Β'

6

Δηλώσεις και ομολογία πίστεως

Κατά καιρούς καταγγέλλονται Ιεράρχες ονομαστικά ή γενικά, κατ’ ευθείαν ή με υπονοούμενα ότι ανήκουν σε διάφορες αντιχριστιανικές οργανώσεις και μάλιστα στην Μασονία, η οποία, όπως έχει αποδειχθή, δεν είναι μια κοινωνική οργάνωση, αλλά μια συγκρητιστική θρησκεία, με ιδιαίτερες τελετές και μυστήρια. Η εποχή μας έχει χαρακτηρισθή ως εποχή παραπληροφόρησης από την άποψη ότι γενικεύονται μερικά πράγματα και ακόμη θεωρούνται ως αυταπόδεικτα αυτά που δεν αισθάνεται κανείς ανάγκη να διαψεύση.

Στην τελευταία Ιεραρχία (Οκτώβριος 1996) τέθηκε το θέμα των καταγγελιών, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν Ιεράρχες που είναι μέλη μασονικών στοών. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Ιεραρχία ανακοίνωσε ότι ανανεώνει τις παλαιότερες καταδικαστικές αποφάσεις κατά της Μασονίας εκ μέρους της Εκκλησίας και επί πλέον με τις υπογραφές των Μητροπολιτών που ετέθησαν βεβαιώνεται ότι κανείς Ιεράρχης δεν ανήκει σε αυτήν την οργάνωση. Το κείμενο έχει ως εξής:

“Ενστερνίζεται (η Ιεραρχία) και επιβεβαιοί τας κατά της Μασονίας, ως παγανιστικής θρησκείας, ασυμβιβάστου προς τον Χριστιανισμόν, αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας των ετών 1993 και 1972 και β) Δηλώνει ανεπιφυλάκτως ότι ουδείς εκ των Ιεραρχών της Εκκλησίας έχει οιανδήποτε σχέσιν με τον μασονισμόν, τον οποίον ανεπιφυλάκτως και πάλιν καταδικάζει ως αντίχριστον σύστημα”.

Επίσης πρέπει να ενημερώσουμε τους ευσεβείς Χριστιανούς ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, κατά τον χαιρετισμό του προς τους επισκεφθέντας αυτόν εκπροσώπους των Lions Ελλάδος και Κύπρου (15 Σεπτεμβρίου 1996), έκανε μια θαυμάσια προτροπή να αποκαθάρουν τους εαυτούς τους και τον οίκο της οργανώσεώς τους από τις θρησκευτικές συγκρητιστικές αρχές και να προτιμούν την κληρονομία των πατέρων ημών, δηλαδή “τήν εις Χριστόν Ορθόδοξον πίστιν”.

Όλο το κείμενο είναι γραμμένο με παρρησία και ομολογιακό θάρρος, αλλά και με πατρική διάκριση και ποιμαντική σύνεση. Θα ήθελα να το παραθέσω:

“Αξιότιμοι κύριοι

Ως εύ παρέστητε εις τον ιερόν τούτον χώρον της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.

Ο αρχηγός και τελειωτής της πίστεως ημών Ιησούς Χριστός, ομιλών περί Εαυτού και περί των Εαυτού, είπε: “Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω” (Ιωάν. 6, 37).

Και ημείς πιστοί εις τον ζωοποιόν λόγον Εκείνου δεχόμεθα εις τον φιλόξενον τούτον τόπον πάντα άνθρωπον, οποθενδήποτε ερχόμενον μετ’ αγάπης· μετ’ αγάπης Χριστού· πρόθυμοι, ίνα εν τω ονόματι του Χριστού και κατά υπακοήν εις Χριστόν και τους πόδας αυτού νίψωμεν.

Τούτο όμως ουδόλως σημαίνει, ότι αποδεχόμεθα και τα φρονήματα και τα πιστεύματα παντός ανθρώπου, τον οποίον υποδεχόμεθα εν τη προς πάντας οφειλομένη αγάπη και τιμή.

Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον είναι ο κατ’ εξοχήν φρουρός και φύλαξ της Αποστολοπαραδότου πίστεως. Ανέκαθεν εδιαφοροποιείτο και διαφοροποιείται οξέως προς τας κάθε είδους ψευδωνύμους “διαφωτιστικάς” αντιλήψεις, αι οποίαι υποβιβάζουν συγκρητιστικώς τον Κύριον της δόξης Ιησούν Χριστόν εις ένα εκ των πολλών διδασκάλων του κόσμου, μη ομολογούσαι αυτόν μόνον Άγιον, μόνον Κύριον, μόνον Θεόν και Σωτήρα του κόσμου, μόνον Καθηγητήν και Διδάσκαλον της υγιούς θεογνωσίας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ως ο προκαθήμενος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, είναι υπεύθυνος και υπόχρεως νουθετείν πάντα άνθρωπον και διδάσκειν πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία, ίνα παραστήση πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ (Κολ. 1, 28).

Εν τω πνεύματι τούτω και ημείς ελάχιστος τηρητής και συνεχιστής της παραδόσεως και της πίστεως του Χριστού εδέχθημεν και τας Εντιμότητας υμών, εκλεκτοί επισκέπται και προσκυνηταί, μετ’ αγάπης, αλλά και μετ’ ειλικρινείας.

Ακούομεν περί υμών, ως συλλόγου, ότι εμφορείσθε από θρησκευτικάς συγκρητιστικάς αρχάς, θεωρούντες και υμείς ως και άλλαι συγγενείς τη υμετέρα Ενώσεις και Ομάδες τον Ιησούν Χριστόν, ουχί Κύριον της δόξης, αλλά ίσον και ανάλογόν τι προς τους φημιζομένους ως τάχα μεγάλους ηθικοθρησκευτικούς διδασκάλους των διαφόρων εθνών.

Όμως, διανοούμενοι περί υμών τα κρείττονα και εχόμενα της σωτηρίας, και ταύτα εξ αγάπης λέγοντες, ευελπιστούμεν ότι υμείς, ως τέκνα της Αγίας Εκκλησίας των Ορθοδόξων, εν ή εγεννήθητε, “ου μωμητά” (Δευτ. 32, 5), θα τείνητε ευήκοον το ούς υμών εις την ταπεινήν και παρά ανθρώποις εξουθενημένην φωνήν της ημετέρας Μετριότητος, ελαχίστου Πατριάρχου της Μεγάλης ταύτης Εκκλησίας, και θα αποκαθάρητε υμάς τε αυτούς και τον οίκον της οργανώσεως υμών από των αποδιδομένων εις υμάς οθνείων ιδεών και αντιλήψεων, προτιμώντες εν παντί την κληρονομίαν των πατέρων ημών, την εις Χριστόν Ορθόδοξον πίστιν. Διό και μετά χαράς και αγάπης χαιρετίζομεν και αύθις υμάς δια του “ως εύ παρέστητε” εις τας αυλάς της δια Χριστόν και δια την ομολογίαν Αυτού καθημαγμένης Μεγάλης Εκκλησίας και επευλογούμεν την τε αγαθήν υμών ταύτην πρόθεσιν και υμάς πατρικώς.

Το δε Φώς του κόσμου, ο Χριστός, η Ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νούν, είθε να φρουρή υμάς τε και τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστώ”.

Εκτός από την ομολογία της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπάρχει και σχετική πρόσφατη ομολογία του Οικουμενικού Πατριάρχου (Οκτώβριος 1996), που υπογράφεται από τον Αρχιγραμματέα της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τον Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνα, στην οποία μεταξύ άλλων λέγεται:

“Η Α. Θ. Παναγιότης, ο Πατριάρχης ημών, επειδή στόχος Αυτού είναι η οικοδομή πάντων των ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών δηλοί, εν πάση συγκαταβάσει, τα εξής:

α) Ουδεμίαν έχει σχέσιν μετ’ ουδεμιάς αντιχριστιανικής οργανώσεως και προ παντός ουδεμίαν σχέσιν έχει μετά της Μασονίας και των συνακολούθων αυτής.

β) Δέχεται και ασπάζεται ο Πατριάρχης ημών άπαντα τα δόγματα και τους θείους και ιερούς κανόνας των επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ημών.

γ) Διακηρύσσει ότι άπασαι αι προσπάθειαι Αυτού κατατείνουν εις έν και μόνον: εις το καλόν της Αγίας Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και του λαού αυτής.

δ) Πιστεύει μόνον εις Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, και θα ήτο ευτυχής εάν ηξιούτο ίνα και αυτό τούτο το αίμα αυτού εκχύση υπέρ της Εκκλησίας, της οποίας η Χάρις του Κυρίου κατέστησεν Αυτόν πρώτον Ιεράρχην.

ε) Το Πασχάλιον ούτε άλλαξε ποτέ, ούτε ενδεχόμενον υπάρχει να μεταβληθή, ούτε εγένετο ποτέ τοιαύτη σκέψις υπό του Πατριαρχείου ημών. Εις ανταπόκρισιν μόνον προς σχετικόν αίτημα ετεροδόξων Εκκλησιών περί καθορισμού ημέρας τινος κοινού εορτασμού υπό πάντων των Χριστιανών του Αγίου Πάσχα, απηυθύνθη Συνοδική αποφάσει, η γνωστή Εγκύκλιος της Αρχιγραμματείας προς μόνους τους εν τω εξωτερικώ Ιεράρχας του Θρόνου. Τούτο βεβαίως και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι απεφάνθη και μετέβαλε το Πασχάλιον το Οικουμενικόν Πατριαρχείον”.

