| |||||||||
Είναι τιμητικό να ομιλή κανείς σ’ ένα τέτοιο εκλεκτό ακροατήριο που ενδιαφέρεται για λειτουργικά θέματα και βεβαίως να κάνη λόγο για την λεγομένη λειτουργική αναγέννηση και μάλιστα για ένα τέτοιο σοβαρό και ενδιαφέρον θέμα που είναι το Βάπτισμα. Θεωρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει μια Εκκλησία το μεγάλο αυτό “εισαγωγικό μυστήριο” δείχνει τον βαθμό της αυθεντικότητός της ή της εκκοσμικεύσεώς της.
Ακριβώς δε επειδή είναι τιμητικό να ομιλώ μπροστά σε μια τέτοια πνευματική ομήγυρη, γι’ αυτόν τον λόγο και ευχαριστώ θερμότατα την Συνοδική Επιτροπή επί της λατρείας για την ανάθεση σε μένα της επεξεργασίας αυτού του θέματος, και βεβαίως ειδικώς θέλω να ευχαριστήσω τον παριστάμενο Καθηγητή κ. Ιωάννη Φουντούλη, για την ποικιλότροπη αγάπη που δείχνει στο πρόσωπό μου.
Το θέμα, βέβαια, που μου δόθηκε είναι περιορισμένο, ήτοι “η δυναμική του Βαπτίσματος στον σύγχρονο κόσμο” και θα περιορισθώ σε αυτήν την θεματική πρόταση, χωρίς να αναφερθώ σε άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές του θέματος, οι οποίες άλλωστε εθίγησαν, όπως πιστεύω από άλλες εισηγήσεις. Πάντως η θεματική πρόταση της ομιλίας μου έχει δύο κεντρικά σημεία. Το ένα είναι το Βάπτισμα, και το άλλο ο σύγχρονος κόσμος. Θα αρχίσω από το δεύτερο σημείο, ώστε στην συνέχεια να δούμε και την μεγάλη αξία του Βαπτίσματος στην σύγχρονη εποχή.
|
[ ΠΑΝΩ ] 1. Τα χαρακτηριστικά του συγχρόνου κόσμου |
Πολλά θα μπορούσε κανείς να πη για την νοοτροπία και την κατάσταση η οποία επικρατεί στην σύγχρονη εποχή. Θα περιοριστώ αναγκαστικά, λόγω ελλείψεως χρόνου, στα βασικότερα.
Το κυριότερο που επικρατεί από πλευράς, βέβαια, Εκκλησίας είναι η λεγομένη εκκοσμίκευση. Ο ορισμός της εκκοσμίκευσης δεν είναι εύκολο να δοθή σε μικρές αναλύσεις. Εκείνο το οποίο μπορεί κανείς να ισχυρισθή είναι ότι η Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, ιδρύθηκε κατά την Πεντηκοστή με αυτήν την μορφή, ως Σώμα δηλαδή του Χριστού, ώστε να μεταμορφώση τον κόσμο, θα έλεγα καλύτερα να μεταμορφώση την κτίση. Μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας, ολόκληρη η κτίση συμπαρασύρθηκε στην πτώση, την φθορά. Έτσι και αυτή “η κτίση συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νύν” και γι’ αυτό “η αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται, τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα, επ’ ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού” (Ρωμ. η', 22 και 19 - 21). Έτσι, λοιπόν, η πτώση του ανθρώπου, ο σκοτασμός του νοός του, επέφερε συνταρακτικές αλλοιώσεις σε όλη την κτίση, οπότε η πτώση έχει έντονα ανθρωπολογικές, κτισιολογικές και κοινωνικές συνέπειες.
Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία επιδιώκει την μεταμόρφωση του ανθρώπου και ανακαίνιση όλης της κτίσης, επιθυμεί να την αποκαταστήση στην προπτωτική κατάσταση, αλλά και να την ανεβάση ακόμη περισσότερο “ίνα (οι άνθρωποι) ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι” (Ιω. ι', 10). Ο άνθρωπος με την ενσωμάτωσή του στην Εκκλησία πρέπει να γίνη μέλος του Σώματος του Χριστού και ολόκληρη η κτίση πρέπει να γίνη το Βασίλειο του Θεού.
Μέσα σε αυτήν την προοπτική κάνουμε λόγο για την βίωση των εσχάτων και από αυτήν την ζωή, αλλά και την προσδοκία των εσχάτων κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και μετά από αυτήν. Η μεταμόρφωση του ανθρώπου δεν είναι άσχετη από αυτήν την εσχατολογική βίωση από τώρα ως εν αρραβώνι, και την εσχατολογική προσδοκία, ως εν γάμω στο μέλλον, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας. Πράγματι, η ορθόδοξη αντίληψη περί της εσχατολογίας, έχει διαχρονικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι η Βασιλεία του Θεού και όλα τα γεγονότα των εσχάτων βιώθηκαν στο παρελθόν από τους πρωτοπλάστους προ της πτώσεώς τους, βιώνονται στο παρόν της ιστορίας από τους αγίους και θεουμένους “εν εσόπτρω εν αινίγματι” (Α' Κορ. ιγ', 12) και θα βιωθούν στον τέλειο βαθμό μετά την ανάσταση των σωμάτων. Έτσι, σκοπός της Εκκλησίας είναι να μεταμορφώση την ιστορία (άνθρωπο, κτίση) με την δυναμικότητα των εσχάτων, την οποία έφερε στον κόσμο ο Χριστός, που είναι ο “πρώτος και ο έσχατος, ός εγένετο νεκρός και έζησεν” (Αποκ. β', 8) και είναι “τό Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος” (Αποκ. κβ', 13).
Όταν η Εκκλησία δεν μπορή να ανταποκριθή σε αυτόν τον ύψιστο σκοπό, τον λεγόμενο μεταμορφωτικό, ακόμη δε χειρότερα όταν η Εκκλησία αντί να μεταμορφώνη τον κόσμο συσχηματίζεται με αυτόν, τότε βιώνει την εκκοσμίκευση. Η απώλεια της μεταμορφωτικής δυνάμεως, ο επηρεασμός από το στοιχείο της μεταπτωτικής φθοράς και θνητότητος συνιστά την εκκοσμίκευση. Φυσικά, όταν μιλάμε για Εκκλησία που χάνει την μεταμορφωτική της δύναμη δεν το εννοούμε από την άποψη της Εκκλησίας, ως Σώματος Χριστού, αλλά από την άποψη των μελών της Εκκλησίας, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στον μεγάλο αυτό σκοπό. Οπότε έχουμε εκκοσμίκευση των μελών της Εκκλησίας και όχι αυτής καθ’ εαυτής της Εκκλησίας.
Θα μπορούσα να υπογραμμίσω μερικά στοιχεία που δηλώνουν την εκκοσμίκευση των Χριστιανών, οι οποίοι θέλουν να είναι μέλη μιας εκκλησιαστικής τοπικής κοινότητος.
