|
Γ' 2 Περί της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ως Πρώτου στην Εκκλησία της Ελλάδος* Τελευταία ανέκυψε το θέμα εάν και κατά πόσον πρέπη οι Μητροπολίτες της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και οι Μητροπολίτες των “Νέων Χωρών” να μνημονεύουν το όνομα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, κατά την Μεγάλη Είσοδο και στο “εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε...”. Για την ιστορία αναφέρω ότι κατά την ισχύουσα τάξη οι Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος μνημονεύουν ως ακολούθως: οι της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, της Ιεράς ημών Συνόδου της ορθοτομούσης τον λόγον της σής αληθείας” και οι Μητροπολίτες των “Νέων Χωρών” “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Οικουμενικού Πατριάρχου ημών ... και της Ιεράς ημών Συνόδου των ορθοτομούντων τον λόγον της σής αληθείας”. Πάνω στο θέμα αυτό θα ήθελα να καταθέσω τις απόψεις μου, ως μέλος της συγκροτηθείσης σχετικής Συνοδικής Επιτροπής, μέσα όμως στα πλαίσια ότι το θέμα αυτό είναι πολύ σοβαρό και λεπτό και βεβαίως, πρέπει να μην εξετάζεται από προσωπικής προοπτικής, αλλά από πλευράς εκκλησιολογικής και διορθοδόξου. Και αυτό λέγεται από την άποψη ότι σέβομαι απεριόριστα τόσο τους θεσμούς, ήτοι το Πατριαρχείο και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και τους συγχρόνους Προκαθημένους, ήτοι τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κ. Βαρθολομαίο και τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο. Επομένως, το θέμα δεν είναι προσωπικό, αλλά εκκλησιολογικό. 1. Γίνεται μεγάλη αναφορά στο θέμα του “Πρώτου”, και μάλιστα λέγεται ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών είναι και λέγεται “Πρώτος” και με αυτήν την έννοια πρέπει να μνημονεύεται από τους Μητροπολίτες. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να εξετάσουμε τί σημαίνει η λέξη και ο όρος “Πρώτος” και ποιός θεωρείται “Πρώτος” στην εκκλησιαστική διοίκηση. Στην αρχέγονη αποστολική Εκκλησία δεν υπήρχε “Πρώτος”. Κάθε Απόστολος και κάθε επίσκοπος ήταν και είναι εις τύπον και τόπον του Χριστού και γι’ αυτό δεν υπήρχε “Πρώτος”. Κάθε φορά που γινόταν Σύνοδος λειτουργούσε το Συνοδικό σύστημα και υπήρχε Πρόεδρος της Συνόδου. Αυτό το βλέπουμε στην πρώτη αποστολική Σύνοδο στην οποία προήδρευσε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιάκωβος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος της Συνόδου και όχι “Πρώτος”. Αργότερα όμως εισήχθη ο όρος και ο θεσμός του “Πρώτου” στην Εκκλησία. Υπάρχουν πολλοί Κανόνες των Τοπικών Συνόδων που αναφέρονται στην θέση και την αξία του “πρωτεύοντος” σε κάθε τοπική Εκκλησία. Νομίζω, πρέπει να προστεθή και η ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου πάνω στον γνωστό λδ' Αποστολικό Κανόνα, διότι είναι πολύ καθοριστική και ουσιαστική, πεμπτουσία όλων των Κανόνων της Εκκλησίας πάνω στο θέμα αυτό. Γράφει ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης: “Σημείωσαι, ότι, ο των Επισκόπων πρώτος, λέγεται, κατά μεν τον ς' Σαρδικής, Επίσκοπος της Μητροπόλεως, και Έξαρχος της επαρχίας, κατά δε τον λδ' και άλλους της εν Καρθ. πρωτεύων. Κατά δε τον μς' της αυτής, ονομάζεται Επίσκοπος της πρώτης καθέδρας, κοινώς δέ, κατά τους περισσοτέρους Κανόνας ονομάζεται Μητροπολίτης. Ο δε των Μητροπολιτών πρώτος ονομάζεται, ή Εξαρχος της διοικήσεως, κατά τον θ' και ιζ' της δ' και ς' της β' ή Πατριάρχης. Και όρα την β' υποσημείωσιν του ς', της α'. Έξαρχος δε των ιερέων, ή άκρος ιερεύς ου λέγεται κατά τον μς' της Καρθ. επειδή όν λόγον και τάξιν έχει ο Μητροπολίτης προς τους Επισκόπους, τον αυτόν έχει και ο Πατριάρχης προς τους Μητροπολίτας. Και καθώς ο Μητροπολίτης είναι πρώτος και κεφαλή των Επισκόπων, ούτως είναι και ο Πατριάρχης, πρώτος και κεφαλή των Μητροπολιτών, δια τούτο και ο παρών Αποστολικός