| |||||||
Πλησιάζουμε στο τέλος του 20ού αιώνος, αλλά και στο τέλος της δεύτερης μετά Χριστόν χιλιετίας και ύστερα από λίγο καιρό θα αξιωθούμε από τον Θεό να εισέλθουμε στον 21ο αιώνα και στην τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία. Λόγω του γεγονότος αυτού, γράφονται πολλά άρθρα στις Εφημερίδες και τα περιοδικά, γίνονται διάφορες αναλύσεις οι οποίες βλέπουν τα θέματα μέσα από την οπτική γωνία του συγγραφέως τους. Το γεγονός είναι ότι πράγματι ζούμε σε μια κοσμοϊστορική περίοδο, και εμείς οι Χριστιανοί ελπίζουμε κυρίως στην Πρόνοια του Θεού, αφού ο Θεός με την άκτιστη ενέργειά Του διευθύνει τον κόσμο.
Στην παρούσα εισήγηση θα ήθελα να στρέψουμε την προσοχή μας κυρίως στον χώρο που ζούμε, δηλαδή την Ευρώπη, και να δούμε το υπόβαθρο της περιοχής αυτής, όπου καλούμαστε να ζήσουμε με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, σε δύο παράγοντες, την θεολογία και την πολιτική. Γιατί, όπως θα διαπιστώσουμε στην συνέχεια, υπάρχει μεγάλη σχέση και αλληλοεξάρτηση μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών, αφού τα θεολογικά ρεύματα που επικράτησαν στην Ευρώπη επηρέασαν τις πολιτικές εξελίξεις, καθώς επίσης και η πολιτική επηρέασε την θεολογία, όπως λειτουργούσε στον ευρωπαϊκό χώρο, και βέβαια ήταν διαφορετική από την θεολογία που επικρατούσε στην “καθ’ ημάς Ανατολή”.
|
[ ΠΑΝΩ ] 1. Η σύγχρονη Ενωμένη Ευρώπη |
Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για την Ενωμένη Ευρώπη, για την Νομισματική και Οικονομική Ένωση και γι’ αυτό είναι καλό να δούμε λίγο ποιά ήταν η αρχή, ποιοί συνετέλεσαν στην κίνηση αυτή για την Ένωση της Ευρώπης και ποιά είναι η μικρή ιστορική αναδρομή της Ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ευρωπαίοι άρχισαν να αντιλαμβάνωνται την ανάγκη να διοργανωθή η Ευρώπη στον τύπο μιας Ομοσπονδίας, ώστε να αποτραπή ένας καινούριος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ο Ζάν Μονέ, πρώην κατασκευαστής κονιάκ, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι η Ευρώπη θα γινόταν πλούσια και ισχυρή όχι με μεγάλες συμφωνίες, “αλλά με αργή και σταθερή συσσώρευση κανονισμών, πολιτικών συμφωνιών και επιτροπών, που θα δημιουργούσαν μια ουσιαστική συνοχή”.
Ο Μονέ μαζί με τον Ρομπέρ Σουμάν, Υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας, κατέστρωσαν το λεγόμενο σχέδιο Σουμάν, το οποίο είναι το ιδρυτικό ντοκουμέντο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ενοποίησης, σε συνεργασία με τον Κόνραντ Αντενάουερ, Καγκελάριο της Γερμανίας. Ο θεμέλιος λίθος συνδεόταν “μέ την παραγωγή του χάλυβα και του άνθρακα, που ήταν για την Ευρώπη του ’50 ο βασικός παράγοντας της οικονομικής ευημερίας”.
Είναι χαρακτηριστικές οι ονομασίες που έλαβε κατά καιρούς αυτή η Ένωση των Ευρωπαϊκών Κρατών. Το 1948 δημιουργείται η Δυτική Ένωση και στην συνέχεια ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας, με σκοπό να μοιράση την αμερικανική βοήθεια. Το 1950 ο Σουμάν παρουσιάζει το σχέδιο για την δημιουργία Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα - Χάλυβα και υπογράφεται από το Βέλγιο, την Γερμανία, την Γαλλία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες. Το 1954 η Δυτική Ένωση μετονομάζεται σε Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ΔΕΕ). Το 1957 δημιουργείται η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Το 1960 δημιουργείται η “μικρή” Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών, της οποίας μέλη είναι οι χώρες που δεν αποτελούσαν μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, όπως η Βρετανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία, η Αυστρία, η Πορτογαλία, η Ισλανδία, η Ελβετία και η Φιλανδία. Το 1991 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα μετονομάζεται σε Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην όλη αυτή συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνετέλεσαν διάφορες συνθήκες, όπως η Συνθήκη της Ρώμης το 1957, η Συνθήκη του Σένγκεν, για την ενιαία προστασία του ενιαίου χώρου της Ευρώπης, το 1990, η Συνθήκη του Μάαστριχτ, για την νομισματική ένωση της Ευρώπης, το 1991, και τελευταία η Συνθήκη - συμφωνία Άμστερνταμ.
Σήμερα την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν δεκαπέντε (15) Ευρωπαϊκά Κράτη μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που έγινε μέλος το 19811.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, το 1990 στην Ευρώπη των “12” τα ποσοστά των κατοίκων από απόψεως θρησκείας κατανέμονταν ως εξής: 86,86% Χριστιανοί, 11,50% άθεοι, 1,50% Μωαμεθανοί και 0,50% Εβραίοι. Από τους Χριστιανούς, το ποσοστό 58% είναι Καθολικοί, και το 28% Προτεστάντες, Αγγλικανοί και Ορθόδοξοι. Σήμερα τα πράγματα είναι πιο διαφορετικά2.
Όπως γίνεται αντιληπτό, η σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση κυριαρχείται από Παπικούς και Προτεστάντες, κυρίως, οι δε Ορθόδοξοι αποτελούν την μειοψηφία. Βέβαια, πρέπει να σκεφθούμε ότι, όπως λένε πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί, ο κύριος κορμός των Ευρωπαίων είναι απόγονοι των παλαιών Ρωμηών, που κατακτήθηκαν από τα Γερμανικά φύλα που κατέλαβαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι σήμερα, ο κύριος όγκος των Ευρωπαίων έχει μια ρωμαίικη υποδομή, ενώ η λεγομένη άρχουσα τάξη είναι απόγονος των Φράγκων κατακτητών.
Επομένως, με το οικοδόμημα της Ευρώπης σήμερα ξαναγεννιέται πάλι η Ευρώπη ως Αυτοκρατορία του Καρλομάγνου, αυτός, άλλωστε, είναι ο πατέρας της σύγχρονης Ευρώπης, ο οποίος μισούσε θανάσιμα την Ρωμαίικη παράδοση. Είναι γνωστόν ότι ο γαλλογερμανικός άξονας διευθύνει σήμερα την Ευρώπη.
Όμως, από την άλλη μεριά πολύς λαός στην Ευρώπη μέσα στο εθνικό του υποσυνείδητο έχει μνήμες και αρχέτυπα από την Ρωμηοσύνη, γι’ αυτό και αναζητά και εκτιμά την Ορθόδοξη Παράδοση. Σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο γίνεται μια μεγάλη ανακατάταξη. Πολλοί Ευρωπαίοι μελετούν κείμενα Πατέρων της Εκκλησίας, εκτιμούν την παράδοσή μας, γίνονται Ορθόδοξοι, ιδρύονται έδρες στα Πανεπιστήμια όπου μελετάται η ορθόδοξη θεολογία, δημοσιεύονται βιβλία ιστορικά και αναλύσεις, όπου παρουσιάζεται η αλήθεια ότι η Ευρώπη κατακτήθηκε μέχρι το 800 μ.Χ. από τους λεγομένους Βαρβάρους κλπ. Γι’ αυτό και εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε μεγάλο έργο να επιτελέσουμε στην Ευρώπη. Πιστεύω ότι αυτή η αναζωογόνηση, αλλά και η προσπάθεια να γονιμοποιήσουμε αυτήν την εσωτερική αναζήτηση της Ευρώπης, πρέπει να είναι η σύγχρονη μεγάλη ιδέα του Γένους μας. Έχουμε, όμως, μεγάλη δουλειά, γιατί όπως θα δούμε πιο κάτω όλος ο τρόπος ζωής, παρά την αναζήτηση, έχει επηρεασθή από ιδεολογικά ρεύματα που κυριάρχησαν στους προηγουμένους αιώνες στην Ευρώπη.
|
[ ΠΑΝΩ ] 2. Ο εννοιολογικός καθορισμός της Ευρώπης |
Όταν γίνεται λόγος για την Ευρώπη, ο καθένας εννοεί διαφορετικά πράγματα. Τί είναι τέλος πάντων αυτή η Ευρώπη; Πώς μπορούμε να την καθορίσουμε;
Κατ’ αρχάς όταν μιλούμε για Ευρώπη εννοούμε και έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, αλλά και έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ο οποίος βιώθηκε, ύστερα από πολλές συγκυρίες στον χώρο αυτόν.
Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος κάνει λόγο για το λεγόμενο “δυτικοευρωπαϊκό τρίπτυχο” και ομιλεί για την Ευρώπη των Νέων χρόνων κατά τρεις τρόπους, ήτοι από την άποψη του γεωγραφικού τόπου, του ιστορικού χρόνου και του πολιτιστικού τρόπου. Από πλευράς γεωγραφικής ο χώρος που περικλείεται από την Ιταλική χερσόνησο στον νότο, τα Βρεττανικά νησιά στην δύση και την Σκανδιναυική χερσόνησο στον Βορρά, μπορεί να ονομασθή δυτική Ευρώπη, ενώ η Ευρωπαϊκή Ρωσία και τα Βαλκάνια ονομάζονται Ανατολική Ευρώπη. Από πλευράς ιστορικού χρόνου, η Δυτική Ευρώπη, προσδιορίζεται από τις λεγόμενες νέες χώρες και χαρακτηρίζεται από την μετάβαση από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, και την έκρηξη της Μεταρρύθμισης, με τους θρησκευτικούς πολέμους και την τελική σύνθεση του Διαφωτισμού. Στην Ανατολική Ευρώπη απουσιάζουν ο Μεσαίωνας, η Αναγέννηση και η Μεταρρύθμιση. Από πλευράς δε πολιτιστικού τρόπου ζωής η Δυτική Ευρώπη διαφοροποιείται σαφώς από την Ανατολική Ευρώπη και γενικά από την Ορθόδοξη Ανατολή, γιατί δίνονται διαφορετικές απαντήσεις σε θέματα θεολογίας, ανθρωπολογίας και κοσμολογίας3.
|
[ ΠΑΝΩ ] 3. Διαφορές μεταξύ Φραγκολατινικής Δύσης |
Είναι γνωστόν από πολλές μελέτες ότι στην Δύση αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος τρόπος ζωής, διαφορετικός από τον τρόπο ζωής που επικρατούσε στην Ορθόδοξη Ανατολή. Υπάρχει δηλαδή σαφώς μια διαφοροποίηση μεταξύ Δύσεως και Ανατολής στο θέμα του λεγομένου κοσμοειδώλου.
Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος επικεντρώνει την προσοχή του σε πέντε βασικά σημεία που δείχνουν την διαφορά μεταξύ του λεγομένου Δυτικού Μεσαίωνα και του Βυζαντίου. Βέβαια ισχυρίζεται ο ίδιος ότι οι όροι Μεσαίωνας και Βυζάντιο είναι παραπλανητικοί όροι, ακριβώς γιατί δημιουργήθηκαν αργότερα από τους ουμανιστές ιστοριογράφους, ενώ οι άνθρωποι που ζούσαν την εποχή εκείνη ούτε αισθάνονταν ότι ζούσαν στον Μεσαίωνα, σαν να υπάρχη κάτι ενδιάμεσο μεταξύ των ιστορικών εποχών, ούτε επίσης αισθάνονταν ότι ζούσαν σε ένα Κράτος Βυζαντινό, αφού ο όρος Βυζάντιο εισήχθη αρχές του 16ου αιώνος, μετά την κατάρρευση της Κωνσταντινούπολης, η οποία ήταν η Πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα πέντε σημεία διαφοροποιήσεως των δύο πολιτιστικών τρόπων ζωής είναι ενδεικτικά και εκφραστικά.
Πρώτον, στην Δύση κυριαρχούσε η λεγομένη ουσιοκρατία, αφού έδιναν προτεραιότητα στην ενότητα της ουσίας, ενώ στην Ανατολή έδιναν προτεραιότητα στο πρόσωπο. Αυτό είναι φανερό στο δόγμα της Αγίας Τριάδος. Οι Λατίνοι Πατέρες, μιλώντας για τον Θεό, ξεκινούσαν από την ουσία και έφθαναν στα Πρόσωπα, ενώ οι Ορθόδοξοι Ρωμηοί Πατέρες, όπως οι Τρείς Ιεράρχες, μέσα από τα Πρόσωπα αντιμετώπιζαν την ουσία, αφού το Πρόσωπο του Πατρός γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα. Ο τρόπος με τον οποίον θεολογούσαν οι Λατίνοι τους οδήγησε στην αίρεση του ήήηήήίίή.
Δεύτερον, στην Δύση σε όλες τις φάσεις του ιστορικού βίου έδωσαν προτεραιότητα στον ορθό λόγο και αναπτύχθηκε έντονα ο ορθολογισμός, η νοησιαρχία, ο σχολαστικισμός. Αυτό ακριβώς το βλέπουμε στην περίοδο από τον Αυγουστίνο μέχρι τους Διαφωτιστές. Στην Ανατολή, όμως, έδωσαν προτεραιότητα στην υπαρξιακή γνώση και αυτό εκφράστηκε με τον αποφατισμό, ο οποίος αποφατισμός δεν σημαίνει αγνωστικισμό, αλλά γνώση πέρα από τις αισθήσεις, γνώση που προέρχεται από την αποκάλυψη του Θεού, η οποία προσφέρεται στον άνθρωπο εκείνον που χρησιμοποιεί τον ησυχαστικό τρόπο ζωής.
Τρίτον, στην Δύση αναπτύχθηκε έντονα ο νομικισμός, και σε αυτό συνετέλεσε πολύ η επικράτηση του Ρωμαϊκού δικαίου, χωρίς βέβαια τις αλλοιώσεις που προξένησε σε αυτό η ορθόδοξη αντίληψη για την σωτηρία του ανθρώπου. Έτσι, στην Δύση “η ηθική γίνεται νομική, ποινική και δικανική”. Αντίθετα στην Ορθόδοξη Ανατολή με την επίδραση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας γίνεται λόγος για την ιατρεία της ανθρωπίνης φύσεως, δηλαδή “η ηθική είναι ιαματική και θεραπευτική”. Μπορούμε να πούμε ότι στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας η ηθική ταυτίζεται και συνδέεται στενώτατα με την ασκητική. Καί, βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για ασκητική εννοούμε την θεραπεία. Πρόκειται, δηλαδή, για την μέθοδο εκείνη δια της οποίας ο άνθρωπος θεραπεύεται, ώστε θεραπευμένος να συναντήση τον Θεό.
Τέταρτον, ως απόρροια της όλης νοοτροπίας που καλλιεργήθηκε στην Δύση, αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη εκκλησιολογία που συγκεκριμενοποιείται στην λέξη “Παπισμός”, όπως εκφράζεται από το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, το αλάθητο του Πάπα και την αγία Έδρα (Βατικανό). Και έτσι “ο Παπικός θεσμός είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού της λατινικής ουσιοκρατικής μεταφυσικής με το ρωμαϊκό νομικισμό του δυτικού μεσαιωνικού χριστιανισμού”. Αντίθετα, στην Ορθόδοξη Ανατολή επικρατεί η συνοδικότητα με την Πενταρχία. Όπως σημειώνει ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος: “ο συνοδικός θεσμός αποκλείει την έξαρση ενός επισκοπικού θρόνου, έστω με βαρείς ιστορικούς τίτλους ή ακόμα και με δικαιώματα πρωτοκαθεδρίας, υπεράνω του συλλογικού σώματος των Επισκόπων. Η πρωτοκαθεδρία είναι ιστορική, αλλά παραμένει πάντοτε τιμητική και οπωσδήποτε λειτουργική, υπηρετώντας την συνοδικότητα (π.χ. σύγκληση και προεδρία της Συνόδου)”.
Πέμπτον, στην Δύση αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο φαινόμενο που λέγεται φεουδαρχία, σύμφωνα με την οποία η κοινωνία διαρθώνεται ρατσιστικά, ανάλογα με την εκ γενετής καταγωγή του κάθε ανθρώπου. Αντίθετα, στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν υπήρχε αυτή η ρατσιστική φεουδαρχία, αλλά λειτουργούσε το Κράτος προνοίας. “Η οικονομία σχεδιαζόταν από την κεντρική αυτοκρατορική εξουσία και λειτουργούσε με κρατικό παρεμβατισμό προς όφελος των ασθενεστέρων τάξεων (μικροκαλλιεργητές) και σε βάρος των ισχυροτέρων παραγόντων (μεγαλοϊδιοκτήτες γης και συντεχνίες). Έτσι εμποδίστηκε να αναπτυχθή η μεσαιωνική φεουδαρχία και η νεώτερη αστικοποίηση”4.
Γίνεται λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ της δυτικής και ανατολικής παραδόσεως σε όλο τον τρόπο σκέψεως, πολιτείας και συμπεριφοράς. Αυτό, βέβαια, είναι συνέπεια μιας μεγάλης αλλαγής που έγινε στον δυτικό χώρο, ύστερα από την μεταφορά της Πρωτεύουσας του Ρωμαϊκού Κράτους από την Δύση στην Ανατολή (τήν Κωνσταντινούπολη) και την δημιουργία ενός μεγάλου κενού στην Δύση. Αυτή δε η μεγάλη αλλαγή στον δυτικό χώρο φαίνεται πιο έντονα από την μελέτη της διδασκαλίας και της πολιτείας των Μεγάλων Ρωμηών Πατέρων, και κυρίως των Πατέρων του τετάρτου αιώνος που εξέφρασαν κατά τον τέλειο τρόπο την αποκαλυπτική αλήθεια, απαντώντας στα ερωτήματα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Επομένως, η διαφοροποίηση στην Δύση είναι αποτέλεσμα ενός νέου πολιτικού θεολογικού σχήματος που παρουσιάσθηκε εκεί και το οποίο θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αμυδρά στις επόμενες ενότητες.
|
[ ΠΑΝΩ ] 4. Η επέλαση των Βαρβάρων και των Φράγκων στην Δύση |
Μετά την μεταφορά της Πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την Παλαιά στην Νέα Ρώμη, το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Δύση, παρέμεινε κατά κάποιον τρόπο δίχως ισχυρή κρατική εξουσία, και αυτό επωφελήθηκαν διάφορα βαρβαρικά φύλα και κατέρχονταν προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνουν πολλές περιοχές.
Ο άήήίίήι άή άήήή στο βιβλίο του “ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης” στο πρώτο μόλις κεφάλαιο με τίτλο “η εγκατάσταση των βαρβάρων (5ος - 7ος αιώνας)” αναλύει διεξοδικά αυτήν την διείσδυση των βαρβαρικών φυλών στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικά γράφει: “Άλλοτε με τον ρυθμό αργών διεισδύσεων και προωθήσεων λίγο πολύ ειρηνικών, άλλοτε με τον ρυθμό απότομων προελάσεων που συνοδεύονταν από μάχες και σφαγές, η εισβολή των Βαρβάρων, μεταξύ των αρχών του 5ου και του τέλους του 8ου αιώνα, μεταμόρφωσε βαθιά τον πολιτικό χάρτη της Δύσεως, που κατ’ όνομα βρισκόταν υπό την εξουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα”5.
Ο Καθηγητής Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του “Ρωμηοσύνη” αναφέρεται πολλές φορές στο φαινόμενο της υποδουλώσεως του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Γίνεται λόγος για το ότι οι πρώτοι κατακτητές της δυτικής Ρωμανίας ήταν οι αρειανοί Χριστιανοί, που καταδικάστηκαν στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, ήτοι οι Γότθοι, Βουργουνδοί και Ουνδάλοι, καθώς επίσης και οι Λογγοβάρδοι, που κατέκτησαν την βόρεια και νότια ιταλική Ρωμανία, μετά τις επανακτήσεις του Ιουστινιανού. Αργότερα, όμως, οι Φράγκοι, μια βαρβαρική γερμανική φυλή, οι οποίοι από ειδωλολάτρες, τυπικώς ασπάστηκαν την Ορθοδοξία και κατέκτησαν την βόρεια Γαλλική Ρωμανία, με την βοήθεια των Ορθοδόξων υποδούλων Ρωμαίων νίκησαν στα τέλη του ε', αρχάς στ' αιώνος τους Γότθους και Βουργουνδούς και κατά τα μέσα του η' αιώνος τους Λογγοβάρδους6.
Μετά την κατάκτηση της Ευρώπης από τους Φράγκους επεβλήθη και το ιδιαίτερο φεουδαλιστικό σύστημα, που στηριζόταν στην διάκριση των τάξεων μεταξύ των ευγενών και των δουλοπαροίκων Ορθοδόξων Ρωμαίων. Η γη διαιρέθηκε σε πολλά φέουδα. Όλων των φέουδων απόλυτος κύριος ήταν ο Βασιλιάς ο οποίος τα παραχωρούσε ισοβίως στους ευγενείς, πολεμάρχους, δούκες, κόμητες, βαρώνους και κατώτερους ιππότες. Αργότερα τα φέουδα αναγνωρίζονταν ως κληρονομικά οικογενειακά δικαιώματα7. Έτσι, λοιπόν, από την μια μεριά υπήρχαν οι ευγενείς με διαβαθμίσεις μεταξύ τους, από την άλλη μεριά οι δουλοπάροικοι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι.
Είδαμε προηγουμένως ότι οι Φράγκοι κατέλαβαν το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την βοήθεια των ορθοδόξων Ρωμηών για να αποτινάξουν την σκλαβιά που είχαν επιβάλλει τα διάφορα φύλα, τα οποία είχαν αρειανικές απόψεις. Όμως οι Φράγκοι, αφού σταθεροποιήθηκαν στην εξουσία, στην συνέχεια, αφ’ ενός μεν κατήργησαν την ιεραρχία και τα ηγουμενεία των Ρωμαίων, αφ’ ετέρου δε επέτρεψαν στους κατακτηθέντες Ρωμαίους να έχουν τον δικό τους κατώτερο κλήρο για να εκπληρώνουν τις δικές τους θρησκευτικές ανάγκες8. Έτσι διατηρείται μέχρι σήμερα η έννοια του ανώτερου και κατώτερου Κλήρου, που είναι εντελώς άγνωστη στην Ορθόδοξη Παράδοση. Πάντως επικράτησε έκτοτε οι ευγενείς κατακτητές να έχουν επισκόπους, πρεσβυτέρους, ηγουμένους, διακόνους και μοναχούς από την τάξη τους, ενώ η τάξη των δουλοπαροίκων είχε μόνο πρεσβυτέρους, διακόνους και μοναχούς, αλλά όχι επισκόπους, ηγουμένους και προϊσταμένους σε πλούσιες ενορίες9. Με αυτήν την προοπτική πρέπει να εξετάζουμε την άποψη ότι οι ευγενείς είχαν παράδοση να προσφέρουν τον νεώτερο υιό τους στον κλήρο με την ελπίδα να γίνη Επίσκοπος, ηγούμενος, πρωτοπρεσβύτερος, με πολλά ωφέλη10. Φυσικά ελάμβαναν τότε και το ανάλογο φέουδο, το οποίο δεν μπορούσαν να κληροδοτήσουν, ακριβώς γιατί οι Κληρικοί ήταν άγαμοι.
Βασικά γνωρίσματα της φεουδαρχίας ήταν δύο, ήτοι το φέουδο και η υποτέλεια, όπως αναλύει ο άήήίίήι άή άήήή. Ο άρχοντας παραχωρεί στον υποτελή του ένα φέουδο, ένα τμήμα γής, αλλά και ο υποτελής οφείλει να υπηρετή τον άρχοντα, να εκφράζη την υποτέλειά του11.
Οι συγγραφείς άήήη και άήίίήήή παρουσιάζουν μερικές όψεις του φεουδαλιστικού συστήματος.
Κατ’ αρχάς λέγεται ότι εξεδόθη νόμος για να καθορίση το φεουδαλιστικό σύστημα: “Νόμος που εκδόθηκε το 847 από τους τρεις υιούς του Λουδοβίκου του Ευσεβούς (υιού και διαδόχου του Καρλομάγνου) οι οποίοι είχαν μοιράσει και βασίλευαν σε όλη την αυτοκρατορία του Καρλομάγνου καθόριζε ότι: Επιθυμούμε κάθε ελεύθερος άνθρωπος του βασιλείου μας να επιλέξη τον κύριο τον οποίο προτιμά, εμάς ή έναν από τους πιστούς υπηκόους μας”12.
