά στην Αθήνα. Δύσκολα μπορούσε κάποιος να τον συναντήσει. Πάνω σε μια στάμνα με νερό είχε τοποθετήσει ένα κομμάτι σανίδι με μια κακογραμμένη επιγραφή που έλεγε: "Εσύ ο διαβάτης που θα δροσιστείς από τούτο το νερό, κάνε μια προσευχή και για μένα τον αμαρτωλό". Ήταν ευλογία που κατορθώσαμε να τον συναντήσουμε και να μιλήσουμε, γιατί κατάλαβε τις διαθέσεις μας και έδειξε προθυμία να μας δώσει μερικές συμβουλές. Κακότεχνα τα έλεγε και χωρίς ρητορείες, μα ήταν γλυκά, καυτερά, που περνούσαν σαν κοφτερά σπαθιά και σού συντάραζαν την ψυχή ώς τα κατάβαθά της.
Δεν μπορώ να περιγράψω τί αισθανόμαστε τότε. Κατάνυξη και ρίγος, συγκίνηση και φόβο, ευχαρίστηση και τύψεις, ανακούφιση και στενοχώρια. Όλα μαζί ανακατεύονταν και σταματούσαν την αναπνοή μας.
Ευλογημένοι πνευματικοί χριστιανικοί ενθουσιασμοί. Ποιός μπορούσε να φανταστεί το σεμνό αυτό φοιτητάκι, που ξεκίνησε και ωρίμασε μέσα στην δοκιμασία και την αγωνία ότι θα ελάμπρυνε Αρχιερατικό θρόνο τόσο περίλαμπρα. Ο αείμνηστος αδελφός υπηρέτησε την Εκκλησία από την Επισκοπική έπαλξη, αγκάλιασε με αληθινή αφοσίωση την Εκκλησία, την πατρίδα, την αγία μας Ορθοδοξία.
Τον άγιο αδελφό έχω πάντα μπροστά στα μάτια μου και μέσα στην καρδιά μου. Χωρίσαμε σωματικά. Ο Κύριος τον βρήκε έτοιμο και τον μετέστησε τόσο ενωρίς στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.
Ο αδελφός Μητροπολίτης Εδέσσης ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ άφησε ανεξάλειπτα το πέρασμά του, πέρασμα αγίου ποιμενάρχου που εσημάδεψε την εποχή του, συγκλονίζει πάντα τις καρδιές των πιστών και δείχνει με την ιεροπρέπειά του υπόδειγμα αρετής, μορφώσεως και αγιασμού.
Ας τον παρακαλέσουμε να προσεύχεται για τα πνευματικά του παιδιά, τους φίλους του, το ποίμνιό του, τον λαό μας και ολόκληρο τον κόσμο".
Τον καιρό που σπούδαζε στην Αθήνα οι συνθήκες ζωής ήταν τραγικές. Τα χρόνια από το 1937-1942, οπότε πήρε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής ήταν πολύ δύσκολα. Συχνά ο Καλλίνικος θυμόταν όλες αυτές τις δυσκολίες και δόξαζε τον Θεό, γιατί τον ευλόγησε να μην πάθη κάποιο κακό. Θυμόταν ότι έβλεπε με τα μάτια του ανθρώπους να πεθαίνουν στον δρόμο από την πείνα. Και θυμόταν έναν Αρχιμανδρίτη τον π. Τιμόθεο, που πήρε στην πλάτη του έναν πεθαμένο για να τον πάη στο νεκροτομείο. Έβλεπε τους πεθαμένους να τους πηγαίνουν στα νεκροταφεία πάνω σε κάρα και καιγόταν η καρδιά του. Ευαίσθητος καθώς ήταν πληγωνόταν βαθειά.
Ως φοιτητής έζησε μέσα σε όλο το κλίμα του ενθουσιασμού για την μεταμόρφωση της κοινωνίας μας από την χριστιανική διδασκαλία, γι' αυτό και εντάχθηκε στον "ακαδημαϊκό σύνδεσμο", προκειμένου να βοηθήση στην εκκλησιαστικοποίηση της κοινωνίας μας. Βέβαια, τότε γινόταν και πολλά λάθη, αφού δεν υπήρχε θεολογικός προσανατολισμός και θεολογική υποδομή, αλλά την εποχή εκείνη ήταν το καλύτερο που υπήρχε. Με μεγάλο ενθουσιασμό έτρεχε στις φυλακές, στα Νοσοκομεία, στις διαλέξεις, στις εξορμήσεις κλπ. Ήταν το αγνό χωριατόπουλο που οραματιζόταν την μεταμόρφωση της κοινωνίας. Εκείνος, βέβαια, είχε άλλη υποδομή, την εκκλησιαστική ζωή, που είχε μάθει κοντά στον παππού του.
Ήταν πολύ μελετηρός και γι' αυτό ήταν άριστος φοιτητής. Επειδή είχε πολύ μεγάλο φιλότιμο, γι' αυτό και δεν μπορούσε να ανεχθή να μη μελετά τα μαθήματα. Παρακολουθούσε τις πανεπιστημιακές παραδόσεις και μελετούσε ακατάπαυστα. Είχε τεράστια μνήμη, όπως και εγώ προσωπικά διεπίστωσα από άλλες περιπτώσεις. Όταν επρόκειτο να δώση εξετάσεις στο μάθημα της Πατρολογίας, που ήταν γεμάτο από χρονολογίες, σαν ένας τηλεφωνικός κατάλογος, το ήξερε τόσο καλά, ώστε έλεγε ότι το ήξερε καλύτερα από τον Καθηγητή Μπαλάνο, ο οποίος το είχε γράψει. Για να δώση εξετάσεις για το πτυχίο διάβαζε πολύ στο χωριό του το καλοκαίρι, ιδίως στον Δρυμώνα. Σηκωνόταν πρωΐ και έφευγε μέσα στα έλατα. Πρώτα έκανε την προσευχή του και στην συνέχεια μελετούσε την Πατρολογία. Σε όλη του την ζωή θυμόταν ολόκληρα χωρία από τους Πατέρας και άλλα περιστατικά και γεγονότα, τα οποία χρησιμοποιούσε στα κηρύγματα και τις ομιλίες του.
Εκτός από την Πατρολογία είχε ιδιαίτερη επίδοση στην Απολογητική, που δίδασκε ο Καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ. Η εποχή εκείνη, λόγω της αναπτύξεως της αθεΐας, διεκόλυνε την ανάπτυξη της Απολογητικής. Βέβαια, σήμερα που βλέπουμε τα πράγματα από μακρυά, αισθανόμαστε ότι η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να απολογήται, γιατί δεν αισθάνεται ως κατηγορουμένη, γι' αυτό πρέπει να παρουσιάζη κυρίως την ζωή της. Όμως την εποχή εκείνη η Απολογητική εθεωρείτο απαραίτητη. Ο Δημήτριος είχε μεγάλη επίδοση στο σημείο αυτό.
Αρίστευσε σε όλες τις σπουδές του. Το πτυχίο του το πήρε με άριστα. Γι' αυτό ο Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής, ο αείμνηστος Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, κατά την συνήθειά του, του έδωσε την φωτογραφία του. Αυτό το έκανε μόνον με τους αρίστους φοιτητές.
Η επιμέλειά του, η προσεκτική του ζωή, η εξυπνάδα του και η αρίστευση στις εξετάσεις είλκυσαν την προσοχή των Καθηγητών, οι οποίοι έδειχναν ενδιαφέρον για να τον βοηθήσουν να σπουδάση στο εξωτερικό και να προωθηθή στον Πανεπιστημιακό χώρο. Αλλά εκείνος είχε άλλες σκέψεις.
Ο Καθηγητής του Γρηγόριος Παπαμιχαήλ του πρότεινε να τον στείλη στο εξωτερικό για σπουδές με ακαδημαϊκή εξέλιξη. Εκείνος, αν και πιέστηκε, αρνήθηκε, γιατί είχε βάλει ως σκοπό του να εργασθή στον χώρο της Εκκλησίας από την θέση της ποιμαντικής διακονίας. Περίμενε να τελειώση την Θεολογική Σχολή και να πάη κοντά στον Μητροπολίτη Ακαρνανίας Ιερόθεο, ο οποίος τον περίμενε με ανυπομονησία. Μεταξύ αυτών των δύο άρχισε να δημιουργήται ένας ιερός πνευματικός σύνδεσμος, όπως θα φανή από τις επιστολές που θα παραθέσουμε στην συνέχεια. Στις πιέσεις του Καθηγητού, παρενέβη ο Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ο οποίος του είπε: "άστο το αγριολούλουδο εδώ. Έξω θα μαραθή". Η φράση αυτή είναι εκφραστικότατη, δείχνει και πώς τον θεωρούσαν οι Καθηγητές. Ήταν το αγνό χωριατόπουλο, με τα αγνά αισθήματα για να υπηρετήση την Εκκλησία, φορώντας το τίμιο ράσο. Πραγματικά, όταν άκουσα αυτή την φράση για πρώτη φορά συγκινήθηκα βαθειά. Σε όλη του την ζωή ήταν αυτό το αγνό και αθώο "αγριολούλουδο". Δεν τον αλλοίωσαν καθόλου τα αξιώματα που πήρε. Μέχρι το τέλος της ζωής του είχε μια εκπληκτική παιδικότητα, μια θαυμάσια απλότητα.
Υπήρξε όμως και άλλη πρόταση. Πριν την παραθέσω πρέπει να πω ότι συγκινήθηκα βαθειά, όταν μετά την κοίμησή του, αναδιφώντας στο προσωπικό του αρχείο βρήκα μια αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του Βασιλείου Βέλλα, Καθηγητού της ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης, Εβραϊκής αρχαιολογίας και Εβραϊκής γλώσσης. Συγκινήθηκα γιατί δεν μου είχε κάνει ποτέ αναφορά αυτού του γεγονότος. Η αλληλογραφία αυτή έγινε το 1950, δηλαδή οκτώ περίπου χρόνια μετά την αποφοίτησή του από την Θεολογική Σχολή, και ένα χρόνο μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας.
Ο Βασίλειος Βέλλας, που τότε ήταν και Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του έστειλε τηλεγράφημα στο οποίο έλεγε:
"Δι' επείγουσαν προσωπικήν σου υπόθεσιν ελθέ τάχιστα. Βέλλας".
Αμέσως την ίδια ημέρα ο Δημήτριος Πούλος αποστέλλει το δικό του τηλεγράφημα στο οποίο έλεγε:
"Ευχαριστών δια πατρικόν ενδιαφέρον, παρακαλώ επιτρέψατε εκφράσω αδυναμίαν".
Την επομένη ημέρα αισθάνθηκε την ανάγκη να γράψη επιστολή, στην οποία εξέφραζε όλες τις απόψεις του. Τότε βέβαια, δεν υπήρχε η δυνατότητα άμεσης τηλεφωνικής επικοινωνίας γι' αυτό εστάλη το τηλεγράφημα και αργότερα η επιστολή.
Από την επιστολή του φαίνονται δύο πράγματα. Το πρώτο ότι ο Καθηγητής σε προσωπική τους συνάντηση του είχε κάνει πρόταση για την αποστολή του στο εξωτερικό για σπουδές, και μάλιστα στην Γαλλία. Παρά την προσωπική επικοινωνία, εν τούτοις ο Καθηγητής του έστειλε και τηλεγράφημα για να τον παρακινήση ακόμη περισσότερο για να ανταποκριθή στην πρόσκλησή του. Το δεύτερο ότι η υποτροφία προέβλεπε να δοθή σε Κληρικό γι' αυτό και φαίνεται έπρεπε να επισπεύση την χειροτονία του, ώστε να λάβη την σχετική υποτροφία από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Ο Δημήτριος τότε απαντά ότι δεν το θεωρεί σωστό να δελεασθή από τις σπουδές στο εξωτερικό και να χειροτονηθή βιαστικά. Το χαρακτηρίζει μάλιστα αυτό αμαρτία. Είχε πολύ υψηλά την Ιερωσύνη. Ήθελε να εισέλθη στην ιερωσύνη κατόπιν πολλής σκέψεως, δοκιμασίας και προσευχής, και κυρίως από αγάπη για τον Θεό και όχι για προσωπικά ωφέλη. Μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε την αλήθεια ότι ο Κληρικός πρέπει να εργάζεται για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία.