Κανών, όχι περισσότερον νοείται δια τους Επισκόπους προς τον Μητροπολίτην, παρά δια τους Μητροπολίτας προς τον Πατριάρχην, αλλ’ εξ ίσου και δια τους δύω ομού”. Στην ερμηνευτική αυτή σημείωση του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου φαίνεται καθαρά ότι ο Επίσκοπος της πρώτης Καθέδρας λέγεται Μητροπολίτης. Ο “Πρώτος” των Μητροπολιτών ονομάζεται στους κανόνες ή Έξαρχος ή Πατριάρχης. Δηλαδή, ο Μητροπολίτης είναι “Πρώτος” και κεφαλή των Επισκόπων και ο Πατριάρχης “Πρώτος” των Μητροπολιτών. Οι Κανόνες που θα αναφέρουμε στην συνέχεια και επικαλούνται όλοι όσοι τους χρησιμοποιούν για την περίπτωση αυτή αναφέρονται στις σχέσεις των Επισκόπων προς τους Μητροπολίτες και όχι των Μητροπολιτών προς τον Πατριάρχη. Και βεβαίως ο “Πρώτος” των Μητροπολιτών λέγεται ή Έξαρχος Διοικήσεως ή Πατριάρχης. Σημαντικός είναι ο λδ' Αποστολικός Κανόνας κατά τον οποίον “τούς επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρή τον εν αυτοίς πρώτον και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν, και μηδέν τι πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης· εκείνα δε μόνα πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει, και ταις υπ’ αυτήν χώραις. Αλλά μηδέ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποιείτω τι. Ούτω γαρ ομόνοια εστι, και δοξασθήσεται ο Θεός, δια Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι, ο Πατήρ, και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα”. Εδώ σαφώς γίνεται αναφορά στον “Πρώτον” Επίσκοπο, και στους άλλους Επισκόπους. Δεν επιβάλλεται καμμιά επικυριαρχία του ενός επισκόπου έναντι των άλλων επισκόπων, αλλά ο κάθε επίσκοπος πρέπει να αρκείται στα όσα έχει αρμοδιότητα στην επαρχία του, ο δε “Πρώτος εκάστου έθνους”, ο οποίος θεωρείται κεφαλή, προκαθέζεται στις Συνόδους και συναποφασίζει με τους άλλους επισκόπους για το λεγόμενο “περιττόν”. Αναφερόμενος ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης για το τί ακριβώς θεωρείται “περιττόν”, το οποίο δεν πρέπει να λύη μόνος του κάθε Επίσκοπος, αλλά με την γνώμη του “Πρώτου”, λέγει ότι “περιττόν” είναι εκείνο “οπού δεν ανήκει εις τας ενορίας των Επισκοπών τους, αλλ’ υπερβαίνον αυτάς, αποβλέπει εις την κοινήν όλης της επαρχίας κατάστασιν· καθώς, λόγου χάριν, είναι τα περί δογμάτων ζητήματα, αι οικονομίαι και διορθώσεις των κοινών σφαλμάτων, αι καταστάσεις και χειροτονίαι των Αρχιερέων, και άλλα παρόμοια”. Φαίνεται στον αποστολικό αυτόν Κανόνα ότι για μεγάλα και κανονικά εκκλησιαστικά ζητήματα χρειάζεται συναπόφαση του “Πρώτου” με τους άλλους Επισκόπους, αφού ούτε ο “Πρώτος” κάνει κάτι για τα λεγόμενα “περιττά” ζητήματα, χωρίς την γνώμη των άλλων Επισκόπων, ούτε και οι Επίσκοποι κάνουν κάτι άνευ της γνώμης του “Πρώτου”. Αυτό σημαίνει ότι ούτε και ο “Πρώτος” μπορεί να εισέλθη σε θέματα που αφορούν κάθε συγκεκριμένη επισκοπή, τα οποία, βέβαια, δεν αναφέρονται στα λεγόμενα “περιττά”, όπως είδαμε προηγουμένως. Περισσότερα για το σύστημα αυτό διοικήσεως θα πούμε πιο κάτω, αφού αναφέρουμε και άλλους σχετικούς Κανόνες, που αναφέρονται στον όρο, την έννοια και την θέση του “Πρώτου” στην Εκκλησία. Ο κγ' Κανόνας της Καρθαγένης λέγει: “Επίσκοποι πέραν θαλάσσης μη αποδημείτωσαν, ειμή μετά ψηφίσματος της α' καθέδρας του ιδίου εκάστης χώρας Επισκόπου, τουτέστιν, ειμή απ’ αυτού του πρωτεύοντος ο κατ’ εξαίρετον λάβη, τήν, ήτις λέγεται απολυτική, τετυπωμένην, ήτοι παράθεσιν”. Ο Ζωναράς ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτόν λέγει: “ψηφίσματος δ’ εμνήσθη, ίνα δείξη, ότι, ει μη ο της χώρας εκείνης πατριάρχης ή μητροπολίτης εξετάσει την αιτίαν, δι’ ήν αποδημήσαι μέλλει ο επίσκοπος...”