Τα κείμενα αυτά είναι καταπληκτικά και ενδεχομένως η ποιμαντική ευαισθησία δημιούργησαν την αναγκαιότητα να γραφούν, ακριβώς γιατί υπάρχουν Χριστιανοί με ασθενή πίστη, οι οποίοι σκανδαλίζονται από την κακοήθεια και την απρέπεια διαφόρων εχθρών της Εκκλησίας, που ενσπείρουν ζιζάνια για αλλοτρίους σκοπούς. Έχω όμως γενικά να παρατηρήσω δύο πράγματα.

Πρώτον. Είναι αρκετή η ομολογία της πίστεως που δίνει κανείς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος ή και η ομολογία του Συμβόλου της Πίστεως που απαγγέλλεται κατά την θεία Λειτουργία ή σε άλλες λειτουργικές συνάξεις. Πράγματι, αν διαβάση κανείς προσεκτικά το Σύμβολο της Πίστεως, θα διαπιστώση ότι αυτό αποκλείει την παραδοχή κάθε άλλης συγκρητιστικής και παγανιστικής ομολογίας. Οπότε δεν μπορούμε να απαγγέλλουμε το Σύμβολο της Πίστεως και να ανήκουμε σε άλλες θρησκευτικές κινήσεις.

Αυτό που ισχύει για κάθε Χριστιανό πολύ περισσότερο ισχύει για τον Επίσκοπο. Κάθε Επίσκοπος εκτός του ότι, ως Χριστιανός, αποκλείεται να ανήκη σε διάφορες άλλες παρεκκλησιαστικές και παραθρησκευτικές κινήσεις, ταυτόχρονα και ως Επίσκοπος ανήκει κατ’ εξοχήν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή είναι εκφραστής της αληθείας. Μάλιστα, κατά την ώρα της χειροτονίας του εις Επίσκοπον δίνει ομολογία πίστεως ότι θα τηρή όλα τα δόγματα και τους Κανόνες των Οικουμενικών και των Τοπικών Συνόδων. Πρέπει να αρκήται κανείς σε αυτήν την ομολογία, οπότε όταν διαφοροποιήται είναι επίορκος και αρνητής του Χριστού και αποστάτης από την αληθινή πίστη.

Δεύτερον. Αν και μερικές φορές είναι απαραίτητες οι δηλώσεις, λόγω ποιμαντικών λόγων, ότι δεν ανήκουμε σε άλλη παραθρησκευτική κίνηση, εν τούτοις δεν μπορούμε να παρακολουθούμε αυτήν την νοοτροπία και την φιλοσοφία των δηλώσεων και των αρνήσεων. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που δημιουργείται ένα ζήτημα θεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, ηθικό κλπ. να κάνουμε δηλώσεις ότι δεν είμαστε αυτό που μας κατηγορούν. Αντί να αρνήται κανείς κάτι και να δηλώνη ότι “δέν είμαι”, θα ήταν αρκετό να δίνη την ομολογία: “είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και δέχομαι όλα τα δόγματα της πίστεως και τους εκκλησιαστικούς κανόνες κλπ.”. Αυτό έχει υπ’ όψη του το Πατριαρχείο όταν λέγη ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης “επειδή στόχος Αυτού είναι η οικοδομή πάντων των ευσεβών Ορθοδόξων Χριστιανών δηλοί, εν πάση συγκαταβάσει τα εξής...”.

Όλα όσα γράψαμε προηγουμένως είναι φανερό ότι εντάσσονται μέσα στην εκκοσμίκευση της εποχής μας, αφού σήμερα γίνεται σύγχυση μεταξύ πίστεως και απιστίας, αληθείας και πλάνης, εσχατολογίας και παρούσης ζωής, μοναδικότητος της αληθείας και συγκρητιστικής τάσης. Εκείνο που είναι απαραίτητο στην εποχή μας είναι η βίωση, κατά αυθεντικό τρόπο, της αληθείας και η ομολογία της καί, για να εκφρασθώ καλύτερα, η ομολογία των δογμάτων και η προσπάθεια ώστε τα δόγματα να γίνουν βίωμα και ζωή, να περάσουν μέσα σε ολόκληρη την ύπαρξή μας.

Οκτώβριος 1996