Γινόταν ειδική τελετή και μάλιστα υπογραφόταν και ένα συμφωνητικό. Είναι χαρακτηριστικά όσα περιγράφονται για την ειδική αυτήν τελετή, από τους προαναφερθέντες ξένους συγγραφείς:
“Οι κυριότερες υποχρεώσεις του κυρίου και του υποτελούς (ίήιιήη) εμφανίζονται καθαρά στο ακόλουθο συμφωνητικό του 1110. Ο κύριος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ηγούμενος ενός μοναστηριού, γεγονός που δείχνει ότι και η Εκκλησία συμμετείχε, όπως και οι λαϊκοί, σ’ αυτό το είδος της σχέσης (φεουδαρχική):
Εις το όνομα του Κυρίου, εγώ ο αήίήήίή αιιήή, υποκόμης του άήίήήιιήήήή, παρουσία των υιών μου άήηήί και είήήήήίήη, και του άήιήί ήή έήίιί, ευγενών και πολλών άλλων έντιμων ανδρών που είχαν έρθει στο μοναστήρι της έι. αήίί του άίήιιή προς τιμήν της εορτής της σεπτής έι. αήίί. Επειδή ο κύριος άήή, ηγούμενος του μοναστηριού μου ζήτησε, παρουσία όλων όσων ανέφερα παραπάνω, να αναγνωρίσω προς αυτόν την αφοσίωση και την δήλωση υποτέλειας για τα κάστρα, τα κτήματα και τα μέρη που οι πάτρωνες, οι πρόγονοί μου, κατείχαν από αυτόν και τους προγόνους του και από το εν λόγω μοναστήρι ως φέουδο, και τα οποία πρέπει κι εγώ να κρατήσω όπως αυτοί, έκανα προς τον κύριον ηγούμενο άήή αναγνώριση και δήλωση υποτέλειας, όπως έπρεπε να κάνω.
Έτσι, λοιπόν, ας γνωρίζουν όλοι οι παρόντες ότι εγώ, ο αήίήήίή αιιήή, κύριος και υποκόμης του άήίήήιιήήήή, αναγνωρίζω αληθώς προς σε κύριέ μου άήή, με την χάρη του Θεού ηγούμενε της έι. αήίί του άίήιιή, και προς τους διαδόχους σου ότι κατέχω και πρέπει να κατέχω ως φέουδο στο άήίήήιιήήήή, τα ακόλουθα: (κατάλογος κτημάτων, κάστρων και χωριών)... για το καθένα από τα οποία δηλώνω υποτέλεια με τα χέρια και το στόμα μου προς εσένα Κύριέ μου άήή και προς τους διαδόχους σου, και ορκίζομαι πάνω σ’ αυτά τα τέσσερα ευαγγέλια του Θεού ότι θα είμαι παντοτινά πιστός υποτελής δικός σου και των διαδόχων σου και της έι. αήίί του άίήιιή και σε όλα όσα είναι υποχρεωμένος να είναι πιστός ένας υποτελής στον κύριό του, και θα σε υπερασπίζομαι, κύριέ μου, εσένα και όλους τους διαδόχους σου και το μοναστήρι και τους μοναχούς, παρόντες και μελλοντικούς, και τα κάστρα και τα κτήματα και όλους τους άνδρες σου και τις ιδιοκτησίες τους εναντίον όλων των κακοποιών και εισβολέων, με αίτηση δική σου και των διαδόχων σου με δικά μου έξοδα. Και θα σού δίνω την εξουσία πάνω σε όλα τα κάστρα και τα κτήματα που περιγράφηκαν παραπάνω, σε ειρήνη και σε πόλεμο, οποτεδήποτε ζητηθούν από εσένα ή από τους διαδόχους σου”13.
Διασώζεται και μια τελετή αναλήψεως του φέουδου:
“Η τελετή της αφοσίωσης και υποτέλειας, όπως ετελείτο στη Φλάνδρα το 1127, περιγράφεται από τον άήηήήίι της αίίηήι:
Στις 7 Απριλίου, ημέρα Πέμπτη, έγιναν και πάλι οι τελετές υποτέλειας στον κόμη. Τελέστηκαν με την εξής σειρά ως έκφραση πίστης και αφοσίωσης. Πρώτα δήλωσαν υποτέλεια κατά αυτόν τον τρόπο. Ο κόμης ρωτούσε τον καθένα αν επιθυμεί να γίνει ολοκληρωτικά δικός του άνθρωπος και απαντούσε “ναί, αυτό επιθυμώ” και με τα χέρια του κλειστά σφιχτά μέσα στα χέρια του κόμη δένονταν ο ένας με τον άλλο με ένα φιλί. Μετά, αυτός που είχε δηλώσει υποτέλεια εγγυόταν την πίστη του στον εκπρόσωπο του κόμη λέγοντας: “Υπόσχομαι στην πίστη μου ότι στο εξής θα είμαι πιστός στον Κόμη έήηηήήή και ότι θα τηρώ ολοκληρωτικά την υποτέλειά μου προς αυτόν εναντίον οιουδήποτε, με καλή πίστη και χωρίς δόλο”. Στην συνέχεια έπαιρνε όρκο γι’ αυτό πάνω στα λείψανα των αγίων. Στην συνέχεια ο κόμης, με μια ράβδο που κρατούσε στο χέρι του, απένειμε τον τίτλο σε όλους όσοι είχαν υποσχεθή με αυτήν την συμφωνία αφοσίωση και υποτέλεια και είχαν ορκιστή αναλόγως.”14
Ο αήίή αηήήή στο σπουδαίο βιβλίο του με τίτλο: “η φεουδαλική κοινωνία” και με υπότιτλο: “η διαμόρφωση των σχέσων εξάρτησης, οι τάξεις και η διακυβέρνηση των ανθρώπων”, αναλύει διεξοδικά το φεουδαλιστικό σύστημα, αλλά και την κοινωνία μέσα στην οποία διαμορφώθηκε και την διαμόρφωσε. Στην μικρή αυτή εισήγηση δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθούν διεξοδικά τα γνωρίσματα αυτά του φεουδαλιστικού συστήματος, αλλά μόνο πρέπει να αναφέρουμε ότι αναλύει τί ακριβώς ήταν το φέουδο και ποιά ήταν η βαθύτερη σημασία του, τί ήταν η χωροδεσποτεία, πώς ζούσαν οι ευγενείς, ποιός ήταν ο τρόπος ζωής τους, οι απασχολήσεις και οι διδασκαλίες τους και οι κανόνες συμπεριφοράς, ποιές ήταν οι ταξικές διακρίσεις μέσα στους κόλπους της αριστοκρατίας, πώς γινόταν η διακυβέρνηση των ανθρώπων και πολλά άλλα. Θα ήθελα απλώς να παραθέσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
“Στην φεουδαλική κοινωνία, ο χαρακτηριστικός ανθρώπινος δεσμός ήταν η προσήλωση του υποδεεστέρου σε ένα πολύ κοντινό του αρχηγό. Από βαθμίδα σε βαθμίδα οι κληρικοί που φτιάχνονταν έτσι, έφερναν κοντά μέσα από ένα άλλο είδος αλυσσίδων απεριόριστης διακλάδωσης, τους κατωτέρους στους ανωτέρους. Την ίδια την γη την θεωρούσαν τόσο πολύτιμο πλούτο επειδή επέτρεπε την απόκτηση “ανθρώπων”, μέσω της διανομής της σ’ αυτούς. “Θέλουν γαίες”, έλεγαν με λίγα λόγια οι Νορμανδοί χωροδεσπότες που αρνούνταν τα κοσμήματα, τα όπλα και τα άλογα που τους προσέφερε ως δώρα ο δούκας τους. Και πρόσθεταν μεταξύ τους: “Έτσι, θα μπορούμε να συντηρούμε πολλούς ιππότες και ο δούκας δεν θα το μπορεί πιά””15.
Θα παραθέσω και ένα άλλο απόσπασμα, στο οποίο γίνεται λόγος για την τελετή του δεσμού μεταξύ χωροδεσπότου και υποτελούς:
“Ιδού δύο άνθρωποι, πρόσωπο με πρόσωπο: ένας που θέλει να υπηρετήσει και ο άλλος που δέχεται ή επιθυμεί να είναι αρχηγός. Ο πρώτος ενώνει τα χέρια και τα τοποθετεί, έτσι ενωμένα, στα χέρια του δεύτερου: καθαρό σύμβολο υποταγής, του οποίου συχνά τονιζόταν περισσότερο η σημασία με γονυκλισία. Ταυτόχρονα, το πρόσωπο που πρόσφερε τα χέρια του προφέρει μερικά σύντομα λόγια, με τα οποία δηλώνεται “άνθρωπος” εκείνου που στέκεται απέναντί του. Κατόπιν, αρχηγός και υποτακτικός φιλιούνται στο στόμα: σύμβολο σύμπνοιας και φιλίας. Αυτές ήταν οι κινήσεις –απλούστατες και για τούτο ιδιαίτερα κατάλληλες για να εντυπωσιάσουν πνεύματα άκρως ευαίσθητα στο ορατό– μέσω του οποίου γινόταν η σύναψη ενός από τους ισχυρότερους κοινωνικούς δεσμούς που γνώρισε η φεουδαλική περίοδος. Η τελετουργία τούτη, που άπειρες φορές περιγράφτηκε, αναφέρθηκε στα κείμενα και χαράχθηκε σε σφραγίδες, σε μινιατούρες και σε ανάγλυφα, ονομαζόταν ομάζ (ήήήήήηή), στα γερμανικά αήήήιήήήήι. Ο ανώτερος προσδιοριζόταν πάντοτε με τον γενικό όρο “χωροδεσπότης” (ιήήηήήίί). Ο κατώτερος συχνά λέγεται σκέτα “ο άνθρωπος με το στόμα και τα χέρια”. Χρησιμοποιούνται όμως και λέξεις ειδικότερες: “βασάλος” ή μέχρι τις αρχές τουλάχιστον του 12ου αιώνα, “εμπιστευμένος” (ήήήήήήήή).
Από το τελετουργικό τούτο έλειπε κάθε χριστιανικό στοιχείο. Παρόμοια παράλειψη όμως, αν και εξηγούμενη από τις μακρινές γερμανικές καταβολές του συμβολισμού της σκηνής αυτής, δεν ήταν εγγυητής της ο Θεός. Η μορφή του ομάζ, βέβαια, δεν άλλαξε ποτέ. Όμως, από την καρολίγγεια ήδη περίοδο, ενισχύθηκε και από ένα δεύτερο τυπικό, καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα: με το χέρι πάνω στο Ευαγγέλιο, ή πάνω σε άγια λείψανα, ο καινούριος βασάλος ορκιζόταν πίστη στον κύριό του. Αυτό το ονόμαζαν “πίστη” (γερμανικά είήίή, και πιο παλιά, άίηήή). Η τελετουργία είχε λοιπόν δύο φάσεις οι οποίες, όμως, δεν είχαν καθόλου ίση αξία”16.
Φαίνεται από τα λίγα αυτά ότι η κοινωνία την οποία δημιούργησαν οι Φράγκοι ήταν μια κοινωνία ταξική, από την άποψη ότι κάθε τάξη είχε εκ φύσεως δικαιώματα. Δεν πρόκειται για μια κατοχή γής, αλλά για ένα δυτικό ρατσιστικό δίκαιο, αφού οι ευγενείς θεωρούνται εκ φύσεως ευγενείς, ενώ οι δουλοπάροικοι είναι εκ φύσεως δουλοπάροικοι, και δεν μπορούν να μετατεθούν από την μια τάξη στην άλλη. Ο Βασιλιάς ήταν ο απόλυτος άρχοντας και ηγεμόνας.
|
[ ΠΑΝΩ ] 5. Το θεολογικό υπόβαθρο τής ταξικής κοινωνίας |
Αφού είδαμε προηγουμένως το πολιτικό υπόβαθρο της Ευρώπης, το τί, δηλαδή, πολιτικές διαρθρώσεις επέβαλαν οι Φράγκοι που κατέλαβαν την Ευρώπη, τώρα πρέπει να δούμε και τις θεολογικές προϋποθέσεις, το θεολογικό υπόβαθρο αυτής της πολιτιστικής ετερότητας, που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας. Στην προσπάθειά μας αυτή θα επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον σε τρεις θεολογικές προσωπικότητες της Δύσεως, ήτοι τον ιερό Αυγουστίνο, τον Άνσελμο Καντερβουρίας και τον Θωμά Ακινάτη, διότι πάνω στις προσωπικότητες αυτές στηρίχθηκε όλο το θεολογικό οικοδόμημα της Ευρώπης μέχρι σήμερα.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Ο ιερός Αυγουστίνος (354-430) δημιούργησε μια ισχυρή παράδοση στην Δύση. Οι Φράγκοι για να διαφοροποιηθούν από την Ορθόδοξη Ανατολή χρησιμοποίησαν την διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου, που διέφερε σαφώς από την ορθόδοξη πατερική παράδοση, και μάλιστα την παράδοση των Τριών Ιεραρχών, που είναι σύγχρονοί του.
Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης σε όλα τα κείμενά του καταγράφει αυτήν την πραγματικότητα, δηλαδή παρουσιάζει την ισχυρή επίδραση που είχε ο Αυγουστίνος σε όλη την εξέλιξη της ευρωπαϊκής παραδόσεως17. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος δεν γνώριζε ελληνικά και δεν μπορούσε να παρακολουθήση τις συζητήσεις που έκαναν οι Πατέρες της Ανατολής πάνω σε δογματικά θέματα και είχε σχηματίσει διαφορετικές απόψεις από εκείνες των Πατέρων. Μάλιστα δέ, όταν εκλήθη σε Σύνοδο των Επισκόπων στην Αφρική να αναλύση τις αποφάσεις της Β' Οικουμενικής Συνόδου, υπεστήριξε ότι αφ’ ενός μεν γίνεται συζήτηση μεταξύ των θεολόγων για την προσωπική ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος έναντι του Πατρός και του Υιού, αφ’ ετέρου δε εμφάνιζε την άποψη ότι το Άγιον Πνεύμα είναι η μεταξύ του Πατρός και του Υιού κοινή θεότητα και αγάπη, πράγμα το οποίον συνετέλεσε στην αίρεση του ήήηήήίίή18.
Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος κάνει μια ανάλυση του έργου του Αυγουστίνου καί, βέβαια, παρουσιάζει τις συνέπειες αυτού του αυγουστινιανού συστήματος στην μετέπειτα εξέλιξη της ευρωπαϊκής σκέψης. Δεν είναι πρόθεσή μου εδώ να παρουσιάσω όλη την διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου, αλλά ενδεικτικώς να υπογραμμίσω μερικά χαρακτηριστικά σημεία.
Ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε σημαντικά από τον νεοπλατωνισμό, αφού είχε μελετήσει την “Εισαγωγή” του Πορφυρίου, γνώρισε τον Πλωτίνο από λατινική μετάφραση. Επίσης, όσα παραθέματα παρουσιάζει από τον Πλάτωνα τα γνώριζε από τις παραπομπές του Κικέρωνα19. Η προτεραιότητα της λογικής έναντι της πίστεως, η νομικιστική άποψη για την πνευματική ζωή, η υποστήριξη του θεσμού, η άποψη ότι ο θάνατος είναι τιμωρία του Θεού, η θεολογική ιδέα του περί του απολύτου προορισμού και πολλές απόψεις του έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη στην Δύση ενός Θεού δυνάστη και τιμωρού20.
Από τις πολλές απόψεις του ιερού Αυγουστίνου πρέπει να σημειώσω ιδιαιτέρως δύο, ήτοι την πλατωνική αντίληψη περί ιδεών στον Θεό και την περί του απολύτου προορισμού.
Ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε πολύ από την πλατωνική θεωρία περί των ιδεών. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, όπως τις διατύπωσαν αργότερα και οι σχολαστικοί, ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν δημιουργός, προνοητής και δίκαιος, διότι δήθεν συλλαμβάνει τα αρχέτυπα της δημιουργίας και την τάξη μεταξύ τους, και ακόμη όλος ο κόσμος είναι εικόνα και αντιγραφή αυτού του κόσμου των ιδεών καί, επομένως, και η αμαρτία είναι η εν χρόνω παράβαση αυτής της θείας τάξεως των ιδεών στην ουσία του Θεού21.
Έτσι, η περί ιδεών θεωρία του Πλάτωνος πέρασε μέσα από τον νεοπλατωνιστή Αυγουστίνο σε όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, με αποτέλεσμα αυτήν την θεολογική άποψη να υιοθετήσουν οι Φράγκοι και να στηρίζουν όλη την ρατσιστική διάρθωση της κοινωνίας τους μεταξύ ευγενών και δούλων. Και είναι γνωστόν ότι κατά τον Πλάτωνα ο Θεός “είναι ένα αφηρημένο, απρόσωπο, αγέννητο, αναλλοίωτο, τέλειο, ύψιστο Όν που έχει μέσα του ένα συγκρότημα αφηρημένων ιδεών. Αυτός ο Θεός, έλκει τα νοητά, τις ιδέες προς τον εαυτό του, χωρίς ο ίδιος να έλκεται από τίποτα, γιατί είναι τέλειος. Υπάρχει μόνο μέσα του μια κίνηση προς τον εαυτό του, μια κίνηση ιδιοτελούς, φίλαυτης ευδαιμονίας”22. Αυτή η θεωρία του Πλάτωνος πέρασε δια του Αυγουστίνου στην Δύση και έγινε “τό θεμέλιο της φραγκολατινικής θεολογικής και φιλοσοφικής παραδόσεως”23.
Η άλλη θεολογική θέση του Αυγουστίνου που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα την κατάσταση στον δυτικό χώρο είναι η θεωρία περί του απολύτου προορισμού, σύμφωνα με την οποία ο Θεός έχει προορίσει τους ανθρώπους που θα σωθούν, και η όλη προσπάθεια του ανθρώπου έγκειται στο να ανακαλύψη ποιός ανήκει στους εκλεκτούς του Θεού για την σωτηρία. Πρόκειται για την μεγαλύτερη θεολογική ρατσιστική αντίληψη όλων των εποχών που δημιούργησε τεράστια προβλήματα στον δυτικό χώρο μέχρι τις ημέρες μας.
Γι’ αυτό ο Μάριος Μπέγζος παρατηρεί: “Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Αυγουστίνος δέχεται συγκεντρωμένα τα πυρά της κριτικής, τόσο της προτεσταντικής όσο και της ρωμαιοκαθολικής. Υποστηρίζεται ότι “η διδασκαλία για τον απόλυτο προορισμό είναι η σκληρότερη πλευρά της αυγουστίνειας σκέψης”. Τονίζεται ότι “ο Θεός του Αυγουστίνου παίρνει τα χαρακτηριστικά της προσωπικής αυθαιρεσίας και παρομοιάζεται με αυτοκράτορα της αρχαιότητας”, όπου “η δικαιοσύνη γίνεται βαναυσότητα και η χάρη καταντά αυθαιρεσία”. Επισημαίνεται ότι “γιά πρώτη φορά, με τον Αυγουστίνο, ο απόλυτος προορισμός αποκτά την στυγνότερη αυστηρότητά του, μέσω της οποίας απέβη, κατά τον Χάιριχ Μπάρτ “ο τρόπος της χριστιανικής σκέψης όλων των εποχών””24.
Οι Φράγκοι που κατέλαβαν την Δυτική Ευρώπη, για να υποστηρίξουν τις βαρβαρικές και ρατσιστικές τους απόψεις, χρησιμοποίησαν τις Αυγουστίνειες αντιλήψεις, κυρίως περί του Θεού, ως ευδαίμονος, που διακρίνεται για την τάξη και την πειθαρχία, αλλά και περί του απολύτου προορισμού του ανθρώπου που συνδέεται με τις αυθαίρετες επιλογές ενός κατασκευασμένου δυνάστη Θεού. Οπότε το φραγκικό καθεστώς απέκτησε θεολογική υποδομή. Γι’ αυτό ο μεγάλος Γερμανός θεολόγος Χάρνακ θα πή: “Η παράδοση της φραγκικής εκκλησίας και ένα αυγουστίνειο στοιχείο καθορίζουν την στάση των δυτικών”. Ο δε Σενύ θα διαβεβαιώση: “Ο λατινικός μεσαιωνικός πολιτισμός της χριστιανοσύνης είναι γέννημα του Αυγουστίνου”25.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Ο άλλος θεολόγος, ο οποίος επεξεργάστηκε όλη αυτήν την θεολογική και πολιτική υποδομή που συνάντησε, είναι ο Άνσελμος Καντερβουρίας (1033-1109). Εάν ο Αυγουστίνος προϋπήρξε της εγκαθιδρύσεως των Φράγκων στην Δύση και την διδασκαλία του χρησιμοποίησαν οι Φράγκοι για την εγκαθίδρυση της ρατσιστικής τους ιδεολογίας, ο Άνσελμος Καντερβουρίας έπλασε τις θεολογικές του θεωρίες, βάσει του ρατσιστικού φεουδαλιστικού συστήματος των Φράγκων που βρήκε στην Δύση. Με άλλα λόγια, η εικόνα του προσβεβλημένου Θεού, ο οποίος χρειάζεται εξιλέωση και ικανοποίηση, είναι ειλημμένη από την τάξη της δικαιοσύνης που επικρατούσε στο φράγκικο φεουδαρχικό σύστημα.
Ο Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη εργασία για τα ελληνικά δεδομένα, αναλύει διεξοδικά την θεωρία του Άνσελμου Καντερβουρίας περί της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία ο Θεός, που είναι η υψίστη τιμή, προσβλήθηκε από την αμαρτία του ανθρώπου, η οποία διασάλευσε την τάξη στην δημιουργία, καί, επομένως, ο Θεός απαιτεί ή την τιμωρία ή την εξιλέωσή Του.
Είναι αρκετά ενδιαφέρον να δούμε μερικά βασικά κλειδιά αυτής της θεωρίας του Ανσέλμου, τα οποία θα μας κάνουν να αντιληφθούμε αφ’ ενός μεν το πολιτικό υπόβαθρο αυτής της θεωρίας, αφ’ ετέρου δε τα προβλήματα που δημιούργησε στον δυτικό Χριστιανισμό.
Πρώτον. Ο Άνσελμος Καντερβουρίας υποστήριζε την άποψη ότι ο Θεός αποτελεί “τήν υψίστη δικαιοσύνη” που ταυτίζεται με την ουσία Του. Αυτός είναι “η υπέρτατη δικαιοσύνη”26. Και βέβαια αυτό σημαίνει ότι η δικαιοσύνη δεν περιορίζεται από την αγάπη του Θεού, και γι’ αυτό απαιτεί την τιμωρία κάθε παράβασης.
Δεύτερον. Μαζί με την δικαιοσύνη του Θεού ταυτίζεται και η αρχή της τιμής του Θεού. Ο Θεός είναι “η αμετάβλητη τιμή”. Γράφει χαρακτηριστικά ο Άνσελμος Καντερβουρίας: “στήν τιμή του Θεού δεν μπορεί να προστεθεί και να αφαιρεθεί τίποτε, επειδή αυτός καθεαυτόν είναι η ακατάλυτη και πλήρως αμετάβλητη τιμή”27. Σε άλλο σημείο γράφει: “τίποτε δεν διαφυλάσσει ο Θεός δικαιότερα απ’ ό,τι την τιμή του αξιώματός του”28. Είναι φανερόν ότι και αυτή η άποψη, όπως θα δούμε στην συνέχεια, συνδέεται με την φεουδαλιστική κοινωνία της εποχής του Ανσέλμου, από την οποία προσέλαβε την εικόνα και έπλασε την θεωρία του.
Τρίτον. Η υψίστη δικαιοσύνη, η τιμή του Θεού συνδέεται στενά με την τάξη της δημιουργίας. Ο Θεός έβαλε τάξη στην δημιουργία και αυτή η τάξη παρέχει την μακαριότητα σε αυτήν. Μάλιστα δέ, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ο Θεός είναι δέσμιος αυτής της τάξεως που έβαλε στην δημιουργία, οπότε η ελευθερία του Θεού δεν μπορεί να κινηθή πέρα από αυτήν την τάξη. “Είναι ανάρμοστο για τον Θεό να κάνει κάτι μη δίκαιο και μη υποκείμενο στην τάξη”29. Έτσι, οι ταξικές διακρίσεις είναι θέλημα Θεού και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ξεφύγη από την τάξη του ή να διασαλεύση αυτήν την τάξη.
Τέταρτον. Η αμαρτία την οποία διαπράττει ο άνθρωπος θεωρείται ως “προσβολή του Θεού και ως ανατροπή της τάξεως της δημιουργίας”30. Σύμφωνα με τις απόψεις του “ολόκληρη η ανθρώπινη φύση διαβρώθηκε και κατά κάποιον τρόπο ζυμώθηκε με την αμαρτία”. Στην συνέχεια η αμαρτία μεταδόθηκε από τον Αδάμ και την Εύα σε όλους τους απογόνους τους, οι οποίοι πια αποτελούν μια “αμαρτωλή μάζα”. Γι’ αυτό και στο εξής ο άνθρωπος αμαρτάνει διττώς έναντι του Θεού γιατί “ούτε την δικαιοσύνη μπορεί να διαφυλάξει, ούτε την αμαρτία να απομακρύνει”. Όμως, η αμαρτία δεν συνδέεται μόνο με την δικαιοσύνη του Θεού, αλλά και με την τιμή του Θεού. Γράφει: “Αμαρτία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να μην αποδίδει (εξοφλεί) κάποιος στον Θεό το οφειλόμενο”, και οφειλόμενο είναι η τιμή του Θεού και νοείται ως εκούσια υποταγή όλων των λογικών δημιουργημάτων στο θέλημα του Θεού31. Έτσι, η αμαρτία δεν ερμηνεύεται ως ασθένεια της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά ως μη απόδοση της τιμής στον Θεό. Γράφει ο Άνσελμος: “Όποιος δεν παρέχει την οφειλόμενη τιμή στον Θεό αφαιρεί από τον Θεό αυτό που του ανήκει και ατιμάζει τον Θεό, τούτο σημαίνει αμαρτάνειν”32. Η αμαρτία, λοιπόν, είναι μεγάλο πρόβλημα γιατί εκτός του ότι προσβάλει κανείς τον Θεό και την δικαιοσύνη του, και του αποδίδει την οφειλόμενη τιμή, συγχρόνως καταστρέφει την τάξη και την ωραιότητα της δημιουργίας33.
Πέμπτον. Ο Θεός δεν μπορεί να συγχωρήση τον αμαρτωλό άνθρωπο, δεν μπορεί να τον αγαπήση, αφού αν γινόταν αυτό, τότε θα τραυματιζόταν η δικαιοσύνη Του και η τιμή της αξιοπρεπείας Του, γιατί, όπως γράφει ο Άνσελμος Καντερβουρίας, “τίποτε δεν διαφυλάσσει ο Θεός δικαιότερα απ’ ό,τι την τιμή της αξιοπρεπείας του”34. Η ευσπλαγχνία του Θεού δεν μπορεί να βοηθήση τον άνθρωπο, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα αντιπαραταχθή στην υψίστη δικαιοσύνη του Θεού. Γράφει: “Μια τέτοιου είδους ευσπλαγχνία του Θεού αντιπαρατίθεται πλήρως στην δικαιοσύνη Του, η οποία δεν ικανοποιείται με τίποτε άλλο, παρά μόνον με την τιμωρία της αμαρτίας”35. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός στις σχέσεις Του με τους ανθρώπους δεν ενεργεί ελεύθερα και χαρισματικά, αν προηγουμένως δεν αποκαταστασθή η διασαλευθείσα τάξη της δημιουργίας από την αμαρτία36.
Έκτον. Το βασικό αξίωμα του Ανσέλμου ήταν: “ή ικανοποίηση ή τιμωρία”37, δηλαδή ή θα έπρεπε να ικανοποιηθή η τρωθείσα δικαιοσύνη του Θεού ή να τιμωρηθή ο άνθρωπος. Πρέπει να συμβή ένα από τα δύο, “ή η αρπαγηθείσα τιμή να αποκατασταθεί ή να ακολουθήσει τιμωρία”38. Ο άνθρωπος, μετά την αμαρτία, δεν μπορούσε να εξιλεώση την τρωθείσα δικαιοσύνη και την τιμή του Θεού, αφού, όπως λέγει ο Άνσελμος, “δέν έχω τίποτε, που θα μπορούσε να επανορθώσει την αμαρτία” και γι’ αυτό ο Θεός έστειλε τον Υιό Του, “ο οποίος ως Θεάνθρωπος παρέχει αντιπροσωπευτικώς την ικανοποίηση με τον σταυρικό θάνατό Του και επανορθώνει έτσι την τιμή του Θεού και την διασπαστική σχέση του Θεού με τον άνθρωπο”39.
Έβδομον. Η ενανθρώπηση του Χριστού και ο σταυρικός Του θάνατος συνδέεται στενά με την αξιομισθία του Χριστού, δηλαδή ο Χριστός ως αναμάρτητος δεν όφειλε να πεθάνη, που σημαίνει ότι ο θάνατός Του είναι ένα “υπέρτακτο έργο” και γι’ αυτό ο Θεός Πατέρας τον αποζημίωσε με μια ανταμοιβή. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Άνσελμος κάνει λόγο για αξιομισθία του Χριστού40. Όμως ο Χριστός, επειδή συγχρόνως ήταν και Θεός, δεν έχει ανάγκη του μισθού καί, βέβαια, δεν οφείλει κάτι στον Θεό Πατέρα που θα έπρεπε να συγχωρηθή. Ο μισθός που έχει λάβει από τον Πατέρα Του, αν δεν τον έδινε κάπου αλλού, θα ήταν άχρηστος. Γι’ αυτό ο Χριστός την ανταμοιβή που έλαβε από τον Πατέρα Του για το μεγάλο και υπέρτακτο έργο, την προσφέρει στους ανθρώπους. Με αυτό τον τρόπο, μετέχοντας οι άνθρωποι της αξιομισθίας του Χριστού, συμφιλιώνονται με τον Θεό και δικαιώνονται41. Ο δε Πάπας ως αρχηγός της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται αυτήν την αξιομισθία του Χριστού, σαν μέγας φεουδάρχης, και γι’ αυτό η σταυρική θυσία του Χριστού και η αξιομισθία που προήλθε από αυτήν είναι πράγματι μια εμπορεύσιμη δύναμη στα ταμεία της Παπικής “Εκκλησίας”.
Από την ανάλυση αυτή της θεωρίας του Ανσέλμου Καντερβουρίας έγινε φανερό ότι στα σημεία αυτά η θεολογία επηρεάστηκε από την πολιτική, δηλαδή από το φεουδαλιστικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι η Βασιλεία του Θεού ομοιάζει με ζύμη, με γάμους, κλπ., η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό εκφράζεται μέσα από τις γεωργικές και βουκολικές εικόνες της εποχής εκείνης. Στην θεωρία όμως του Ανσέλμου Καντερβουρίας η σωτηρία του ανθρώπου ερμηνεύεται μέσα από το φεουδαλιστικό σύστημα, το οποίο επέβαλαν στην Δυτική Ευρώπη οι Φράγκοι ηγεμόνες.
Είναι γνωστόν και από άλλες μελέτες ότι το φεουδαλιστικό σύστημα στηρίζονταν στις ίδιες έννοιες που αναλύσαμε προηγουμένως, ήτοι στην έννοια της δικαιοσύνης και της τιμής του φεουδάρχη, που αποτελούν απόλυτες αξίες στο δίκαιο της τάξεως που υπάρχει στην δημιουργία, αφού στην φεουδαλιστική κοινωνία υπάρχουν τάξεις και ο κάθε κατώτερος φεουδάρχης οφείλει υπακοή στον ανώτερο. Κάθε δε παράβαση έπρεπε οπωσδήποτε να τιμωρηθή, γιατί εθεωρείτο προσβολή στην τάξη του συστήματος. Επί πλέον η έννοια της αξιομισθίας που είναι η οφειλομένη αμοιβή για κάποια οφειλομένη παροχή συνδέεται στενά με την φεουδαλιστική κοινωνία, που στηριζόταν πάνω στον μισθό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά ο Θεός εκλαμβάνεται ως φεουδάρχης, ο οποίος παραμένει στην ύψιστη τιμή και την μεγαλοπρέπειά Του. Αυτός είναι υπεύθυνος για την τάξη που υπάρχει στην δημιουργία καί, επομένως, Αυτός είναι αναγκασμένος, λόγω του ότι η δικαιοσύνη Του είναι υπεράνω της ελευθερίας και της αγάπης Του, να τιμωρήση τον άνθρωπο εκείνον που προσβάλλει την αξιοπρέπεια και την τιμή Του. Όμως, όποιος συμμετέχει στην αξιομισθία του Υιού Του του αγαπητού, συμφιλιώνεται μαζί Του, λαμβάνει και εκείνος τον αρμόζοντα μισθό. Ο κάθε άνθρωπος, όταν βρίσκεται στην προοπτική αυτή, καταλαμβάνεται από ενοχές, φόβο, απόγνωση, αλλά και τρόμο μπροστά στο μεγαλείο του φεουδάρχου.
Ακόμη και δυτικοί ερμηνευτές βλέπουν τις θεωρίες του Άνσελμου Καντερβουρίας μέσα από αυτήν την προοπτική, δηλαδή οι θεωρίες αυτές επηρεάσθηκαν και καταρτίστηκαν από το φεουδαλιστικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη στον χώρο της Δυτικής Ευρώπης. Συγκεκριμένα ο διάσημος Καθηγητής άήίήήήη, υποστήριξε ότι “η χαρακτηριστική έκφραση της εννοίας τιμή του Θεού στον Άνσελμο θα μπορούσε να είναι επηρεασμένη από τους Γερμανούς”42. Ο δε κοινωνιολογών Θεολόγος ά. άίήιήήηή σε σχετική του μελέτη, ύστερα από έρευνα του δυτικού μεσαιωνικού πολιτισμού, όπως λέγει ο Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης “υποστηρίζει ότι η εικόνα των παραστάσεων και η κοινωνική βάση μέσα από την οποία βλέπει ο Άνσελμος την τιμή του Θεού, την θέση του ανθρώπου, την αμαρτία και την σωτηρία, είναι το γερμανικό συνταγματικό Δίκαιο της εποχής του. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να κατανοήση κανείς την σωτηριολογία του, αν δεν την εντάξει στην ιστορικοκοινωνική της συνάφεια. Ο Άνσελμος, κατά τον άίήιήήηή, θέλοντας να συνδέσει την θεολογική γνώση με την νομική σκέψη, χρησιμοποίησε ένα πρότυπο Δικαίου και κοινωνίας της εποχής του. Στο πρότυπο αυτό ο Άνσελμος εμφανίζεται να εντάσσει τον Θεό στις κατηγορίες του γερμανικού φεουδαρχικού Δικαίου, όταν εκφράζει την σχέση του κόσμου με τον Θεό”43.
Από όλα αυτά που αναφέρθηκαν είναι φανερή η επίδραση της φεουδαλιστικής κοινωνίας και της δικαιϊκής αρχής των Φράγκων πάνω στην θεολογία του δυτικού Χριστιανισμού. Είναι περιττό να τονισθή ότι η ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράστηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, διαφέρει σαφώς από τις αρχές του Ανσέλμου Καντερβουρίας, τις οποίες είδαμε προηγουμένως. Σε αυτό το θέμα θα αναφερθούμε στη συνέχεια.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Συνέχεια του Αυγουστίνου και του Ανσέλμου Καντερβουρίας είναι ο Θωμάς Ακινάτης, (1224/1225-1274) ο οποίος “θά αποβεί στην Δύση ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος της εκκλησίας”, “ο πρίγκηπας των φιλοσόφων”, και θα συντελέση σε πολλές εξελίξεις44.
Ο Θωμάς ο Ακινάτης είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του μεσαιωνικού κοσμοειδώλου. Εγκαινίασε ένα νέο ρεύμα σκέψης στην Δύση, τον θωμισμό, που απέβη “ο τελειότερος τύπος του σχολαστικισμού”45. Ο Θωμάς Ακινάτης μεγάλωσε μέσα στην αυγουστίνεια θεολογική ατμόσφαιρα, αλλά έζησε στην εποχή που εισήχθησαν στην Δύση τα έργα του Αριστοτέλη. Βέβαια, τα έργα του Αριστοτέλη εισάγονταν εκείνη την εποχή στην Δύση με δύο διαφορετικές μορφές, η πρώτη “τμηματικά και αποσπασματικά” και η δεύτερη “μέσω αραβικών μεταφράσεων του ελληνικού πρωτοτύπου στα λατινικά”, οπότε και έχουμε αλλοιώσεις του αρχικού κειμένου του Αριστοτέλη. Όπως γίνεται φανερό υπάρχουν τρεις “Αριστοτέληδες”, ο ελληνικός, ο λατινικός και ο αραβικός. Είναι σημαντικό να λεχθή ότι ο Αριστοτέλης των Αράβων ήταν “έντονα νεοπλατωνισμένος”. Έτσι, αν διαβάση κανείς το έργο του Θωμά Ακινάτη, θα διαπιστώση ότι, όπως έχουν σημειώσει οι ειδικοί, είναι μια σύνδεση του Αυγουστίνου με τον Αριστοτέλη46.