Ας απολαύσουμε όμως την ωραία αυτή επιστολή που δείχνει τον χαρακτήρα του, αλλά και την πνευματική του ωριμότητα, και η οποία φέρει ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 1950.
Σεβαστέ μοι κ. Καθηγητά,
Τα σέβη μου.
Ελθών εις Μεσολόγγιον συνεζήτησα μετά της οικογενείας και κυρίως εμελέτησα μόνος μου το γνωστόν ζήτημα. Τούτο με απησχόλησε από της πλευράς του Κληρικού και της γλώσσης. Βεβαίως το ζήτημα της γλώσσης δεν είναι και τόσον σοβαρόν, διότι μία μελέτη ολιγοχρόνιος πολλά θα αποδώση, δεδομένου ότι γνωρίζω πολλά από την Γαλλικήν.
Εσκέφθην ότι θα είναι αμαρτία να δελεασθώ από τας σπουδάς εν Εξωτερικώ και να γίνω Κληρικός.
Εκ παίδων επιθυμώ όπως με αξιώση ο Κύριος του Αμπελώνος ίνα κάτι προσφέρω εις την Εκκλησίαν μας με όποιον τρόπον Εκείνος γνωρίζει.
Βεβαίως αι σπουδαί εν τω Εξωτερικώ θα διηυκόλυνον την υπηρεσίαν μου εν τη Εκκλησία. Ας με φωτίση ο Θεός δια των περιστάσεων τί να κάμω.
Πάντως είμαι υποχρεωμένος και πάλιν ίνα ευχαριστήσω Υμάς δια το τόσον θερμόν ενδιαφέρον, το οποίον με καθυποχρεώνει και μου δίδει ενίσχυσιν να εργασθώ με όλας μου τας δυνάμεις εις δόξαν Χριστού.
Ζητώ δε συγγνώμην διότι αδυνατώ όχι ότι δεν θέλω να συμμορφωθώ προς την τιμητικήν πρόσκλησιν.
Μετά βαθυτάτου σεβασμού και θερμοτάτων ευχαριστιών
Δημήτριος Γ. Πούλος
Στην επιστολή αυτή διακρίνεται και η πνευματική ευαισθησία. Τον ευχαριστεί θερμότατα για την αγάπη του. Αρνείται με λεπτότητα αυτή την σοβαρή πρόταση, που θα τον βοηθούσε να έχη άλλη εξέλιξη. Διατρανώνει ότι από μικρό παιδί επιθυμούσε να προσφέρη τις υπηρεσίες του στην Εκκλησία με οποιοδήποτε τρόπο. Πάντως φαίνεται ότι αφήνει τον εαυτό του στα χέρια του Θεού. Δεν θέλει να προχωρήση στην Ιερωσύνη με δελεαστικές προτάσεις.
Στην Αθήνα που βρισκόταν τα δύσκολα εκείνα χρόνια, είχε επικοινωνία με πολλούς πνευματικούς ανθρώπους. Ιδιαιτέρως εδώ θέλω να μνημονεύσω δύο.
Τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Κυρό Χρύσανθο, ο οποίος είχε παραιτηθή από τον θρόνο του, όταν εισήλθαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Δεν δέχθηκε να ορκίση την Κυβέρνηση Κατοχής. Παροιμιώδεις υπήρξαν οι λόγοι του και οι απαντήσεις του. Έμενε τότε σ' ένα δωμάτιο στην Κυψέλη, καί, όπως αργότερα αποδείχθηκε, καθ' όλη την διάρκεια της Κατοχής έκανε από το μικρό εκείνο σπιτάκι αντίσταση, διότι με τον ασύρματο που είχε επικοινωνούσε με την Κυβέρνηση και τον Βασιλέα που βρισκόταν στην Μέση Ανατολή. Ο Δημήτριος τον επισκεπτόταν συχνά, τον θαύμαζε για την προσωπικότητά του και το θάρρος του, ενθουσιαζόταν από το παρουσιαστικό του. Στον φοιτητή Δημήτριο ακτινοβολούσαν στο πρόσωπο του ιεράρχου εκείνου τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Ορθοδόξου Κληρικού και μάλιστα του Επισκόπου. Πολύ μεγάλη εντύπωση του έκανε σε όλη του την ζωή ο ιεράρχης εκείνος.
Ο ίδιος σε μια επιστολή, την οποία απέστειλε αργότερα ως Μητροπολίτης σε καταγόμενο από την Τραπεζούντα, που γνώριζε τον Χρύσανθο και τον αγαπούσε πολύ, περιγράφει ως εξής την εντύπωση που του έκανε η προσωπικότητά του:
"Με συγκινεί η αγάπη σας προς τον Πόντον και ο σεβασμός προς την μεγάλην Εκκλησιαστικήν και Εθνικήν προσωπικότητα, τον Μακαριστόν Αρχιεπίσκοπον Χρύσανθον.
Είχον και εγώ την ευλογίαν του Θεού και την εξαιρετικήν τιμήν να επισκεφθώ εις την πτωχικήν οικίαν της οδού Σουμελά τον αείμνηστον.
Η μορφή του σε καθήλωνε. Το βλέμμα του σε εκάρφωνε. Ο λόγος του σε συνεκλόνιζε. Πραγματικός Ηγέτης. Αιωνία Του η μνήμη.
Ας έχωμεν την ευχήν του".
Το δεύτερο πρόσωπο ήταν ο Φώτης Κόντογλου. Τον είχε συναντήσει πολλές φορές και συζητούσε μαζί του για την παράδοση της Ρωμηοσύνης. Διασώζεται στο προσωπικό του αρχείο και μια επιστολή του Φώτη Κόντογλου με τα ωραία Βυζαντινά του γράμματα προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ι. Ναού Αγίας Τριάδος Παναιτωλίου Τριχωνίδος, στην οποία αναφέρει τις σχετικές λεπτομέρειες για την αγιογράφηση του Ιερού Ναού "κατά σύστασιν του κ. Δ. Πούλου". Και να φαντασθή κανείς ότι εκείνη την εποχή επικρατούσε παντού, ακόμη και στο Άγιον Όρος, η αναγεννησιακή ζωγραφική. Όλοι σχεδόν οι αγιορείτες αγιογράφοι ζωγράφιζαν αναγεννησιακά και με τέτοιες εικόνες στόλιζαν τους Ιερούς Ναούς. Ο Δημήτριος Πούλος, επηρεασμένος πολύ από την Ορθόδοξη Παράδοση επεδίωκε την Βυζαντινή αγιογραφία, και μάλιστα προερχόμενη από τον Φώτη Κόντογλου. Με αυτόν τον τρόπο έδειχνε τις προτιμήσεις του και την εκκλησιαστική του υποδομή.
Επομένως, η αρίστευσή του και οι λαμπρές του επιδόσεις στο Πανεπιστήμιο, η εξυπνάδα και η εργατικότητά του, η καλή εκκλησιαστική υποδομή που είχε λάβει, το φιλότιμο που τον κοσμούσε και η πνευματική του ευαισθησία τον είχαν ετοιμάσει για να εισέλθη στον αμπελώνα του Κυρίου και να εργασθή για την δόξα του Θεού.
|
[ ΠΑΝΩ ]
δ) Η είσοδος στην εκκλησιαστική διακονία
|
Η φλόγα και η αγάπη του για τον Χριστό και την Εκκλησία αρχίζει να ενεργοποιήται καθαρά, μετά την λήψη του πτυχίου της Θεολογικής Σχολής. Πήρε το πτυχίο του αρχές του 1942. Στρατός τότε δεν υπήρχε λόγω της Γερμανικής Κατοχής, γι' αυτό αμέσως προσελήφθη στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως ως Γραμματεύς. Αργότερα θα πάη στρατιώτης, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Γερμανούς, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Έτσι το διάστημα από το 1942 μέχρι το 1946 τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι πλησίον του γηραιού Μητροπολίτου Ιεροθέου να εργάζεται για την δόξα της Εκκλησίας. Η εποχή εκείνη ήταν πολύ κρίσιμη. Την Γερμανική Κατοχή, όπου υπήρχε πείνα, εξαθλίωση, διωγμοί, φυλακίσεις κλπ. διαδέχθηκε ο εμφύλιος σπαραγμός που είχε άλλες συνταρακτικές συνέπειες για τον πληθυσμό της υπαίθρου. Αυτή την κρίσιμη περίοδο ο Δημήτριος Πούλος, νεαρός θεολόγος, αρνείται την ακαδημαϊκή εξέλιξη, τις υποτροφίες του στο εξωτερικό και έρχεται να βοηθήση την Εκκλησία, τον λαό του Θεού, ως άλλος Μωϋσής, ο οποίος αρνήθηκε τα ανάκτορα του Φαραώ για να συγκακουχήται με τον λαό του Θεού.
Σε τρεις πλευρές μπορούμε να δούμε την εκκλησιαστική του διακονία αυτήν την περίοδο της ζωής του.
Πρώτον, στην υπηρεσία του μέσα στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως. Υπήρξε η ψυχή των Γραφείων και γενικά της Διοικήσεως της Εκκλησίας. Πρωτοσύγκελλος τότε ήταν ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Ο Δημήτριος όμως λόγω της φυσικής του ευφυΐας, των πολλών και μεγάλων προσόντων του, βρισκόταν πίσω από τον Πρωτοσύγκελλο, αλλά και πίσω από τον Ιερόθεο.
Θυμόταν με πόνο την είσοδο των Κομμουνιστών στο Μεσολόγγι μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Καί, όταν αργότερα ο Ιερόθεος κυνηγημένος από τους Κομμουνιστές έφυγε από το Μεσολόγγι και παρέμενε στην Αθήνα και την Διοίκηση της Μητροπόλεως ασκούσε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, ο Δημήτριος ήταν εκείνος που τον βοηθούσε αποτελεσματικά στο έργο του και ήταν ο κύριος μοχλός της Διοικήσεως. Θυμόταν την παγκληρική ένωση, τους ιερείς εκείνους που συμμάχησαν με τους Κομμουνιστές και ήθελαν να πάρουν στα χέρια τους την Μητρόπολη για να την διευθύνουν αυτοί. Ήταν ένας αφανής ήρωας των ημερών εκείνων.
Δεύτερον, εργάζεται πυρετωδώς στην Κατήχηση των νέων. Κάνει Κατηχητικά Σχολεία, διδάσκει τις αλήθειες της πίστεως με γλυκύτητα και ενθουσιασμό και είναι αγαπητός σε όλα τα παιδιά. Στις ημέρες του τα Κατηχητικά Σχολεία του Μεσολογγίου είχαν μεγάλη άνθηση. Επισκέπτεται τα Σχολεία και ομιλεί στους μαθητές. Ήταν τόσο αγαπητός, ώστε, όπως μου είπε κάποιος που ήταν τότε μαθητής, σε μια ανταρσία των μαθητών του Γυμνασίου, όταν αδυνατούσαν οι καθηγητές να επιβάλουν τάξη, ο Δημήτριος έπεισε τα παιδιά να επιστρέψουν στο Σχολείο τους και να κάνουν τα μαθήματά τους.
Υπάρχει μια χαρακτηριστική επιστολή παλαιού μαθητή του στο Κατηχητικό Σχολείο του Μεσολογγίου. Πρέπει να σημειωθή ότι φέρει ημερομηνία αποστολής 10 Ιανουαρίου 1983, και φυσικά ο Γέροντάς μου την έλαβε ελάχιστες ημέρες πριν αναχωρήση για την Αθήνα και από εκεί στο Λονδίνο, από όπου θα επέστρεφε στην Ελλάδα με ημιπληγία. Έτσι αυτή η επιστολή αφ' ενός μεν δείχνει την μεγάλη του προσφορά στον νεανικό χώρο, αφ' ετέρου δε είναι συμβολική. Τελειώνει την ποιμαντική του διακονία με την ανάμνηση της εργασίας του στην νεότητα. Από εκεί άρχισε την διακονία του, εκεί έπρεπε να τελειώση. Αγάπησε πολύ τους νέους, γιατί βίωνε την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός.