Το πρώτο είναι η απώλεια της ζωής των εσχάτων, τόσο ως βίωση από αυτήν την ζωή της εμπειρίας της θεώσεως, όσο και ως προσδοκία αυτής της ζωής μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, και την ανάσταση των νεκρών. Η απολυτοποίηση του ιστορικού στοιχείου, με την ταυτόχρονη αποβολή της εσχατολογικής βιώσεως και προσδοκίας, ο περιορισμός στην οριζόντια διάσταση της ζωής με την παραθεώρηση της κάθετης διάστασης προς τον Θεό, η προσπάθεια να ζήση κανείς έναν εγκόσμιο Χριστιανισμό, και μάλιστα ο προσανατολισμός προς την λεγομένη “ηθική” ζωή του Ευαγγελίου, και η παραθεώρηση της προσδοκίας των εσχάτων, συνιστά την εκκοσμίκευση των Χριστιανών.
Η προσεκτική μελέτη των κειμένων της Καινής Διαθήκης δείχνει ότι η χριστιανική ζωή προσδιορίζεται από την βεβαιότητα ότι το έσχατο, ο Χριστός, ήλθε στην ιστορία, η Βασιλεία του Θεού ήλθε σε μας και μπορούμε να αρχίσουμε να την ζούμε από αυτήν την ζωή, με τα μυστήρια και την αναγέννηση, αλλά όμως υπάρχει και μια έντονη νοσταλγία και προσδοκία αυτής της ζωής στον μέλλοντα αιώνα. Αν αποξενώση κανείς αυτήν την εσχατολογική βίωση και προσδοκία από το μήνυμα του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας, τότε εκκοσμικεύεται, και το Ευαγγέλιο γίνεται μια φιλοσοφική ή ηθική διδασκαλία, όμοια με την διδασκαλία άλλων θρησκευτικών και φιλοσοφικών συστημάτων.
Το δεύτερο στοιχείο της εκκοσμικεύσεως είναι η απώλεια των πραγματικών σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους. Ο Θεός μετατρέπεται σ’ ένα αντικείμενο στοχασμού και συναισθήματος και οι άνθρωποι σε αντικείμενα εκμεταλλεύσεως και ηδονής. Σε αυτήν την περίπτωση ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος διακατέχεται από την ατομικιστική χρησιμοθηρία. Κέντρο όλου του κόσμου δεν θέτει τον Θεάνθρωπο Χριστό, αλλά τον δικό του αρρωστημένο εαυτό και κατά συνέπεια όλες οι σχέσεις του τόσο με τον Θεό όσο και με την κτίση είναι χρησιμοθηρικές.
Ευρισκόμενος και κινούμενος ο άνθρωπος μέσα σε αυτήν την νοοτροπία δεν είναι ένα κοινωνικό όν, δηλαδή δεν έχει πραγματική κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους, οπότε υφίσταται στην ζωή του ένα φοβερό υπαρξιακό “βραχυκύκλωμα”. Όταν η καρδιά δεν μεταδίδη και δεν αποστέλλη το αίμα σε όλα τα μέρη του ανθρώπινου οργανισμού και το κρατά ωφελιμιστικά για τον εαυτό της, τότε γίνεται έμφραγμα. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα θέματα.
Ο άήήήήιή άήίηήή, αναλύοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταμοντέρνας εποχής, γράφει ότι στις σύγχρονες κοινωνίες παρατηρείται ένα μεγάλο πρόβλημα που συνδέεται με τρεις εκφράσεις, ήτοι “κοινωνικός κορεσμός”, όταν ο άνθρωπος δεν μπορή να περιοριστή στις σχέσεις του στο κοντινό περιβάλλον, αλλά επιθυμεί τον λεγόμενο “πολλαπλασιασμό των σχέσεων”, ο “εποικισμός του εαυτού”, που συνίσταται “στήν πρόσκτηση πολλαπλών και ανόμοιων δυνατοτήτων σχετικά με τον τρόπο που ζη κανείς”, και η λεγομένη “πολυφέρνεια”, που αναφέρεται γενικά στην “διάσπαση του ατόμου σε μια πολλαπλότητα προσωπικών αμφιέσεων”1.
Το τρίτο στοιχείο της εκκοσμικεύσεως είναι η λεγομένη “αποϊεροποίηση της ζωής”, που συνιστάται στην αποβολή από την καθημερινή ζωή μας του ιερού, δηλαδή εκδιώκουμε τον Θεό από όλες τις βιολογικές και κοινωνικές ενέργειες και εκδηλώσεις μας. Ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα ο βωμός ήταν το κέντρο όλων των εκδηλώσεων, ενώ σήμερα ο άνθρωπος αυτονομήθηκε από τον Θεό και έθεσε ως κέντρο τον βωμό του εαυτού του. Κανονικά θα έπρεπε να θεωρούμε ολόκληρη την κτίση και την ζωή ως δώρο του Θεού σε μάς, καθώς επίσης να πιστεύουμε ότι σε ολόκληρη την κτίση υπάρχουν οι ενέργειες του Θεού, με ανάλογο βέβαια τρόπο. Όταν όμως δεν γίνεται αυτό, τότε ζούμε την αποϊεροποίηση της ζωής.
Το τέταρτο γνώρισμα της εκκοσμικεύσεως είναι η δαιμονοποίηση των έργων του Θεού, και αυτό είναι συνέπεια και συνάρτηση των προηγουμένων καταστάσεων. Η θεοποίηση ολοκλήρου της δημιουργίας συνιστά την δαιμονοποίηση που είναι πράγματι εκκοσμίκευση.
Το πέμπτο γνώρισμα της εκκοσμικεύσεως είναι η απώλεια της μεθόδου εκείνης δια της οποίας ο άνθρωπος θεραπεύεται, δηλαδή μετατρέπει την φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, δια της Χάριτος του Θεού, οπότε αποκτά πραγματικές σχέσεις με τον Θεό, τους ανθρώπους και την κτίση. Και η μέθοδος αυτή είναι εκείνη που συνίσταται στην κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νού και την θέωση.
Επομένως τα πέντε αυτά στοιχεία, τα οποία, όμως, έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους, συνιστούν το φαινόμενο της εκκοσμικεύσεως, και είναι η μεγαλύτερη ασθένεια των Χριστιανών, αλλά και γενικά των ανθρώπων της εποχής μας. Γενικά, εκκοσμίκευση είναι όταν παραμένουμε στην πεπτωκυία κατάσταση και δεν ελευθερωνόμαστε από την φθορά και την θνητότητα, και όταν μάλιστα τις συνέπειες της φθοράς και της θνητότητος, με όλα τα στοιχεία του παλαιού ανθρώπου, τα θεωρούμε ως φυσική κατάσταση και προσπαθούμε να τα επιβάλουμε ως τρόπο εκκλησιαστικής ζωής. Τότε πια η εκκοσμίκευση λειτουργεί όχι ως μια απλή προσωπική κατάσταση, αλλά ως θεσμός.
|
[ ΠΑΝΩ ] 2. Η αξία και η σπουδαιότητα του Βαπτίσματος |
Σε μια τέτοια εκκοσμικευμένη κοινωνία, στην οποία ο κόσμος αντί να είναι βασίλειο του Θεού γίνεται βασίλειο του πονηρού, αντί ο άνθρωπος να είναι κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού γίνεται παίγνιο των δαιμόνων, το άγιο Βάπτισμα βοηθά σημαντικά στην μεταμόρφωση του ανθρώπου και την ανακαίνιση της κτίσεως ολοκλήρου.