Χαρακτηριστικότερο έργο του Θωμά Ακινάτη είναι η λεγομένη “Σούμμα θεολογική”, ήτοι “έίήήή εήήήηήηήήή (ή εήήήηήηήήή)”47. Διαβάζοντας κανείς το κείμενο αυτό διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας του προσπαθεί να εναρμονίση τις θεωρίες του Αυγουστίνου και των προηγουμένων σχολαστικών με τον Αριστοτελισμό. Ο Θωμάς ο Ακινάτης δέχεται την πλατωνική θεωρία περί των ιδεών, ταυτίζει την ενέργεια με την ουσία του Θεού, αφού ομιλεί για την ήήιίι ήίίίι, κάνει λόγο για την δικαιοσύνη του Θεού, με την έννοια του Ανσέλμου Καντερβουρίας, κάνει διάκριση μεταξύ του “διανεμητικού δικαίου”, που έχει σχέση με τις πωλήσεις στην αγορά, και της “διανεμητικής δικαιοσύνης”, σύμφωνα με την οποία ο διοικητής και ο διαχειριστής δίνει κατά την αξία του σε κάθε άνθρωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Θωμάς Ακινάτης γράφει: “καί κατά τούτο η δικαιοσύνη του Θεού αποβλέπει εις την αξιοπρέπειαν αυτού, καθόσον το οφειλόμενον αυτή αποδίδει εαυτώ... Και ούτω προσέτι ο Θεός εργάζεται δικαιοσύνην όταν αποδώση εκάστω το οφειλόμενον κατά τον λόγον της φύσεως και καταστάσεως αυτού”48. Η λύπη για την δυστυχία του άλλου δεν αρμόζει στον Θεό49. Επίσης, διακρίνει την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, όχι ανάλογα με την μέθεξη και κατάσταση του ανθρώπου, αλλά ανάλογα με την διαίρεση του Θεού: “ούτω λοιπόν ο Θεός, κυρίως ειπείν, δεν αγαπά τα άλογα δημιουργήματα δι’ αγάπης και φιλίας, αλλ’ οιονεί δι’ αγάπης επιθυμίας καθ’ όσον τάττει αυτά προς τα λογικά δημιουργήματα και προς εαυτόν”50.
Εκείνο το οποίο κάνει εντύπωση στο έργο του Θωμά Ακινάτη είναι ότι χρησιμοποιεί ως όργανο αναλύσεως των θεμάτων περί του Θεού τον ανθρώπινο λόγο, χωρίς να κάνη διάκριση για τους δύο μεθοδολογικούς τρόπους προσεγγίσεως του Θεού και του κόσμου. Αυτό άλλωστε είναι γνώρισμα της σχολαστικής θεολογίας. Το όργανο της λογικής και οι αποδείξεις με στοχασμό και λογικά σχήματα είναι εκείνα που κυριαρχούν στην θεολογία του Θωμά Ακινάτη. Συχνά στο κείμενό του ευρίσκει κανείς φράσεις, όπως “οφείλομεν άρα να φθάσωμεν εις τι πρώτον κινούν”, “ανάγκη λοιπόν να παραδεχθώμεν πρώτην τινά ποιητικήν αιτίαν”, “προαπεδείχθη όμως ότι ο Θεός είναι ενέργεια”, “τούτο δε τριχώς δύναται ν’ αποδειχθή”, “η απόλυτος απλότης του Θεού πολλαχώς δύναται ν’ αποδειχθή”, “ανάγκη να δεχθώμεν αγάπην εν τω Θεώ” κλπ. Όταν, λοιπόν, όλα ανάγονται στην απόδειξη, τον ορθό λόγο, την αναγκαιότητα, δεν υπάρχει καμμία δυνατότητα αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο.
Ο Θεός του Θωμά Ακινάτη, και γενικά ο Θεός των σχολαστικών, που στηρίζεται στον Θεό της μεταφυσικής είναι ένας Θεός δυνάστης, απρόσιτος, άγνωστος, απροσπέλαστος, σκληρός, αδυσώπητος που δεν μπορεί να κάνη τον άνθρωπο να Τον αγαπήση και να αισθανθή μια ζεστή επικοινωνία μαζί Του. Και είναι δίκαιη και σωστή η εντύπωση εκείνων που διάβασαν το έργο του Θωμά Ακινάτη, ότι δεν χρειαζόμαστε έναν τέτοιον Θεό, γιατί αν ο Θεός είναι σαν τον Θεό του Ακινάτη, τότε είναι προτιμότερο να ζούμε χωρίς Θεό. Αυτό δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην Δύση.
Επομένως, η νεοπλατωνική θεωρία του Αυγουστίνου περί απολύτου ευδαίμονος θεού, την οποία χρησιμοποίησαν οι Φράγκοι κατακτητές της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεωρία του Ανσέλμου Καντερβουρίας, που διαμορφώθηκε βάσει του φεουδαλιστικού προτύπου, και οι λογοκρατικές και σκληρές απόψεις του Θωμά του Ακινάτη που έχουν υπ’ όψη τους την όλη πολιτική και θεολογική προϊστορία της Δύσεως, θεμελίωσαν μια σκληρή πραγματικότητα στον δυτικό χώρο, από την οποία είναι δύσκολο να απομακρυνθή κανείς. Όλα αυτά συνδέονται στενά με την είσδυση των Φράγκων βαρβάρων στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
|
[ ΠΑΝΩ ] 6. Οι τρομερές συνέπειες στον Δυτικό χώρο |
Όλη αυτή η διεργασία, τόσο η πολιτική όσο και η θεολογική, που έγινε στον δυτικό χώρο από τον τέταρτο έως τον δέκατον πέμπτο αιώνα με την Μεταρρύθμιση, και από τότε μέχρι σήμερα έχει άμεσες και βαρύτατες συνέπειες στον κοινωνικό χώρο και τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους.
Ο Ελευθέριος Σταματίου στο βιβλίο του “Ορθοδοξία ή Βαρβαρότητα”, παρουσιάζει τις θεολογικές πλάνες ή μάλλον τις αιρέσεις των Παπικών και των Προτεσταντών, που ήταν συνέπεια αυτής της σύνδεσης μεταξύ πολιτικής και θεολογίας στην Δύση, και βεβαίως εννοούμε την αποσπασματική και αιρετική θεολογία, όχι την ορθόδοξη.
Κατ’ αρχάς παρουσιάζει είκοσι δύο αιρέσεις των Παπικών, ήτοι: 1. ο Θεός “αντικείμενο” της νόησης, 2. η εξορία του Θεού από τον κόσμο, 3. η ανελευθερία του Θεού, 4. ο Θεός με κτιστά μέσα σχετίζεται με τον κόσμο, 5. ο Θεός κυριαρχείται από ιδιοτελή ευδαιμονισμό, 6. η ηθική του ατομικού συμφέροντος, 7. η δημιουργία του κόσμου σε δύο φάσεις, 8. ο τιμωρός Θεός αίτιος του θανάτου και της φθοράς, 9. η θεοποίηση της δικαιοσύνης του Θεού, 10. η προσβολή της τιμής του Θεού, 11. η τάξη της δημιουργίας, 12. η αμαρτία ως προσβολή της τιμής του Θεού και ως ανατροπή της τάξης της δημιουργίας, 13. ο Θεός δεν μπορούσε να συγχωρήσει και να σώσει τον άνθρωπο με μόνο την αγάπη και την ευσπλαγχνία Του, 14. η επιθυμία του Ανσέλμου: “ικανοποίηση ή τιμωρία”, 15. η αναγκαιότητα στις σχέσεις του Θεού, 16. ο βίαιος θάνατος του Χριστού ικανοποιεί την θεία δικαιοσύνη, 17. η “αξιομισθία” του Χριστού, 18. η αξιομισθία μαγική εμπορεύσιμη δύναμη στο ταμείο της παπικής εκκλησίας, 19. οι δουλοπάροικοι οφείλουν να “ικανοποιήσουν” τον Θεό, 20. διαστροφή του ιερού και απορρήτου μυστηρίου της εξομολόγησης, 21. η εκκλησία των παπικών ένας τυραννικός θεσμός, 22. ο απόλυτος προορισμός κατά τους παπικούς.
Έπειτα, καταγράφει τις έξι αιρέσεις του Λουθήρου, ήτοι 1. η παράδοση του Χριστιανισμού στην πολιτική εξουσία, 2. πλήρης διαφθορά της ανθρώπινης φύσεως, 3. δουλεία της θελήσεως και ανελευθερία του ανθρώπου, 4. ο απόλυτος προορισμός κατά τον Λούθηρο, 5. η οντολογική απομάκρυνση του Θεού από τον κόσμο, και 6. “παθητική” σωτηρία του ανθρώπου.
Τέλος, παρουσιάζει τις τέσσερεις αιρέσεις του Καλβίνου, ήτοι 1. ο διπλός απόλυτος προορισμός, 2. η απαισιοδοξία και ο ατομισμός, 3. η εκμηδένιση της αγάπης προς τον πλησίον, και 4. το ερώτημα για το ποιός είναι προορισμένος για σωτηρία.
Βλέπουμε, λοιπόν, παρά τις διαφορές μεταξύ των ομολογιών στην Δύση εν τούτοις Παπικοί και Προτεστάντες διακατέχονται από τις ίδιες θεολογικές προϋποθέσεις, κινούνται στα ίδια πλαίσια, με την διαφορά ότι πολλές φορές σε κάθε ομολογία το κέντρο βάρους πέφτει σε μια άλλη συγκεκριμένη πλευρά, και η ερμηνεία γίνεται κατά έναν διάφορο τρόπο. Η προοπτική, πάντως, είναι η ίδια.
Ειδικότερα θα ήθελα να δούμε μερικές συγκεκριμένες πλευρές αυτής της αλλοιώσεως που συνέβη στον δυτικό χώρο, στον θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό τομέα.
Ο Καθηγητής Μάριος Μπέγζος, στο βιβλίο που προαναφέραμε, παρουσιάζει τις επιδράσεις που είχε η θεολογία του ιερού Αυγουστίνου στον δυτικό χώρο, σε όλες τις θρησκευτικές κινήσεις, πρώτα στον Καθολικισμό, τον Παπισμό, και έπειτα στον Προτεσταντισμό. Αναλυτικότερα, ο δυτικός μοναχισμός, η ιδέα του “χριστιανικού πολιτισμού”, ο “ψυχολογισμός της θρησκευτικότητας”, καθώς επίσης και όλα “τά αναγεννητικά κινήματα του ρωμαιοκαθολικισμού” στηρίζονταν και εμπνέονταν από τις θεωρίες του Αυγουστίνου. Επίσης, ο Προτεσταντισμός με την δικαίωση, τον απόλυτο προορισμό και την λουθηρανική σωτηριολογία συνδέεται στενά με τις απόψεις και τις θεωρίες του Αυγουστίνου. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την Αναγέννηση. Οι στοχαστές της Αναγέννησης, παρά την διαφοροποίησή τους από το θρησκευτικό κλίμα και την μεταφυσική, εν τούτοις “δέν μένουν ασυγκίνητοι από τον ανθρωποκεντρισμό” του Αυγουστίνου. Για παράδειγμα, ο Πετράρχης συνδεόταν με αυγουστινιανούς ερημίτες μοναχούς. Η αντιδικία μεταξύ Ντεκάρτ και Πασχάλ οφειλόταν στο ότι ο Ντεκάρτ είχε θωμιστική παιδεία, ενώ ο Πασχάλ ήταν επηρεασμένος από τις θεωρίες του Αυγουστίνου. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Χάρνακ ότι ο Αυγουστίνος “είναι πατέρας της ρωμαϊκής εκκλησίας και της Μεταρρύθμισης, των βιβλικών και των μυστικιστών, ακόμα και η Αναγέννηση καθώς και η μοντέρνα εμπειρική φιλοσοφία (ψυχολογία) χρωστούν πολλά σ’ αυτόν”51.