Στην επιστολή αυτή μεταξύ των άλλων γράφονται:
"Σάς ευχαριστώ δια τους καλούς σας λόγους και την πατρική σας αγάπη, με την οποία ιδιαιτέρως περιβάλλετε όλους εμάς τους παλαιούς μαθητάς σας.
Η επιστολή σας με εγέμισε χαρά και χωρίς να καταλάβω βρέθηκα πολλά χρόνια πίσω, νεαρός μαθητής, να σάς ακούω να διδάσκετε στο κατηχητικό σχολείο του Αγίου Παντελεήμονα. Στα αυτιά μου έρχεται πάντα ο απόηχος των λόγων σας, με την γλυκύτητα της φωνής σας και την απέραντη αγάπη της μεγάλης χριστιανικής σας καρδιάς. Συχνά σάς θυμάμαι ανάμεσά μας, να συνοδεύετε τους περιπάτους μας και με απλότητα, κατανόηση και καλοσύνη, να συζητάτε τα προβλήματά μας".
Αυτή και μόνον η επιστολή είναι η πνευματική καταξίωση του έργου του στην νεολαία και η απόδοση της ευγνωμοσύνης όλων των νέων που βοηθήθηκαν από τον ζεστό και γλυκύ του λόγο.
Τρίτον, περιοδεύει σε όλη την περιφέρεια διαλαλώντας τον λόγο του Θεού. Και όπως είπαμε η περίοδος ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Επισκέπτεται τα χωριά και ομιλεί στους ιερούς Ναούς, ακόμη και στις Πλατείες. Πηγαίνει στα Δημοτικά Σχολεία και συνομιλεί με τα παιδιά. Όλοι κρέμονται από τον γλυκύ του λόγο. Οι περιοδείες του ήταν συναρπαστικές.
Στο προσωπικό του αρχείο βρέθηκαν τρία τετράδια στα οποία καταγράφονται τόσο οι περιοδείες όσο και τα θέματα των ομιλιών. Εκεί βλέπει κανείς τον φλογερό εργάτη της Εκκλησίας, τον μεγάλο ιεραπόστολο. Βέβαια θα υπήρχαν και άλλα τετράδια, αλλά αυτά τελικά διασώθηκαν. Μερικά χαρακτηριστικά θα ήθελα να αναφέρω από τα τετράδια αυτά.
Στο ένα αρχίζει ως εξής: "Κηρύγματα κατά το 1945 εκτός της πόλεως Μεσολογγίου. Ο Κύριος βοηθός μου και σωτήρ μου". Είναι πολύ σημαντική αυτή η φράση, δεδομένου ότι τότε στην ύπαιθρο υπήρχε μεγάλη αναστάτωση. Στο άλλο τετράδιο προτάσσονται δύο ρητά. Το πρώτο του Αποστόλου Παύλου από την προς Ρωμαίους επιστολή: "εξ Αυτού και δι' Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν". Αυτό ήταν το σύνθημα της ζωής του. Όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στον Θεό. Και το δεύτερο από την προς Κορινθίους επιστολή του ιδίου Αποστόλου: "Ουαί μοι εστιν εάν μη ευαγγελίζωμαι". Το θεωρούσε χρέος του προς τον λαό του Θεού. Και στο άλλο τετράδιο που υπάρχουν στοιχεία ομιλιών του προς τους στρατιώτας στα στρατόπεδά τους, τίθεται το ρητόν: "κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού". Αλλά και αυτός ήταν ένας πραγματικός στρατιώτης του Χριστού που ανελάμβανε κάθε θυσία για το όνομά Του και την δόξα Του.
Θα ήθελα να δώσω ένα στίγμα των ομιλιών του, που έκανε την περίοδο του 1945, σε ηλικία εικοσιέξι (26) ετών.
28 Απριλίου 1945, εσπερ. Κήρυγμα, Μόνος Σωτήρ ο Χριστός Νεοχώριον
29--4 Κ. Βαΐων, Περί εκκλησιασμού Κατοχήν
29 Απριλίου. Νυμφίος. Παραβολή 10 Παρθένων Νεοχώριον
30 Απριλίου. Νυμφίος. Παραβολή 10 Παρθένων Γουργιά
1 Μαΐου Μ. Τρίτη. Πόρνη--Ιούδας Σταμνά
3 Μαΐου Μ. Πέμπτη. "διψώ" Νεοχώριον
4 Μαΐου Μ. Παρασκευή. "διψώ" Αγ. Παρασκευή Μεσολογγίου
4 Μαΐου Μ. Παρασκευή. "διψώ" Σιταράλωνα
6 Μαΐου Κυρ. Πάσχα. Η σημασία της Αναστάσεως Σιταράλωνα
6 Μαΐου Εσπ. Αγάπης. Η σημασία της Αναστάσεως Πάμφιον
7 Μαΐου Αγ. Γεωργίου. Αι νίκαι του αγίου Σιταράλωνα
8 Μαΐου Τρίτη Διακαινησίμου. "Το διάγγελμα" Σιταράλωνα
Αυτός ο κατάλογος είναι της Μ. Εβδομάδος και της Διακαινησίμου του έτους 1945. Αυτό παρατηρείται και σε άλλες ημέρες. Συνεχώς κήρυττε τον λόγο του Θεού. Μάλιστα υπάρχουν παραδείγματα στα οποία φαίνεται ότι μια Κυριακή έκανε τρία ή τέσσερα κηρύγματα σε διάφορα χωριά.
Από τον κατάλογο που παρέθεσα και είναι ο πρώτος, όπως υπάρχει στο τετράδιο που διασώζεται, φαίνονται τόσο ο ζήλος του για το κήρυγμα, την διαλάληση του λόγου του Θεού, όσο και το θάρρος του να ομιλή στο χωριό του τις περισσότερες φορές (Σιταράλωνα) προς τους χωριανούς του. Κάθε μέρα κάνει ομιλία και πολλές φορές στο χωριό του. Χρειάζεται τόλμη για να ομιλή κανείς στους συγχωριανούς του, όταν μάλιστα είναι στην ηλικία των εικοσιέξι ετών. Αυτό είναι συγκινητικό και να το αναλογισθή κανείς. Δείχνει ότι σε τέτοια σχετικά μικρή ηλικία είχε μεγάλη εκτίμηση από τους συγχωριανούς του και τον άκουγαν με ενδιαφέρον και προσοχή. Και όχι μόνον αυτό, αλλά τον θεωρούσαν άγιο παιδί. Πρόσφατα συνάντησα έναν χωριανό του, ο οποίος μου είπε: "πιστεύω ότι ήταν άγιος".
Αγαπούσε πολύ τον Μητροπολίτη Ιερόθεο, αλλά και εκείνος τον υπεραγαπούσε και τον εκτιμούσε περισσότερο από τον Πρωτοσύγκελλό του. Μου έλεγε ότι, ενώ στους άλλους φαινόταν ότι ο Ιερόθεος ήταν αυστηρός, σε αυτόν ήταν γλυκύτατος, του συμπεριφερόταν σαν πατέρας στοργικός. Ο Ιερόθεος έλεγε: "Θέλω να ζήσω για να κάνω τον Μήτσο ανώτερο από τον Τρεμπέλα".
Αλλά και ο νεαρός Δημήτριος με το φιλότιμο που είχε και την ευαισθησία του ανταποκρινόταν με αδιάκριτη υπακοή στον Γέροντά του. "Σκοτωνόταν" κυριολεκτικά στην δουλειά. Μου έλεγε ότι το χαμόγελο και μόνον του Ιεροθέου ήταν γι' αυτόν κινητήρια δύναμη. Επίσης μου έλεγε ότι δεν υπήρχε ποτέ μέρα, ούτε απόγευμα στα όσα χρόνια εργάστηκε στην Μητρόπολη που να μην πάη στο Γραφείο. Κάθε απόγευμα πήγαινε στην Μητρόπολη, άλλοτε για να συνοδεύση τον Ιερόθεο στον απογευματινό του περίπατο στην "περιμετρική", άλλοτε να του διαβάση την εφημερίδα και άλλοτε να του κάνη συντροφιά ή να συζητήσουν κάποιο θέμα της Μητροπόλεως. Πολλές φορές εκτελούσε χρέη προσωπικού γραμματέως με την έννοια ότι ο Ιερόθεος υπαγόρευε επιστολές και έγγραφα και εκείνος τα έγραφε. Μου έλεγε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επέστρεψαν κάποια φορά στην Μητρόπολη μετά την ακολουθία της Αναστάσεως στις δυόμιση η ώρα το πρωΐ και αμέσως του είπε: "Μήτσο, πάρε χαρτί και μολύβι να συντάξουμε ένα έγγραφο". Και εκείνος, ως τέλειος υποτακτικός, υπήκουσε στις επιθυμίες του Γέροντός του.
Διασώζεται και ένα περιστατικό από αυτήν την περίοδο, όπως ακριβώς μου το διηγόταν ο ίδιος ο Γέροντάς μου.
Θα λειτουργούσε ο Μητροπολίτης Ιερόθεος στον ιερό Ναό της Αγίας Τριάδος Αγρινίου και όρισε να ομιλήση ο νεαρός θεολόγος Μήτσος. Του είπε όμως ότι, πριν αρχίση να ομιλή, θα ήθελε να τον προλογίση. Βγήκε, λοιπόν ο Ιερόθεος στην Ωραία Πύλη, ενώ ο Μήτσος ενδεδυμένος το τίμιο ράσο, και αδύνατος καθώς ήταν, βρισκόταν πλησίον του. Ο Μητροπολίτης άρχισε ως εξής:
"Έθος εκκλησιαστικόν είναι και ιερός Κανών υπαγορεύει, ότι όταν λειτουργή ο Αρχιερεύς αυτός να ομιλή και να ποδηγετή τον λαό του Κυρίου. Αλλά κάθε κανών έχει και τας εξαιρέσεις του. Όταν δηλαδή ο Αρχιερεύς είναι άρρωστος, ή αν υπάρχη έτερος καλύτερος αυτού, τότε ο άλλος να ομιλή, δια να ωφελήται ο λαός του Κυρίου. Εν προκειμένω και τα δύο ισχύουν. Και εγώ είμαι γέρων και άρρωστος, διότι έχω τον πόδα πεπληγότα (φλεβίτιδα), αλλά και υπάρχει καλύτερος εμού".
Και στρεφόμενος προς τον Δημήτριο που είχε εν τω μεταξύ κρυφτή είπε:
"Πούσαι Μήτσο!".
Ο νεαρός θεολόγος άρχισε φοβισμένος το κήρυγμα, αλλά ομίλησε πολύ ωραία. Στο τέλος βγήκε έξω ο Ιερόθεος και είπε στον λαό: "Είχα δίκηο;". Και ο λαός φώναξε: "Ναί".
Είχε συνδεθή πολύ στενά με τον Μητροπολίτη, ήξερε όλες τις αντιδράσεις του και τις ιδιοτροπίες του, υπήκουε σε όλα τα κελεύσματά του. Μάλιστα διασώζεται και ένα άλλο περιστατικό. Διηγείτο κάποτε ο Ιερόθεος ένα γεγονός, αλλά ξεχνούσε την συνέχεια. Έλεγε για παράδειγμα: "Ήμην ποτέ αγαπητοί αδελφοί..." και γύριζε στον Δημήτριο και έλεγε: "Που ήμην Μήτσο;".
Ο Γέροντάς μου εκτιμούσε το ανεπίφθονο του Ιεροθέου και έλεγε ότι το μεγαλύτερο προσόν ενός ηγέτου, και μάλιστα ενός επισκόπου, είναι το να μπορή να αξιοποιή τους συνεργάτες του και ακόμη να είναι ανεπίφθονος, δηλαδή να μη τους φθονή. Αλλά και ο Δημήτριος είχε μεγάλο φιλότιμο. Επειδή έζησα πολλά χρόνια κοντά του, δίνω ανεπιφύλακτα την μαρτυρία-βεβαίωση ότι η απλότητα, η ευαισθησία και προ παντός το φιλότιμό του δεν είχαν όρια. Λίγα να του έκανες θα σού τα επέστρεφε σε πολλαπλάσιο βαθμό.
Δεν θα αναφερθώ περισσότερο στις σχέσεις του με τον Ιερόθεο και στην ποικίλη δράση του, γιατί θα αναπτύξω λεπτομερέστερα το σημείο αυτό, όταν σε άλλη ενότητα θα παρουσιάσω την δράση του στο Μεσολόγγι μετά την απόλυσή του από τον Στρατό. Εκεί θα φανή περισσότερο η μεγάλη και δημιουργική εργασία του.
|
[ ΠΑΝΩ ]
ε) Η στρατιωτική του θητεία
|
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα και την απελευθέρωσή της, άρχισε να συγκροτήται ο Ελληνικός Στρατός καί, όπως ήταν επόμενο, κάλεσαν και τον Δημήτριο Πούλο να στρατευθή. Έτσι, σε ηλικία είκοσι επτά ετών παρουσιάζεται στο Στράτευμα. Ήταν πολύ καλός και φλογερός πατριώτης και γι' αυτό με πολύ μεγάλη χαρά πήγε στο Στρατό.
Στο πρώτο τετράδιο στο οποίο είναι καταγραμμένα τα κηρύγματα της πρώτης περιόδου κάπου διακόπτεται η καταγραφή του τόπου του κηρύγματος και του θέματος και γράφεται το εξής με τα δικά του χέρια:
"από 10 Ιουνίου 1946 έως 1 Απριλίου 1949 στρατιώτης.
Δόξα τω αγίω Θεώ δια τας πολλάς ευεργεσίας του Πατρός των Φώτων και ότι ήνοιξε θύραν λόγου.
Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν."
Με τις φράσεις αυτές θέλει να δικαιολογήση την μη συνέχιση της καταγραφής των κηρυγμάτων του. Συγχρόνως φαίνεται εδώ η ευγνώμων καρδία του. Ευχαριστεί τον Θεό για τις πολλαπλές ευεργεσίες που του έχει δώσει. Και επαναλαμβάνει τους λόγους του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που έλεγε και κατά την διάρκεια της εξορίας του και με τους λόγους αυτούς κοιμήθηκε: "Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν". Ο χαρακτήρας του, όπως διασώζεται στην ιδιόχειρη αυτή σημείωση, διατηρήθηκε μέχρι τέλους της ζωής του. Έτσι τον ενθυμούμαι και εγώ. Πάντοτε ευχαριστούσε και ευλογούσε τον Θεό.
Σε πιστοποιητικό του Στρατολογικού Γραφείου παρουσιάζεται όλη η κίνησή του κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Εκεί γράφεται το εξής:
--1941-20 Φεβρουαρίου: Κατετάγη στρατεύσιμος εξ αναβολής λόγω σπουδών...
--1941-1 Μαΐου: Εθεωρήθη απολυθείς δυνάμει...
--1946-11 Ιουνίου: Κατετάγη εμπροθέσμως 602 Τάγμα Πεζικού...
--1947-4 Μαρτίου: Μετετέθη ΚΒΕ Αθηνών εκ του λόχου Στρατηγείου Γ' ΣΣ
--1947-16 Απριλίου: Μετετέθη Κ.Ε.Α.Μ. Καταδρομών εκ του ΚΒΕ Αθηνών
--1948-27 Οκτωβρίου: Μετετέθη Λόχον Στρατηγείου 37ης Ορεινής Ταξιαρχίας εκ της Α' Μοίρας Καταδρομών
--1949-1 Απριλίου: Απελύθη παρά Λόχου Στρατηγείου 37ης Ορεινής Ταξιαρχίας ως στρατιώτης Πεζικού Λ. Οπλίτης με διαγωγήν εξαίρετον".
Ένα πιστοποιητικό ασφαλώς περιγράφει την "κίνηση" του στρατιώτου, αλλά δεν μπορεί να φανερώση όλη την ζωή του και τις δυσκολίες του. Μεταξύ του "κατετάγη" (11 Ιουνίου 1946) και του "απελύθη" (1 Απριλίου 1949) κρύβεται μια επικίνδυνη περίοδος της ζωής του, όπως θα προσπαθήσω με τα λίγα στοιχεία που διαθέτω και τα γεγονότα που ενθυμούμαι να περιγράψω.
Κατ' αρχάς πρέπει να πω ότι μπορούσε να αποφύγη την στράτευσή του. Αλλά αυτό δεν ήθελε εκείνες τις δύσκολες στιγμές να το πράξη. Η εποχή, όπως φαίνεται από τις ημερομηνίες, ήταν αρκετά δύσκολη και επικίνδυνη. Αλλά και η αποστολή που του ανέθεσε η Πατρίδα ήταν άκρως σοβαρή. Υπηρέτησε στις Δυνάμεις Ορεινών Καταδρομών (Λ.Ο.Κ) που τότε είχαν συσταθή και μάλιστα κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η στρατιωτική του θητεία συνέπεσε με αυτήν την ταραχώδη και επικίνδυνη εποχή. Αν σκεφθή κανείς, ότι τα έτη 1948 και 1949 υπηρετούσε στις ορεινές ταξιαρχίες και μάλιστα στον Γράμμο, όπου μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του Στρατού και των Κομμουνιστών, τότε μπορεί να καταλάβη τις δυσκολίες που πέρασε ως στρατιώτης.
Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος προσπάθησε να τον μεταπείση να αποφύγη την στράτευση. Εκείνος όμως δεν τον άκουσε και μάλιστα ήταν από τις λίγες φορές που δεν υπήκουσε στον λόγο του. Στενοχωρήθηκε πολύ ο Δεσπότης του, ώστε του είπε: "καλά, πήγαινε να ταλαιπωρηθής για να βάλης μυαλό".
Πάντοτε το θεωρούσε μεγάλη τιμή το ότι υπηρέτησε την εποχή εκείνη την Πατρίδα και με τις δύσκολες εκείνες συνθήκες, καθώς επίσης ότι την υπηρέτησε ως απλούς στρατιώτης. Πολλές φορές έλεγε χαριτολογώντας: "η Πατρίδα δεν μου έδωσε ούτε ένα βαθμό"!
Από την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας μπορούμε να υπογραμμίσουμε τέσσερα χαρακτηριστικά σημεία.
Πρώτον. Επειδή είχε εξασκηθή στο κήρυγμα, την ιεραποστολή, αλλά και επειδή είχε φλογερό ζήλο, συνέχισε την ιεραποστολή και μέσα στον Στρατό μεταξύ των στρατιωτών. Από τότε που τον θυμάμαι, όπως φαίνεται και από την μικρή του νηπιακή ηλικία, είχε ένα φλογερό ζήλο και μεγάλη αγάπη για τον Θεό. Η σκέψη του ήταν δοσμένη σε Αυτόν και η αφοσίωση στην Εκκλησία μεγάλη. Δεν μπορούσε, λοιπόν, να πράξη διαφορετικά και να αλλοιωθή στον Στρατό.
Ο κ. Παναγιώτης Παπαδημητρακόπουλος, που τότε ήταν στρατιωτικός ιατρός και συναντήθηκε με τον στρατιώτη Δημήτριο Πούλο, θυμάται ότι οι συνάδελφοί του τον αποκαλούσαν "ιεραπόστολο του στρατιωτικού αντισκήνου", γιατί προσπαθούσε να συζητά με τους στρατιώτες μέσα στο αντίσκηνο και όπου τους εύρισκε. Θα γράψη χαρακτηριστικά: "Καρτερικός εις τον ιεραποστολικόν αγώνα, ώστε να αποκληθή ευστόχως "ιεραπόστολος του στρατιωτικού αντισκήνου", λόγω της επιμόνου κατ' άτομον και ομαδικώς ιεραποστολικής του προσφοράς εις τον στρατόν". Ο Γέροντάς μου μου έλεγε ότι ο ίδιος σε συνεργασία με τον κ. Παπαδημητρακόπουλο μοίραζαν Καινές Διαθήκες στους στρατιώτες. Αλλά και η κ. Έλλη Γεωργίτσα - Παπαδημητρακοπούλου, σύζυγος του προηγουμένου, προφανώς από διηγήσεις του συζύγου της, γράφει: "Όταν υπηρετούσε στον Στρατό τον ονόμαζαν "ιεροκήρυκα της τσέπης", καθώς χωνόταν στα αντίσκηνα και συζητούσε με τους στρατιώτες".
Επομένως, οι χαρακτηρισμοί "ιεραπόστολος του στρατιωτικού αντισκήνου" και "ιεροκήρυκας της τσέπης" δείχνουν όλη την ιεραποστολική του δράση στον Στρατό. Και μόνον αυτοί οι χαρακτηρισμοί μπορούν να μας δώσουν να καταλάβουμε την μεγάλη του κινητικότητα μεταξύ των συναδέλφων του.
Υπάρχει και μια άλλη μαρτυρία από έναν εθελοντή ημιονηγό που ακολούθησε την ομάδα του Δημητρίου Πούλου σε ηλικία δεκαεπτά ετών για ένα προσωπικό του ζήτημα. Την επιστολή αυτή ο κ. Γεώργιος Αστρακάς μου την απέστειλε μετά την κοίμηση του Γέροντός μου, αφού είχε διαβάσει το βιβλίο που έγραψα γι' αυτόν. Ο αναγνώστης μπορεί να την διαβάση ολόκληρη στο τέλος αυτού του βιβλίου, διότι είναι πολύ αποκαλυπτική. Εδώ, όμως, ας μου επιτραπή να παραθέσω ένα μικρό τμήμα της στο οποίο φαίνεται η ιεραποστολική του δράση στο Στρατό, αλλά και η επίδραση που εξασκούσε η προσωπικότητά του και ο λόγος του.
Γράφει ο κ. Γεώργιος Αστρακάς, μεταξύ άλλων:
"Κατά την διάρκεια αυτής της εθελοντικής μου θητείας, ως ημιονηγός γνώρισα τον έξοχο άνθρωπο τον Δημήτριο Πούλο, ο οποίος με πλησίασε και μου άνοιξε κουβέντα στην αρχή έτσι για να περάση η ώρα, όπως σκέφθηκα εγώ. Με ρώτησε πολλά και διάφορα γύρω από την ζωή μου, και προ παντός γύρω από την ζωή μου ως μαθητή. Είχε ο αοίδιμος μια ζεστασιά στον λόγο του και προ παντός σ' εκείνα τα σπινθηροβόλα μάτια του, που χωρίς να καταλάβω κυριολεκτικά με σαγήνευσε και με έκαμε να θέλω η συντροφιά του και η παρέα του να είναι συνεχής και να διαρκεί πολλή ώρα...
Από τότε ζούσε έντονα εν κενώσει και εβίωνε το χριστιανικό ιδεώδες και ήταν σε θέση να μεταδώση αποτελεσματικά στο συνομιλητή του το μήνυμα της σωτηρίας.
Κοντά στο Δημήτριο Πούλο έζησα αξέχαστες στιγμές. Από τις ημέρες εκείνες και ως σήμερα, που χαράσσω συγκινημένος τούτες τις γραμμές, στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου και κατά την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως προβλημάτων μου, είχα για οδηγό τα λόγια και τις συμβουλές αυτού του έξοχου ανθρώπου...
Χωρίς υπερβολή ανήκει στην χορεία των αγίων. Νάναι δοξασμένο το όνομα του Θεού, γιατί με αξίωσε να γνωρίσω έναν τόσο μεγάλο και άγιο άνθρωπο... Είναι άγιος".
Αυτή η μαρτυρία του συστρατιώτου του, που δόθηκε μετά την κοίμησή του και επομένως δεν είναι συμφεροντολογική, είναι αξιόλογη και δείχνει την μεγάλη επίδραση που ασκούσε στον Στρατό, μεταξύ των συστρατιωτών του και των αξιωματικών του ακόμη.
Πέρα από τις προσωπικές συζητήσεις και συναντήσεις ο στρατιώτης Δημήτριος Πούλος έκανε ομιλίες με την άδεια των αξιωματικών του και σαγήνευσε τους πάντες με τον μεστό και γλυκύτατο λόγο του. Πάντοτε, αλλά ιδιαιτέρως πριν από κάθε επιχείρηση, προσεύχονταν μαζί με τους στρατιώτας, τους ενδυνάμωνε, τους προετοίμαζε για να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν, τους διάβαζε από την Αγία Γραφή καθ' ομάδας. Η προσφορά του ήταν σημαντική. Ο ίδιος διηγόταν ότι καθ' όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων, παρά το ότι έλαβαν μέρος σε διάφορες μάχες, δεν μάτωσε ούτε μύτη τους. Όλοι το απέδιδαν σε παρέμβαση του Θεού, επειδή ζούσαν πνευματική ζωή, με προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση, θεία Κοινωνία, ανάγνωση της Καινής Διαθήκης. Και φυσικά σε αυτό συνετέλεσε ο στρατιώτης Δημήτριος.