. Ο δε Βαλσαμών ερμηνεύει: “Ακούων δε του κανόνος λέγοντος, μετά ψηφίσματος, ήτοι διαγνώσεως του πρώτου, δηλονότι του μητροπολίτου, οφείλει αποδημείν τον επίσκοπον, μη είπης αρκείν την διάγνωσιν τούτου και μόνην, αλλά αναγκαίαν μεν είναι την γνώμην εις τούτο και πάσης της κατ’ αυτόν συνόδου”. Στον νς' της Καρθαγένης γίνεται αναφορά σε κατέχοντα τις διοικήσεις “εν τη χώρα ημών, κατά συγχώρησιν του εξ αρχής κατέχοντος τας διοικήσεις επισκόπου”. Ο ιθ' Κανόνας της Αντιοχείας γράφει: “Επίσκοπον μη χειροτονείσθαι δίχα συνόδου και παρουσίας του εν τη μητροπόλει της επαρχίας· τούτου δε παρόντος εξάπαντος, βέλτιον μεν συνείναι αυτώ πάντας τους εν τη επαρχία συλλειτουργούς, ούς και προσήκει δι’ επιστολής τον εν τη μητροπόλει συγκαλείν”. Είναι χαρακτηριστική η ερμηνεία που κάνει ο Ζωναράς για τον ποιόν θεωρεί η Σύνοδος πρώτον. “Ότε ουν χειροτονία, ήτοι ψήφισμα μέλλει γενέσθαι επισκόπου, παρείναι δείν φησίν ο κανών εξάπαντος τον μητροπολίτην της επαρχίας, είτα και τους πλείονας των επισκόπων δι’ επιστολής του μητροπολίτου συγκαλουμένους εν τη μητροπόλει...”. Ο ις' Κανόνας της Αντιοχείας αναφέρεται στον ορισμό της τελείας συνόδου. “Τελείαν δε εκείνην είναι σύνοδον, ή συμπάρεστι και ο της μητροπόλεως”. Ο ρκα' Κανόνας της Καρθαγένης αναφερόμενος σε θέματα δικαστικά γράφει: “Των δε κρινόντων επισκόπων, εκ διαφόρων όντων επαρχιών, εκείνος ο πρωτεύων τους δικαστάς δώσει, ούτινος εν τη χώρα ο αυτός υπάρχει τόπος, περί ου φιλονεικείται”. Ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτόν ο Βαλσαμών λέγει: “Επεί δε εικός ήν ειπείν τινας, τίνες δικάσαι οφείλουσι την τοιαύτην υπόθεσιν, ώρισαν οι Πατέρες, εκείνους δίδοσθαι δικαστάς επισκόπους παρά του πρωτεύοντος της επαρχίας, ήτοι του μητροπολίτου, ούς αν αυτός ορίση, άτε και του τόπου υπό την επαρχίαν τούτου διακειμένου”. Από την μικρή αυτή αναφορά στους ιερούς Κανόνες των Τοπικών Συνόδων και την ερμηνεία εγκρατών Κανονολόγων, μπορούμε να δούμε τέσσερα σημαντικά, κατά την γνώμη μου, σημεία. Πρώτον, ότι οι Κανόνες αυτοί αναφέρονται σαφώς σε Μητροπολιτικό σύστημα. Υπάρχουν δύο εκκλησιαστικά συστήματα, το ένα είναι το Μητροπολιτικό, στο οποίο “Πρώτος” είναι ο Μητροπολίτης, και η Σύνοδος αποτελείται από επισκόπους που έχουν ιδιαίτερες επαρχίες, και το άλλο είναι το Πατριαρχικό, το οποίο έχει “Πρώτον” Πατριάρχη και η Σύνοδος αποτελείται από Μητροπολίτες. Οπότε στην μητροπολιτική σύνοδο “Πρώτος” είναι ο Μητροπολίτης και στην Πατριαρχική Σύνοδο “Πρώτος” είναι ο Πατριάρχης. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ακολουθεί ούτε το Μητροπολιτικό σύστημα ούτε το Πατριαρχικό, οπότε δεν υπάρχει “Πρώτος”. Τουλάχιστον δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των Κανόνων που αναφέραμε για να δικαιολογηθή η ύπαρξη “Πρώτου”, αφού σαφώς οι Κανόνες αυτοί, όπως σημειώσαμε, αναφέρονται σε Μητροπολιτικό σύστημα και ο “Πρώτος” είναι ο Μητροπολίτης. Δεύτερον, στους Κανόνες αυτούς και σε πολλούς άλλους γίνεται λόγος για τον “Πρώτον” “εκάστου έθνους”. Δηλαδή όταν η Εκκλησία προσέλαβε το σύστημα διοικήσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν χωρισμένη κατά επαρχίες, τότε ο επίσκοπος της καθέδρας, της πρωτεύουσας, εθεωρείτο “Πρώτος”, ο οποίος, βέβαια, δεν είχε ανεξέλεγκτη εξουσία, αφού ουσιαστικά προήδρευε της επαρχιακής συνόδου και δεν εισερχόταν σε ζητήματα τα οποία αφορούσαν θέματα κάθε επαρχίας και αναφέρονταν σε “περιττά” ζητήματα που έπρεπε να λυθούν από την Σύνοδο. Με αυτήν την έννοια δεν μπορούμε να μιλούμε για “Πρώτον” στην Εκκλησία της Ελλάδος, αφού στις “Νέες Χώρες” μνημονεύεται ως “Πρώτος” ο Πατριάρχης και δεν μπορεί να προστεθή και δεύτερος “Πρώτος”. Στις άλλες εκκλησιαστικές διοικήσεις στον χώρο της ελληνικής επικράτειας, όπως στο Άγιον Όρος, τα Δωδεκάνησα και την Εκκλησία της Κρήτης, μνημονεύεται το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου, αφού αυτός είναι ο “Πρώτος” σε αυτές τις διοικήσεις. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Αθηνών δεν μπορεί να θεωρήται ως “Πρώτος” του ελληνικού έθνους, γιατί τότε το θέμα τίθεται σε άλλη βάση, ποιό είναι το συγκεκριμένο έθνος, το οποίο πρέπει να έχη “Πρώτον”. Τρίτον. Κανένας Κανόνας των επτά Οικουμενικών και πρώτων Τοπικών Συνόδων δεν ομιλεί για μνημόνευση του “Πρώτου”. Γίνεται λόγος για προεδρεία του “Πρώτου” στην Σύνοδο, για το ότι δεν πρέπει να αποφασίζη και να συγκαλήται η Σύνοδος άνευ της γνώμης του “Πρώτου”, καθώς επίσης και ότι δεν πρέπει να αποφασίζη ο “Πρώτος”, χωρίς την γνώμη και την παρουσία της Συνόδου, αλλά δεν γίνεται λόγος για μνημόνευσή του. Φαίνεται όμως ότι μνημόνευαν τον “Πρώτον”, αφού ο “Πρώτος” θεωρείται Κεφαλή, κατά τους Κανόνες που αναφέραμε, όπως προβλέπεται από τον ιγ', ιδ' και ιε' της Πρωτοδευτέρας Συνόδου*. Διερωτώμαι πώς στην Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί να γίνεται μνημόνευση του Αρχιεπισκόπου, αφού ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να θεωρηθή ως “Πρώτος”, λόγω του ότι δεν ακολουθούμε ούτε το Μητροπολιτικό, ούτε το Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως; Τέταρτον. Κατά τους Κανόνες που είδαμε προηγουμένως δεν φαίνεται καμμία υπεροχή του “Πρώτου” μέσα στην Εκκλησία, αλλά ο “Πρώτος” προκαθέζεται των Επισκόπων στις Συνόδους, και βέβαια δεν εννοείται των Διαρκών Ιερών Συνόδων, αλλά της Συνόδου ολοκλήρου της Ιεραρχίας. Οι ιεροί Κανόνες που μνημονεύσαμε και πολλοί άλλοι δεν κάνουν λόγο για Διαρκή Σύνοδο, αλλά για Σύνοδο όλων των Επισκόπων. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είναι οθνείος θεσμός και δεν μπορεί να αποφασίζη σε μείζονα θέματα. Γι’ αυτόν τον λόγο και κάθε Μητροπολίτης είναι δυνάμει Συνοδικός και συναποφασίζει με τους άλλους Μητροπολίτες. 2. Το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι ούτε το Μητροπολιτικό ούτε το Πατριαρχικό, αλλά το Συνοδικό, το οποίο αναφέρεται και παραπέμπει στο αρχέγονο αποστολικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας. Μερικοί, μελετώντας τον τρόπο με τον οποίον διοικούνται οι άλλες Εκκλησίες, στις οποίες γίνεται μνημόνευση από τους Μητροπολίτες του Αρχιεπισκόπου τους, νομίζουν ότι αυτό θεωρείται ως υποτιμητικό για την Εκκλησία της Ελλάδος. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν μπορεί να εκληφθή ως υποτίμηση, αλλά ως εξύψωση, αφού διατηρεί τα αρχέγονα, αποστολικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία λειτουργεί ο συνοδικός θεσμός, οπότε “πρωτεύων” είναι ο κατέχων την καθέδρα της Πρωτεύουσας του Κράτους, στην προκειμένη περίπτωση ο Μητροπολίτης ή Αρχιεπίσκοπος της Πόλεως των Αθηνών. Ο τρόπος αυτός διοικήσεως έχει καθορισθή από τον Συνοδικό Τόμο του 1850, με τον οποίον δόθηκε το Αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και από τις μετέπειτα Πατριαρχικές και Συνοδικές Πράξεις με τις οποίες γίνονταν προσαρτήσεις διαφόρων άλλων περιοχών που ελευθερώνονταν και προσαρτόνταν στο Βασίλειο της Ελλάδος. Σύμφωνα με τον Συνοδικό Τόμο του 1850, υπερτάτη Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. “Η εν τω Βασιλείω της Ελλάδος Ορθόδοξος Εκκλησία αρχηγόν έχουσα και κεφαλήν, ως και πάσα η καθολική και Ορθόδοξος Εκκλησία, τον Κύριον και Θεόν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν...”. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Αυτοκέφαλη “υπερτάτην Εκκλησιαστικήν αρχήν γνωρίζουσα Σύνοδον διαρκή, συνισταμένην εξ Αρχιερέων προσκαλουμένων αλληλοδιαδόχως κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, πρόεδρον έχουσαν τον κατά καιρόν ιερώτατον Μητροπολίτην Αθηνών”. Δηλαδή, ο Μητροπολίτης Αθηνών, ο οποίος αργότερα, το 1923, με απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος προσέλαβε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου, ενώ ήδη με τον νόμο της Γ' εθνοσυνελεύσεως του 1922 οι Επίσκοποι προσέλαβαν τον τίτλο του Μητροπολίτου, δεν θεωρείται “Πρώτος”, αλλά Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σαφώς στον Τόμο του 1850 προβλέπεται