|
Β' 9 Στην Βασιλεύουσα Τον προηγούμενο μήνα (Οκτώβριο) επισκέφθηκα για πολλούς λόγους τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Κ. Βαρθολομαίο στην Κωνσταντινούπολη, την Βασιλεύουσα. Και άλλη φορά είχα την ευλογία να κάνω προσκυνηματική επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη και να γνωρίσω προσωπικά τον αείμνηστο Πατριάρχη Δημήτριο, αλλά η πρόσφατη επίσκεψή μου ήταν η πρώτη που έκανα ως Αρχιερεύς. Δεν κάνω λόγο απλώς για επίσκεψη, αλλά για προσκυνηματική επίσκεψη, γιατί έτσι νοιώθω κάθε ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, την Νέα Ρώμη και την επικοινωνία με το Κέντρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι ευκαιρία να αναζωπυρώση κανείς πολλές μνήμες, για να βιώση μια συμπεπυκνωμένη ιστορική γνώση και πείρα. Δεν εννοώ μόνον την επίσκεψη στα μνημεία, τα οποία είναι αξιόλογα, αλλά την επικοινωνία με τους ανθρώπους αυτούς που κρατούν αναμμένη την δάδα της παραδόσεως, που είναι διάδοχοι και εκφραστές της ένδοξης και πονεμένης Ρωμηοσύνης. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος είναι άρχοντας και απλός άνθρωπος. Συνδυάζει αυτές τις δύο αντίθετες φαινομενικά καταστάσεις σε μια αρμονία. Τα δύο αυτά χαρίσματα, ταιριασμένα απόλυτα, τον καθιστούν φύσει και θέσει ηγέτη. Διαπίστωσα ότι είναι αφάνταστα και απίστευτα εργατικός. Σε αυτόν ισχύει ο λόγος που έλεγαν για τον Αγαμέμνονα “ου χρή παννύχιον εύδειν βουληφόρον άνδρα· ω λαοί τ’ επιτετράφαται και τόσσα μέμηλε”. Πράγματι, λίγες ώρες την νύκτα είναι σβηστό το φως του γραφείου του. Αυτό δεν γίνεται απλώς λόγω σωματικής αντοχής, αλλά ευαισθησίας και γνώσεως των προβλημάτων. Γνωρίζει όλα τα προβλήματα με λεπτομέρειες. Βλέπει κανείς καθαρά ότι είναι ακοίμητος οφθαλμός, που ενδιαφέρεται προσωπικά για όλα τα θέματα. Διαθέτει μνήμη απέραντη. Το διεπίστωσα προσωπικά. Ενδιαφέρεται για τον καθένα ιδιαίτερα, και η πρόσβαση προς αυτόν δεν είναι δύσκολη, αρκεί να το επιτρέπουν τα προγράμματα. Συζήτησα μαζί του πολλά ζητήματα και έμεινα έκπληκτος από τις έτοιμες απαντήσεις που έδινε, δείγμα ότι μελέτησε επισταμένως κάθε πρόβλημα και κατέληξε σε συμπεράσματα. Κατά την συζήτηση είναι ελεύθερος και άνετος και δεν διστάζει να αναφερθή σε όποιο θέμα έλθει στην επιφάνεια. Είχα την ευκαιρία να είμαι στο Πατριαρχείο την ημέρα που συνεδρίαζε η Σύνοδος και μάλιστα να βρεθώ σε εκλογή Μητροπολίτου. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς Μητροπολίτες, αλλά και με το προσωπικό των Πατριαρχικών Γραφείων, καθώς επίσης να δώ πώς γίνεται η εκλογή Μητροπολιτών μέσα στον Πατριαρχικό Ναό, κατά την διάρκεια ειδικής ακολουθίας. Όταν συζητά κανείς με Πατριαρχικούς και όταν έχη την δυνατότητα να εισέλθη μέσα στο κλίμα και την ατμόσφαιρα που επικρατεί εκεί, διαπιστώνει ότι διαθέτουν γνώση όλων των προβλημάτων που απασχολούν την Εκκλησία του Χριστού, αλλά και γενικά την Οικουμένη, διαθέτουν μια αρχοντιά και ευγένεια και προπαντός έχουν ένα εκκλησιαστικό φρόνημα. Κινούνται με πολλή διάκριση, σέβονται τα θέσμια. Θα μπορούσα να παρουσιάσω πολλά παραδείγματα, αλλά δεν είναι εδώ κατάλληλος ο χώρος. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως είναι Οικουμενικό και ο Πατριάρχης είναι ο πρώτος τη τάξει και Οικουμενικός, ακριβώς γιατί είναι Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης. Δεν είναι θέμα, δηλαδή, αριθμού Χριστιανών ή και αντιπροσωπευτικότητος όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά συγκεκριμένης θέσεως, ακριβώς επειδή είναι Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης. Αυτό προσδίδει την Οικουμενικότητα και το προβάδισμα. Είναι Αρχιεπίσκοπος των Ρωμαίων, με την πατερική σημασία της λέξεως και μέσα στην προοπτική της οικουμενικότητος του ελληνισμού και όχι μέσα στην ατμόσφαιρα του ελλαδισμού και της νοοτροπίας του. Δυστυχώς, δεν μπορεί κανείς να γράψη περισσότερα σε αυτήν την μικρή και περιορισμένη στήλη. Εκείνο που πρέπει να πω είναι ότι έχουμε καθήκον εμείς οι Ρωμηοί, στο φρόνημα και την ζωή, να επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι για άλλους λόγους, αλλά για να αποκτούμε συνείδηση της οικουμενικότητός μας και να ξεφεύγουμε από τα σκληρά και ασφυκτικά πλαίσια ενός περίεργου εθνικισμού. Γιατί, δεν μπορεί ποτέ η επαρχία να ανάγεται σε έθνος. Εξεδήλωσα την επιθυμία μου, όταν μια άλλη φορά πάω στην Κωνσταντινούπολη και μάλιστα, όπως μου αρέσει να την λέγω Νέα Ρώμη και Βασιλεύουσα, να επισκεφθώ όχι τόσο την Αγία Σοφία, αλλά την ατμόσφαιρα που ενσαρκώνει η Αγία Σοφία, δηλαδή τα ερειπωμένα Μοναστήρια, μέσα στα οποία βιώθηκε μια ολόκληρη παράδοση, την Μονή του Στουδίου με την ορθόδοξη ζωή, την Μονή του Παντοκράτορος με το περίφημο Νοσοκομείο, που υμνήθηκε για πολλούς αιώνες, τα μικρά μέρη που έζησαν ασκητές κλπ., γιατί θέλω να ακούσω και να αισθανθώ τα βήματα των αγίων, το λιβάνι και το κερί, τον συνδυασμό των λαμπρών αυτοκρατορικών ενδυμάτων με το ταπεινό ράσο του μοναχού, του Πατριαρχικού θρόνου με το κελλί του μοναχού, της Αγίας Σοφίας με τα ησυχαστήρια, της πολιτικής με την θεία Λειτουργία και την αγρυπνία, της εξάσκησης του επαγγέλματος με τα δάκρυα της προσευχής, της αποτυχίας στην ζωή (αμαρτία) με την μετάνοια και την ταπείνωση, κλπ. Γιατί, πράγματι, αυτό είναι η ένδοξη και πονεμένη Ρωμηοσύνη. Νοέμβριος 1996
|