Δεύτερον. Είχε τόσο μεγάλη δύναμη και τόσο μεγάλη φλόγα ώστε δεν τον χωρούσε ο Στρατός. Ήθελε να ομιλή και προς τον πονεμένο λαό του Θεού. Γι' αυτό, με άδεια των αξιωματικών, του Διοικητού του, από όπου περνούσε κήρυττε στην Εκκλησία ή σε ανοιχτό χώρο τον λόγο του Θεού. Ήταν αεικίνητος. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ότι μίλησε στα Βάγια Θηβών, περνώντας από εκεί για να πάνε στον Γράμμο, καθώς επίσης στην Στυλίδα Λαμίας, έξω από την Εκκλησία. Συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος και άκουγαν τον στρατιώτη να ομιλή. Από πληροφορίες που έχω μιλούσε πολλές φορές σε διαφόρους Ναούς της πόλεως Λαμίας, ιδιαιτέρως στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου.
Έλεγε πολλές φορές ότι "τά παιδιά του λαού", εννοούσε τον Κομμουνιστικό Στρατό, μας έκαναν ένα μεγάλο καλό.Μας έμαθαν την Γεωγραφία της Πατρίδος μας". Εννοούσε ότι έμαθε όλη την Ρούμελη και την δυτική Μακεδονία, μετακινούμενος με τους Λόχους Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ). Επίσης του έδωσαν έτσι την ευκαιρία να επικοινωνή με τον λαό του Θεού και να εξασκή ιεραποστολή.
Μεγάλη εντύπωση μου προξένησε ένα γεγονός από την δράση του αυτήν στον Στρατό. Μου το έλεγε ο ίδιος όταν ζούσε, αλλά μου το διηγήθηκε και ένας αξιωματικός του, ο μετέπειτα Στρατηγός Βασίλαρος, όταν ήλθε στο Νοσοκομείο που ήταν άρρωστος, λίγο πριν από τον θάνατό του, για να τον επισκεφθή.
Όταν υπηρετούσε στα ΛΟΚ επάνω στον Γράμμο και πολεμούσαν με τους Κομμουνιστές, είχε την έντονη επιθυμία να κατεβαίνη στην Καστοριά για να κηρύττη τις Κυριακές τον θείο λόγο στην Εκκλησία και για να εκκλησιασθή. Το είπε στον Διοικητή του, αλλά εκείνος δεν του έδινε άδεια, γιατί η κατάσταση ήταν επικίνδυνη. Αν συλλαμβανόταν, ενώ θα κατέβαινε στην Καστοριά ή ενώ θα ανέβαινε στο βουνό από τους Κομμουνιστές, θα είχε μεγάλη ευθύνη. Πραγματικά, ήταν αρκετά επικίνδυνη αυτή η πορεία. Πάνω από τρεις ώρες έπρεπε να κάνη για να κατεβή από το βουνό στην πόλη της Καστοριάς. Ο Δημήτριος επέμενε. Και τελικά ο Διοικητής έδωσε άδεια λέγοντας: "Να πάς με δική σου ευθύνη". Έτσι κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων κατέβαινε μόνος του στην Καστοριά κάθε Κυριακή για να εκκλησιασθή και να κηρύξη, περνώντας μέσα από επικίνδυνες περιοχές. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Γιατί, η κατάσταση ήταν εμπόλεμη και η σύλληψή του θα είχε φοβερές συνέπεις. Εκείνος έβαζε πάνω από όλα τον λόγο του Θεού.
Περπατούσε προσευχόμενος συνεχώς στον Θεό. Μου διηγόταν ότι αυτό που έκανε ήταν παράτολμο και ριψοκίνδυνο. Και έλεγε ότι ο Θεός τον εφύλαττε. Μάλιστα διηγόταν και ένα περιστατικό. Ανεβαίνοντας στον Γράμμο κάποιο βράδυ της Κυριακής πέρασε από μια γέφυρα. Την ώρα εκείνη έκανε την προσευχή του στον Θεό. Δεν κατάλαβε τίποτα. Μόλις όμως απομακρύνθηκε, διαπίστωσε ότι κάτω από την γέφυρα υπήρχε ένα τμήμα Κομμουνιστών που την φύλαγαν για να συλλάβουν κάποιον που θα διερχόταν. Ο Δημήτριος φορούσε τα στρατιωτικά του ρούχα. Και όμως δεν τον κατάλαβαν που διήλθε από εκείνο το μέρος. Όταν πήγε στην μονάδα του ανεκοίνωσε το γεγονός και κινήθηκαν για να τους εκδιώξουν από εκεί. Έτσι υπήρξε αφορμή ώστε να μην επιτεθούν οι Κομμουνιστές απρόοπτα και αιφνιδιαστικά στην μονάδα του.
Τρίτον. Για να φανή η πνευματική του ζωή στον Στρατό, καθώς και η προσφορά και η επίδραση που είχε στους συστρατιώτας και Αξιωματικούς του, θα αναφέρω μερικά περιστατικά από όσα ενθυμούμαι.
Πολλές φορές μου έδειχνε μια Καινή Διαθήκη που την θεωρούσε πολύτιμο θησαυρό. Μου έλεγε: "αυτήν την Καινή Διαθήκη την είχα καθ' όλη την διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Ήταν φυλακτό μου και με διεφύλαξε από κάθε κακό". Μου έδειχνε ένα σημάδι που υπήρχε πάνω στο χωρίο "ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκε...". Και μου έλεγε ότι αυτό έγινε όταν διάβαζε την Καινή Διαθήκη κάτω από το αντίσκηνο, ενώ έβρεχε πολύ και μια σταγόνα έπεσε στο σημείο εκείνο. Πραγματικά αυτό ήταν συγκινητικό περιστατικό. Του υπενθύμιζε την αγάπη του Θεού.
Με πολλή συγκίνηση θυμόταν το ενδιαφέρον των στρατιωτών του. Κάποια φορά ήταν άρρωστος, είχε πυρετό. Το βράδυ, στην αλλαγή των θαλαμοφυλάκων, ενώ δεν κοιμόταν, άκουσε τον έναν να λέγη στον αντικαταστάτη του: "ρέ σύ, πρόσεξε τον θεολόγο να μη ξεσκεπαστή". Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο συγκινήθηκε βαθειά και έκλαψε για την αγάπη και το ενδιαφέρον των συναδέλφων του. Ήταν πολύ ευαίσθητος και φιλότιμος άνθρωπος.
Όταν μια άλλη φορά αρρώστησε και πήγε στο Νοσοκομείο, όλοι οι συνάδελφοί του, όταν πήραν άδεια, πήγαν να τον δούν. Στο Νοσοκομείο όλοι απόρησαν και διερωτώντο "Ποιός είναι αυτός ο στρατιώτης που του δείχνουν τόσο ενδιαφέρον;" Αλλά ο Γέροντάς μου μου έλεγε πολύ ταπεινά: "Αυτό δεν το έκαναν μόνον για μένα, αλλά επειδή εμείς οι Λοκατζήδες είχαμε στενό σύνδεσμο και πολλή αγάπη μεταξύ μας".
Ήταν πολύ διακριτικός. Ήξερε πότε να επεμβαίνη και πότε να σιωπά. Κάποτε δύο στρατιώτες μεθυσμένοι μάλλωναν μεταξύ τους. Ο ένας έλεγε: "ζήτω ο Θεός". Ο άλλος: "ζήτω ο Βασιλεύς". Και μάλλωναν για το ποιός είναι ανώτερος, ο Θεός ή ο Βασιλεύς. Περνούσε από εκεί ο Δημήτριος και του λέγει ο ένας μεθυσμένος: "Ρέ θεολόγε, αυτός λέγει ότι ανώτερος είναι ο βασιλεύς, εγώ λέγω ότι ανώτερος από τον Βασιλιά είναι ο Θεός. Εσύ τί λέγεις;". Και ο Δημήτριος του είπε: "Αύριο θα κουβεντιάσουμε αυτά τα πράγματα". Εννοούσε ότι την άλλη ημέρα που θα ήταν ξεμέθυστοι δεν θα χρειαζόταν να γίνη αυτή η συζήτηση.
Επιτελάρχης τότε της 37ης Ταξιαρχίας ήταν ο Κωνσταντίνος Τσολάκας, ο μετέπειτα Στρατηγός του Γ' Σώματος Στρατού, και αργότερα αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης (ΓΕΕΘΑ). Θυμάμαι τον Στρατηγό Κωνσταντίνο Τσολάκα, το 1965 Διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού στην Θεσσαλονίκη, ο οποίος διαπνεόταν από δημοκρατικά αισθήματα, ήταν και φίλος του αειμνήστου Γεωργίου Παπανδρέου. Όλοι ομολογούσαν ότι ήταν γενναίος στρατιώτης, λαμπρό παλληκάρι και δημοκρατικός αξιωματικός. Με αυτόν είχε στενό σύνδεσμο ο Δημήτριος Πούλος. Ο Επιτελάρχης Τσολάκας του έδινε άδεια να κηρύττη, τον άφηνε ελεύθερο να κινήται. Τον έβαζε να ομιλή, συγκέντρωνε ο ίδιος τους στρατιώτες και ήταν παρών στην ομιλία του στρατιώτου Δημητρίου. Τον ρωτούσε για όλα τα ζητήματα που είχαν σχέση με την θρησκευτική διαπαιδαγώγηση των στρατιωτών.
Μου έλεγε δε και ένα περιστατικό. Σε σχετική ερώτηση είπε στον Τσολάκα ότι οι στρατιώτες, επειδή βρίσκονται σε επιχείρηση, μπορεί να νηστεύουν μόνον από βραδύς και την άλλη ημέρα να κοινωνούν. Τότε ένας κατώτερος αξιωματικός διαμαρτυρήθηκε. Είπε: "Εγώ ξέρω από την γιαγιά μου ότι πρέπει να νηστεύουμε μια εβδομάδα πριν από την θεία Κοινωνία". Και ο Τσολάκας στράφηκε στον αξιωματικό και του είπε: "Πάψε, ρέ βλάκα. Εδώ έχουμε τον θεολόγο. Αυτός θα μας πη τί να κάνουμε". Του είχε μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό.
Τέταρτον. Ο Δημήτριος Πούλος ό,τι έκανε στην ζωή του το έκανε με την καρδιά του. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Στο αρχείο του βρήκα και μερικές επιστολές που αντάλλαξε με τους Διοικητές του. Δηλαδή, μετά την απόλυσή του από τον Στρατό εξακολουθούσε να έχη επικοινωνία με τους Αξιωματικούς του. Θα ήθελα στην συνέχεια να παραθέσω μερικά γράμματα στα οποία φαίνεται η προσωπικότητα του Γέροντός μου, αλλά και η εκτίμηση των Αξιωματικών του προς τον απλό στρατιώτη Δημήτριο.
Απολύθηκε από τον Στρατό την 1η Απριλίου 1949. Υπάρχει στο αρχείο του αντίγραφο της επιστολής που έστειλε στον Επιτελάρχη του Κωνσταντίνο Τσολάκα με ημερομηνία 20 Μαΐου 1949, στην οποία φαίνεται ότι είχε προηγηθή και άλλη επιστολή του, καθώς επίσης και απάντηση του Επιτελάρχου. Αυτό σημαίνει ότι αμέσως μετά την επάνοδό του στο Μεσολόγγι είχε συχνή επικοινωνία και αλληλογραφία με τον Επιτελάρχη του. Θα την παραθέσω ολόκληρη γιατί, κατά την γνώμη μου, έχει μεγάλη αξία:
Σεβαστέ μοι κ. Επιτελάρχα
Χριστός Ανέστη,
Επί τη ονομαστική Σας εορτή εύχομαι όπως ο δοξάσας τον Μέγαν Κωνσταντίνον αήττητος Τίμιος Σταυρός σκέπη και κατευθύνη Υμάς και την Υμετέραν Ταξιαρχίαν από νίκης εις νίκην επ' αγαθώ της χειμαζομένης Πατρίδος μας.