Είναι δε γνωστόν ότι η διαφορά μεταξύ των Φραγκισκανών και των Δομινικανών μοναχών είναι η διαφορά μεταξύ του Αυγουστίνου, τον οποίον ακολουθούν οι πρώτοι (Φραγκισκανοί) και του Θωμά του Ακινάτη, που ακολουθούν οι δεύτεροι (Δομινικανοί)52.
Ο αήί έήήήί στο κλασσικό βιβλίο του “η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού”, περιέγραψε εναργέστατα την μεγάλη επιρροή που εξάσκησε η Μεταρρύθμιση στην διαμόρφωση του πνεύματος του καπιταλισμού που μαστίζει την σύγχρονη Ευρώπη. Αναλύει διεξοδικά ότι “1. Ο Καλβινισμός με την μορφή που έγινε αποδεκτός στις κύριες δυτικές ευρωπαϊκές περιοχές, ιδιαίτερα τον 17ο αιώνα, 2. ο πιετισμός, 3. ο μεθοδισμός, 4. οι αιρέσεις που αναπτύχθηκαν από το κίνημα των βαπτιστών”, όλα αυτά είναι “οι ιστορικοί φορείς του ασκητικού προτεσταντισμού”53. Παρά τις διαφορές τους τα κινήματα αυτά έχουν κοινά σημεία, διαπνέονται από τις θεολογικές απόψεις που είχαν προηγηθή και βέβαια, είχαν έντονες επιπτώσεις στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Ο αήί έήήήί αναλύει διεξοδικά το τί δημιούργησε ο απόλυτος προορισμός του Αυγουστίνου στην σκέψη, αλλά και τον τρόπο συμπεριφοράς όλων των οπαδών των χριστιανικών αυτών ομάδων. Πράγματι, όπως υποστηριζόταν από όλες αυτές τις ομάδες, ο άνθρωπος με την πτώση έχασε κάθε δυνατότητα θέλησης για κάθε πνευματικό αγαθό, ο Θεός επιλέγει εκείνους που θέλει για την σωτηρία και τους καλεί με διαφόρους τρόπους, καθώς επίσης, ο Θεός τιμωρεί τους κακούς και αθέους ανθρώπους. Όλη αυτή η νοοτροπία δημιούργησε μεγάλο προβληματισμό στους δυτικούς ανθρώπους. Δημιούργησε το αίσθημα “μιάς ανήκουστης εσωτερικής μοναξιάς του μεμονωμένου ατόμου”, αφού κανένας δεν μπορεί να τον σώση. Πέρα από την μοναξιά, τον ατομισμό και την απόγνωση, αυτή η κατάσταση δημιούργησε δύο τρόπους διαφυγής, ο ένας είναι ο αυτοέλεγχος για να διαπιστώση κανείς αν είναι σωσμένος, και ο άλλος να αποκτήση ο άνθρωπος μια “ακούραστη επαγγελματική δραστηριότητα”, ώστε να αποκτήση αυτοπεποίθηση για την ζωή54.
Είχαμε δη σε προηγούμενη ενότητα ότι η βασική φράγκικη ιδεολογία, που ήταν θεμέλιο του φεουδαλισμού, ήταν η φυσική και θεόθεν υπεροχή της φράγκικης γερμανικής φυλής έναντι των άλλων φυλών. Μετά από τις κατακτήσεις που είχαν οι Φράγκοι - Γερμανοί στον δυτικό χώρο, αυτή η ιδεολογία μεταβλήθηκε σε φυσική και θεόθεν υπεροχή της τάξεως των ευγενών έναντι των δουλοπαροίκων. Έτσι, “η ρατσιστική ιδεολογία των Ναζιστών του Χίτλερ είχε εντεύθεν την ιστορική της ρίζαν”, όπως βεβαιώνει ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης55.
Ο Ελευθέριος Σταματίου στο βιβλίο του “Ορθοδοξία ή βαρβαρότητα” παρουσιάζει διεξοδικά τις επιπτώσεις της συνδέσεως της δυτικής θεολογίας και του σχολαστικισμού με τις πολιτικές αντιλήψεις των Φράγκων και τον φεουδαλισμό, που τις βλέπουμε στον δυτικό χώρο. Ενδεικτικά, αναφέρεται στα τρία βιβλία τα οποία παρουσιάζουν τα φοβερά εγκλήματα του Βατικανού, το οποίο διακατέχεται από αυτές τις αντιλήψεις που επικράτησαν στον Μεσαίωνα στην Δύση, εναντίον του Σερβικού λαού. Πρόκειται για το βιβλίο του Κυριάκου Διακογιάννη “είναι Έλληνας Ορθόδοξος, σφάξτε τον”, το βιβλίο του αίίή αήήήήιιήή: “τό ολοκαύτωμα του Βατικανού” με υπότιτλο “η αιματηρή επέμβαση του Βατικανού στα Βαλκάνια”, και το βιβλίο του άίήηήή αίήήή με τίτλο “η συνωμοσία της σιωπής”56.
Αλλά και ο Προτεσταντισμός διέπραξε μεγάλα λάθη, προσπαθώντας να αποφύγη την παπική τυραννία, αφού οι ηγεμόνες που δέχθηκαν την Μεταρρύθμιση και αποδεσμεύθηκαν από την παπική εξουσία, ανέλαβαν να ιδρύσουν τοπικές εκκλησίες και έγιναν κύριοι της περιουσίας τους. “Έτσι, ο Λούθηρος χάρισε πολύτιμα δώρα στους δυνατούς του κόσμου τούτου, οι οποίοι σαν ένα είδος επισκόπων θα επιτηρούσαν τις τοπικές εκκλησίες”57.
Ο Λούθηρος επηρεασμένος από τις απόψεις των σχολαστικών θεολόγων του Μεσαίωνα περί “τής θείας τάξεως”, της “θείας δικαιοσύνης” και της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις οποίες η κοινωνία δημιουργήθηκε “άνιση”, αφού υπάρχουν οι κοινωνικές τάξεις, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι άρχοντες πρέπει να επιβάλλουν την τάξη με το δίκαιο και το ξίφος, προέτρεψε τους άρχοντες να κτυπούν αδυσώπητα τους στασιαστές. Σ’ έναν φρικτό λίβελλο που κυκλοφόρησε το 1525 που το απέστειλε στους άρχοντες, τους προέτρεπε: “πρέπει να κτυπάτε, να στραγγαλίζετε και να παλουκώνετε κρυφά ή φανερά και να θυμάστε πώς δεν υπάρχει τίποτε πιο δηλητηριώδες, επιβλαβές ή σατανικό από έναν στασιαστή. Είναι το ίδιο σαν να σκοτώνεις ένα λυσσασμένο σκυλί. Αν δε το κτυπήσεις θα χτυπήσει, όχι μόνον εσένα, αλλά ολόκληρη την χώρα... Ένας άρχοντας και κύριος πρέπει εδώ να συλλογιστή πώς υπάλληλος του Θεού και υπηρέτης του θελήματός (τού θυμού) Του είναι αυτός (Ρωμ. 13, 4), ο οποίος το ξίφος ρίχνει πάνω σε κεφάλια... Οι άρχοντες έχουν σωστή συνείδηση και δίκαια επιχειρήματα και μπορούν να πούν στον Θεό μ’ όλη την σιγουριά της καρδιάς τους: Κοίτα, Κύριε, εσύ με κατέστησες άρχοντα και κύριο και δεν αμφιβάλω για το ότι Σύ μου έδωσες το ξίφος για να το ρίχνω στους κακοποιούς... Τέτοια θαυμαστά σημεία γίνονται, ώστε ένας άρχοντας να μπορεί να κερδίσει τον ουρανό με αιματοχυσία, καλύτερα από ό,τι κάποιος άλλος με προσευχές...”.
Αυτό το κείμενο είχε σαν συνέπεια να σφαγούν το έτος 1524-1526, 100.000 χωρικοί. Και βέβαια έγινε το μοντέλο άλλων τυραννιών, όπως είναι ο φασισμός, ο ναζισμός, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα58. Αλλά και οι συνεχείς βομβαρδισμοί που κάνει η Προτεσταντική Αμερική σε διάφορες “υποβαθμισμένες” χώρες, ξεκινούν από τέτοιες “θεολογικές” αντιλήψεις.
Ο Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης λέγει ότι ο καπιταλισμός, ο κομμουνισμός, ο σοσιαλισμός είναι καρποί του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος είχε ως ξεκίνημα: “1) τον ευρωπαϊκόν φεουδαλισμόν με την ταξικήν και ρατσιστικήν φιλοσοφίαν και οργάνωσιν και 2) τας επαναστάσεις κατά των ταξικών τούτων διακρίσεων με βάσιν το δικαίωμα ο καθείς να αγωνισθή δια την ευδαιμονίαν”59.
Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι η ταξική αντίληψη, ιδεολογία και οργάνωση που επέβαλε η φεουδαρχία των Φράγκων, καθώς και οι κατά καιρούς αντιδράσεις εναντίον της ρατσιστικής αντιλήψεως που επικρατούσε στην Ευρώπη, με σκοπό την απόκτηση της ευδαιμονίας, δημιούργησαν πολλά ιδεολογικά, κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα, που δεν γεννήθηκαν στον Ορθόδοξο Ρωμαίϊκο χώρο. Επίσης, παρατηρεί κανείς ότι τόσο η φεουδαλιστική αντίληψη όσο και η αντίδραση εναντίον της, κυριαρχούνται από την ευδαιμονία και τον ορθολογισμό που καλλιέργησαν οι θεωρίες του Αυγουστίνου, του Ανσέλμου Καντερβουρίας και του Θωμά του Ακινάτη. Οπότε, σε όλα τα κινήματα και ρεύματα της Ευρώπης μέχρι σήμερα, ιδεολογικά, εθνικά, κοινωνικά, φαίνεται έντονα ο επηρεασμός τον οποίον προξένησε η ιδιαίτερη θεολογία που αναπτύχθηκε στον ευρωπαϊκό χώρο.
Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η θεολογία του δυτικού Χριστιανισμού που στηρίχθηκε στις ιδέες του Αυγουστίνου και των σχολαστικών φιλοσόφων, σε συνδυασμό με την ρατσιστική φεουδαλιστική αντίληψη των Φράγκων, δημιούργησαν θρησκευτικούς πολέμους, αγώνες υπεροχής, ιερά εξέταση, σταυροφορίες, υποδουλώσεις άλλων λαών, όπως την λεγομένη Φραγκοκρατία στην Ανατολή, την κατάρρευση του ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, επικίνδυνα θρησκευτικά ρεύματα, φονταμενταλισμούς, ανάπτυξη άλλων θρησκευτικών κινημάτων, όπως του χιλιασμού κλπ., μεσσιανισμούς, μέσα στους οποίους το πνεύμα του ανθρώπου αρρωσταίνει, αφού φανατίζεται κλπ.
Επίσης, αντίδραση στο πνεύμα αυτό της Δύσεως, είναι ο αγνωστικισμός, η αθεΐα, η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό, η θρησκευτική αδιαφορία, η αποξένωση της επιστήμης από τον Θεό και την Εκκλησία.
Ακόμη, αυτό το ρατσιστικό θρησκευτικό κράμα που επικρατούσε στην Δύση δημιούργησε διάφορα άλλα τυραννικά καθεστώτα, που εφήρμοσαν τις μεθόδους και τα μέσα τόσο του Παπισμού, όσο και του Προτεσταντισμού, και δημιούργησαν πολλά προβλήματα στην Δύση. Αυτό έχει σχέση με τα διάφορα χριστιανικά κόμματα που εμφανίστηκαν στην Δύση εν ονόματι του Χριστιανισμού, αλλά στην πραγματικότητα εξέφραζαν τον φράγκικο νοθευμένο Χριστιανισμό.