Βέβαια, το άγιο Βάπτισμα δεν μπορούμε να το εντάξουμε μέσα στην ωφελιμιστική και χρηστική ανάγκη του συγχρόνου κόσμου, δεν πρέπει να εξετάζουμε την αξία και την σπουδαιότητά του και να το εντάσσουμε σε ατομικιστικές χρηστικές επιλογές, για μια ευχάριστη και ευτυχισμένη ζωή, αλλά πρέπει να βλέπουμε τον οντολογικό χαρακτήρα του, δηλαδή να βλέπουμε τις αλλαγές που επιφέρει στον άνθρωπο και την κτίση ολόκληρη.
Πράγματι, το Βάπτισμα λειτουργεί εκκλησιολογικά, αφού αποβλέπει στην εκκλησιοποίηση του ανθρώπου και την άρση της εκκοσμικεύσεως, αυτής της “κατάρας” της ανθρώπινης ύπαρξης. Εάν η εκκοσμίκευση συνιστά την οντολογική ασθένεια του ανθρώπου, το Βάπτισμα, όταν γίνεται μέσα σε ορθόδοξες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, αποτελεί την θεραπεία του ανθρώπου και την ανακαίνιση του κόσμου.
Μιλώντας για ορθόδοξες προϋποθέσεις στο σημείο αυτό θα ήθελα απλώς να τονίσω δύο από αυτές, ήτοι τον σύνδεσμο μεταξύ πίστεως και βαπτίσματος και τον σύνδεσμο μεταξύ βαπτίσματος και εντολών του Θεού.
Στην πρώτη περίπτωση θα ήθελα να αναφέρω το χωρίο του Μ. Βασιλείου: “Πίστις δε και βάπτισμα, δύο τρόποι της σωτηρίας, συμφυείς αλλήλοις και αδιαίρετοι. Πίστις μεν γαρ τελειούται δια βαπτίσματος, βάπτισμα δε θεμελιούται δια της πίστεως, και δια των αυτών ονομάτων εκάτερα πληρούται”2. Αυτό σημαίνει ότι το βάπτισμα πρέπει να γίνεται μέσα στα ορθόδοξα πλαίσια, γιατί έξω από αυτά, όταν δεν διασώζεται η αποκαλυπτική αλήθεια δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αληθινό βάπτισμα. Άλλωστε, το Βάπτισμα είναι ένα μυστήριο που τελείται μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Έξω, λοιπόν, από τον χώρο αυτό δεν λειτουργεί αναγεννητικά.
Και στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή τον συνδυασμό μεταξύ βαπτίσματος και εντολών, θα υπογραμμίσω την διδασκαλία του οσίου Μάρκου του Ασκητού που λέγει: “Πάς ο βαπτισθείς ορθοδόξως, έλαβε μυστικώς πάσαν την χάριν. Πληροφορείται δε λοιπόν, κατά την εργασίαν των εντολών”3. Όπως το βρέφος έχει λάβει την ζωή από την σύλληψη και την γέννηση, αλλά αυτή η ζωή και όλα τα χαρίσματα εκδηλώνονται κατά την διάρκεια της σωματικής αυξήσεώς του, έτσι συμβαίνει και με το Άγιον Βάπτισμα. Η Χάρη που λαμβάνει ο άνθρωπος εκδηλώνεται ανάλογα με την τήρηση των εντολών του Χριστού σε όλη την ζωή του. Με αυτή την έννοια συνδέουν οι άγιοι Πατέρες το βάπτισμα του ύδατος με το βάπτισμα του πνεύματος και με αυτήν την έννοια κάνουν λόγο για βάπτισμα του ύδατος και πνεύματος, βάπτισμα των δακρύων και βάπτισμα του αίματος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος κάνει λόγο για τα πέντε είδη βαπτίσματος, ήτοι του Μωϋσέως, “τυπικώς δε τούτο ήν”, του Ιωάννου του Βαπτιστού, “ούπω δε όλον πνευματικώς”, του Χριστού, “τούτο η τελειότης”, του μαρτυρίου και του αίματος, “καί πολύ γε των άλλων αιδεσιμώτερον”, και των δακρύων, “αλλ’ επιπονώτερον”4. Αν δεν δούμε το μυστήριο του Βαπτίσματος από αυτήν την προοπτική, τότε μάλλον το θεωρούμε σαν μια μαγική τελετή, και μάλλον το εκκοσμικεύουμε με φοβερές συνέπειες για όλη μας την ύπαρξη.
Για να δούμε την μεγάλη σημασία του Βαπτίσματος για ολόκληρη την ζωή μας πρέπει να υπογραμμίσουμε τρεις μεγάλες αλλαγές που δημιουργούνται με το άγιο Βάπτισμα.
α) Με το μυστήριο του Βαπτίσματος μεταμορφώνεται ο άνθρωπος, δηλαδή καθαρίζεται το κατ’ εικόνα, το οποίον αμαυρώθηκε με την πτώση και δίνεται η δυνατότητα να πορευθή ο άνθρωπος προς το καθ’ ομοίωση. Αυτή η μεταμόρφωση και η αλλαγή δεν είναι ιδεατή, συμβολική και συναισθηματική, αλλά οντολογική, δηλαδή συνδέεται με την μεταβολή της φιλαυτίας σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Είδαμε προηγουμένως ότι ο άνθρωπος στην πτωτική του κατάσταση είναι ατομικιστής, φίλαυτος, οπότε με το μυστήριο του Βαπτίσματος αποκτά την δυνατότητα να μη ζη για τον εαυτό του, να μη αγαπά αλόγως το σώμα του, αλλά να καθοριστούν εκ νέου οι σχέσεις του με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Υπέροχες παρατηρήσεις στο σημείο αυτό κάνει ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας. Γράφει: “Τούτο του βαπτίσματος το έργον, αμαρτιών απολύσαι, ανθρώπω Θεόν καταλλάξαι, Θεώ τον άνθρωπον εισποιήσαι, οφθαλμόν ταις ψυχαίς ανοίξαι, της θείας ακτίνος γεύσαι το σύμπαν ειπείν, προς τον μέλλοντα βίον παρασκευάσαι. Ουκούν εικότα ποιούμεν, όνομα αυτώ τιθέμενοι γέννησιν και ά τον ίσον δύναται λόγον, τα τε άλλα και ότι Θεού γνώσιν ταις ψυχαίς ανατέλλει των τελουμένων”5.