Ευχαριστώ θερμότατα δια την αποστολήν της φωτογραφίας, η οποία αποτελεί και θα αποτελή ανάμνησιν μιας χαριτωμένης ζωής χωρίς να την αμαυρώνουν αι έκτακτοι συνθήκαι υφ' ας ευρέθησαν οι εικονιζόμενοι.
Ο υποφαινόμενος ηυχαριστήθη ιδιαιτέρως, διότι απέκτησε την φωτογραφίαν ενός αγνού Ευεργέτου του κινηθέντος από ελληνοχριστιανικά ελατήρια και ουχί από συμφεροντολογικά, πολιτικά και λοιπά χαμερπή τοιαύτα.
Επίσης εχάρην με την λήψιν της από 10.5.1949 επιστολής Σας, δι' ής επληροφορήθην τα της υγείας Σας. Πολλάκις και κυρίως τώρα με τας αυτόθι επιχειρήσεις Σάς σκέπτομαι, αντιλαμβάνομαι πλήρως τους κόπους που δοκιμάζετε.
Εις τον Φρουρόν είδον τας κρίσεις Σας περί του Περιοδικού και ικανοποιήθην, διότι από Σάς εξαρτάται, κατά ένα σημαντικόν ποσοστόν, να καρποφορήση ο γραπτός λόγος του Θεού εις τας καρδίας των στρατιωτών. Αι ευμενείς κρίσεις Σας θα εύρον απήχησιν ασφαλώς.
Τα σέβη μου εις τον Ταξίαρχον, κ. Βασίλαρον, κ. Προσωπάρχην, και λοιπούς αξιωματικούς της Ταξιαρχίας μας.
Μετά του π. Γερμανού έχω αλληλογραφίαν και τον παρακαλώ να διαβιβάζη εκάστοτε προς Υμάς τα σέβη μου.
Έχετε τα δέοντα από την μητέρα μου και τον αδελφόν μου.
Ευχόμενος η Χάρις του Κυρίου να Σάς ενισχύη διατελώ μετά βαθυτάτου σεβασμού και αγάπης Χριστού
Δημήτριος Πούλος
Το ενδιαφέρον του παραμένει αμείωτο και μετά την απόλυσή του. Σκέπτεται τους στρατιώτες που ακόμη πολεμούν και τον απασχολεί η διάδοση του λόγου του Θεού.
Είναι όμως πολύ χαρακτηριστική και η απάντηση του λαμπρού εκείνου αξιωματικού και μετέπειτα Στρατηγού και αρχηγού ΓΕΕΘΑ. Μέσα στην επιστολή του αυτή περιγράφονται τα μεγάλα προσόντα του φλογερού στρατιώτου Δημητρίου Πούλου. Μέσα σε αυτήν περιγράφονται οι κόποι και οι θυσίες που κατέβαλε ο στρατιώτης Δημήτριος και ακόμη φαίνεται η μεγάλη επίδραση που εξασκούσε σε όλους τους Αξιωματικούς του.
6/6/49
Αγαπητέ μου κ. Πούλο
Όπως πάντα, έτσι και το σημερινό Σου γράμμα, μου έδωσεν μιάν εξαιρετικήν χαράν. Μου δημιουργεί την ανάμνησιν της υπερόχου προσπαθείας Σου να φέρης πιο κοντά στον μαχόμενον στρατιώτην την Πατρίδα και τον Θεόν, πράγματα εις τα οποία συ πρώτος με ιδιαιτέραν θερμότητα πιστεύεις. Αν και βρίσκεσαι μακρυά μας, σ' έναν άλλον δρόμον, εν τούτοις σε νοιώθουμε ως ένα υπέροχον σκυταλοδρόμον, ο οποίος μεταφέρει την Εθνικήν και Χριστιανικήν δάδα. Είμαι βέβαιος ότι περίφημα θα τερματίσης και θα ιδούμεν εις την επαρχίαν Σου τα λαμπρά αποτελέσματα.
Έχω μπροστά μου τον "Παύλον" του άήηίήήί. Βλέπει κανείς την ακλόνητον πίστιν, που καμμιά αντιξοότης δεν μπορεί να μειώση. Ίσως κι' εσύ να δοκιμάσης πικρίας. Μήν απογοητευθής θα νικήσης διότι έχεις πίστιν και ιδίως γνώσεις Ελληνικές. Όταν δεν σε νοιώθουν να επιμένης περισσότερον. Στο τέλος θα κερδίσης. Ασφαλώς θα γνωρίζης τον στίχον "μή φοβηθής αυτόν που στήριξε την πίστιν επάνω στην ελπίδα -- τον είδα στην ζωήν να μάχεται μα πάντα ανίκητον τον είδα".
Ο ρόλος σου είναι μεγαλειώδης, αλλά και πολύ κοπιαστικός. Την θέρμην την έχεις, τους κόπους, όπως προσωπικά γνωρίζω, δεν τους λογαριάζεις. Μ' αυτά τα προσόντα είμαι βέβαιος ότι θα επιτύχης θετικά.
Ημείς, οι οποίοι τόσα πολλά και καλά είχαμε ακούσει από το στόμα Σου, πάντοτε θα σ' ενθυμούμεθα και πάντα θα ευχώμεθα για σένα.--
Με αδελφικήν αγάπην
Κ. Τσολάκας
Και την επόμενη χρονιά ο Δημήτριος Πούλος έστειλε "Χρόνια Πολλά" στον Επιτελάρχη του. Και εκείνος του απήντησε ξανά με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1950. Και σε αυτήν την επιστολή φαίνεται η δράση του μέσα στον Στρατό για την οποία ο Επιτελάρχης τον καμάρωνε.
"Εκλεκτέ μου Πούλο
Σ' ευχαριστώ θερμότατα για τις ευχές Σου.-
Πάντα σ' ενθυμούμαι, διότι όταν σε είχα μαζί μου μου δόθηκε η ευκαιρία να σε καμαρώσω στην υπέροχη προσπάθειά Σου για την πίστιν και την Πατρίδα.
Εγώ σού εύχομαι να είσαι πάντα ο ίδιος και πάντα να φωτίζης τους άλλους με την δική Σου πίστιν και λαμπρότητα των αισθημάτων Σου.
αδελφικότατα
Κ. Τσολάκας".
Η επικοινωνία του με τον Στρατηγό Τσολάκα συνεχίζεται και στα μετέπειτα χρόνια. Στο προσωπικό του αρχείο διασώζεται μια επιστολή του Στρατηγού ε.α., που του απέστειλε κατά το έτος 1976. Μεταξύ των άλλων γράφονται και τα εξής:
"Πάντοτε Σάς ενθυμούμαι. Διατηρώ ζωηράν την ανάμνησιν της συμπεριφοράς Σας εις τας δυσκόλους στιγμάς του πολέμου και αναφωνώ: Άξιος της Εκκλησίας ο Σεβασμιώτατος Καλλίνικος.
Με απέραντον αγάπην και σεβασμόν
Κ. Τσολάκας".
Και στην επιστολή αυτή φαίνονται οι πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, ώστε ο αξιωματικός του να τον ενθυμήται και μετά τριάντα χρόνια και να εκφράζεται με τόσο θερμά λόγια.
Σε άλλη επιστολή του ο Στρατηγός Τσολάκας γράφει:
"Ευχαριστώ θερμότατα την Σεβασμιότητά Σας δια τας ευχάς της.
Βεβαιωθήτε ότι η αγάπη και η απέραντη εκτίμησίς μου δεν υπέστησαν καμμίαν μείωσιν από τον χρόνον.
Σάς ασπάζομαι
Κ. Τσολάκας".
Υπάρχει και μια τελευταία επιστολή του Στρατηγού Τσολάκα προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη με ημερομηνία 2 Ιουνίου 1980, στην οποία φαίνονται τα ίδια αισθήματα αγάπης και σεβασμού. Η επιστολή αυτή είναι πολύ γλαφυρή. Γράφει ο Στρατηγός:
"Σεβασμιώτατε,
Η αγάπη μου και η απέραντος εκτίμησις ανεπτύχθησαν δια τον νεαρόν Στρατιώτην Πούλον εις περίοδον δύσκολον δια την Πίστιν και την Πατρίδα μας. Παρήλθον τα έτη. Πλέον από τριάντα πέντε. Ο νεαρός τότε Επιτελάρχης είναι ήδη λευκός την κεφαλήν και ο νεαρός Στρατιώτης Μητροπολίτης, άξιος της πίστεως και της Εκκλησίας μας. Η αγάπη όμως και η εκτίμησίς μου όχι μόνον δεν εμειώθη, αλλά εκορυφώθη.
Αυτός είναι ο λόγος Σεβασμιώτατε δια τον οποίον συνεκινήθην βαθύτατα, όταν έλαβον το ευχητήριον τηλεγράφημά Σας.
Σάς ευχαριστώ με τα ειλικρινέστερα αισθήματα αγάπης και σεβασμού.
Κ. Τσολάκας".
Φαίνεται ότι διατηρούσε αλληλογραφία και με άλλους Αξιωματικούς του. Αλλά στο αρχείο του διασώζονται, εκτός από τις επιστολές με τον Τσολάκα και επιστολές με τον αντισυνταγματάρχη Βασίλαρο, τον μετέπειτα Στρατηγό, ο οποίος διαπνεόταν από χριστιανικά αισθήματα, ήταν φλογερός Χριστιανός και πατριώτης. Τον γνώρισα προσωπικά, όταν ήλθε στο Νοσοκομείο για να τον επισκεφθή και μου έλεγε πολλές ιστορίες από την στρατιωτική θητεία του Γέροντά μου. Εξεθείαζε το θυσιαστικό του ήθος, την φλογερή του πίστη και το ατρόμητο θάρρος του. Όμως εγώ τότε, στενοχωρημένος από το επικείμενο τέλος του, δεν έδειξα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γράψω τα περιστατικά που μου διηγόταν. Άλλωστε τότε δεν είχα επιθυμία ούτε ακόμη και λογισμό να γράψω βιβλίο με την βιογραφία του Γέροντά μου.
Ωστόσο στο αρχείο του υπάρχουν δύο επιστολές του Βασίλαρου. Κυρίως είναι προσωπικές και ιδιωτικές, προσφέρουν όμως διάφορες πληροφορίες. Από μια επιστολή του αποσπώ ένα κομμάτι που μπορεί να δημοσιευθή:
"Παρακολουθώ τας νικηφόρους μάχας του Σεβασμιωτάτου και όλων σας κατά των οργάνων του Σατανά. Είναι παρήγορον και ενθαρρυντικόν το ότι η Εκκλησία προβαδίζει πάντοτε εις τους αγώνας υπέρ της ηθικής επικρατήσεως.
Και όταν μάλιστα εμπερικλείη εις τους κόλπους της νέους θεολόγους, ζωντανούς στην πίστι και με ακμαίο εθνικόν φρόνημα, δεν μπορεί παρά οι αγώνες να στέφωνται πάντοτε από επιτυχίας...
Σού σφίγγω το χέρι
Αντισυνταγματάρχης Βασίλαρος".
Ο Γέροντάς μου πάντοτε θυμόταν και διηγόταν διάφορες αναμνήσεις και περιστατικά από την στρατιωτική του ζωή. Χαιρόταν υπερβολικά διότι υπηρέτησε στα ΛΟΚ την κρίσιμη και επικίνδυνη εκείνη εποχή και για το ότι ο Θεός τον αξίωσε να κηρύττη στον Στρατό. Ιδιαιτέρως καυχόταν που υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης, αλλά όμως είχε τόση μεγάλη τιμή και σεβασμό από όλους.
Αυτό δεν το θεωρούσε δικό του κατόρθωμα, ούτε το "χρέωνε" στην προσωπικότητά του, αφού ήταν πολύ ταπεινός, αλλά στο ότι ήταν ιεροκήρυκας. Τον σέβονταν οι άλλοι, καθώς έλεγε, γιατί κήρυττε τον λόγο του Θεού. Πάντως πάντοτε καυχόταν για την περίοδο αυτήν της ζωής του και ευχαριστούσε τον Θεό για την όλη προσφορά.
Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από μια επιστολή που έστειλε την 11η Σεπτεμβρίου του έτους 1979 ως Μητροπολίτης Εδέσσης, στον Πρόεδρο της Γενικής Τραπέζης, Αντιστράτηγο Περικλή Παπαθανασίου. Του έστειλε εκείνος το περιοδικό "τά ΝΕΑ" στο οποίο φαινόταν ότι είχε διατελέσει διοικητής της Γ' Μοίρας Καταδρομών. Τότε αμέσως του απέστειλε επιστολή, χωρίς φυσικά να τον γνωρίζη προσωπικά. Μεταξύ των άλλων του έλεγε:
"Εις το περιοδικόν ανέγνωσα ότι ελάβατε μέρος εις τον εορτασμόν της επετείου της μάχης Αγίου Βασιλείου Λεωνιδίου και είχατε διατελέσει Διοικητής Γ' Μοίρας Καταδρομών.
Ιδιαιτέρως με συνεκίνησε τούτο, διότι υπηρέτησα ως απλούς στρατιώτης εις το ηρωϊκόν σώμα των Καταδρομών και μάλιστα εις τους πρώτους λόχους καταδρομών (Α' ΜΟΙΡΑ) με Διοικητήν τον κ. Κωνσταντίνον Λουμάκην".
Το θεωρούσε μεγάλη τιμή και ευλογία. Θυμάμαι ότι κάποτε στην Έδεσσα πέρασαν διερχόμενοι από εκεί Αξιωματικοί των Καταδρομών. Όταν υπηρετούσε ο Δημήτριος ήταν μικροί αξιωματικοί. Θυμάμαι την χαρά που δοκίμασε ο μακαρίτης. Και μάλιστα ένας από αυτούς του είπε: "Θυμάσθε που στον Γράμμο επάνω σε ένα ύψωμα μετά από ομιλία που κάνατε σάς είπα. Για φαντάσου να γίνης κάποτε Δεσπότης και να στεκόμαστε προσοχή μπροστά σου".
Η στρατιωτική του θητεία ήταν μια λαμπρή περίοδος της ζωής του, επειδή τον αξίωσε ο Θεός να υπηρετήση την Πατρίδα σε δύσκολους καιρούς και να δοξάση με όλες του τις δυνάμεις και τους τρόπους το όνομά Του.
Έγραφα προηγουμένως ότι ο αείμνηστος Καλλίνικος υπηρέτησε ως στρατιώτης σε πολλά μέρη της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και στην περιοχή της Λαμίας, κατ' αρχάς στην Στυλίδα, ύστερα στην Λαμία. Στην συνέχεια, βέβαια, όπως είδαμε, μετακινήθηκε προς την Καστοριά.
Από την δράση του στην περιοχή της Λαμίας την περίοδο του εμφυλίου πολέμου διασώζονται μερικές επιστολές του, τις οποίες απέστειλε σε έναν Εφημέριο της Ενορίας Στυλίδος, τον π. Βασίλειο Χατζή, τις οποίες μου έδωσε η κόρη του αειμνήστου εκείνου Πρεσβυτέρου. Νομίζω ότι πρέπει να παρατεθούν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις επιστολές αυτές, για να δούμε και την προσωπικότητα, και τον χαρακτήρα, και την δράση, αλλά και τον ζήλο του αειμνήστου Καλλινίκου. Πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας ότι τότε που γράφει τις επιστολές είναι 28-30 ετών και μάλιστα σε δύσκολες στιγμές.
Πρώτον. Στις επιστολές αυτές φαίνεται η δραστηριότητά του στον Στρατό. Από την Στυλίδα μετακινήθηκε στην Λαμία. Γράφει σε μια επιστολή του:
"Ήδη ευρίσκομαι εις Λαμίαν. Ήλθε ο Λόχος μας ενταύθα. Και επί πλέον αρρώστησα από αμυγδαλίτιδα. Επί 2 ημέρας είχα ακαταπαύστως 38 και 3 πυρετό, ημέρα και νύκτα. Σήμερα έχω 37 και 8' (Εν Λαμία τη 2 Αυγούστου 1947)".
Όταν μετακινήθηκε από την περιοχή της Λαμίας προς την Καστοριά, όπου θα δρούσε το τμήμα της Ταξιαρχίας του, δεν μπόρεσε να αποχαιρετήση τον Εφημέριο της Στυλίδος και γι' αυτό του αποστέλλει επιστολή, στην οποία μεταξύ των άλλων του αναφέρει ότι υπηρετούσε στην Θρησκευτική Υπηρεσία, ως Ιεροκήρυξ, πράγμα το οποίο ήταν επιθυμία του. Γράφει:
"Όταν θα φεύγαμε από την Αγίαν Μαρίναν είχα επιθυμίαν να Σάς ίδω και αποχαιρετήσω, αλλά ήμεθα "εν επιφυλακή". (ΣΤΓ 916 Γ/ 9-12-1948)
Στρατιώτης Πούλος Δημήτριος
Ιεροκήρυξ 37 Ταξιαρχίας
Υ.Γ. Όπως βλέπετε επήγα τέλος εις την Θρησκευτικήν Υπηρεσίαν. Δόξα τω Θεώ".
Στα μέρη του Γράμμου, την κρίσιμη περίοδο του 1948, ο στρατιώτης Δημήτριος Πούλος εργάζεται ιεραποστολικά μεταξύ των στρατιωτών, όπως το είδαμε και προηγουμένως. Όμως σε μια επιστολή του χαίρεται για το ότι πολλοί κοινώνησαν, κατόπιν εξομολογήσεως, την οποία εξομολόγηση προκάλεσε και προετοίμασε ο μικρός εκείνος και ζηλωτής στρατιώτης.
"Τα Χριστούγεννα τα πέρασα εις ένα χωριό όπου η Έδρα ενός τμήματος της Ταξιαρχίας μας. Με την βοήθειαν του Κυρίου εξωμολογήθησαν άνω των 500 αξιωματικών και οπλιτών και μετάλαβαν την ημέραν των Χριστουγέννων όλοι σχεδόν. Δόξα τω Κυρίω. Ο Κύριος έχει τους δικούς Του ανθρώπους παντού. Αλήθεια είναι μας χρειάζεται αγών και μάλιστα μεγάλος για να κρημνισθούν τα τείχη της αμαρτίας" (ΣΤΓ 916 Γ / 30-12-1948).
Μετά την απόλυσή του από τις τάξεις του Στρατού ενημέρωσε τον π. Βασίλειο, οπότε γνωρίζουμε ότι τέλος Μαρτίου απελύθη από τον Στρατό και επέστρεψε στο Μεσολόγγι:
"Δια της παρούσης μου σάς αναγγέλλω ότι απελύθην των τάξεων του Στρατού και ευρίσκομαι εν Μεσολογγίω και εν τη Ιερά Μητροπόλει (Μεσολόγγιον 14-4-1949)".
Δεύτερον. Όταν υπηρετούσε στην Στυλίδα εργαζόταν παράλληλα και μεταξύ των ενοριτών. Έκανε κηρύγματα, ομιλίες, κατηχητικά και γενικά βοηθούσε το έργο της Ενορίας εκείνης. Σε μια επιστολή γράφει:
"Δύναμαι να είπω ότι εν Στυλίδι εύρον αδελφόν εν Κυρίω και όταν πατούσα εις την οικίαν του πατρός Βασιλείου δεν ήμην στρατιώτης. Ένα μόνον λέγω ότι δεν μπορώ να εκφράσω την ευγνωμοσύνην μου" (Μεσολ. 14 Απριλίου 1949).
Σε επιστολή του την οποία αποστέλλει το 1983, μετά δηλαδή από 45 χρόνια, του γράφει:
"Ήθελον να μάθω τα καθ' υμάς, ως μνήμων της αγάπης της πολλής, ήν επεδείξατε μοι κατά τον χρόνον της στρατιωτικής μου θητείας (Έδεσσα Χριστούγεννα 1983)".
Επιθυμεί να πληροφορήται για την δρατηριότητα της ενορίας εκείνης. Ενδιαφέρεται για τα παιδιά, για το περιοδικό, για τις παρακλήσεις. Ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές φράσεις:
"Η πεποίθησίς μου είναι ότι και η Στυλίς θα αναπτυχθή πνευματικώς. Δεν φαντάζεσθε πόσον επιθυμώ να μανθάνω τα καθ' υμάς. Ευχόμενος όπως ο Κύριος Σάς ενισχύη προς επιτυχίαν του υψηλού σας προορισμού, διατελώ..." (Αγρίνιον 1-4-1948).
"Πιστεύω η ενορία της Στυλίδος πολλά να επιτύχη και να αποβή στύλος και εις τας γειτονικάς Ενορίας, ώστε όλη η Περιφέρεια Φαλάρων να αγιοποιηθή. Συνεννοήθηκα με τον π. Γεώργιον και να κάμετε ό,τι μπορείτε" (ΣΤΓ 916 Γ / 9-12-1948).
Γράφει επιστολές και ζητά πληροφορίες, ενισχύει τον ευλαβέστατο εκείνον Ιερέα, εκφράζει την χαρά του για ό,τι πληροφορείται, αποστέλλει τους χαιρετισμούς και την αγάπη του σε γνωστά του πρόσωπα.
"Αλλά και από την Στυλίδα μένω ευχαριστημένος όπως σάς έλεγα. Ο Ναός σας τί γίνεται; Αι παρακλήσεις πώς πάνε; Το περιοδικό τί θα γίνη; Πιστεύω πάντα να προοδεύητε" (Αγρίνιον 25-2-1948).
"Όταν τα γράμματα έρχονται από ανθρώπους επιθυμούντας να πλησιάσουν την πηγήν της Χάριτος, τον ΧΡΙΣΤΟΝ, ανακουφίζουν. Μόλις το έλαβα το διάβασα αμέσως και μάλιστα δυο φορές. Η χαρά μου μεγαλώνει από το γεγονός ότι σύν Θεώ θα εκδοθή το περιοδικόν και ότι τα Κατηχητικά εχωρίσθησαν εις θηλέων και αρρένων. Πιστεύω ότι και οι νέοι θα προοδεύσουν. "Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον, ότι εν αυτώ ηυδόκησεν ο Πατήρ". Μικρή και η ατομική βόμβα, αλλά μεγαλουργεί. Χάρηκα ακόμη και δια την χαράν Σας δια την εδώ κίνησιν. Πρέπει να σκιρτώμεν υπερβολικά δια την πανταχού παρατηρουμένην κίνησιν.
Αγρίνιον 1 Απριλίου 1948"
Με όλα αυτά βλέπει κανείς την ωριμότητα του νεαρού εκείνου στρατιώτου, και τον ζήλο του για την ιεραποστολική εργασία. Ενώ βρίσκεται στην ηλικία των 28-29 ετών δείχνει τέτοια σοβαρότητα και ιεραποστολικό ζήλο.
Τρίτον. Ο νεαρός εκείνος θεολόγος και στρατιώτης, στις επιστολές του εκφράζει την αγάπη του προς τον π. Βασίλειο, αλλά και τον σεβασμό του. Παράλληλα όμως τον ενισχύει ποικιλοτρόπως στο έργο της διαποιμάνσεως των λογικών προβάτων του Χριστού. Παρατηρεί κανείς στις επιστολές του, πώς με τρόπο ωραίο συμβουλεύει και καθοδηγεί τον ευλαβέστατο εκείνον Ιερέα. Ας δούμε μερικά αποσπάσματα:
"Δοξάζω τον Θεόν διότι μου έκαμε και αυτήν την χάριν να γνωρισθώμεν και συνδεθώμεν. Οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ευχαριστημένος μαζύ Σας και ως άτομον, διότι πολλάκις εδείξατε και αγάπην εν Χριστώ, και ως ελάχιστος Ιεροκήρυξ, διότι είδα εν τω προσώπω Σας κληρικόν οποίον εγώ τουλάχιστον επιθυμώ και φαντάζομαι. Βεβαίως ο άξιος Λειτουργός του Υψίστου ουδέποτε φθάνει εις το τέλειον, αλλά διαρκώς προχωρεί έχων υπ' όψιν την του Παύλου φωνήν "τά μεν οπίσω επιλανθανόμενος...". Σημασίαν έχει όμως η αρχή, διότι κακή αρχή κάκιστον τέλος.
