|
Β' 4 Οικουμενικό Πατριαρχείο και Άγιο Μύρο Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή, διότι ο συγγραφεύς της παρούσης μελέτης Αρχιμ. Αγαθάγγελος Χαραμαντίδης μου πρότεινε να προλογήσω την έκδοση αυτή με θέμα: “Οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος μέσα από την κανονική παράδοση του καθαγιασμού και της παραλαβής του αγίου Μύρου κατά τον ΙΑ' και Κ' αιώνα”. Η ανάγνωση της μελέτης αυτής αποδεικνύει ότι πρόκειται για ένα πρωτότυπο έργο το οποίο στηρίχθηκε βασικά σε αρχειακό υλικό και αναφέρεται σ’ ένα κανονικό θέμα, και γι’ αυτόν τον λόγο δείχνει την σπουδαιότητά της. Πιστεύω ότι σε θεολογικά και κανονικά ζητήματα δεν πρέπει να μιλούμε συναισθηματικά και στοχαστικά, αλλά ύστερα από σοβαρή μελέτη. Σε τέτοια μεγάλα θεολογικά και εκκλησιαστικά γεγονότα δεν αρκούν οι παραθέσεις απλών σκέψεων, με την μορφή μιας εκθέσεως ιδεών. Μόνο σε τεκμηριωμένες θεολογικές εργασίες, μέσα από αρχειακό και πατερικό υλικό, μπορούμε να στηριχθούμε. Άλλωστε, μια τέτοια επιστημονική εργασία δείχνει πειθαρχημένη σκέψη και εκκλησιαστικό ήθος. Πιστεύω ότι τα γνωρίσματα αυτά χαρακτηρίζουν και την παρούσα μελέτη που έγινε για ειδικούς επιστημονικούς και κανονικούς λόγους. Είναι γραμμένη από τον αγαπητό Αρχιμ. Αγαθάγγελο Χαραμαντίδη, ο οποίος διακρίνεται για την μεθοδικότητα στην εργασία του, την σοβαρότητα στην διερεύνηση του αρχειακού υλικού, κυρίως δε για το εκκλησιαστικό του φρόνημα, που εκδηλώνεται με την προσήλωσή του στην εκκλησιαστική παράδοση, την ευγένεια και την καλωσύνη. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί η προσήλωση στα κανονικά θέσμια δεν πρέπει να μας κάνη “στυγνούς” και “σκληρούς”. Είναι δε γνωστόν ότι όταν μιλούμε για κανονικά ζητήματα δεν πρέπει να διακρινόμαστε ούτε για εκνομίκευση της πνευματικής ζωής, ούτε για αντινομισμό, αλλά να βλέπουμε το “πνεύμα” των ιερών Κανόνων (Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης) και να διερευνούμε τον “νού” του κάθε χωρίου (Μ. Αθανάσιος) ή την ψυχή κάθε αγιογραφικής και πατερικής ρήσης (άγ. Μάξιμος Ομολογητής). Το θέμα με το οποίο ασχολείται ο Αρχιμ. Αγαθάγγελος Χαραμαντίδης είναι πάρα πολύ σοβαρό και επίκαιρο. Από τα πολλά σημεία που θα μπορούσα να υπογραμμίσω ας μου επιτραπή να αναφερθώ σε τρία. Πρώτον. Το μυστήριο του Χρίσματος που ενεργείται δια του αγίου Μύρου είναι πολύ σημαντικό για την εκκλησιαστική ζωή κάθε πιστού. Πρόκειται για το μυστήριο που συνδέεται με το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος και τα δύο μαζί μας εισάγουν στην εκκλησιαστική ζωή, δηλαδή στο Σώμα του Χριστού. Και βέβαια, η μεγαλύτερη δωρεά για κάθε άνθρωπο είναι ότι αξιώνεται να είναι “δυνάμει” και “ενεργεία” μέλος του Σώματος του Χριστού. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει ότι εάν δια του αγίου Βαπτίσματος γεννιόμαστε πνευματικά, δια του αγίου Χρίσματος αποκτούμε “ενέργειαν ακόλουθον” και “κίνησιν κατάλληλον”. Πράγματι, “η τελετή του θειοτάτου μύρου”, “ενεργούς ποιεί τας πνευματικάς ενεργείας”. Το μυστήριο του Χρίσματος αντικαθιστά την επίθεση των χειρών των Αποστόλων, οι οποίοι έδιναν σε εκείνους που είχαν βαπτισθή τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. η', 14-17). Έτσι, κατά τον λόγο του ιερού Νικολάου Καβάσιλα, ενώ στην παλαιά εποχή με το άγιο Μύρο δίνονταν τα χαρίσματα “ιαμάτων και προφητείας και γλωσσών”, τώρα οπωσδήποτε δίνονται σε όλους τους μυουμένους, σε αυτό το μυστήριο, “χάρισμα ευσεβείας και ευχής και αγάπης και σωφρονισμού και των άλλων”. Δεύτερον. Το μυστήριο του Χρίσματος, κατά τον λόγο του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, συνδέεται με τον φωτισμό του νοός. Γενικά, τα τρία βασικά μυστήρια της Εκκλησίας μας, ήτοι το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η θεία Ευχαριστία, συνδέονται στενώτατα με τις τρεις βαθμίδες και τάξεις των σωζομένων, ήτοι την κάθαρση, τον φωτισμό και την τελείωση–θέωση. Επομένως, τα τρία αυτά μυστήρια δεν είναι “κοσμικές” τελετές, αλλά μυστήρια δια των οποίων επενεργεί το Άγιον Πνεύμα, το οποίο είτε