Είναι σημαντικά όσα λέγει ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας για την σημασία του Βαπτίσματος εν σχέσει βέβαια και με τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας, ήτοι το Χρίσμα και την θεία Κοινωνία. Το άγιο Βάπτισμα μεταδίδει την εν Χριστώ υπόσταση και το είναι. Γράφει: “Επεί το μεν Βάπτισμα το είναι δίδωσι και όλως υποστήναι κατά Χριστόν, τούτο γαρ νεκρούς και διεφθαρμένους παραλαβόν εις την ζωήν πρώτον εισάγει”6. Με την πτώση έχουμε υποστή μια διαφθορά και πέσαμε σε κατάσταση νεκρώσεως, οπότε τώρα μας δίνεται το είναι, μια καινούρια υπόσταση, ο Χριστός. Έτσι, ενώ με το άγιο Βάπτισμα αποκτούμε την γέννηση, με το άγιο Χρίσμα αποκτούμε την κίνηση και με την θεία Ευχαριστία την ζωή. Γράφει ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας: “Το μεν γαρ Βάπτισμα γέννησις, το δε μύρον ενέργεια, και κινήσεως εν ημίν έχει λόγον, ο δε της ζωής άρτος και το ποτήριον της ευχαριστίας βρώσίς εστιν και πόσις αληθινή”7. Σε άλλο σημείο παρουσιάζοντας την αξία των τριών μυστηρίων, χρησιμοποιεί άλλην ορολογία, μένοντας στην ίδια πραγματικότητα. Γράφει: “τό μεν βάπτισμα το είναι δίδωσι και όλως υποστήσαι κατά Χριστόν, τούτο γαρ νεκρούς και διεφθαρμένους παραλαβόν εις την ζωήν πρώτον εισάγει, η δε του μύρου χρίσις τελειοί τον γεγεννημένον τη τοιάδε ζωή προσήκουσαν ενέργειαν εντιθείσαν, η δε θεία ευχαριστία την ζωήν ταύτην και την υγείαν συντηρεί και συνέχει ...”8.
Υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ των τριών αυτών μυστηρίων, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μετά το Βάπτισμα οδηγούμαστε στο Χρίσμα και στην θεία Κοινωνία, γιατί αυτός είναι ο σκοπός του Βαπτίσματος, να ενσωματωθούμε στην Εκκλησία, να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, και ως μέλη του Σώματος του Χριστού, να αξιωθούμε να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος Αυτού.
Με το Βάπτισμα, λοιπόν, γεννάται ο άνθρωπος σε μια νέα ζωή, αποκτά νέα υπόσταση, νέο τρόπο ύπαρξης, εξέρχεται από το σκότος και θεάται το φώς, από την άγνοια οδηγείται στην γνώση του Θεού. Αυτή η αλλοίωση γίνεται αισθητή κυρίως από τον βαπτισθέντα, αλλά και από άλλους ανθρώπους. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγει ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος: “Αλλά, ως από της θείας Γραφής ακήκοα και εν αυτώ τω βαπτίσματι ηλικιώται τινες βαπτιζόμενοι, τη επελεύσει κατανυγέντες του Πνεύματος εδάκρυσαν”9.
Είναι σημαντικά και αξιοπρόσεκτα όσα λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος για την πνευματική ζωή του ανθρώπου, που συνδέεται με την ενσωμάτωσή του στην Εκκλησία και την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Οι εκκλησιολογικές τοποθετήσεις του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου προσφέρουν την δυνατότητα να δούμε την μεγάλη αξία του Βαπτίσματος και της θείας Κοινωνίας, αφού, άλλωστε, βαπτιζόμαστε για να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Κατά τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, ο άνθρωπος δεν έχει ζωήν αφ’ εαυτού του, μόνον ο Θεός είναι η αυτοζωή. Μετά την πτώση ο άνθρωπος κρατείται από τον διάβολο και τον θάνατο, οπότε πρέπει να αποκτήση την πραγματική ζωή. Αυτή η ελευθέρωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθή με εξωτερικές εντολές, αλλά με μια ανακαίνιση και αναγέννηση του ανθρώπου, που γίνεται εν Χριστώ Ιησού. Γράφει ο άγιος Ιγνάτιος: “Μόνον εν Χριστώ Ιησού ευρεθήναι εις το αληθινόν ζήν. Χωρίς τούτου μηδέν πρεπέτω”10. Ερωτά ο άγιος Ιγνάτιος: “Πώς ημείς δυνησόμεθα ζήσαι χωρίς αυτού;”11. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήση μόνος του, αλλά δια της κοινωνίας με τον Θεό, και βέβαια αυτή η αληθινή κοινωνία συντελείται με την οικείωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Επειδή στην εποχή του μερικοί ισχυρίζονταν ότι δεν θα πιστεύσουν σε κάτι αν δεν το βρουν στα αρχεία του Ευαγγελίου, ο άγιος Ιγνάτιος λέγει: “Εμοί δε αρχείά εστιν Ιησούς Χριστός, τα άθικτα αρχεία ο σταυρός αυτού και ο θάνατος και η ανάστασις αυτού και η πίστις η δι’ αυτού”12. Ο Χριστός νίκησε τον θάνατο και την αμαρτία με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, οπότε και εμείς πρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτό το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως, και αυτό γίνεται με το μυστήριο του Βαπτίσματος, αφού κατά τον Απόστολο Παύλο “συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν” (Ρωμ. στ', 4).
Αλλά παράλληλα χρειαζόμαστε να τραφούμε με την τεθεωθείσα σάρκα του Χριστού, για να αποκτήσουμε την πραγματική ζωή. Γράφει ο άγιος Ιγνάτιος: “ουχ ήδομαι τροφή φθοράς, ουδέ ηδοναίς του βίου τούτου, άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής, ό εστι σάρξ Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, του γενομένου εν υστέρω εκ σπέρματος Δαβίδ, και πόμα θέλω το αίμα αυτού, ό εστιν αγάπη άφθαρτος, και αέναος ζωή”13.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο άνθρωπος με την πτώση νεκρώθηκε, πέθανε σωματικά και πνευματικά, οπότε τώρα χρειάζεται μια καινούρια αναγέννηση και μια νέα αποκατάσταση. Αυτή η αποκατάσταση δεν γίνεται με ηθικολογικές εντολές και με στοχασμούς, αλλά με την νέκρωση του θανάτου και την μεταμόρφωση της ψυχοσωματικής υπάρξεως, η οποία πραγματοποιείται με την ένταξή μας στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και την λήψη της πραγματικής τροφής, που είναι η σάρκα του Χριστού, ώστε και εμείς να συμμετάσχουμε σε αυτήν την νίκη του Χριστού επί του θανάτου. Γιατί πράγματι, όπως είπαμε προηγουμένως, αυτή η συμμετοχή μας δεν είναι ένα ηθικολογικό και διανοητικό γεγονός, αλλά υπαρξιακό, οντολογικό.
β) Με το μυστήριο του Βαπτίσματος επέρχονται και άλλες αλλαγές, δηλαδή αλλάσσουν και τα κοινωνικά δεδομένα. Ο άνθρωπος με την πτώση του, η οποία εκλαμβάνεται ως ασθένεια της ανθρωπίνης φύσεως, μετέδωσε την ασθένεια και στους κοινωνικούς θεσμούς. Η προσπάθεια επιβολής του ενός ανθρώπου πάνω στον άλλο άνθρωπο, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, οι πόλεμοι και οι καταστροφές κλπ. είναι αποτελέσματα της φθαρτότητος και της θνητότητος που κληρονομήσαμε με την προπατορική αμαρτία. Επομένως, όταν ο άνθρωπος ανακαινίζεται, μεταμορφώνεται, τότε αλλάσσουν όλα τα κοινωνικά δεδομένα, χωρίς βέβαια να ζούμε την τέλεια κοινωνία, την οποία αναμένουμε στον μέλλοντα αιώνα.
