|
Γ' 4 Περί υπερτιμιών και εξαρχιών* Είναι γνωστόν ότι οι Μητροπολίτες των “Νέων Χωρών” διατηρούν στην “φήμη” τους τον τίτλο του υπερτίμου και εξάρχου, ενώ οι Μητροπολίτες της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος δεν έχουν τον τίτλο του υπερτίμου και εξάρχου, διότι καταργήθηκαν οι τίτλοι αυτοί με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1843. Για τον τίτλο του υπερτίμου και εξάρχου υπάρχει μια μεγάλη ιστορία, την οποία παρουσιάζει ανάγλυφα ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος σε ειδική μελέτη του. Και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα αναφερθώ σε αυτό το σημείο. Απλώς θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις. 1. Στην αρχαία εκκλησιαστική - αποστολική παράδοση δεν υπήρχαν φήμες, τίτλοι και πολυχρονισμοί. Όλα αυτά προστέθηκαν με την πάροδο του χρόνου καί, βεβαίως, τότε που δόθηκαν ανταποκρίνονταν σε μερικές ανάγκες. Πράγματι, υπήρχαν υπέρτιμοι και έξαρχοι, αφού το “υπέρτιμος” αναφερόταν στην θέση και την σπουδαιότητα του κάθε θρόνου, ενώ το “έξαρχος” στην ειδική ευθύνη και αποστολή που ανελάμβανε ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης. 2. Με την πάροδο του χρόνου προστίθενται στην εκκλησιαστική ζωή νέα στοιχεία, τα οποία έχουν αξία, όταν έχουν ουσία και περιεχόμενο, αλλά δεν έχουν καμμία αξία, όταν δεν ανταποκρίνωνται στην πραγματικότητα. Η μη συμφωνία μεταξύ συμβόλου και συμβολιζομένου συνιστά τις περισσότερες φορές εκκοσμίκευση. Για παράδειγμα, στην αρχαία Εκκλησία εύχονταν με την ευκτική “σωθείης”, ενώ αργότερα αντικαταστάθηκε αυτή η ευχή με το “πολλά τα έτη”. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ευχών. Επίσης, οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν έχουν σχέση μόνον με την διαδοχή του θρόνου, αλλά και με την μετοχή του τρόπου των Αποστόλων. Είναι χαρακτηριστικό το απολυτίκιο που αναφέρεται σε Ιεράρχες: “Και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος των αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες, θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών, και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος, Ιερομάρτυς...”. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι η αποστολική διαδοχή δεν είναι μόνον μια σειρά χειροτονιών, αλλά διαδοχή και στην αποκαλυπτική αλήθεια. Σήμερα ομιλούμε για αποστολική διαδοχή και την συνδέουμε μόνον με την διαδοχή χειροτονιών χωρίς να βιώνουμε την πράξη και την θεωρία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτήν την εσωτερική διάσταση της αποστολικής διαδοχής την θεωρούμε ευσεβιστική ερμηνεία. Έτσι, αυτό το “τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος”, αντικαταστάθηκε με τις “φήμες”, τους πολυχρονισμούς κλπ., τα οποία, βέβαια, δεν είναι άχρηστα, όταν διασώζεται η όλη εκκλησιαστική παράδοση. 3. Θα επιχειρήσω μια μικρή ανάλυση του όρου “έξαρχος” για να φανή η σκοπιμότητα της υπάρξεως αυτού του τίτλου. Έξαρχος είναι εκκλησιαστικός τίτλος ο οποίος προήλθε από την πολιτική διοίκηση. Επί της εποχής του Ιουστινιανού υπήρχαν στρατιωτικοί έξαρχοι. Στην εκκλησιαστική ορολογία ο Έξαρχος έχει δύο σημασίες και έννοιες. Η πρώτη δηλώνει τον Μητροπολίτη που έχει τα πρωτεία σε μια περιοχή. Αυτό για να το καταλάβουμε πρέπει να γνωρίζουμε ότι στην αρχαία εκκλησιαστική διοίκηση υπήρχαν οι Μητροπόλεις και οι Επισκοπές. Κάθε Μητροπολίτης προΐστατο των Επισκόπων. Ο Έξαρχος προΐστατο των Μητροπολιτών. Την θέση του Εξάρχου μπορούμε να την δούμε σε μερικούς Κανόνες της Εκκλησίας. Στον θ' Κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου λέγεται σαφώς ότι η διαφορά δύο Κληρικών δεν πρέπει να λύεται από τα κοσμικά δικαστήρια, αλλά από τον Επίσκοπό τους. Η διαφορά του Κληρικού με τον Επίσκοπο να επιλύεται από την Σύνοδο της επαρχίας. Όταν ο Επίσκοπος ή Κληρικός αμφισβητή τον Μητροπολίτη της επαρχίας, πρέπει να αναφέρεται στον Έξαρχο της Διοικήσεως ή στον Πατριάρχη. Επομένως, υπάρχει μία