οι αρχιερείς να μνημονεύουν όχι τον Μητροπολίτη Αθηνών, αλλά την Ιερά Σύνοδο. “Του λοιπού αναγνωρίζεσθαι και μνημονεύεσθαι τω ονόματι Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δαψιλεύομεν δε αυτή και πάσας τας προνομίας, και πάντα τα κυριαρχικά δικαιώματα, τα τη ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή παρομαρτούντα, ίνα του λοιπού μνημονεύηται υπό των εν Ελλάδι Αρχιερέων εν ταις ιδίαις επαρχίαις ιερουργούντων του προέδρου αυτής, μνημονεύοντος Πάσης Επισκοπής Ορθοδόξου”. Με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1866, με την οποία δόθηκαν στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος οι επαρχίες της Επτανήσου (“αφομοιώσαντες και αναθέμενοι ολοσχερώς τη πνευματική και εκκλησιαστική αυτής δικαιοδοσία”), καταγράφεται ο απαραίτητος όρος: “υπαγόμεναι υπό την δικαιοδοσίαν και προστασίαν της αγιωτάτης Συνόδου της Εκκλησίας ταύτης, και προς αυτήν αναφερόμεναι, και άμεσον έχουσαι την σχέσιν και αναφοράν σύν τω μνημοσύνω και του ονόματος αυτής”. Με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1882 “περί της υπαγωγής των Επαρχιών Ηπείρου και Θεσσαλίας” στην Εκκλησία της Ελλάδος, ορίζεται πάλι ως ανωτάτη διοικητική αρχή η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς επίσης ορίζεται και το μνημόσυνο της Ιεράς Συνόδου υπό των Αρχιερέων. “...υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας αυτής διακυβερνάσθαι, προς αυτήν τε έχειν την κανονικήν και άμεσον υποταγήν και αναφοράν και του ονόματος αυτής μνημονεύειν”. Με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 δόθηκε “επιτροπικώς” η διοίκηση των Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, ήτοι Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και νήσων Ανατολικού Αιγαίου, στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Γράφεται στην Πράξη αυτή: “έγνωμεν και απεφασίσαμεν Συνοδικώς, τηρουμένου του επί των Επαρχιών τούτων ανωτάτου κανονικού δικαιώματος του Αγιωτάτου Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, η διοίκησις εν ταις επί μέρους των επαρχιών τούτων διεξάγηται εφεξής επιτροπικώς υπό της πεφιλημένης Αγιωτάτης Αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος”. Επίσης, στην πράξη αυτή διαλαμβάνεται ότι η ανωτέρα εκκλησιαστική αρχή είναι η Ιερά Σύνοδος. “Άμεσος ως εκ τούτου κεντρική και των Επαρχιών τούτων ανωτέρα εκκλησιαστική αρχή αναγνωρίζεται εφεξής η εν Αθήναις Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος”. Στο Θ' δε όρο γράφεται: “Οι εν Ελλάδι Μητροπολίται του Οικουμενικού Θρόνου μνημονεύουσι του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου”. Δηλαδή οι Μητροπολίτες των “Νέων Χωρών” θεωρούνται Μητροπολίτες του Οικουμενικού Θρόνου και καλούνται να μνημονεύουν μόνον το όνομα του Πατριάρχου. Μετά από λίγο διεξήχθη ένας διάλογος μεταξύ του Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος πάνω σε διάφορα θέματα που δημιουργήθηκαν, μεταξύ των οποίων και το μνημόσυνο υπό των αρχιερέων. Σε έγγραφο του Οικουμενικού Πατριάρχου Βασιλείου με ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου 1929, λίγους μήνες μετά την παράδοση της διοικήσεως των λεγομένων Νέων Χωρών στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, δίνονται πολλές επεξηγήσεις για τους όρους που διαλαμβάνονταν στην Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Κυρίως θα αναφερθώ εδώ στο θέμα της μνημονεύσεως υπό των Αρχιερέων. Αλλά πριν δούμε αυτό το σημείο νομίζω είναι καλό να τονίσουμε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι το “επιτροπικώς” ερμηνεύεται με την έννοια του χρόνου. Γράφεται: “καθόσον επιτροπικώς αύτη και υπό τύπον προσωρινότητος την διοίκησιν των εαυτής εκχωρήσασα”. Δεύτερον, ότι επανειλημμένως στο Πατριαρχικό αυτό έγγραφο γίνεται λόγος για τα δικαιώματα του Οικουμενικού Θρόνου πάνω σε αυτές τις Μητροπόλεις. Για