Η εκκλησιαστική ιστορία διασώζει πολλά παραδείγματα τέτοιων κοινωνικών αλλαγών. Χωρίς να γίνεται λόγος για κοινωνικά συστήματα, εν τούτοις με την συμμετοχή των ανθρώπων στα μυστήρια και την μέθεξη της ζωής του Χριστού γίνονται πολλές αλλαγές. Ο Χριστιανισμός κάνει όλες τις αλλαγές μέσα στον χώρο της Εκκλησίας. Οι Χριστιανοί, μετά το Βάπτισμα, προχωρούσαν στην ελευθέρωση των δούλων, στην διόρθωση των κοινωνικών πραγμάτων, στην βίωση της φιλανθρωπίας με ποικίλους τρόπους. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα στην εκκλησιαστική ιστορία, στα οποία φαίνεται το ενδιαφέρον των Χριστιανών για τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, τους αιχμαλώτους, τους φυλακισμένους, τους δούλους κλπ. Οι Χριστιανοί ευεργετούσαν και τους ειδωλολάτρες, όπως ομολογεί και αυτός ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Αναφέρεται η περίπτωση του Ερμά, νομάρχου της Ρώμης (119 μ.Χ.), που όταν έγινε Χριστιανός προσήγαγε τους 1250 δούλους του για να βαπτισθούν και στην συνέχεια τους απελευθέρωσε. Μάλιστα διασώζονται οι λόγοι χειραφετήσεως, της ελευθερώσεως του δούλου, τους οποίους έλεγε ο κύριός του έμπροσθεν του θυσιαστηρίου κρατώντας αναμμένη λαμπάδα: “διά τον φόβον του παντοδυνάμου Θεού και προς ίασιν της εμής ψυχής αποδίδω σοι την ελευθερίαν και είθε ο άγγελος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να με θεωρήση άξιον να καταλάβω θέσιν τινά μεταξύ των αγίων του Θεού”14.
Επομένως, ο Χριστιανισμός έκανε την μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία, όχι με δημιουργία συστημάτων και ιδεολογιών, αλλά με την ανακαίνιση των ανθρώπων δια της Χάριτος του Θεού, η οποία προσφέρεται στην Εκκλησία δια των μυστηρίων.
γ) Εφ’ όσον μεταμορφώνεται ο άνθρωπος με το άγιο Βάπτισμα και την εν γένει εκκλησιαστική ζωή που ακολουθεί, και εφ’ όσον γίνονται και οι κοινωνικές αλλαγές, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν και κοσμικές επιπτώσεις, δηλαδή τα ευεργετικά αποτελέσματα της υπερνικήσεως του θανάτου δέχεται και η κτίση. Άλλωστε, ολόκληρη η κτίση δεν έχει ηθική βούληση, αλλά παρασύρθηκε από τον άνθρωπο στην φθορά, οπότε όταν ο άνθρωπος μεταμορφώνεται, τότε και η κτίση αλλάζει προσανατολισμό.
Ήδη έχω αναφέρει το χωρίο του Αποστόλου Παύλου, στο οποίο γίνεται λόγος για την αποκαραδοκία της κτίσεως, για την ελευθέρωσή της από την φθορά. Εδώ απλώς θα ήθελα να υπενθυμίσω ένα καταπληκτικό χωρίο του αγίου Ισαάκ του Σύρου, που δείχνει αυτήν την εν τω μεταμορφουμένω ανθρώπω, ανακαίνιση και της κτίσεως. Γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:
“Προσεγγίζει ο ταπεινόφρων τοις φθορεύσι θηρίοις. Και όταν επιβλέψη η όρασις αυτών επ’ αυτώ, ημερούται η αγριότης αυτών, και προσπελάζουσιν αυτώ ως δεσπότη εαυτών, και σαίνουσι τας κεφαλάς εαυτών, και λείχουσι τας χείρας αυτού και τους πόδας. Διότι εκείνην την οσμήν την εκπνεύσασαν εκ του Αδάμ προ της παραβάσεως (ότε συνήχθησαν προς αυτόν, και επέθηκεν αυτοίς ονόματα εν τω παραδείσω) ωσφράνθησαν εξ αυτού, όπερ ελήφθη εξ ημών ... Πάλιν προσεγγίζει τοις ερπετοίς τοις θανατηφόροις, και ευθύς ηνίκα πλησιάζει η αίσθησις της χειρός αυτού, και άψεται του σώματος αυτού, η οξύτης και σκληρότης της πικρότητος αυτών της θανατηφόρου παύεται. Και εν εαυτού χερσίν ως την ακρίδα ψώχει αυτά”15.
Από όλα αυτά φαίνεται ότι το άγιο Βάπτισμα δεν είναι μια απλή τελετή, ούτε μια προσευχή, αλλά είναι μυστήριο εντάξεως του ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού, δια της οποίας εντάξεως υπερβαίνει ο άνθρωπος τον θάνατο, και μετέχει της καθαρτικής, φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Μέσα στην προοπτική αυτή ζη ο βαπτισμένος την καινή κτίση της Εκκλησίας.
|
[ ΠΑΝΩ ] 3. Ερμηνευτική ανάλυση της αποστολικής περικοπής του μυστηρίου του Βαπτίσματος |
Η τελετή του μυστηρίου του Βαπτίσματος είναι πολύ εκφραστική και όταν την αναλύση και ερμηνεύση κανείς τότε μπορεί να διαπιστώση και την θεολογία του Βαπτίσματος και την αξία του για τον άνθρωπο και κατ’ επέκταση για ολόκληρη την κτίση. Στην ενότητα αυτή θα δούμε για λίγο την αποστολική περικοπή, που διαβάζεται κατά την ακολουθία του Βαπτίσματος, και είναι ένα τμήμα από την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, την οποία θεωρώ πολύ σημαντική για την όλη εκκλησιαστική και πνευματική ζωή του Χριστιανού.
“Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν, συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν. ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα, τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία, ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας, ει δε απεθάνομεν σύν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει. ό γαρ απέθανε, τη αμαρτία απέθανεν εφάπαξ, ό δε ζή, ζη τω Θεώ. ούτω και υμείς λογίζεσθε εαυτούς νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία, ζώντας δε τω Θεώ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών” (Ρωμ. στ', 3 - 11).
Δύο είναι οι βασικές έννοιες της αποστολικής αυτής περικοπής. Η μία, ότι το μυστήριο του Βαπτίσματος είναι μετοχή στο Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, και η δεύτερη, ότι αυτή η μετοχή δεν είναι συναισθηματική, ηθικολογική, αλλά συνδέεται στενά με τον θάνατο του παλαιού ανθρώπου και την ανακαίνιση της νέας ζωής, της γεννήσεως του νέου ανθρώπου. Και αυτά τα δύο συνδέονται πολύ στενά μεταξύ τους.
Το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού, κατά τους αγίους Πατέρες είναι η δια της Χάριτος του Θεού μέθεξη της καθαρτικής ενεργείας του Θεού. Στο θέμα αυτό ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει: “τούτο δε εστιν ο του Χριστού Σταυρός, η της αμαρτίας κατάργησις”16. Καί, βέβαια, αυτό συνδέεται με την μεταμόρφωση των ενεργειών της ψυχής, οι οποίες ενέργειες στην πτωτική κατάσταση συνδέονται με την φιλαυτία και γενικά με την θνητότητα και φθαρτότητα.