καθαρίζει, είτε φωτίζει, είτε τελειώνει τον άνθρωπο. Βέβαια, αυτό λέγεται από την άποψη ότι η Χάρη του Θεού είναι ενιαία, προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ανάλογα με τα αποτελέσματα που δημιουργεί –καί αυτό έχει σχέση και με τον αγώνα του ανθρώπου– λέγεται καθαρτική, φωτιστική και τελειοποιός ενέργεια. Γι’ αυτό, άλλωστε, και ο Ίδιος ο Θεός είναι κάθαρση των καθαιρομένων, έλλαμψη των φωτιζομένων και θέωση των θεουμένων. Το ότι το Χρίσμα συνδέεται με τον φωτισμό του νοός, φαίνεται από την εκκλησιαστική μας παράδοση, σύμφωνα με την οποία εάν ένας Χριστιανός αρνηθή τον Χριστό και απομακρυνθή από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επιστρέφει εκ νέου σε αυτήν κατόπιν μετανοίας και χρίσεως με άγιο Μύρο. Τρίτον. Όπως σημειώνει ο μελετητής, η έψηση, ο καθαγιασμός και η αποστολή του αγίου Μύρου στις κατά τόπους Εκκλησίες ανήκουν στα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γι’ αυτό, άλλωστε, και στο παρελθόν δημιουργήθηκαν προβλήματα, όταν η Εκκλησία της Ελλάδος με την άφρονα και βεβιασμένη ενέργεια των “διαφωτιστών” της ευρωπαϊκής κουλτούρας αποσπάστηκε πραξικοπηματικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι, η αποστολή του αγίου Μύρου δείχνει την θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην καθόλου Εκκλησία και τις κανονικές σχέσεις των Εκκλησιών με αυτό. Επομένως, το άγιο Μύρο γίνεται στοιχείο κανονικότητος και ενότητος της εκκλησιαστικής ζωής. Άλλωστε, δόγμα και ήθος, όροι και Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων συνδέονται στενώτατα μεταξύ τους. Ορθόδοξη πίστη και καθολικό ήθος, θεωρία και πράξη, καθολικότητα στην αλήθεια και καθολικότητα στην ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Τιμούμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Μητέρα των Εκκλησιών, ως το κέντρο της μεγάλης Ρωμανίας, με την μεγάλη παράδοση και αποστολή, με την αγιότητα και την ιεραποστολή, με τον ησυχασμό και το κοινωνικό έργο. Είναι γνωστόν ότι η Μεγάλη Ρωμανία, της οποίας κέντρο είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διακρινόταν ανέκαθεν για την οικουμενική αποστολή και δεν κινούνταν σε εθνοφυλετικά πλαίσια, αφού μάλιστα ο εθνοφυλετισμός χαρακτηρίσθηκε ως αίρεση. Κατά καιρούς υπήρξαν προβλήματα μεταξύ της Κωνσταντινουπόλεως και της Αθήνας, επειδή δεν μπορεί ποτέ η καθολική αλήθεια να περικλεισθή και να περιορισθή σε σχετικότητες και “αλλότριες” σκοπιμότητες. Με όλα αυτά φαίνεται καθαρά η αξία και η σπουδαιότητα της παρούσης εργασίας, αφού μέσα από στοιχεία δηλώνει τις κανονικές σχέσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θα ήθελα δε να προσθέσω ότι δεν δείχνει μόνον τις κανονικές σχέσεις, αλλά και τις δογματικές, αφού οι Κανόνες είναι απόρροια των όρων των Οικουμενικών Συνόδων. Αν δη κανείς τους Κανόνες έξω από την αποκαλυπτική αλήθεια, τότε τους θεωρεί ως “εντάλματα ανθρώπων”. Πράγματι, δεν συνιστά ακραιφνές, ορθόδοξο και εκκλησιαστικό ήθος ο κανονικός μαξιμαλισμός και ο δογματικός μινιμαλισμός. Για όλους αυτούς τους λόγους μου προξένησε ιδιαίτερη χαρά αυτή η μελέτη του καλού Κληρικού Αρχιμ. Αγαθάγγελου Χαραμαντίδη, καθώς επίσης επιπρόσθετη συγκίνηση δοκιμάζω, επειδή αφιερώνεται στον αείμνηστο προκάτοχό μου Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κυρό Νικόδημο, φίλο του συγγραφέως, αλλά και δικό μου φίλο, ο οποίος τόσο πρόωρα έφυγε από τον κόσμο αυτόν, μόλις συμπλήρωσε 40 ημέρες από την ενθρόνισή του στην Ναύπακτο. Ευχόμαστε ο Θεός να αναπαύση την ψυχή του “εν χώρα ζώντων”. Πολλές φορές, σκεπτόμενος την πρόωρη αναχώρησή του από την ζωή αυτή, αναλογίζομαι ότι αξιώθηκε να γνωρίση την χαρά της αρχιερωσύνης, χωρίς να βιώση τον οδυνηρό σταυρό της αρχιερατικής ποιμαντικής διακονίας. Αλλά ο Θεός, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, έχει τον λόγο για κάθε τι που γίνεται στην ζωή μας. Συγχαίρω τον ακούραστο, ακάματο και ρέκτη Αρχιμ. Αγαθάγγελο Χαραμαντίδη και εύχομαι και αυτή η εργασία να συντελέση εις δόξαν Θεού και έπαινον της αγιωτάτης Εκκλησίας. Οκτώβριος 1997
|