παράδειγμα, προκειμένου να καταρτισθή ο κατάλογος των εκλογίμων προς αρχιερατείαν, γράφεται: “Όπως κατάλογος των προς αρχιερατείαν εκλεξίμων δια τας επαρχίας του Θρόνου, εγκρίνηται και υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως και τούτου όντος ενδείξεως των κανονικών δικαιωμάτων του Θρόνου, ου θίγοντος δε εν τη ουσία την θέσιν της επιτροπικώς αναλαβούσης την διοίκησιν αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος”. Σχετικά με το μνημόσυνο υπό των Αρχιερέων γράφεται επεξηγηματικά στα όσα διαλαμβάνονται στην Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928: “Οι των επαρχιών του Πατριαρχικού Θρόνου αρχιερείς μνημονεύωσι και εφεξής μόνον του Πατριαρχικού ονόματος ως του μνημοσύνου τούτου αποτελούντος μίαν των πρώτων και σπουδαιοτέρων κανονικών εκφάνσεων της διατηρουμένης κανονικής εκκλησιαστικής εξουσίας του Πατριαρχικού Θρόνου επί των περί ών πρόκειται επαρχιών αυτού, του δε συμνημοσύνου της Ιεράς Συνόδου δυναμένου εκληφθήναι ως μειώσεως της εξουσίας ταύτης”. Απαντώντας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος στο πατριαρχικό αυτό έγγραφο στο σημείο του μνημοσύνου γράφει: “Ζητείται όπως οι των Επαρχιών του Πατριαρχικού Θρόνου Αρχιερείς μνημονεύωσι και εφεξής μόνον του πατριαρχικού ονόματος, εν’ ω τα περί ών ο λόγος προκαταρκτικά γράμματα ώριζον ότι οι Αρχιερείς έμελλον ίνα μνημονεύωσι του τε Πατριαρχικού ονόματος και της Ιεράς Συνόδου. Τούτο δε και κανονικώς επιβάλλεται. Διότι κατά την γενομένην διοικητικήν αφομοίωσιν των εν Ελλάδι εκκλησιαστικών Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου μετά της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας ανετέθη μεν αυτή υπ’ αυτού επιτροπικώς η διοίκησις των Επαρχιών, αλλ’ υπό τον όρον της συμμετοχής των Αρχιερέων της διοικήσεως της Εκκλησίας. Η συμμετοχή αύτη παρέσχε τοις Αρχιερεύσι ως πρώτιστον δικαίωμα το παρεδρεύειν εν τη Συνόδω και συνδιοικείν την όλην Εκκλησίαν της Ελλάδος μετά των της Αυτοκεφάλου Αρχιερέων, των κατ’ έθος κρατήσαν μνημονευόντων της Ιεράς Συνόδου, το εκλέγειν και δικάζειν τους Αρχιερείς, επιλύειν πάν ζήτημα, συγκροτείν τέλος την ανωτάτην εν Ελλάδι Εκκλησιαστικήν Αρχήν. Όθεν η κανονική πράξις επιβάλλει του μνημονεύειν μεν αυτούς του Πατριαρχικού ονόματος εις ένδειξιν της πνευματικής αυτών εξαρτήσεως μνημονεύειν δε και της Ιεράς Συνόδου εις ένδειξιν της διοικητικής αυτών εξαρτήσεως, καθ’ όν τρόπον τούτο πράττουσιν οι της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Άτοπον τους μεν της Εκκλησίας ταύτης Αρχιερείς μνημονεύειν τους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως μελών της Ιεράς Συνόδου, τούτους δε μη μνημονεύειν των αδελφών αυτών”. Με νεώτερο έγγραφο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος εδέχθη τις απόψεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά σαφώς υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονούν έτι περισσότερο και πρέπει να εμμείνουν σε όσα έχουν αποφασισθή. Γράφεται χαρακτηριστικά: “Έγνωμεν μηδαμώς περαιτέρω περί των σημείων τούτων πολυπραγμονήσαι και εμμείναι εις όσα περί αυτών προλαβόντος ως αναγκαία κρίναντες απεφασίσαμεν, αλλά μετά πρόφρονος διαθέσεως, χάριν της εν πάσιν αρμονικής ομογνωμίας, τροποποιούντες την περί αυτών απόφασιν ημών, αποδέξασθαι πλήρως την περί αυτών γνώμην και την διατύπωσιν, ήτις εκτίθεται και επεξηγηματικώς αναλύεται εν τη ως άνω επιστολή της ημετέρας φίλης Μακαριότητος”. Με την ανάλυση αυτών των Συνοδικών εγγράφων φαίνεται ότι στην Εκκλησία της Ελλάδος ανωτάτη εκκλησιαστική αρχή είναι η Ιερά Σύνοδος, και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών λέγεται Πρόεδρος της Συνόδου και όχι “Πρώτος”, δηλαδή ακολουθείται το αρχαίο αποστολικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας, που είναι Συνοδικό. Στις “Νέες Χώρες” οι Αρχιερείς, που θεωρούνται ως Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου, θεωρούν ως “Πρώτον” τον Πατριάρχη, τον οποίον και μνημονεύουν, καθώς επίσης συμνημονεύουν και την Ιερά Σύνοδο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία ανήκουν διοικητικώς και συμμετέχουν στην διοίκησή της. Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν μνημονεύουν τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, γιατί δεν μπορούν να μνημονεύουν δύο “Πρώτους”, δύο κεφαλές. Η τυχόν εισαγωγή στο μνημόσυνο υπό των αρχιερέων του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών δημιουργεί πολλά προβλήματα. Αν γίνεται από τους Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, τότε όχι μόνον καταργείται ένας βασικός όρος του Συνοδικού Τόμου του 1850, αλλά και αναγκαστικά πρέπει να αλλάξουμε σύστημα διοικήσεως. Και αν γίνη από τους Αρχιερείς των “Νέων Χωρών”, τότε υπάρχει κανονικό πρόβλημα, αφού στην πραγματικότητα θα μνημονεύουν δύο κεφαλές, δύο “Πρώτους”, ήτοι τον Πατριάρχη και τον Αρχιεπίσκοπο. 3. Για να εισαχθή το μνημόσυνο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στις ιερουργίες των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπάρχουν δύο δυνατότητες. Θα τις παρουσιάσω, χωρίς βέβαια να θεωρηθή ότι τις αποδέχομαι, αφού η προσωπική μου άποψη είναι να παραμείνουν όπως έχουν τα πράγματα. Τις παραθέτω απλώς ως δυνατές λύσεις. Η πρώτη είναι να γίνη αλλαγή στους όρους του Συνοδικού Τόμου του 1850, καθώς επίσης και στις Πατριαρχικές και Συνοδικές Πράξεις του 1866, του 1882 και του 1928. Βεβαίως, για να γίνη μια τέτοια αλλαγή απαιτείται οπωσδήποτε η συμφωνία του Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της ελληνικής Πολιτείας, ακριβώς γιατί και οι προηγούμενες Πατριαρχικές Πράξεις έγιναν με την σύμπραξη των τριών αυτών παραγόντων. Ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 δόθηκε από το Πατριαρχείο, αφού δέχθηκε τις προτάσεις της ελληνικής Πολιτείας καθώς επίσης και την αίτηση και επιθυμία του Κλήρου και του λαού. Δεν μνημονεύεται εδώ η Ιερά Σύνοδος, γιατί την εποχή εκείνη η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν σχισματική, λόγω της αυτογνώμονης ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου, του λεγομένου “κακοκεφάλου”. Γράφεται στον Τόμο: “Ημείς οι δια της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος συνελθόντες εν πλήρει Συνόδω, προς καταρτισμόν της κανονικής ενότητος της εν Ελλάδι Εκκλησίας μετά των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ακούσαντες δια των επισήμων γραμμάτων των επισταλέντων ημίν παρά του ευσεβούς υπουργείου του θεοσώστου Κράτους της Ελλάδος, την τε περί τούτου αίτησιν του εκεί σύμπαντος ευσεβεστάτου Κλήρου και την συντρέχουσαν επιθυμίαν παντός του ορθοδόξου Ελληνικού λαού...”. Στην δε Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 γράφεται: “προφρόνως αποδεξαμένης συναινούσης και κυρούσης και της Εντίμου Ελληνικής Πολιτείας...”. Βέβαια, με την λεγομένη σύμπραξη δεν υπονοείται ότι υπέγραψαν και οι τρεις παράγοντες, αλλά ότι συνήργησαν, το ζήτησαν, και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό. Αλλά αυτή η λύση, κατά την γνώμη μου, δεν θα είναι επωφελής. Γιατί αν αρχίσουμε να αλλάζουμε τα Συνοδικά αυτά κείμενα, να επαναπροσδιορίζουμε και να επανεξετάζουμε τους όρους με τους οποίους παραχώρησαν είτε με αφομοίωση είτε με επιτροπική διοίκηση, τότε θα προχωρήσουμε και σε άλλες αλλαγές με απρόβλεπτες συνέπειες. Η δεύτερη δυνατότητα είναι, προκειμένου να μνημονεύεται από τους Μητροπολίτες ο Αρχιεπίσκοπος, πρέπει να θεωρήται, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, ως “Πρώτος”. Και για να γίνη αυτό πρέπει να αλλαγή το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι να παύση να είναι Συνοδικό και να γίνη ή Μητροπολιτικό ή Πατριαρχικό. Αν λειτουργήση η Εκκλησία της Ελλάδος με το Μητροπολιτικό σύστημα, τότε οι νυν Μητροπολίτες θα ονομασθούν επαρχιούχοι επίσκοποι και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μητροπολίτης, οπότε θεωρείται “Πρώτος” και μνημονεύεται. Αν λειτουργήση η Εκκλησία της Ελλάδος με το Πατριαρχικό σύστημα, τότε οι Μητροπολίτες μνημονεύουν τον Επίσκοπο Αθηνών ως “Πρώτον”. Έχω την γνώμη ότι δεν πρέπει να γίνη καμμία αλλαγή στο εκκλησιαστικό σύστημα διοικήσεως, γιατί στην πρώτη περίπτωση (Μητροπολιτικό σύστημα) θα γίνη μεγάλη αναταραχή και ανωμαλία και δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθή, αφού μάλιστα σήμερα υπάρχει μεγάλη δυστοκία στην παραχώρηση μερικών χωριών από μια Μητρόπολη σε άλλη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση (Πατριαρχικό σύστημα) θα ακολουθήσουν πολλές αλλαγές, ανακατατάξεις και θα χαθή η ειρήνη στην Εκκλησία. Και αυτό γιατί τότε θα τεθή το θέμα, σε ενδεχόμενη πατριαρχική ανύψωση, να προηγηθή η Εκκλησία της Κύπρου, ως αρχαιοτέρα Εκκλησία, αφού ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου αναγνωρίστηκε από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο. Και αν αυτό συμβή, τότε η Εκκλησία της Κύπρου, ως Πατριαρχείο, θα προηγηθή του Πατριαρχείου Μόσχας. Οπότε θα δημιουργηθούν μεγάλες αναστατώσεις στην Ορθόδοξη Εκκλησία. 4. Ύστερα από αυτήν την όχι εξαντλητική ανάλυση του θέματος, πρέπει να καταθέσω δύο προτάσεις που νομίζω και προσγειωμένες είναι και τιμητικές για την Εκκλησία της Ελλάδος, οι οποίες δεν θα δημιουργήσουν προβλήματα. Η πρώτη να παραμείνουν τα πράγματα όπως έχουν, να μην επιχειρηθή καμμία αλλαγή και μάλιστα να θεωρούμε τιμητικό ότι εμείς στην Εκκλησία της Ελλάδος διατηρούμε το αρχέγονο σύστημα της διοικήσεως, το Αποστολικό. Και αν άλλοι κάνουν λόγο για υποτίμηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή δεν υπάρχει “Πρώτος”, εμείς πρέπει να αντιτείνουμε ότι είναι τιμητικό, γιατί κρατούμε τα αρχαία ήθη και τις αρχαίες παραδόσεις. Είναι καλό να υπάρχη και μια Εκκλησία με αυτήν την μορφή διακυβερνήσεως, διότι έτσι διασώζεται η ιστορία και η εκκλησιολογία. Η δεύτερη πρόταση είναι, αν τελικά επικρατήση η άποψη να προχωρήσουμε σε σκέψεις και συζητήσεις για την εισαγωγή του “Πρώτου” στην Εκκλησία της Ελλάδος, τότε πριν τεθή το θέμα προς συζήτηση στην Ιεραρχία, πρέπει να γίνουν συζητήσεις μεταξύ αντιπροσώπων, τόσο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να γίνουν σαφείς οι προθέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γιατί αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν επιθυμή αλλαγές, άλλωστε ο Οικουμενικός Πατριάρχης πρόσφατα τόνισε ότι δεν θα δεχθή ούτε αύξηση, ούτε μείωση, ούτε τροποποίηση στα Συνοδικά αυτά κείμενα, τότε η συζήτηση στην Ιεραρχία και οι τυχόν αποφάσεις θα είναι πρόκληση για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα αντιδράση ανάλογα. Δηλαδή, αν ζητήση την αλλαγή η Εκκλησία της Ελλάδος και δεν την αποδεχθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τότε θα ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών προς χαράν όλων των εχθρών της πίστεως και της ενότητος της Εκκλησίας. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι πρέπει να προηγηθή διεξοδική συζήτηση μεταξύ των δύο Εκκλησιών, και ύστερα να εισαχθή το ζήτημα στην θεματολογία της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία θα συγκληθή τον προσεχή Οκτώβριο. Όλα αυτά εγράφησαν με την προσεκτική ανάλυση των εκκλησιαστικών και κανονικών κειμένων και μέσα από την προοπτική της ενότητος της Εκκλησίας και όχι μέσα από προσωπική προοπτική, και παρακαλώ πολύ τον αναγνώστη να τα εκλάβη μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αφού δεν υπάρχει ίχνος υποτιμήσεως των θεσμών, και εγράφησαν με πολύ μεγάλη αγάπη και προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κ. Βαρθολομαίο και προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλο. Ιούνιος 1999
|