Η βίωση του μυστηρίου της Αναστάσεως είναι η μεταμόρφωση και ανακαίνιση του ανθρώπου με την μετοχή της φωτιστικής και θεοποιού ενεργείας του Θεού. Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος έχει εντός του νοερά προσευχή, έχει δηλαδή αένναη μνήμη Θεού, αφού έχει ελευθερωθή από τα πάθη της ηδονής και της οδύνης.
Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο εδώ για “παλαιόν άνθρωπον”, που σταυρώθηκε με το άγιο Βάπτισμα, και τον συνδέει με την κατάργηση του σώματος της αμαρτίας. Είναι πολύ σημαντικό το χωρίο: “τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία” (Ρωμ. στ', 6). Το σώμα της αμαρτίας είναι το ανθρώπινο σώμα που έχει τις συνέπειες της αμαρτίας, που είναι η φθορά και η θνητότητα. Και είναι γνωστόν ότι από την φθορά και την θνητότητα γεννιώνται πολλά πάθη, όπως της φιλοδοξίας, της φιληδονίας και της φιλοκτημοσύνης. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, αφού η φθορά και η θνητότητα του σώματος δημιουργούν και αυξάνουν τα πάθη στον άνθρωπο, καθώς επίσης τα πάθη τρέφουν ακόμη περισσότερο την φθαρτότητα και την θνητότητα. Με το άγιο Βάπτισμα υπερβαίνεται η θνητότητα και φθαρτότητα, όχι βέβαια ότι ο βαπτισθείς δεν θα αποθάνη σωματικά, αλλά καταργούνται οι συνέπειες της φθαρτότητος και θνητότητος, εν σχέσει με τα πάθη, αφού παραμένουν ανενεργές.
Φυσικά, αυτή η αναγέννηση δεν γίνεται μαγικά και μηχανικά, αλλά μυστηριακά με την όλη εκκλησιαστική ζωή (κατήχηση) που προηγείται της τελετής του μυστηρίου του Βαπτίσματος και την ευαγγελική ζωή που ακολουθεί το Βάπτισμα. Μόνον μέσα στα πλαίσια αυτά μπορούμε να αντιληφθούμε τον αποστολικό αυτόν λόγο, καθώς επίσης και την ενέργεια του αγίου Βαπτίσματος, δηλαδή της Χάριτος του Θεού που ενεργεί δια του μυστηρίου του αγίου Βαπτίσματος.
Το ότι αυτή είναι η ερμηνεία του αποστολικού χωρίου, φαίνεται και από τους λόγους του Αποστόλου Παύλου που ακολουθούν την περικοπή που προαναφέραμε. Γράφει στην συνέχεια ο Απόστολος Παύλος: “Μη ουν βασιλευέτω η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν αυτή εν ταις επιθυμίαις αυτού, μηδέ παριστάνετε τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία, αλλά παραστήσατε εαυτούς τω Θεώ ως εκ νεκρών ζώντας και τα μέλη υμών όπλα δικαιοσύνης τω Θεώ. αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει, ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν” (Ρωμ. στ', 12-14).
Στο χωρίο αυτό φαίνεται καθαρά ότι οι Χριστιανοί μετά το Βάπτισμα πρέπει να φροντίζουν ώστε να μη βασιλεύη η αμαρτία στο θνητό σώμα, η οποία αμαρτία εκδηλώνεται με το να υπακούη ο άνθρωπος στις επιθυμίες του θνητού σώματος. Αντίθετα μάλιστα όλα τα μέλη του θνητού σώματος πρέπει να είναι όπλα δικαιοσύνης και ο άνθρωπος να είναι αναστημένος, από τα έργα της αμαρτίας. Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος δεν βρίσκεται υπό την κατοχή του νόμου, αλλά κάτω από την ενέργεια της θείας Χάριτος.
Αν συνδέσουμε το χωρίο αυτό με άλλα χωρία του Αποστόλου Παύλου, όπως το καταπληκτικό χωρίο από την ίδια επιστολή του δηλαδή το Ρωμ. η', 5-17, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε ποιοί είναι οι σαρκικοί και ποιοί οι πνευματικοί, πώς αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος έχει πνεύμα Θεού μέσα του, τί ακριβώς είναι η υιοθεσία κατά Χριστόν, και πώς το άγιο Βάπτισμα συνδέεται με την νοερά προσευχή και την εσωτερική αναγέννηση του ανθρώπου, ποιά είναι τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας.
Πράγματι, αν αποσυνδέσουμε το μυστήριο του Βαπτίσματος από αυτήν την εσωτερική, υπαρξιακή αναγέννηση, που συνδέεται αναπόσπαστα με τον ησυχασμό και την φιλοκαλική ατμόσφαιρα, τότε δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τί είναι το Βάπτισμα, ποιά είναι η θέση του μέσα στην Εκκλησία και πώς αναγεννά τον άνθρωπο.
|
[ ΠΑΝΩ ] 4. Μια σύγχρονη βαπτιστική εμπειρία |
Για να μη φανή ότι όλα αυτά που εγράφησαν είναι θεωρητικές αναλύσεις, οι οποίες δεν έχουν καμμιά σχέση με την υπάρχουσα πραγματικότητα, θα ήθελα στην συνέχεια να αναφερθώ σ’ ένα σύγχρονο παράδειγμα.
Πρόκειται για μια αμερικανίδα, η οποία έζησε όλη αυτήν την νοοτροπία του συγχρόνου κόσμου, όπως την είδαμε προηγουμένως, πέρασε, δηλαδή, από την απόγνωση που δημιουργεί η φθαρτότητα και η θνητότητα και η ζωή χωρίς Χριστό και στην συνέχεια θέλησε να βαπτισθή ορθόδοξα. Η αναζήτηση της ορθοδόξου ζωής μέσα στον ορθόδοξο εκκλησιαστικό χώρο ήταν αποτέλεσμα μιας άστατης ζωής που ζούσε με συνέπειες φοβερές και στην ψυχή και στο σώμα, με έντονες νευρολογικές ασθένειες. Σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών πέρασε μέσα από την κόλαση της χωρίς Χριστόν ζωής.
Σε κάποια δύσκολη φάση της ζωής της, ευρισκόμενη σε Νευρολογική Κλινική, ύστερα από απόπειρα αυτοκτονίας, διάβασε το βιβλίο “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία” και θέλησε να ζήση αυτήν την θεραπεία μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Την συνάντησα σ’ ένα Συνέδριο στην Αμερική, στο οποίο ήλθε για να παρακολουθήση την εισήγηση, και μου ζήτησε να την βαπτίσω. Ύστερα από μεγάλη περίοδο κατηχήσεως, την οποία κατήχηση πέρασε, όπως προβλέπεται από την παράδοση της Εκκλησίας, με προσευχή, συμμετοχή σε μερικές εκκλησιαστικές ακολουθίες, μελέτη πατερικών βιβλίων κλπ. ήλθε η ώρα της βαπτίσεώς της.