Σάς παρακαλώ με αδελφικήν αγάπην να εξακολουθήσητε την οδόν που χαράξατε και μη αφήτε την πρώτην αγάπην προς τον ΧΡΙΣΤΟΝ. Ο καιρός να προχωρή και η χριστιανική ζωή να μεγαλώνη. Άλλωστε είναι και καθήκον απέναντι των Χριστιανών, των οποίων την διαποίμανσιν αναλάβατε οικειοθελώς. (ΣΤΓ 916 Γ / 9-12-1948)"
Και σε άλλη επιστολή του εκφράζει τα ίδια συναισθήματα. Παρατηρεί κανείς ότι αρχίζει τις επιστολές του με την δοξολογία του Θεού. Θα δούμε ένα μικρό απόσπασμα από μια άλλη επιστολή, την οποία έγραψε την ημέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας του έτους 1949 την οποία ονομάζει "ημέρα των θριάμβων της Εκκλησίας μας". Χαίρεται δηλαδή υπερβολικά για το ότι ανήκει σε αυτήν την Εκκλησία.
"Δόξα τω Θεώ. Δια του Κυρίου ενούνται αι καρδίαι των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος να ανακαινίζεται ψυχικώς εις την γήν αυτήν, την οποίαν ως εξόριστος διαβαίνει.
Το γράμμα Σας μου εχάρισε χαράν δια της πληροφορίας ότι εξακολουθείτε την πνευματικήν εργασίαν (κηρύγματα, συγκεντρώσεις κ.λπ.). Αυτό είναι όντως ευχάριστον γεγονός. Αποτελεί όασιν εν μέσω της ερήμου της ζωής. Ίσως να μη βλέπετε αμέσως την εργασίαν. Θα την δήτε. Άλλωστε ο ετάζων καρδίας και νεφρούς Κύριος θα την δή. Αυτό αξίζει.
Αυτήν την στιγμήν και άλλες φορές πετάω εις την ενορίαν Σας και βρίσκομαι στο σπίτι Σας και συζητάμε.
Ευχόμενος επί τη σημερινή ημέρα των θριάμβων της Εκκλησίας μας προκοπήν εν τη κατά Χριστόν εργασία Σας, διατελώ... (ΣΤΓ 916 Γ/ 13 Μαρτίου 1949)"
Αποστέλλει στον π. Βασίλειο επιστολή για την ονομαστική του εορτή. Παρατηρεί κανείς το ωραίο ύφος της επιστολής, και την πνευματικότητα των ευχών που του αποστέλλει. Ας μη ξεχνούμε ότι το έτος 1949 είναι δύσκολο για την πατρίδα μας.
"Για την ερχομένην εορτήν Σας εύχομαι να αποκτήσητε δράσιν του Αγίου Βασιλείου ώστε να αποβήτε "μέγας" εν τη Βασιλεία των Ουρανών κατά την αψευδή δήλωσιν του Κυρίου: "ός δάν ποιήση και διδάξη ούτος μέγας κληθήσεται". Επίσης να δώση ο Παντοδύναμος Κύριος την ειρήνην εις την πολυβασανισμένην Πατρίδα μας και τον κόσμον ολόκληρον (ΣΤΓ 916 Γ/ 30-12-1948)"
Χαίρεται για την δράση του στην Ενορία της Στυλίδος και αισθάνεται την ανάγκη να τον ενισχύση στην πορεία του αυτή. Γράφει με ταπείνωση και σεβασμό:
"Γι' αυτό Σε ζηλεύω πώς αγωνίζεσθε εις την Ενορίαν Σας, χωρίς θεολογικούς και πατριαρχικούς τίτλους, ει μη μόνον με τον τίτλον τον απλούν, αλλά τόσον όμως μέγαν "πρεσβύτερος".
Εύχεται λοιπόν ο υποφαινόμενος πάντοτε Πρεσβύτερος εις την αξίαν και την πίστιν και την κατά Χριστόν ζωήν να είσθε.
Επληροφορήθην ότι εβαπτίσθη ο υιός Σας. Εύχομαι να γίνη "μέγας", αφού επήρε το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
(Μεσολόγγιον 8 Ιουνίου 1949)"
Μετά από την απόλυσή του από τις τάξεις του στρατεύματος, ευγνώμων καθώς ήταν σε ολόκληρη την ζωή του, του αποστέλλει επιστολή, στην οποία τον ευχαριστεί, για την αγάπη που του επέδειξε καί, το κυριότερο, ζητά τις προσευχές του για την νέα ιεραποστολική δραστηριότητα που θα άρχιζε στο Μεσολόγγι. Γράφει:
"Εις τον σταθμόν τούτον της ζωής μου αισθάνομαι υποχρέωσιν να Σάς ευχαριστήσω δια την Χριστιανικήν αγάπην και το αγνόν και άδολον ενδιαφέρον Σας το οποίον επεδείξατε αφ' ής εγνωρίσθημεν. Ομολογώ ότι η γνωριμία μας, τώρα πλέον σύνδεσμος, αποτελεί δώρον Θεού. Αυτήν την στιγμήν ως κινηματογραφική ταινία περνούν από τον νουν μου αι τόσαι ευεργεσίαι (εκδηλώσεις αγάπης) τας οποίας επιδαψιλεύσατε εις εμέ... Αι υποχρεώσεις Σας όμως δεν ετελείωσαν. Τώρα έχω ανάγκην των ευχών Σας και προσευχών. Εμπρός μου ανοίγεται ένα στάδιον πνευματικής εργασίας, άνευ της άνωθεν βοηθείας τί δύναται να γίνη; Παρακαλώ εύχεσθε. (Μεσολόγγιον, μετά την απόλυση 14-4-1949)"
Τέταρτον. Θα μπορούσε κάπου εδώ να σταματούσε η αλληλογραφία του αειμνήστου εκείνου στρατιώτου Δημητρίου Πούλου, του μετέπειτα Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου, προς τον π. Βασίλειο Χατζή, εφημέριο τότε Στυλίδος Λαμίας. Όμως μέσα στις επιστολές του αυτές φαίνεται και όλη η προσωπικότητα του αειμνήστου εκείνου στρατιώτου, ο ζήλος του, η εσωτερικότητά του κλπ. Γι' αυτό θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω και μερικά άλλα αποσπάσματα, τα οποία δείχνουν την πνευματικότητα του ανδρός, καίτοι βρισκόταν στην ηλικία των 28-29 ετών, και μάλιστα υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία, την δύσκολη εκείνη περίοδο για την Πατρίδα μας, στους Λόχους Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ).
Τον παρακαλεί να εύχεται για την υγεία του για να χαρίζη όλη την ζωή του στον Θεό:
"Σάς παρακαλώ θερμώς ευχηθήτε εις τον Παντοδύναμον ίνα μοι χαρίση την υγιείαν και αξιώση όπως χρησιμοποιώ ταύτην μόνον και μόνον εις δόξαν Αυτού (Εν Λαμία τη 2 Αυγούστου 1947)"
Σε άλλη επιστολή ανοίγει την καρδιά του, αλλά και κάμει χιούμορ. Φαίνεται, τα δυο παιδιά του π. Βασιλείου είχαν εκφράσει την επιθυμία να γίνουν Επίσκοποι, οπότε κάνει ένα χιούμορ. Ταυτόχρονα ζητά την προσευχή του που θα κάνη μπροστά στον Εσταυρωμένο ενός ιδιαιτέρου Ναού.
"Για τον Νικολάκη χρόνια πολλά και καλή πρόοδον. Πάντως με τον Αλέκο δεν πρόκειται να συγκρουσθούν, διότι ο ένας θα γίνη Επίσκοπος Λαμίας και ο άλλος ... Στυλίδος. Ο Θεός να μας αξιώση να δούμε και τους δύο υπηρετούντας παρά τους πόδας του Ιησού.
Πολλά θέλω να Σάς γράψω, αλλά η καρδία όταν ανοίγη δεν κλείει ούτε και τόμοι αν γραφούν...
Παρακαλώ όταν μετά την λήψιν της επιστολής πάτε εις τον Άγιον Αθανάσιον να κάμετε μια προσευχούλα εις τον Εσταυρωμένον ίνα με κρατή εν τη πίστει και αξιώση να δώσω τα χρόνια της ζωής μου εις Αυτόν.
Αυτήν την στιγμήν έρχονται εις τον νουν μου εκλεκταί αναμνήσεις.
(ΣΤΓ, 916 Γ/ 9-12-1948)"
Ενθυμείται συζητήσεις που έκαναν για τον κίνδυνο μειώσεως του ιεραποστολικού ζήλου και τον παρακαλεί να εύχεται ώστε να υπηρετήση τον Θεό μέχρι τελευταίας αναπνοής με ταπεινοφροσύνη και αυταπάρνηση. Πολύ συγκινητική αυτή η επιθυμία του. Και πράγματι, παρατηρώ ότι αυτή η καρδιακή του επιθυμία τον διακατείχε μέχρι την τελευταία του αναπνοή, και μάλιστα υπηρέτησε τον Θεό κατά την επιθυμία του, όπως θα το διαπιστώσουμε και στις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου αυτού. Γράφει:
"Σκέπτομαι πολλές φορές τον λόγο που μου έλεγες όταν επιστρέφαμε στο σπίτι Σας από την Εκκλησία: "ημείς έχομε στην αρχή ζήλο και μετά...". Αυτό με περονιάζει. Αλλοίμονον να ακούσωμε τον φοβερόν λόγον: "τήν πρώτην αγάπην αφήκας". Αλλοίμονον να αφήνωμε την πρώτην αγάπην προς τον ΧΡΙΣΤΟΝ που έδωσε το Αίμα Του για μάς.
Να μας αξιώση ο Κύριος να Τον υπηρετήσουμε μέχρι τελευταίας αναπνοής μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και αυταπαρνήσεως.
Εύχομαι ο νέος ενιαυτός να είναι γεμάτος πνευματικής εργασίας".
(ΣΤΓ 916 Γ/ 30-12-1948)
Νοσταλγούσε να δη την Εκκλησία στην πρώτη αποστολική της δόξα και κάνει τα πάντα γι' αυτό. Κυρίως θέλει την προσωπική του βελτίωση. Δεν στρέφεται, δηλαδή σε κοινωνικό και εξωτερικό επίπεδο. Μπορούμε στο επόμενο απόσπασμα να θαυμάσουμε τις σκέψεις, την εσωτερικότητα και την πνευματικότητα ενός μικρού σχετικά στην ηλικία θεολόγου και στρατιώτου.
"Πολλάκις νοσταλγώ τας ημέρας που καθήμεθα και λέγαμε τον πόνον μας, που ήταν πόνος κάθε χριστιανού να δη την Εκκλησίαν μας εις την αρχαίαν δόξαν της και το πρώτον μεγαλείον της. Προσωπικώς κατάλαβα ότι αριθμητικώς υπάρχουν αρκετοί εργάται του Ευαγγελίου, ποιοτικώς όχι πολλοί.Μας λείπει το σπουδαιότερον πράγμα "τό Πνεύμα του Χριστού", το οποίον τα πτυχία δεν μπορούν να μας δώσουν. Κυττάζω γύρω μου. Βλέπω αθλιότητα εις τους Εκκλησιαστικούς κύκλους. Κυττάζω εντός μου. Βλέπω βρωμηά. Γι' αυτό έβγαλα το συμπέρασμα: εάν ποθώ τον Χριστόν πρέπει να εργασθώ αδιαφορώντας εάν οι εντεταλμένοι κρημνίζουν, εάν συνάδελφοι συκοφαντούν, εάν ιερείς αδιαφορούν, εάν...
Ο Κύριος εν ημέρα Κρίσεως θα ζητήση λόγον για το τί έκανα ή για το τί μπορούσα να κάνω για την δόξα του και όμως δεν το έκανα!
Μεσολόγγι 8 Ιουνίου 1949"
Όταν μελετά κανείς όλες τις επιστολές και κείμενα του αειμνήστου Καλλινίκου από την μικρά του ηλικία έως τ