Επομένως, ο δυτικός Χριστιανισμός με την μεταφυσική, την λογοκρατία, την ηθικολογία, την ρατσιστική νοοτροπία, έκανε τον δυτικό Χριστιανισμό να αποκτήση έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, σκέψεως και συμπεριφοράς, τον έκανε να διακρίνεται για την ευδαιμονία και την αναζήτησή της, την ατομοκρατία, μέσα στο κλίμα της οποίας δεν υπάρχει αγάπη, τον νομικισμό, και την θρησκειοποίηση της Εκκλησίας, την χρησιμοθηρία και τον ωφελιμισμό. Και όλα αυτά δημιούργησαν τεράστια προβλήματα, ώστε πράγματι να κάνουμε λόγο για διαφορά μεταξύ των πολιτισμών, δυτικού και ορθοδόξου.
|
[ ΠΑΝΩ ] 7. Ρωμαίικη θεολογία |
Ενώ αυτές οι διεργασίες γίνονταν στον δυτικό χώρο, αντίθετα στην Ορθόδοξη Ανατολή κυριαρχούσε η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν ήταν πλατωνιστές ή αιρετικοί, αλλά φορείς της Αποκαλύψεως. Με την ορθόδοξη μέθοδο της ευσεβείας, που είναι η κάθαρση της καρδιάς, ο φωτισμός του νού και η θέωση, έφθασαν στην προσωπική εμπειρία του Θεού, και στην συνέχεια την εξέφρασαν μέσα από τους όρους της εποχής τους. Ενώ οι αιρετικοί εξελλήνιζαν τον Χριστιανισμό, οι Πατέρες της Εκκλησίας εκχριστιάνιζαν τον ελληνισμό. Έτσι, με τις Οικουμενικές Συνόδους καθώριζαν τους όρους της πίστεως, που είναι όρια μεταξύ αληθείας και πλάνης.
Μέσα στην κατηγορία αυτή των Πατέρων σημαίνουσα θέση κατέχουν και οι Τρείς Ιεράρχες που τιμά μέχρι σήμερα η Εκκλησία σε ειδική εορτή, δηλαδή ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μέγας Βασίλειος και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η διδασκαλία τους διαφέρει σαφώς από την διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου και βέβαια των μετέπειτα σχολαστικών θεολόγων. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν είχαμε θρησκευτικούς πολέμους, δεν είχαμε Ιερές Εξετάσεις, συγκρούσεις της θεολογίας με την επιστήμη, επειδή οι άγιοι Πατέρες δεν πίστευαν στην μεταφυσική, ούτε είχαμε δημιουργία ταξικών κοινωνιών. Είναι σημαντικό ότι στην Ανατολή δεν παρατηρήθηκαν τα φαινόμενα της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης, του Διαφωτισμού, του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, ούτε τα άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως είναι ο υπαρξισμός, ούτε βέβαια άλλα κοινωνικά κινήματα, όπως είναι ο Καπιταλισμός και Μαρξισμός, τα οποία είναι γεννήματα της δυτικής μεταφυσικής.
Στην συνέχεια θα ήθελα με συντομία να παρουσιάσω μερικά μόνον χαρακτηριστικά σημεία της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως ακριβώς τα συναντούμε και στην διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών, τα οποία δείχνουν την διαφορά με το πνεύμα που επικράτησε και εν πολλοίς επικρατεί και σήμερα στην Ευρώπη.
α) Ο Θεός δεν είναι ένα συνοθύλευμα απροσώπων και αγέννητων ιδεών, αλλά πρόσωπο, συγκεκριμένα τρία πρόσωπα, τα οποία έχουν κοινή φύση ή ουσία και ιδιαίτερες Υποστάσεις - Πρόσωπα. Ο Θεός είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού, με την οποία έρχεται σε επικοινωνία με τον κόσμο. Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, καλούς και κακούς, δικαίους και αδίκους, μόνον που οι άνθρωποι, λόγω της ελεύθερης καταστάσεώς τους δεν μπορούν να βιώσουν κατά τον ίδιο τρόπο την αγάπη του Θεού. Δεν εκλαμβάνεται ο Θεός ως ένας φεουδάρχης που θυμώνει για την προσβληθείσα δικαιοσύνη και τιμή Του, οπότε χρειάζεται να ικανοποιηθή και εξιλεωθή η τρωθείσα δικαιοσύνη του Θεού - Πατρός. Ο Χριστός ενηνθρώπησε από αγάπη και με την ενανθρώπηση και θυσία Του θέωσε την ανθρώπινη φύση, καθώς επίσης νίκησε τον θάνατο, τον διάβολο και την αμαρτία, και έτσι έγινε το ισχυρότερο φάρμακο με το οποίο μπορούν να θεραπευθούν οι ανθρώπινες υποστάσεις. Ο Θεός από αγάπη εξέρχεται του εαυτού Του και καλεί τον άνθρωπο σε κοινωνία και ενότητα μαζί Του.
Ακόμη, ο Θεός δεν δημιούργησε την κόλαση για τιμωρία του ανθρώπου, αλλά ο ίδιος ο Θεός γίνεται και Παράδεισος και Κόλαση για τον άνθρωπο, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επικοινωνεί μαζί Του. Πρόκειται, δηλαδή, για κατάσταση του ανθρώπου και όχι του Θεού.
β) Ο άνθρωπος σώζεται ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι. Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων πουθενά δεν επικρατούν οι διαλυστικές ή δυϊστικές απόψεις περί του ανθρώπου, δηλαδή, δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ φύσει θνητού σώματος και φύσει αθανάτου ψυχής. Σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι η γνώση των αρχετύπων των όντων και η επάνοδος της αθανάτου ψυχής στον κόσμο των ιδεών, αλλά η θέωση ολοκλήρου του ανθρώπου (ψυχή και σώμα) με την ένωσή του με τον Χριστό.
γ) Το κέντρο του ανθρώπου δεν είναι η λογική, ούτε με αυτή προσεγγίζεται ο Θεός. Η ψυχή του ανθρώπου έχει δύο παράλληλες ενέργειες, ήτοι τον νού και τον λόγο. Ο νούς μάλιστα όταν βρίσκεται στην φυσική του κατάσταση μπορεί να αποκτήση γνώση του Θεού, που είναι υπαρξιακή γνώση, και τότε ο λόγος εκφράζει αυτήν την εμπειρία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας καθιέρωσαν την διπλή μεθοδολογία, δηλαδή άλλη είναι η μέθοδος για την γνώση του κόσμου, που γίνεται με τον λόγο, και άλλη είναι η μέθοδος για την γνώση του Θεού, που γίνεται με την νοερά ενέργεια (νούς). Έτσι έδωσαν μεγάλη σημασία στον ησυχασμό, ως τρόπο προσεγγίσεως του Θεού.
δ) Οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό, αφού όλοι είναι δημιουργήμενοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού. Οπότε έχουν το νοερό και το αυτεξούσιο. Δεν υπάρχουν δούλοι και ελεύθεροι από άποψη καταγωγής και βιολογικής ζωής. Δούλος είναι ο κατεχόμενος υπό της αμαρτίας, και ελεύθερος είναι εκείνος που απέκτησε την κατά Χάρη υιοθεσία. Το χωρίο του Αποστόλου Παύλου είναι εκφραστικότατο: “Ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, αββά ο πατήρ. ώστε ουκέτι εί δούλος, αλλ’ υιός, ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού.” (Γαλ. δ', 6-7). Δηλαδή, η έλευση του Πνεύματος του Χριστού στην καρδιά, κράζει “πατήρ”, τότε ο άνθρωπος αισθάνεται την πατρότητα του Θεού, οπότε αρχίζει η νοερά προσευχή και παύει να είναι δούλος και γίνεται υιός και κληρονόμος Θεού. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επικρατεί καμμία ρατσιστική φυλετική θεωρία.
ε) Η Εκκλησία δεν είναι ένα σύστημα ευσεβών σεσωσμένων εκ προοιμίου ανθρώπων, σύμφωνα με προαιώνιες επιλογές του Θεού, αλλά είναι ένα πνευματικό θεραπευτήριο, μέσα στο οποίο σώζονται οι άνθρωποι. Η θεραπεία εννοείται από την άποψη της αποβολής της φιλαυτίας και αποκτήσεως της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας, δηλαδή από την ιδιοτελή αγάπη ο άνθρωπος φθάνει στην ανιδιοτελή αγάπη. Η Χάρη του Θεού προσφέρεται δωρεάν στους ανθρώπους εκείνους που θέλουν την σωτηρία τους και συνεργούν στην ενέργεια του Θεού.
στ) Μέσα στην Εκκλησία οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε Κλήρο και λαό, αλλά σε Κληρικούς και λαϊκούς, αφού τόσο οι Κληρικοί όσο και οι λαϊκοί αποτελούν τον λαό του Θεού. Δεν επικρατούν ανταγωνιστικές τάσεις, μεταξύ Κληρικών και λαϊκών, ούτε λαϊκοκρατία κυριαρχεί ούτε κληρικοκρατία, αλλά καινή κτίση. Η ιερωσύνη λειτουργεί ως διακονία για την θεραπεία του ανθρώπου και ταυτόχρονα υπάρχει η πνευματική ιερωσύνη, που είναι η νοερά προσευχή μέσα στην καρδιά. Η μυστηριακή και πνευματική ιερωσύνη συνδέονται στενά μεταξύ τους.
ζ) Η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με ενδοκοσμικές καταστάσεις, με πολιτικά κόμματα και εθνικισμούς, αφού κινείται ακόμη και υπεράνω των Πατρίδων, χωρίς να τις καταργεί. Το πολίτευμα της Εκκλησίας είναι ο ουρανός και ο Χριστιανός ζη μέσα σε μια εσχατολογική προσδοκία, βιώνοντας από τώρα και εν αρραβώνι την αιώνια ζωή.
η) Η αιωνιότητα είναι μετοχή της δόξης του Θεού ως Φωτός, ενώ Κόλαση είναι η θέα της δόξης του Θεού ως φωτιάς, ως πυρός. Η αιώνια ζωή είναι κοινωνία και ατέλεστη τελειότητα με τον Θεό, και όχι συμμετοχή στην ευδαιμονία του Θεού, σε μια ακίνητη κατάσταση, γιατί μια τέτοια ευδαιμονία, κατά τους Πατέρες, είναι και λέγεται Κόλαση. Στην αιώνια ζωή, θα γίνη ανατροπή και αυτής ακόμη της εκκλησιαστικής επί γης ιεραρχίας, η οποία υπάρχει για την διακονία των ανθρώπων.
Για να περατώσω την εισήγηση αυτή θα ήθελα να μου επιτρέψετε να υπογραμμίσω ότι σαφώς υπάρχουν δύο παραδόσεις θεολογικές μεταξύ Ανατολής και Δύσεως και βέβαια δύο διαφορετικοί πολιτισμοί. Ασφαλώς η Ρωμαίικη Παράδοση δεν ταυτίζεται με την φυλετική Φράγκικη παράδοση, όπως διαμορφώθηκε από την πολιτική και κοινωνική διάρθρωση της φραγκικής κοινωνίας και την σύνδεσή της με την θεολογία του Αυγουστίνου και των σχολαστικών.
Δυστυχώς παρατηρούμε ότι στον Δυτικό χώρο βιώνεται ένας άλλος πολιτισμός, διαμετρικά αντίθετος με τον πολιτισμό της Ρωμηοσύνης, όπως τον διέσωσαν και τον περιέγραψαν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Επομένως, όταν πηγαίνουμε στην Ευρώπη και στην Αμερική, δεν πρέπει να αισθανόμαστε ως φτωχοσυγγενείς, αλλά ως αριστοκράτες του πνεύματος, όχι βέβαια με ρατσιστικές αντιλήψεις, αλλά με οικουμενική νοοτροπία, με την αρχοντιά του πνεύματος, γιατί έχουμε μια παράδοση που συνδέει στενά την αγάπη με την ελευθερία, την φιλοθεΐα με την φιλανθρωπία. Πράγματι, είμαστε πνευματικά άρχοντες και πρέπει καθημερινά να δείχνουμε την πνευματική μας αρχοντιά. Και αυτό το οφείλουμε στους πνευματικούς μας άρχοντες, που είναι οι Ρωμηοί Πατέρες, οι θεούμενοι άγιοι.
Επίσης όταν πηγαίνουμε στην Ευρώπη, μέσα στην οποία οφείλουμε να ζούμε, έχουμε συνείδηση ότι θα βρούμε τους αδελφούς μας Ρωμηούς, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης, και οι οποίοι διατηρούν ακόμη στοιχεία και αναμνήσεις της Ρωμαίικης Παραδόσεως γι’αυτό και αναζητούν αυτήν την ορθόδοξη ζωή. Μέσα σε αυτήν την προοπτική βλέπω την παρουσία μας στην Ευρώπη και την πορεία μας στον νέο κόσμο.
Ιανουάριος 1999
|
| |||||||||||