Με το Βάπτισμά της απέκτησε εμπειρία όλων αυτών των καταστάσεων που συναντούμε στην Αγία Γραφή και την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Αισθάνθηκε βαθειά μετάνοια με διαρκή δάκρυα χαρμολύπης, λύπης για την αμαρτία, χαράς για την αγάπη του Θεού. Ήταν για μήνες ωσάν μεθυσμένη από την Χάρη του Θεού. Ο σύζυγός της και τα τρία παιδιά της είδαν αμέσως την τεράστια αλλαγή στην ζωή της. Σε σημείο μάλιστα που τα παιδιά της μου έστειλαν γράμμα για να με ευχαριστήσουν για το καλό που έγινε σε ολόκληρη την οικογένεια. Νεκρώθηκε ο παλαιός άνθρωπος. Και το καταπληκτικό είναι ότι είδε και τρία θαύματα στο σώμα της. Για το ένα μπορώ να μιλήσω τώρα. Αμέσως μετά το Βάπτισμα θεραπεύθηκε από την ανίατη ασθένεια του “λύκου”. Και αυτό αποδείχθηκε από εξετάσεις. Πριν το Βάπτισμα, αποκαλύφθηκε, κατόπιν εξετάσεων, ότι διακατεχόταν από αυτήν την ανίατη ασθένεια, ενώ αμέσως μετά, πάλιν κατόπιν εξετάσεων, διαπιστώθηκε ότι είχε ελευθερωθή.
Στην συνέχεια θα παραθέσω μερικές σκέψεις της, τις οποίες μου έστειλε με γράμμα, οι οποίες δείχνουν όλη αυτήν την αλλαγή και την ατμόσφαιρα που ζη ακόμη τώρα δύο χρόνια μετά το Βάπτισμα. Γράφει:
“Το καθαρτικό φως που άρχισε να καίη την σαπίλα μου όταν βρήκα τον Χριστό είναι το στοιχείο που καθαρίζει τον αέρα στην ζωή μου και προσεύχομαι να συνεχίζη να με φωτίζη μέσα από σάς. Καταλαβαίνω ότι εάν επέρχεται σε κάποιο βαθμό η κάθαρση σε μένα είναι αποτέλεσμα του Ελέους Του που με γεμίζει μετά την θεία Κοινωνία.
Ακόμη προσπαθώ να προσαρμοστώ από την καταστροφή που μου προξένησαν τόσα πολλά χρόνια αμαρτίας μαζί με τα ναρκωτικά...
Μπορώ να προσεύχομαι σε κάθε περίσταση, και τελικά αυτή είναι η μόνη αληθινή προσφορά στον καθένα...
Μέσα από την θεία αποκάλυψη του ζωντανού αλλά και του γραπτού μηνύματος που μεταδίδετε έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι έναν λόγο για τον οποίον η ύπαρξή μου έχει μεταπηδήσει από τον θάνατο στην ζωή. Η βαθειά αγάπη στην καρδιά μου έχει επανατοποθετηθή στην σωστή της θέση. Η ακόρεστη επιθυμία έχει μια ποιότητα ιδιωτικής και ήρεμης γλυκύτητας και όχι μανιώδη επιδίωξη της λαγνείας στον ύψιστο βαθμό της που έχει μέσα της το μαρτύριο του Σισύφου. Αυτή η τραγική αναζήτηση που κατευθύνεται από συγκεκαλυμμένους δαίμονες καταλήγει σε πνευματική άβυσσο... στην προπατορική τραγωδία. Το τρόπαιό της είναι ο θάνατος της ψυχής που προσφέρουν στον εαυτό τους οι νικητές ουρλιάζοντας από χαρά για την νίκη τους. Από την άλλη πλευρά, η καρδιά που οδηγείται από το Άγιον Πνεύμα ποθεί φυσικά την μόνη αληθινή της αγάπη. Όσο περισσότερο αναζητεί, τόσο περισσότερο γεμίζει με χαρά και με την αποφατική αποκάλυψη του Αγαθού. Το απεριόριστο αυτής της αληθινής αγάπης ανάβει μια ήρεμη θερμότητα και φωτίζει την καρδιά με παρηγοριά και όχι με την άσβεστη δυνατή φωτιά της σάρκας που κατακαίει και καταστρέφει μέσα στην αγωνία του τον απελπισμένο άνθρωπο. Η καρδιά μου πονάει, όταν έστω και λίγο συλλαμβάνει τον χωρισμό της και την προδοσία της προς τον Θεό...
Καταλαβαίνω ότι η υποδοχή των μυστηρίων από την καρδιά και το σώμα είναι μεγάλο θέμα προσωπικής πίστης και προετοιμασίας και γονιμότητας. Η καρδιά μου διψά να βρη τρόπους για να “υφάνει” σε τρόπο ζωής την μετάνοια, την λατρεία, την δοξολογία και την χαρά για όσο καιρό μου απομένει ακόμα πάνω στη γή...
Ο Θεός μου δείχνει περισσότερο από ποτέ την ασχήμια μου σε ευθεία αναλογία με την αύξηση της χαράς και του ελέους. Προσεγγίζω τα Μυστήρια με μεγάλο φόβο, ικανή να προσέρχομαι μόνο με το χέρι σας στο κεφάλι μου. Αλλά μέσα στην καρδιά μου σέρνομαι. Η οσία Μαρία μου δίνει μεγάλη παρηγοριά και όλες οι άλλες πόρνες και οι δαιμονιζόμενοι και οι τελώνες. Οι προσευχές της προοετοιμασίας και της ευχαριστίας μου δίνουν επίσης δύναμη να το τολμήσω. Έχω έντονη αίσθηση της δύναμης των αγίων και των αγγέλων να γεμίζουν την Εκκλησία. Έχω την αίσθηση ότι ένα μέρος της θείας Λειτουργίας είναι μια νεκρώσιμη ακολουθία για τον Θεό που Τον σκότωσα προσωπικά και συνεχίζω να Του δίνω εμπτυσμούς. Θα αφιερώσω την υπόλοιπη ζωή μου, για να δώσω ό,τι καλύτερο έχω σ’ Εκείνον. Η καρδιά μου τραγουδά μετά την θεία Κοινωνία, είναι η μόνη χαρά που επιθυμώ. Πιστεύω επίσης ότι θα έχω περισσότερη από αυτή την χαρά πιο συχνά καθώς μεγαλώνω. Αλλά είμαι ευγνώμων για τον συνδυασμό αυτών των ακραίων καταστάσεων, γιατί με κρατούν σε ισορροπία και σε προσευχή...
Αλλά είναι ευκαιρία για μένα να αποκτήσω υπομονή και ταπείνωση και να προχωρήσω βαθύτερα στην προσευχή που αγαπώ τόσο πολύ και να απομακρυνθώ από την ματαιοδοξία μου και τις γήϊνες φροντίδες. Τόσα πολλά πράγματα στην ζωή φαίνονται ανόητα εάν δεν ιδωθούν σά μια ευκαιρία για προσευχή. Πιστεύω ότι ο Θεός γνωρίζει τί χρειάζομαι για την πνευματική μου ανάπτυξη, και εάν οι άνθρωποι μ’ αγαπούν ή όχι, ή τους αρέσουν τα υλικά πράγματα που τους προσφέρω δεν με απασχολεί καθόλου. Προσπαθώ να κάνω το κάθε τι προσφορά προσευχής και δοξολογίας, μια ανθρώπινη προσπάθεια που θα φθάση στον άλλον μέσα από τα χέρια μου, ενώ προσπαθώ να πλησιάσω τον Θεό με την καρδιά μου. Μπορώ να πω ότι αυτό πραγματικά αλλάζει, γιατί δεν ξοδεύω χρόνο με την απάτη και την φαντασία της απόρριψης. Αισθάνομαι καθαρά πλήρη σιγουριά και παρηγοριά από τον Θεό που μ’ αγαπάει, άσχετα από την εκτίμηση του κόσμου. Τοποθετώ όλες μου τις ελπίδες στον Χριστό, την πραγματική μου αγάπη, που δεν θα με εγκαταλείψη ποτέ. Όλα τα άλλα παρέρχονται.
Όλο και περισσότερο διαπιστώνω, καθώς μελετώ τους βίους των αγίων και των πατέρων, ότι όλες οι περιστάσεις, είτε αυτές που μας απογοητεύουν είτε αυτές που μας γεμίζουν, είναι απλώς μια αφορμή για να βυθισθώ περισσότερο στην προσευχή. Η καρδιά μου καίγεται γι’ αυτήν την προσευχή. Αισθάνομαι τον αιχμηρό πόνο που νιώθει ο εραστής καθώς επιθυμώ να νιώσω μέσα μου τον Χριστό να με γεμίζη. Μερικές φορές είναι ένας οξύς πόνος για την άθλια κατάστασή μου, που την περιγράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Αυτά τα δάκρυα είναι καυτά και έχω έναν πόνο που φλέγει την καρδιά μου από την λύπη που μου δημιουργεί αυτή η πραγματικότητα. Υπάρχει και φόβος ακόμη και ικεσία για δύναμη και έλεος. Γνωρίζω ότι ο Θεός εργάζεται για να μεταμορφώση σε μένα την ένταση αυτού του πόνου σε προσφορά προσευχής και πράξεις φιλανθρωπίας προς τους άλλους, από αγάπη προς τον Σωτήρα μου. Η καρδιά μου αισθάνεται πιο ελεύθερη και καθαρή και η οξύτητα μαλακώνει. Είναι μια αισθητή θερμότητα στο σώμα μου και δεν μπορώ να περικλείσω το αίσθημα αυτό μέσα μου. Ίσως είναι μια μικρή γεύση από την χαρά που έζησε ο Άγιος Σεραφείμ, πολύ μεγάλη για μένα να την αντέξω. Με έλκει σε προσευχή οπουδήποτε κι αν είμαι. Το αισθάνομαι αυτό περισσότερο φέτος απ’ ό,τι πέρυσι, ειδικά στις προσευχές της Ευχαριστίας μετά την θεία Κοινωνία.
Έχω την αίσθηση μιας ολοκληρωτικής απελευθέρωσης και ανακούφισης και μιας χαράς που με κατακλύζει μόλις κοινωνήσω, και μένει μαζί μου όλο και περισσότερο. Έπειτα η άλλη πραγματικότητα της κατάστασής μου με επαναφέρει, και πάλι αρχίζω να ετοιμάζομαι για την Κοινωνία. Βρίσκω την ίδια στιγμή και την χαρά και το πένθος να γεμίζουν την καρδιά μου μέσα σε μια έντονη αίσθηση γλυκού πόνου. Δεν μπορώ να συγκρατήσω το μέγεθος αυτής της κατάστασης μέσα μου. Οι δύο αυτές διαφορετικές καταστάσεις αναμειγνύονται και εναλλάσσονται. Και οι δύο με έλκουν στην προσευχή, όπου κι αν βρίσκομαι.
Δεν φοβάμαι τόσο πολύ να ζώ και να κινούμαι μέσα στον κόσμο. Όταν βαπτίσθηκα φοβόμουν να αφήσω την “ασφάλεια” του μοναστηριού ή να κάνω ένα βήμα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, διαπιστώνοντας ξαφνικά και με οδύνη πόσο μεγάλος κίνδυνος και κόλαση υπάρχει παντού. Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι ο παράδεισος και η κόλαση πάνω στην γη είναι μια νοητική επιλογή, που υπάρχει μέσα στην καρδιά, άσχετα από το περιβάλλον. Μερικά απλά σπίτια έχουν μια καθαρή και αγνή ατμόσφαιρα του ουρανού, ενώ μερικά μοναστήρια ελίσσονται προς τη μιζέρια μέσα σε μια κόλαση υποκρισίας.
Αισθάνομαι εντελώς ελεύθερη, γιατί μπορώ να κάνω το πιο σπουδαίο πράγμα όπου κι αν είμαι, και μαθαίνω από πολλές περιστάσεις, κυρίως από τις δύσκολες που μου ραγίζουν την καρδιά. Αντί για φόβο και υποχώρηση από το επιθυμητικό μου αναβλύζει η προσευχή.
Από μια άποψη αυτό έχει αναπτυχθή σε ελευθερία από το πνίξιμο του Φαρισαϊκού νομικισμού που κυριαρχεί στην ρωσική ενορία εδώ”.
|
[ ΠΑΝΩ ] 5. Συμπέρασμα |
Το άγιο Βάπτισμα, με τα όσα προηγούνται και τα όσα ακολουθούν αυτό, ανακαινίζει τον άνθρωπο, τον απαλλάσσει και τον ελευθερώνει από τον θάνατο και τον διάβολο, και βέβαια αυτό έχει έντονα κοινωνιολογικές και κοσμικές συνέπειες. Η Εκκλησία με τα μυστήρια μεταμορφώνει τον άνθρωπο και ανακαινίζει τον κόσμο ολόκληρο, είναι η ζύμη που αρτοποιεί ολόκληρη την κτίση. Δεν πρόκειται για χρησιμοθηρικές αλλαγές, αλλά για οντολογικές.
Βέβαια, για να ενεργήση η Χάρη του Θεού σωστικά και μεταμορφωτικά μέσα από το άγιο Βάπτισμα πρέπει να υπάρχουν οι απαραίτητες ορθόδοξες και εκκλησιολογικές προϋποθέσεις. Μόνον τότε υπερβαίνεται η εκκοσμίκευση, διαφορετικά συνεχίζεται και επεκτείνεται. Μια τελετή Βαπτίσματος που γίνεται με εκκοσμικευμένο τρόπο αυξάνει το πρόβλημα και μπορούμε να πούμε ότι μια εκκοσμικευμένη Εκκλησία είναι εκκοσμικευμένη και στο Βάπτισμα. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο μια Εκκλησία αντιμετωπίζει το Βάπτισμα δείχνει αν είναι αυθεντική ή εκκοσμικευμένη.
Πάντως είναι μεγάλη η δύναμη της Χάριτος, που προσφέρεται δια του αγίου Βαπτίσματος, όταν συνδέεται με την όλη εκκλησιαστική ζωή. Μπορεί να μεταμορφώση και να ανακαινίση τον άνθρωπο και τον σύμπαντα κόσμο.
Ιούλιος 1999
|
| ||||||||||||