Εισαγωγή

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο για μένα είναι ένας ιερός θεσμός, ταυτόχρονα όμως είναι και πηγή έμπνευσης, γιατί παραπέμπει σε μια μεγάλη πολιτισμική παράδοση η οποία όχι μόνον μεγαλούργησε στο παρελθόν, αλλά εξακολουθεί και σήμερα να μεγαλουργή. Είναι μια καρδιακή ζωή, που όμως προχέεται από τον νού δια του σώματος στο περιβάλλον, και η οποία αλλοιώνει θεσμούς, παραδόσεις, πολιτισμούς.

Κατά καιρούς έχω ασχοληθή με πτυχές αυτής της μεγάλης πολιτισμικής παραδόσεως και δημοσίευσα άρθρα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Στην παρούσα έκδοση δημοσιεύονται αυτά τα κείμενα, μαζί με κάποια άλλα τα οποία για πρώτη φορά τυπώνονται σε βιβλίο.

Επίσης σε δύο ενότητες (Γ' και Δ') γίνεται λόγος για την εξέλιξη του συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας, τον θεσμό της Πενταρχίας, την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τις κατά καιρούς “κρίσεις” στις σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την μνημόνευση του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών από τους Μητροπολίτες, την προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου κλπ.

Τα κείμενα τα οποία περιλαμβάνονται στις δύο αυτές ενότητες είναι ιστορικοκανονικά και αναφέρονται στην αναγκαιότητα της διαφυλάξεως των θεσμών και την διατήρηση της ενότητας της Εκκλησίας. Επομένως, δεν είναι προσωπικά ζητήματα, ούτε έτσι πρέπει να εκληφθούν, αλλά κυρίως και προ παντός είναι εκκλησιολογικά θέματα μείζονος σημασίας. Ζωηρή επιθυμία μου είναι αυτή η ιστορικοκανονική γνώση να βοηθήση στην βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι φανερό ότι σέβομαι τα πρόσωπα, αλλά δίνω προτεραιότητα στην ενότητα της Εκκλησίας, που διασφαλίζεται με τις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες συγκροτήθηκαν από αγίους θεοφόρους Πατέρες και απεφάσισαν “κατά τας των αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα”.

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφει:

“Έκαστα των καθ’ ημάς πραγμάτων, όταν ευθυφέρηται Κανονικής ευταξίας ουδένα μεν εντίκτει θόρυβον ημίν, απαλλάττει δε και της παρά τινων δυσφημίας, μάλλον δε και τας παρά των εύ φρονούντων ευφημίας ημίν προξενεί” (α' Κανών).

Αισθάνομαι έντονα και βαθειά την μεγάλη αξία και σπουδαιότητα της Ρωμηοσύνης, αλλά διατηρώ μια κρυφή ελπίδα ότι η Ρωμηοσύνη ως τρόπος ζωής, με την οικουμενική της διάσταση, θα επικρατήση στο σύγχρονο παγκόσμιο γίγνεσθαι, ήτοι στην Αμερική, την Ευρώπη, και δι’ αυτών σε όλον τον κόσμο. Γιατί η Ρωμηοσύνη που κρύβει μέσα της τον πλούτο της θεώσεως του ανθρώπου μπορεί να αναπαύση τον πονεμένο άνθρωπο.

Το βιβλίο αυτό πρέπει να συνδεθή και με άλλα βιβλία μου, που κατά καιρούς έχουν δημοσιευθή, όπως την “Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία”, “τό Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση”, “Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως αγιορείτης”, “Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί”, κλπ., γιατί στην Ορθόδοξη Παράδοση συνδέονται στενά ο θεσμός με την ζωή, η ιστορία με την εσχατολογία, το εξωτερικό περίβλημα με την εσωτερική ζωή.

Έγραφα στην Ναύπακτο την Μ. Δευτέρα του 2001, αρχή της Μεγάλης Εβδομάδος που δείχνει το βάθος και το ύψος της Ρωμηοσύνης με τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και το ήθος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

†Ο Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος