Α'

Προσωπικές αναμνήσεις

Στο παρελθόν άκουσα κάποιον να ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί κανείς να γράφη για κάτι, αν προηγουμένως δεν το αγαπήση. Και ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί κανείς να κρίνη κάτι, αν δεν το έχη αγαπήσει προηγουμένως. Μόνον εκείνο που αγαπάς πολύ, μπορείς να κρίνης. Γιατί τότε η κρίση λειτουργεί αγαπητικά και θεραπευτικά.

Συνηθίζω να γράφω όταν αγαπώ κάτι και το αισθάνομαι και όταν υπάρχη ανάγκη. Δεν επιδιώκω να γράφω κατά παραγγελία, αλλά θέλω αυτό που γράφω να βγαίνη ως ξεχείλισμα της καρδιάς μου. Και τις περισσότερες φορές δεν λειτουργεί το γράψιμο ως έκφραση ενός ατομικού βιώματος και εμπειρίας, αλλά ως έκφραση και εμπειρία της Ρωμηοσύνης, με την οποία έχω έναν δυνατό δεσμό, καθώς επίσης και ως επιθυμία να φθάσω αυτό που είναι ρωμαίϊκη εμπειρία και να το ζήσω στην ζωή μου. Δηλαδή λειτουργεί ως εμπειρία ενός πολιτισμικού τρόπου ζωής και ως υπόμνηση για προσωπική βίωση.

Μέσα από το πρίσμα αυτό θα ήθελα να προτάξω του βιβλίου αυτού τις προσωπικές αναμνήσεις που έχω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τους εκφραστές του. Και αν σε μερικά σημεία μπορή να φαίνεται ότι λειτουργεί υποκειμενικά και τότε πρέπει να εκληφθή ότι είναι προϊόν μικρής αγάπης. Και όπου υπάρχει αγάπη, έστω και μονομερής, δεν κάνει ποτέ κακό, αλλά θεραπεύει και αυτόν που την εκφράζει και αυτόν που την δέχεται.

Γεννήθηκα στα Γιάννενα, την Πρωτεύουσα της Ηπείρου με την μεγάλη ιστορία και παράδοση και τα οποία Γιάννενα ανήκουν στις λεγόμενες “Νέες Χώρες”. Με τον όρο αυτόν χαρακτηρίζονται η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη και μερικά νησιά του Βορείου - Ανατολικού Αιγαίου, που προσαρτήθηκαν, μετά την απελευθέρωσή τους το 1912-1913, στο Ελληνικό Κράτος.

Στις “Νέες Χώρες”, λοιπόν, ψάλλεται κατά την διάρκεια της αρχιερατικής θείας Λειτουργίας, η “φήμη”, δηλαδή ο πολυχρονισμός του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, καθώς επίσης και οι Μητροπολίτες, μετά την μεταβολή των Τιμίων Δώρων, μνημονεύουν το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου και την Ιερά Σύνοδο. Αυτό εξασκούσε σε μένα μεγάλη επίδραση και επιρροή, σε συνδυασμό με την αγάπη μου προς την Κωνσταντινούπολη, το Βυζάντιο, που ήταν έντονη στα μέρη της Ηπείρου. Για παράδειγμα, αν επισκεφθή κανείς και σήμερα το Μέτσοβο θα δη την μεγάλη επίδραση που έχει αφήσει η Κωνσταντινούπολη εκεί, αφού ακόμη και σήμερα τραγουδούν για την Πόλη και την νοσταλγούν.

Ενθυμούμαι με μεγάλη νοσταλγία ότι παρευρισκόμουν μικρό παιδί στον Μητροπολιτικό Ναό Ιωαννίνων που είναι αφιερωμένος στον Μέγα Αθανάσιο, με την τόσο κατανυκτική ατμόσφαιρα, σε αρχιερατικές θείες Λειτουργίες τις οποίες τελούσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Σπυρίδων, ο από Ιωαννίνων, ο οποίος όσο καιρό ήταν Αρχιεπίσκοπος είχε αφήσει κενό τον θρόνο των Ιωαννίνων και ερχόταν τακτικά στα Γιάννενα, καθώς επίσης και ο τότε Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Σεραφείμ, μετέπειτα δε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Αυτοί οι δύο εκκλησιαστικοί άνδρες είχαν μια αρχοντιά, μια μεγαλοπρέπεια και μια αγάπη προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Επίσης, μεγάλη αίσθηση προξενούσαν στην παιδική μου ψυχή τα όσα άκουγα για τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, που καταγόταν από το Βασιλικόν Ιωαννίνων και επομένως αισθανόμουν μεγάλη χαρά για το ότι ένας Ηπειρώτης με την μεγαλοπρεπή παρουσία του και την πλούσια γενειάδα του κατείχε τον πρώτο θρόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ασκούσε μεγάλη επίδραση στην ψυχή μου ότι ένα χωριατόπουλο ανέβηκε τόσο ψηλά, δείγμα ότι στην Ορθοδοξία δεν υπήρχε ποτέ φεουδαλισμός με την ταξική του αντίληψη και νοοτροπία.

Το καλοκαίρι του 1963 έζησα την μεγαλοπρεπή υποδοχή του αειμνήστου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα στα Γιάννενα. Με την ευκαιρία της χιλιετηρίδος της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους ο Πατριάρχης είχε επισκεφθή το Άγιον Όρος και στην συνέχεια επισκέφθηκε μερικές πόλεις των “Νέων Χωρών” μεταξύ των οποίων και τα Γιάννενα. Τον υποδεχθήκαμε όλοι, με επικεφαλής τους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς άρχοντες, τον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων κυρό Σεραφείμ και τον τότε Δήμαρχο Ιωαννίνων και μακρινό μου θείο, τον αείμνηστο Γρηγόριο Σακκά.

Μου προξένησε μεγάλη εντύπωση το παρουσιαστικό του αειμνήστου Πατριάρχου Αθηναγόρα. Με την μακρυά γενειάδα του και την βαθειά φωνή του, καθώς επίσης και το μεγαλόπρεπο της παρουσίας του, έδινε την αίσθηση βιβλικής μορφής. Τον υποδεχθήκαμε στην πλατεία των Ιωαννίνων και στην συνέχεια έγινε δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό. Ευρισκόμενος στο ψαλτήρι του Μητροπολιτικού Ναού, τον άκουσα να λέγη στον αείμνηστο Πρωτοψάλτη Σωτήρη Τάττη για το ποιά “λειτουργικά” έπρεπε να ψάλη την άλλη ημέρα, ώστε να γίνη η θεία Λειτουργία κατά το πατριαρχικό ύφος και ήθος.

Την επομένη ημέρα τελέσθηκε Πατριαρχική θεία Λειτουργία στον Μητροπολιτικό Ναό. Ο Πατριάρχης λειτούργησε ενδεδυμένος Αρχιερατικό σάκκο, μεγάλης αξίας, με την παράσταση της θάλασσας της Τιβεριάδος, και με την πατριαρχική του παρουσία ζήσαμε ένα μεγαλείο. Στο τέλος, από ό,τι ενθυμούμαι, αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και ανέφερε χαρακτηριστικά παραδείγματα από την δράση του, όπως του τα έλεγε η δασκάλα του στο Σχολείο. Μου έκανε τεράστια εντύπωση ένας Πατριάρχης να μιλά για έναν ταπεινό ιερομόναχο, τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.

Οι εφημερίδες της εποχής εκείνης περιέγραψαν την επίσκεψη του Ηπειρώτη Οικουμενικού Πατριάρχη στην γενέτειρά του το Βασιλικόν, και το πώς πήγε στο σπίτι της δασκάλας του που ζούσε τότε και της φίλησε το χέρι, πώς περπάτησε μέσα στα σοκκάκια του χωριού του και ήπιε νερό από την βρύση που την θυμόταν από την εποχή που ήταν παιδί, πώς συνομίλησε με τους χωριανούς του στην πλατεία και στο καφενείο του χωριού.

Τόσο η αγάπη μου προς το λεγόμενο Βυζάντιο και κυρίως την πόλη των θρύλων, όσο και η επίσκεψη του Ηπειρώτου Πατριάρχου Αθηναγόρα άναψαν την φλόγα της αγάπης μου προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στην συνέχεια θεωρώ ειδική ευλογία από τον Θεό το ότι αξιώθηκα να σπουδάσω την θεολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Έζησα ένα κομμάτι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας - Βυζαντίου. Η όλη παράδοση της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, οι παλαιές Εκκλησίες, μέσα στις οποίες ψηλαφούσα την ζωή του παρελθόντος και ζούσα την ανάσα των προγόνων μου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του αγίου Συμεών του Θεσσαλονίκης κλπ., η αρρενωπή ορθόδοξη βυζαντινή μουσική, όπως την άκουγα από τον δάσκαλό μου Χαρίλαο Ταλιαδώρο στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας, αλλά κατά περίπτωση και από τον Αθανάσιο Καραμάνη στον Μητροπολιτικό Ναό του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και τον αείμνηστο Χρύσανθο Θεοδοσόπουλο τον ιερό Ναό του αγίου Δημητρίου, οι οποίοι έψαλαν Κωνσταντινοπολίτικα, με έκαναν να αισθάνομαι ακόμη περισσότερο ότι είμαι Ρωμηός. Στην Θεσσαλονίκη υπήρχε έντονη η παράδοση της Ρωμηοσύνης.

Ακόμη και ο τίτλος του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης “Παναγιώτατος” που του απονέμεται στα όρια της επαρχίας του, και ο πολυχρονισμός του Οικουμενικού Πατριάρχου, ως και η μνημόνευσή του από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και αυτό συντηρούσε την μεγάλη μου αγάπη προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αισθανόμουν με όλα αυτά ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν κέντρο της ζωής μου, ότι η πολιτισμική μου πρωτεύουσα δεν ήταν η Αθήνα, αλλά κυρίως η Κωνσταντινούπολη. Είχα βαθειά αίσθηση ότι η Αθήνα ήταν πρωτεύουσα του ελληνικού Κράτους, αλλά η Κωνσταντινούπολη ήταν πρωτεύουσα της πολιτισμικής μου παράδοσης, της Ρωμηοσύνης, της καρδιάς μου.

Ως φοιτητής στην Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης επισκεπτόμουν συχνά το Άγιον Όρος, άλλοτε για την μελέτη των χειρογράφων στις Βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών του, με την επίβλεψη του Καθηγητού μου Παναγιώτη Χρήστου και του Υφηγητού τότε Γεωργίου Μαντζαρίδη, άλλοτε ως ταπεινός προσκυνητής και πανηγυριστής σε αγρυπνίες, κυρίως σε ταπεινά κελλιά των Σκητών του Αγίου Όρους. Θα μου μείνουν αξέχαστες αυτές οι παραστάσεις σε όλη μου την ζωή, όταν δηλαδή κατά τις καλοκαιρινές βραδυές αγρυπνούσαμε όλη την νύκτα σε μικρά εκκλησάκια και βγαίναμε μερικές φορές έξω στις απλωταριές για να ξεκουρασθούμε, όταν η πανσέληνος έλαμπε παντού. Και βέβαια την άλλη ημέρα, μετά την πολύωρη αγρυπνία, δεν είχαμε κάποιον χώρο να ξεκουρασθούμε, αλλά περπατούσαμε ώρες πολλές για να πάμε σε κάποιο πλησιόχωρο Μοναστήρι. Αλησμόνητα χρόνια!

Στο Άγιον Όρος είχα βαθειά αίσθηση της παρουσίας του Βυζαντίου, της Ρωμηοσύνης, και από πλευράς χρόνου και από πλευράς τρόπου ζωής. Εκεί με την όλη ζωή των μοναχών και το τυπικό των Μονών αποκτούσα αίσθηση τί ήταν το Βυζάντιο. Όλα έδειχναν την ύπαρξή του. Κατά κάποιον τρόπο μεταφερόμουν χρονικά και τροπικά αιώνες πριν και συναναστρεφόμουν με τους ενδόξους προγόνους μου. Γιατί, ως Έλληνας αισθάνομαι ότι πρόγονοί μου ήταν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, αλλά ως Ρωμηός - ορθόδοξος Έλληνας αισθάνομαι ότι εγγίζω περισσότερο στους Ρωμηούς προγόνους μου, που είχαν κέντρο την Εκκλησία, την θεολογία, την ορθόδοξη λατρεία.

Είναι γνωστόν ότι το Άγιον Όρος υπάγεται πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και μνημονεύουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις ακολουθίες. Την εποχή εκείνη στην οποία αναφέρομαι, στο Άγιον Όρος υπήρχε το πρόβλημα με την διακοπή της μνημονεύσεως του ονόματος του Πατριάρχου από μερικούς μοναχούς, λόγω των διαλόγων του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τους Παπικούς. Ωστόσο και με αυτήν την μορφή ήταν έντονη η παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Μετά την αποφοίτησή μου από την Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης πήγα στην Έδεσσα για να υπηρετήσω κοντά στον τότε Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρό Καλλίνικο. Πάλι η Μητρόπολη στην οποία κλήθηκα από τον Θεό να υπηρετήσω ανήκει πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού παραχωρήθηκε και αυτή “επιτροπικώς” και “υπό τύπον προσωρινότητος” στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Και εδώ ο Μητροπολίτης μνημόνευε το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου, μαζί με την Ιερά Σύνοδο, καθώς επίσης και κατά την αρχιερατική θ. Λειτουργία ψαλλόταν ο πολυχρονισμός του Πατριάρχου, η λεγομένη “φήμη” του.

Ο αείμνηστος Γέροντάς μου Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρός Καλλίνικος αγαπούσε πολύ το Βυζάντιο– την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, έκανε συνεχή λόγο για τους ορθοδόξους Αυτοκράτορες, για τους Πατριάρχες, για την Πόλη και την Αγιά Σοφιά. Μάλιστα στην Μεγάλη Είσοδο, πάντοτε μνημόνευε “τών εν Βορείω Ηπείρω, Κύπρω, Κωνσταντινουπόλει και απανταχού της γης αλυτρώτων αδελφών ημών”. Επίσης, μνημόνευε του ζώντος Οικουμενικού Πατριάρχου, καθώς επίσης και “τών αοιδίμων Πατριαρχών και Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως”. Συχνά στα κηρύγματά του αναφερόταν στο Βυζάντιο και την όλη του διαχρονική παράδοση.

Όταν το 1972 ανήλθε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ο αείμνηστος Δημήτριος, τότε φούντωσε ακόμη περισσότερο μέσα μου η αγάπη για το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και αυτό γιατί ο Δημήτριος την δεκαετία του ’30 είχε διατελέσει, ως νεαρός διάκονος, ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, κατά την αρχιερατεία του μακαριστού Κωνσταντίου. Πολλοί θυμούνταν τον νεαρό τότε Διάκονο Δημήτριο, που λειτουργούσε με ιεροπρέπεια και κήρυττε στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Μητροπολιτικό Ναό τότε, πλησίον του Μητροπολιτικού Οικήματος. Στην Έδεσσα ζούσαν άνθρωποι, στο σπίτι των οποίων έμεινε ο Πατριάρχης Δημήτριος ως διάκονος. Επίσης στην Καρυώτισσα Γιαννιτσών ζούσαν κάτοικοι που ήλθαν από το χωριό του της Θράκης. Και γι’ αυτό ο Δημήτριος ως Αρχιμανδρίτης και αργότερα ως Επίσκοπος πήγαινε στην Καρυώτισσα για να επισκεφθή τους χωριανούς του, όταν ήταν Μητροπολίτης Εδέσσης ο αείμνηστος Διονύσιος.

Αργότερα μετά την κοίμηση του Πατριάρχου Δημητρίου έγραφα σε βιβλίο μου:

“Όταν το 1972 ο Δημήτριος εξελέγη Πατριάρχης αμέσως γνωστοποιήθηκαν πολλά περιστατικά από την ζωή του. Τότε εμφανίσθηκαν άνθρωποι στην Έδεσσα που τον φιλοξένησαν, που τον γνώρισαν και συναναστράφηκαν μαζί του και μας έλεγαν πολλά γεγονότα. Φυσικά τότε ήταν διάκονος και ιεροκήρυξ. Μόλις είχε αποφοιτήσει από την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, πριν ακόμη υπηρετήση στον τουρκικό στρατό. Ήταν το έτος 1937-38 όταν Μητροπολίτης στην Έδεσσα ήταν ο Κωνστάντιος. Ο Δημήτριος είχε σκοπό να εργασθή στην Ελλάδα, αλλά λόγοι ανεξάρτητοι της θελήσεώς του τον εξανάγκασαν να επανέλθη στην Κωνσταντινούπολη.

Επέλεξε την Έδεσσα, γιατί πολλοί χωριανοί και συγγενείς του από την Κωνσταντινούπολη, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σ’ ένα χωριό της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης που ονομάζεται Νέα Καρυώτισσα πλησίον των Γιαννιτσών. Μάλιστα επισκεπτόμενος το χωριό αυτό συνάντησα πολλούς συγγενείς του οι οποίοι τον θυμούνται ως αρχιμανδρίτη και Επίσκοπο. Γιατί ο Δημήτριος και αφού έφυγε από την Ελλάδα διατηρούσε δεσμούς με την Καρυώτισσα, επισκεπτόμενος τους συγγενείς του. Μάλιστα, ο αείμνηστος Ιερεύς της Καρυωτίσσης π. Ιωάννης Παπαδόπουλος ήταν θείος του, αδελφός του πατέρα του. Διασώζεται φωτογραφία στην οποία φαίνεται η συμμετοχή του στην πανήγυρη του Ιερού Ναού, 23 Αυγούστου.

Οι γεροντότεροι στην Έδεσσα ενεθυμούντο τον διάκονο Δημήτριο νεαρό στην ηλικία, περίπου 23 ετών, να διακονή ιεροπρεπώς στο θυσιαστήριο και να κηρύτη τον θείο λόγο από τον άμβωνα του παλαιού Μητροπολιτικού Ναού της πόλεως, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τον φιλοξενούσε η οικογένεια Τογλάτογλου, η δε Μαρία Τογλάτογλου τον φρόντιζε με πολλή αγάπη και χαρά.

Ο ίδιος ο Πατριάρχης σε Εδεσσαίους που τον επισκέπτονταν στην Κωνσταντινούπολη διηγόταν πολλά περιστατικά και γεγονότα, ενθυμόταν ονόματα, και έλεγε ιστορίες που είχαν σχέση με την ζωή των κατοίκων της πόλεως.

Μελετώντας τα αρχεία της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας βρήκα και επιστολή την οποία απέστειλε ο διάκονος Δημήτριος Παπαδόπουλος το 1938 από την Κωνσταντινούπολη στον Μητροπολίτη Κωνστάντιο. Στην επιστολή αυτή φαίνεται ο χαρακτήρας του νεαρού διακόνου, που έμελλε να γίνη Πατριάρχης και να δοξάση τον Πατριαρχικό θρόνο, αλλά και ο λόγος για τον οποίο έφυγε από την Έδεσσα και επέστρεψε εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη.

Θα την παραθέσω ολόκληρη και θα κάνω μερικά σχόλια.

“Κων/πολις τη 12 Νοεμβρίου 1938

Πρός

Τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Εδέσσης-Πέλλης

Κον Κον Κωνστάντιον

Εις Έδεσσαν

Σεβασμιώτατε,

Σύν Θεώ και ευχαίς υμών ετακτοποιήθημεν αφιχθέντες εις Κων/πολιν. Διορίσθην ως ιεροκήρυξ εν τω ιερώ Ναώ Αγ. Κων/τίνου και Ελένης Υψωμαθείων. Θα κληθώ να υπηρετήσω στρατιώτης τον προσεχή Σεπτέμβριον. Διεβίβασα τους χαιρετισμούς υμών εις την Α. Θ. Παναγιότητα και τους εν Χριστώ Αγίους Αδελφούς.

Ελπίζω τώρα ο νεοεκλεγείς Αρχιεπίσκοπος τη βοηθεία και υμετέρας Σεβασμιότητος να φροντίση και δια τον διορισμόν των αποφοίτων της Τροφού Σχολής μας, οπότε ασφαλώς, εάν με προτιμήσητε θα έλθω πλησίον Σας να συνεχίσω υπό την καθοδηγίαν υμών και πάλιν ό έργον εν Κυρίω αρχίσαντες ηναγκάσθημεν λόγω ανεπαρκείας χρημάτων προς βιοπορισμόν να αφήσωμεν και επιστρέψωμεν εις γενέτειράν μας.

Αιτούμενοι τας υμετέρας ευλογίας διατελούμεν

Μετά βαθυτάτου σεβασμού

Το πνευματικόν υμών Τέκνον

ιεροδ. Δημήτριος Παπαδόπουλος”.

Όταν επισκέφθηκα τον Πατριάρχη στο Φανάρι του έδωσα την επιστολή την οποία διάβασε με προσοχή και ενδιαφέρον.

Στην επιστολή αυτή φαίνεται ο χαρακτήρας και το ήθος του Πατριάρχου Δημητρίου. Είναι λιτή, απλή και ευγενική. Αυτό ακριβώς ήταν ο Πατριάρχης σε όλη του τη ζωή, λιτός, απλός και ευγενής. Στην επιστολή του δεν εξαντλείται σε βερμπαλισμούς και κολακείες. Αναφέρει το πρόβλημά του, ζητά βοήθεια, αλλά με απλούς λόγους. Θα μπορούσε να επεκταθή, όπως γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, σε λόγια και κοσμητικά επίθετα για να “εξαναγκάση” τον παραλήπτη στην ικανοποίηση του αιτήματος. Ο ιεροδιάκονος Δημήτριος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, είναι απλός, ευγενής, και ανεπιτήδευτος, όπως έζησε και ως Πατριάρχης.

Ακόμη βλέπουμε ότι ο ιεροδιάκονος Δημήτριος εξαναγκάστηκε να φύγη από την Έδεσσα επειδή δεν διοριζόταν ως ιεροκήρυξ και γι’ αυτό είχε οικονομική δυσκολία. Φαίνεται ότι τότε οι απόφοιτοι της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης δεν διορίζονταν από το Ελληνικό Κράτος ως ιεροκήρυκες. Ο ιεροδιάκονος Δημήτριος ήλπιζε ότι αυτό θα πραγματοποιόταν με την άνοδο στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών του από Κορινθίας Δαμασκηνού Παπανδρέου. Η επιστολή αυτή εστάλη την 12ην Νοεμβρίου 1938, ενώ η εκλογή του Δαμασκηνού έγινε την 5 Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Όταν διάβασα για πρώτη φορά την φράση του επιστολογράφου ότι έφυγε από την Έδεσσα “λόγω ανεπαρκείας χρημάτων προς βιοπορισμόν”, συγκινήθηκα βαθειά.

Ο ιεροδιάκονος Δημήτριος, μετέπειτα Πατριάρχης, εκφράζει στην μικρή και απέριττη αυτή επιστολή το εκκλησιαστικό του φρόνημα και ήθος. Γράφει ότι ελπίζει ο νέος Αρχιεπίσκοπος με την βοήθεια και του Μητροπολίτου Εδέσσης να φροντίση για τον διορισμό των αποφοίτων της Θεολογικής Σχολής Χάλκης “οπότε ασφαλώς, εάν με προτιμήσητε θα έλθω πλησίον Σας να συνεχίσω υπό την καθοδηγίαν υμών και πάλιν” το έργον. Δεν παρακαλεί, αλλά ελπίζει, οπότε με ταπείνωση και με απέραντο σεβασμό του υπενθυμίζει ότι θέλει να επιστρέψη στην Έδεσσα. Στην συνέχεια του αφήνει και περιθώρια για να πράξη ελευθέρως. “Εάν με προτιμήσητε” γράφει. Και τον διαβεβαιώνει ότι το έργο που θα επιτελέση θα γίνη υπό την καθοδήγηση αυτού.

Πιστεύω ότι η επιστολή αυτή του ιεροδιακόνου Δημητρίου είναι ένα κειμήλιο. Διαγράφει τον τρόπο που μπορούμε να γράφουμε, ιδιαιτέρως σε πρόσωπα που κατέχουν μεγάλη θέση μέσα στην Εκκλησία. Ο Πατριάρχης Δημήτριος, όπως τον είδαμε και τον αντιληφθήκαμε υπήρξε ταπεινός, λιτός, ευγενής, όπως ακριβώς ήταν και ως διάκονος, όπως φαίνεται από την επιστολή που παραθέσαμε”.

Κατά την διάρκεια της παραμονής μου στην Έδεσσα αναδιφούσα στα αρχεία της Ιεράς Μητροπόλεως, στον κώδικα αλληλογραφίας της Δημογεροντίας Βοδενών και διάβαζα την δράση των εκάστοτε Μητροπολιτών Βοδενών, την αλληλογραφία μεταξύ της Δημογεροντίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου και θαύμαζα την σοφία, την διάκριση, αλλά και την σύνεση των Πατριαρχικών.

Τα Χριστούγεννα του έτους 1984 επισκεφθήκαμε με εκδρομείς από την Έδεσσα την Κωνσταντινούπολη, για πρώτη φορά, και ήμουν σαν μαγεμένος. Νόμιζα, ότι έβλεπα ένα όνειρο που γινόταν πραγματικότητα. Αισθανόμουν συνεχώς δίπλα μου “βυζαντινούς” –Ρωμηούς να προσεύχωνται, να ζουν ρωμαίϊκα. Εισερχόμουν στα εκκλησάκια και αισθανόμουν μια ζωή να πετάγεται από τους τοίχους των Εκκλησιών.

Σ’ ένα κείμενό μου που γράφηκε μετά την επιστροφή μου από την Κωνσταντινούπολη και δημοσιεύθηκε στο βιβλίο μου “Ποιότητα ζωής” αποτυπώνονται τα βιώματα που έζησα στην Πόλη, την Βασιλεύουσα. Μερικά αποσπάσματα μπορούν να καταγραφούν εδώ. Έγραφα:

“Μια εκδρομή - προσκύνημα στην Πόλη, στην Βασιλεύουσα, στην Πόλη των ονείρων δίνει αφορμή για σκέψεις. Πολλά είναι εκείνα που αισθάνεται κανείς, όταν επισκέπτεται την Βασιλεύουσα. Σε πολλούς αναπτύσσεται έντονα η μεγάλη ιδέα του Γένους. Όταν εισέρχωνται στην Αγιά Σοφιά θυμούνται την ιστορία του Γένους μας και διακατέχονται από πολλά συναισθήματα σχετικά με την εκ νέου απόκτηση της Πόλεως. Θυμούνται το “Τη Υπερμάχω” και άλλες λαμπρές ακολουθίες. Έτσι λειτουργεί περισσότερο η μνήμη, το συναίσθημα και ο οραματισμός του μέλλοντος. Με τις σημειώσεις αυτές θα ήθελα να παρουσιάσω εκείνα που βίωσα στην Πόλη κατά την διάρκεια μιας ολιγοήμερης πρώτης επικοινωνίας με αυτήν. Δεν ξέρω αν είναι επιπόλαια ή απλώς συναισθήματα. Πάντως είναι αυτά που κυριάρχησαν μέσα μου και θέλω να τα διατυπώσω.

Μένοντας μέσα στην Πόλη αισθάνθηκα ότι είμαι ανατολίτης και όχι δυτικός. Ο τρόπος συμπεριφοράς και αντιδράσεως των κατοίκων της Πόλεως είναι ο ίδιος τρόπος συμπεριφοράς των Ελλήνων και κυρίως αυτών που συνδέονται κάπως με την παράδοση του Γένους. Όταν λέμε πώς είμαστε περισσότερο ανατολίτες παρά δυτικοί, αυτό πρέπει να νοηθή όχι τόσο γεωγραφικά ούτε θρησκευτικά, αλλά πολιτιστικά και χαρακτηριολογικά...

Ένα άλλο στοιχείο που κυριάρχησε στην σκέψη μου, όταν έμεινα μερικές μέρες στην Βασιλεύουσα, είναι ότι αισθάνθηκα περισσότερο Ρωμηός. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαι Έλληνας, ότι δεν αγαπώ την Πατρίδα μου κλπ. Αλλά, προσπαθώντας να ζήσω την παράδοση του τόπου μου, νοιώθω περισσότερο πολίτης της λεγομένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας παρά απόγονος μόνον των αρχαίων Ελλήνων.

Όταν λέω ότι αισθάνθηκα Ρωμηός και πολίτης της Ρωμηοσύνης εννοώ ότι αισθάνθηκα και αισθάνομαι ότι κατάγομαι από την Ελλάδα, αλλά παράλληλα έχω εμποτισθή από το Ορθόδοξο πνεύμα, που αναπτύχθηκε κατά τους χρόνους της ακμής της Ρωμηοσύνης, δηλαδή της λεγομένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όλη η σκέψη και η παράδοση που με διακατέχει είναι ένα πάντρεμα μεταξύ του Ελληνικού στοιχείου και της Ορθοδοξίας. Και μάλιστα αυτό το πάντρεμα δεν είναι ισοδύναμο και ισόβαθμο των δύο στοιχείων, αλλά το Ορθόδοξο πνεύμα είναι αυτό που εκφράσθηκε με την ελληνική γλώσσα”.

Η συνάντησή μου στο Πατριαρχείο με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο ήταν συγκλονιστική. Ήδη μέσα μου είχε ανδρωθή η αγάπη προς το Πατριαρχείο και τον Πατριάρχη του. Γι’ αυτό μεταξύ των άλλων έγραφα:

“Αισθάνθηκα ότι η Βασιλεύουσα δεν είναι εδαφική προέκταση της δικής μου γής, αλλά η δική μου γη όπου γεννήθηκα είναι προέκταση πολιτιστική και θρησκευτική της ζωής της Βασιλευούσης. Έτσι ένοιωσα σαν να επισκέφθηκα την Πατρίδα μου, και μάλιστα την Πρωτεύουσα της Πατρίδος μου, που με γέννησε και με μεγάλωσε και εξακολουθεί να με διαπνέη. Στην Βασιλεύουσα ένοιωσα την Χάρη των προγόνων μου, τις προσευχές τους, την νοερά τους ησυχία, την θεολογική τους παραγωγή, την κοινωνική τους ζωή, που εμπνεόταν από την Βυζαντινή παράδοση, την αγωνία τους για την διάσωση της Πόλεως, την περιπλάνησή τους στα σοκάκια της Πόλεως με την ευχή στα χείλη και στην καρδιά, τις αγρυπνίες, τις χαριτωμένες υπάρξεις των μοναχών και των ασκητών, που ήταν οι ζωογόνοι πνεύμονες της Πολιτείας κλπ. Γύρω μου έβλεπα να περπατούν αλλόθρησκοι και αλλοεθνείς, αλλά στο βάθος αισθανόμουν την Χάρη των προσευχών των νεκρών που ζούν... Δεν έχουν εγκαταλείψει την χώρα τους. Αισθάνθηκα την λειτουργημένη ατμόσφαιρα της Πόλεως, την λειτουργημένη ατμόσφαιρα της Αγιά Σοφιάς. Μπορεί τώρα η Αγιά Σοφιά να είναι Μουσείο, όμως από τους τοίχους της βγαίνει το λατρευτικό θυμίαμα. Μοσχοβολά. Γιατί ένας χώρος που έχει κάποτε λειτουργηθή και έχει δεχθή τις προσευχές των αγίων μεταδίδει αυτήν την ατμόσφαιρα στους προσκυνητάς. Στην Αγιά Σοφιά δεν μας επέτρεψαν να κάνουμε τον Σταυρό, αλλά έβλεπα γύρω μου την σταυρική ζωή. Τα ψηφιδωτά μετέδιδαν μια γλύκα και μια ευλογία. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίον κτίζουμε και ζωγραφίζουμε δείχνει τον τρόπο της ζωής μας. Ο Χριστός, η Παναγία, ο Τίμιος Πρόδρομος εξακολουθούν να ευλογούν και να παρηγορούν τον λαό του Θεού.

Εκείνο όμως που κυριάρχησε περισσότερο σε όλο το διάστημα που έμεινα στην Πόλη και κυριαρχεί ακόμη μέσα μου είναι η επίσκεψη, το προσκύνημα θα έλεγα, στο Πατριαρχείο και η συνάντησή μου με τον Πατριάρχη. Όλη αυτήν την ατμόσφαιρα που ανέπτυξα πιο πάνω και βίωσα σε διάφορα σημεία της Πόλεως την έζησα συμπεπυκνωμένα στο κέντρο της Ορθοδοξίας, στο Φανάρι, στον Πατριαρχικό Ναό, στο Πατριαρχείο. Έπεσε πάνω μου ένα βάρος μεγάλης Κληρονομιάς. Θα αρκούσε μόνον η επίσκεψη στο Πατριαρχείο. Αν κάποιος, πηγαίνοντας στην Πόλη δεν επισκεφθή κανένα άλλο μέρος, αλλά λάβη μέρος σε μια ιερά ακολουθία, μπή προσκυνητής στο κέντρο της Ορθοδοξίας, στο Πάνσεπτο Πατριαρχείο και συναντήση τον Πατριάρχη μας, τότε του φτάνει να νοιώση το μεγαλείο της Ορθοδοξίας. Σε ένα δεύτερο ταξίδι στην Πόλη δεν θα επισκεφθώ τίποτε άλλο, παρά μόνον το Πατριαρχείο και την Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Ένοιωσα τόσο το Πατριαρχείο, όσο και την Θεολογική Σχολή της Χάλκης ως ζωντανή παράδοση, ως ζωντανό οργανισμό της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Τί το όφελος να κάνης μια νεκροτομή σε ένα νεκρόν άνθρωπο; Η συνάντηση με ένα ζωντανό οργανισμό αξίζει περισσότερο από την συνάντηση με χίλια νεκρά σώματα, έστω κι αν ανήκουν σε μεγάλους ανθρώπους.

Μπαίνοντας στο Πατριαρχείο αισθάνεσαι ρίγος πνευματικό. Θυμάσαι ότι είναι ένας τόπος μαρτυρίου και εξαγιασμού. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει μια μεγάλη Παράδοση. Μέχρι την άλωση της Πόλεως από τους 112 Πατριάρχας οι 58 ήταν και είναι άγιοι. Πάνω από τους μισούς αγίασαν και έτσι εξαγίασαν και τον θεσμό. Όλο το βάρος πέφτει σ’ αυτό το μέρος. Αισθανόμαστε το Πατριαρχείο πολύ μεγάλο, ακριβώς γιατί, όλοι όσοι ζουν και πολιτεύονται εκεί, βιώνουν την μαρτυρική Ιερωσύνη του Χριστού. Σηκώνουν τον βαρύ σταυρό του μαρτυρίου, της μαρτυρικής θυσίας της αρχιερωσύνης. Δεν έχει μεγάλη σημασία ότι δεν βλέπεις εύκολα το ορθόδοξο ράσο. Το αισθάνεσαι να το φορούν, έστω κι αν δεν το βλέπης με τα σωματικά μάτια. Με αυτό είναι ντυμένοι, με το ράσο του πένθους και του μαρτυρίου. Στην Πόλη μπορεί να συναντήσης αρχιερείς και ιερείς χωρίς το ράσο, γιατί δεν τους το επιτρέπουν, αλλά είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς που κυκλοφορούν χωρίς ράσο σε δυτικούς χώρους, ευρωπαϊκούς. Στην Πόλη τους αισθάνεσαι να ενδύωνται μ’ αυτό. Ξεχωρίζεις πολύ εύκολα τους αρχιερείς και τους ιερείς του Πατριαρχείου από άλλους επισκέπτες Κληρικούς που “εξαναγκάζονται” να βγάλουν το ράσο. Απλούστατα γιατί οι αρχιερείς και οι ιερείς του Πατριαρχείου βιώνουν το μαρτύριο και τον Σταυρό.

Η συνάντηση με τον μάρτυρα Πατριάρχη Δημήτριο είναι συγκλονιστική. Δεν μπορείς εκεί να μιλήσης εύκολα. Γιατί αυτός εκφράζει σε όλο το βάθος και το πλάτος την μαρτυρική Ιερωσύνη του Χριστού.Μας είπαν ότι πολλοί επισκέπτες απογοητεύονται όταν βλέπουν τον τόπο διαμονής του Πατριάρχου, γιατί τον περίμεναν πολύ διαφορετικό. Μαθημένοι στην άνεση και την δυτική παράδοση περί ιερωσύνης απογοητεύονται. Αλλά εγώ προσωπικά δεν απογοητεύθηκα. Μάλλον απογοητεύθηκα από τον τρόπο που ζούμε εμείς. Είδα το μεγαλείο του Πατριαρχείου πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός είναι και Ανάσταση και ο αναστάς Κύριος κρατά τον Σταυρό στα χέρια Του. Ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του “έδειξε τας χείρας και την πλευράν αυτού” στους Μαθητάς και αμέσως “εχάρησαν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον”. Η φανέρωση των πληγών του Σταυρού είναι επιβεβαίωση της δόξης και αναγνώριση του Θεού. Οι Μαθηταί αναγνωρίζουν τον Χριστό από τις πληγές. Έτσι και εμείς αναγνωρίζουμε το μεγαλείο μέσα από τις πληγές του μαρτυρίου. Ένοιωσα τον Πατριάρχη ως Μάρτυρα του Σταυρού και της Αναστάσεως. Εκφράζει την πονεμένη Ρωμηοσύνη.

Πέρα από το μαρτύριο και την μαρτυρία του Γένους και της Παραδόσεως, ο Πατριάρχης Δημήτριος έχει και δικό του μαρτύριο και μαρτυρία. Ασκεί μια δική του επιρροή και επίδραση. Απλός, ταπεινός, καταδεκτικός, ευαίσθητος κυριαρχεί και καταπλήσσει. Δεν επιδιώκει να κάνη ρητορεία και να δημιουργήση κατάπληξη. Όμως αυτό γίνεται χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Και εκεί φαίνεται το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου. Να μεταδίδη μηνύματα χωρίς να κάνη καμμιά προσπάθεια να μεταδώση!! Ήταν κοινή διαπίστωση των εκδρομέων ότι ο Πατριάρχης Δημήτριος είναι τρομερά ευαίσθητος. Τον διακρίνει αυτή η ευαισθησία που είναι στοιχείο αληθινότητος και γενικά στοιχείο ζωής. Αυτήν την ευαισθησία την έπιασαν όλοι, μικρά παιδιά και μεγάλοι στην ηλικία, ανάλογα με τον δικό τους τρόπο. Μεγάλη εύνοια του Θεού που έχουμε τέτοιο ταπεινό, απλό και ευαίσθητο Πατριάρχη. Είναι αυτό που χρειάζεται ο σημερινός κόσμος. Είναι αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς. Ο Πατριάρχης Δημήτριος είναι τιμή και καύχημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας”.

Και κατέληξα τις εντυπώσεις μου με το εξής:

“Ένα προσκύνημα στην Πόλη ζωντανεύει μνήμες, υπενθυμίζει την ιστορία του Γένους μας, ξυπνά τα υπνώττοντα στοιχεία μέσα στην ύπαρξή μας. Η Πόλη, παρά την δουλεία της, έχει μια εσωτερική ελευθερία. Έχει τον δικό της κτύπο, που ξεκινάει από την καρδιά, που είναι το Πατριαρχείο. Κτυπά διαρκώς. Δεν έχει πεθάνει. Ζή. Υπάρχει διάχυτο το πνεύμα της Ρωμηοσύνης. Ακόμη και οι πέτρες κράζουν. Υπάρχει η Πόλη, υπάρχει η Βασιλεύουσα και περιμένει αυτούς που ζουν με τον δικό της παλμό, που συντονίζονται με τον δικό της σφυγμό για να γίνη το κέντρο της παραπαίουσας οικουμένης. Γιατί για τους άλλους, δηλαδή γι’ αυτούς που δεν συντονίζονται με τον κτύπο της καρδιάς της, που την σκέπτονται μόνον πολιτικά και γεωγραφικά δεν υπάρχει. Είναι πεθαμένη, νεκρή!”.

Το έτος 1987, όταν ήμουν Ιεροκήρυξ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, ήλθε στην Αθήνα ο Πατριάρχης Δημήτριος. Τον αισθανόμουν ως οικείο και καμάρωνα την όλη ταπεινή και πονεμένη φυσιογνωμία του. Ο άνθρωπος αυτός απέπνεε τον παλμό και το βάθος της πονεμένης Ρωμηοσύνης. Όταν επισκέφθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ στην Αρχιεπισκοπή, ήταν μια συγκινητική στιγμή, γιατί συναντήθηκαν δύο σοφοί, πεπειραμένοι και μεγάλοι Γέροντες. Ήμουν εκεί κοντά.

Συγχρόνως έβλεπα και την διαφορά μεταξύ του ήθους που ανέδιδαν οι Πατριαρχικοί με το ήθος των Ελλαδιτών. Φαινόταν παντού στα λόγια και την συμπεριφορά τους. Οι Πατριαρχικοί ανέδιδαν ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, συνδυασμένο και ταιριασμένο με μια ταπείνωση. Ενώ οι δικοί μας, εξαιρουμένου του Μακαριστού Σεραφείμ, που διαπνεόταν από μια αρχοντική αγάπη, ανέδιδαν ένα επαρχιώτικο πνεύμα. Αυτό με έκανε μόλις επέστρεψα στο σπίτι μου να καταγράψω τις σκέψεις μου σ’ ένα κείμενο, που έχει ως εξής:

Ετέρα μορφή

Ήταν προσκεκλημένος σε τελετή

πατριαρχική.

Έρχεται του γένους ο Πατριάρχης,

συγχρόνως και εθνάρχης.

Εθνάρχης όχι των ελλαδιτών,

αλλά των πραγματικών Ρωμηών.

Μεγαλοπρεπής η υποδοχή.

Συνετέλεσε και η νηοπομπή,

τά σφυρίγματα των πλοίων

καί των παιδίων.

Σεμνή Πατριαρχική μορφή.

Η βασιλεύουσα των Ρωμηών

στήν πρωτεύουσα των ελλαδιτών.

Φαίνεται η διαφορά.

Πρόκειται για διάφορο τρόπο ζωής.

Αυτός είναι μάρτυρας του γένους.

Άλλοι είναι θύτες των μαρτύρων.

Το απόγευμα υποδοχή στην Αρχιεπισκοπή.

Η ώρα είναι διαφορετική.

Αργεί ο Πατριάρχης,

αναμένει ο λαός.

Είναι μαρτύριο σωστό.

Ετέρα ζωή και βιοτή

.....

Φεύγει από την επίσημη υποδοχή.

Στο τραίνο και τον δρόμο

περπατάει μόνος μές το πλήθος.

Συλλογάται:

.......

Ο Πατριάρχης στον θρόνο,

ο έκπτωτος στο παραθρόνιο,

ή μάλλον στο σκαμνί.

......

Ετέρα μορφή,

ισχυρά κραυγή,

κολαφική.

Το έτος 1991 κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Δημήτριος, που ήταν τόσο γνώριμός μου, και όπως ήταν επόμενο αισθάνθηκα βαθειά λύπη, σαν να έφυγε από την ζωή αυτή ένας δικός μου άνθρωπος, ένας πατέρας μου, ένας Γέροντάς μου.

Την ώρα της κηδείας του, αφού παρακολούθησα ραδιοφωνικώς όλα εκείνα που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, έγραψα ένα κείμενο, στο οποίο περιέγραφα την σχέση του Πατριάρχου Δημητρίου με την Έδεσσα και στην συνέχεια έγραψα και μερικές εντυπώσεις μου. Μεταξύ των άλλων έγραφα:

“Ο Πατριάρχης Δημήτριος πέρασε από την Ελλάδα πάντα απλά και ταπεινά, αλλά δημιούργησε αίσθηση βαθειά. Τον είδαμε ως διάκονο ταπεινό και υπήκουο στην Εκκλησία, και τον ζήσαμε ως Πατριάρχη με τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα της Ορθοδοξίας. Αυτές τις ημέρες που πενθούμε για την εκδημία του αξίου αυτού Πατριάρχου, που ήξερε να αγαπά θυσιαστικά, να σιωπά μιλώντας και να ομιλή εν βαθυτάτη σιωπή, εκδηλώθηκε και η αγάπη του λαού σ’ αυτόν. Όλοι, και αυτοί που δεν έχουν πολλή σχέση με την Εκκλησία ύμνησαν το πρόσωπο του Πατριάρχου Δημητρίου, γιατί σ’ αυτόν είδαν τον ταπεινό και ευγενή άνθρωπο, που υψώθηκε μέσα από την ταπείνωσή του. Είδαν τον Πατριάρχη Δημήτριο που ενθρονίστηκε, περισσότερο με την εκδημία του, μέσα στην καρδιά του λαού.

Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να τον δεχθή ως ιεροδιάκονο και ιεροκήρυκα, αλλά τον δέχθηκε το Πατριαρχείο ως Πατριάρχη και οι Ορθόδοξοι και Έλληνες ως Ποιμενάρχη τους. Τώρα δε ιδιαιτέρως με την κοίμησή του όλοι οι Ορθόδοξοι, αλλά και αυτοί που δεν έχουν πολλή σχέση με την Εκκλησία, τον ενθρόνισαν στην καρδιά και στην μνήμη τους.

Αιωνία η μνήμη του ταπεινού, πράου, ησυχίου, ευγενούς, μάρτυρος, σιωπηλού Πατριάρχου Δημητρίου”.

Το έτος 1996, μετά την ενθρόνισή μου στην Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου επισκέφθηκα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να υποβάλλω τα σέβη μου και να ευχαριστήσω για την αποστολή Ιεράρχου - εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριάρχου στην τελετή της ενθρονίσεώς μου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος έδειξε όλη την αρχοντική του αγάπη.

Βέβαια, η Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου δεν υπάγεται στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου, αφού δεν ανήκει στις λεγόμενες “Νέες Χώρες”, αλλά στις Μητροπόλεις της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο δόθηκε με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850. Ωστόσο όμως, αισθάνθηκα υποχρέωση να επισκεφθώ τον Οικουμενικό Πατριάρχη και να ζητήσω τις ευχές του.

Τις σκέψεις μου από την επίσκεψη αυτή τις περιγράφω σε κείμενό μου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Εκκλησιαστική Παρέμβαση” και θα παρατεθή στο επόμενο κεφάλαιο.

Οι αναμνήσεις μου αυτές δείχνουν την προσωπική σχέση που έχω με την Ρωμηοσύνη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τους Οικουμενικούς Πατριάρχες της εποχής μου. Αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής γιατί αξιώθηκα να λάβω την ευχή των μεγάλων Πατριαρχών του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνος, ήτοι του Αθηναγόρου, του Δημητρίου και τώρα του Βαρθολομαίου. Όχι μόνον έλαβα την ευχή τους, αλλά τους γνώρισα προσωπικά. Διατηρώ γράμματά τους. Και με τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη έχω πιο ουσιαστική επικοινωνία, γιατί εκείνος με την μεγαλωσύνη του δείχνει πολύ μεγάλη εκτίμηση και αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εκλεγώ Μητροπολίτης. Ήδη, όταν ήταν Μητροπολίτης Χαλκηδόνος μου έστειλε επιστολή την οποία δημοσιεύω:

“Χαλκηδών 5 - VIII - 1991

Πανοσιολογιώτατε και αγαπητέ π. Ιερόθεε,

Με χαρά έλαβα το βιβλίο σας για τον Προφήτη Σαμουήλ και σάς ευχαριστώ πολύ.

Ο Θεός σάς επροίκισε με πολλά τάλαντα, τα οποία δεν εκρύψατε, αλλά τα πολλαπλασιάζετε για το καλό του λαού Του και για την δόξα του ονόματός Του. Σάς συγχαίρω θερμά και εύχομαι να σάς αξιώση ο Κύριος σύντομα και της επισκοπικής καθέδρας.

Με την αγάπη Του

καί με πολλή εκτίμηση

†ο Χαλκηδόνος Βαρθολομαίος”.

Όλα όσα παρουσίασα συνοπτικά στο κείμενο αυτό δείχνουν ότι αισθάνομαι βαθειά πώς η Κωνσταντινούπολη με όλη την ρωμαίϊκη παράδοσή της είναι δική μου πολιτισμική πρωτεύουσα.

Απρίλιος 2001