διαβάθμιση. Ο Κανών έχει ως εξής: “Εί τις Κληρικός προς Κληρικόν πράγμα έχοι, μη εγκαταλιμπανέτω τον οικείον Επίσκοπον, και επί κοσμικά δικαστήρια κατατρεχέτω, αλλά πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω Επισκόπω, ή γούν γνώμη αυτού του Επισκόπου, παρ’ οίς αν τα αμφότερα μέρη βούλωνται, τα της δίκης συγκροτείσθαι, εί δε τις παρά ταύτα ποιήσοι, Κανονικοίς επιτιμίοις υποκείσθω. Εί δε και Κληρικός πράγμα έχει προς τον ίδιον, ή και προς έτερον Επίσκοπον, παρά τη Συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας Μητροπολίτην Επίσκοπος, ή Κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω, ή τον Έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ’ αυτώ δικαζέσθω”. Κατά τον Βαλσαμώνα “Έξαρχος της διοικήσεως εστιν ουχ ο εκάστης επαρχίας Μητροπολίτης, αλλά ο της όλης διοικήσεως Μητροπολίτης. Διοίκησις δ’ έστιν η πολλάς επαρχίας έχουσα εν αυτή”. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη, ο Έξαρχος της Διοικήσεως έχει μεγαλύτερο προνόμιο από τους άλλους Μητροπολίτες της Διοικήσεως. Οι Έξαρχοι φορούσαν πολυσταύρια στις εκκλησίες τους, τα οποία πολυσταύρια ήταν “φαιλόνια δια πολλών σταυρών κατεστιγμένα”. Όμως το προνόμιο του Εξάρχου απράκτησε μετά την Δ' Οικουμενική Σύνοδο. Και στον ιζ' Κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου ορίζεται ότι αν κάποιος αδικήται από τον Μητροπολίτη του να καταφεύγη “παρά τω εξάρχω της διοικήσεως”. Στην Σύνοδο της Καρθαγένης λέγεται ότι ο Επίσκοπος της πρώτης καθέδρας δεν πρέπει να λέγεται Έξαρχος των Ιερέων. “Ώστε τον της πρώτης καθέδρας Επίσκοπον μη λέγεσθαι Έξαρχον των Ιερέων ή άκρον Ιερέα, ή τοιουτότροπον τίποτε, αλλά μόνον Επίσκοπον της α' καθέδρας”. Αυτό σημαίνει ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των Επισκόπων, των Μητροπολιτών και των Εξάρχων. Δεν μπορεί ο κάθε Επίσκοπος να επιτελή το έργο και τα καθήκοντα του Εξάρχου. Η δεύτερη έννοια του Εξάρχου είναι ότι αποστέλλεται από τον Πατριάρχη ως αντιπρόσωπός του “πρός άσκησιν των πατριαρχικών δικαίων”. Με αυτήν την σημασία το έργο των Εξάρχων ήταν πολυδιάστατο. Υπήρχε ο Έξαρχος των μοναστηριών, ολοκλήρων γεωγραφικών περιφερειών “πρός κάρπωσιν των ετησίων”, ακόμη ανετίθετο η διοίκηση μιας περιφερείας, όπου “επιβλέπει, επιτηρεί αυτάς και πάντα τον εν αυταίς Κλήρον και λαόν, διδάσκει, παραινεί, εισηγείται τα σωτήρια, προτείνει τους υποψηφίους κληρικούς και πνευματικούς, κρίνει νομίμως και κανονικώς πάσας τας τρεχούσης φύσεως υποθέσεις εκκλησιαστικάς και κοσμικάς, ανακρίνει τους κληρικούς, καθιερώνει ναούς και γενικώς ασκεί πάντα τα πατριαρχικά δίκαια”. Επίσης, πατριαρχικοί Έξαρχοι διορίζονταν και οι Μητροπολίτες που αποστέλλονταν ως τοποτηρητές ή και πατριαρχικοί επίσκοποι στην θέση απολυομένου αρχιερέως. Με αυτήν την σημασία, και μάλιστα για διοικητικές υποθέσεις, για την κάρπωση των ετησίων κλπ., Έξαρχος μπορούσε να είναι Μητροπολίτης, Επίσκοπος, Ιερεύς, Αρχιμανδρίτης, Ηγούμενος, απλούς μοναχός και λαϊκός. Είναι γνωστές οι πατριαρχικές εξαρχίες που αποστέλλονται κατά τακτά διαστήματα ή όταν αναφύωνται διάφορα θέματα στο Άγιον Όρος και σε άλλες επαρχίες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επομένως, Έξαρχος στην παράδοση της Εκκλησίας λέγεται ή ο Μητροπολίτης μιας διοικήσεως που συγκαταλέγεται μεταξύ της Συνόδου της Επαρχίας και του Πατριάρχου, ή ο ειδικός αντιπρόσωπος του Πατριάρχου ο οποίος αποστέλλεται για την λύση μιας σοβαρής εκκλησιαστικής υποθέσεως. Αυτό κυρίως επικρατεί σήμερα, ενώ το πρώτο έχει εκλείψει. Ο τίτλος που παρέμεινε στις φήμες των Αρχιερέων των “Νέων Χωρών” υπενθυμίζει την παράδοση της Εκκλησίας στο σημείο αυτό. Είναι απλός τίτλος. Φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι οι τίτλοι Έξαρχος και υπέρτιμος σήμερα είναι ψιλοί τίτλοι και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Άλλωστε πολλοί Μητροπολίτες έχουν τις ίδιες υπερτιμίες και εξαρχίες. Για παράδειγμα με τον τίτλο “υπερτίμου και εξάρχου Κεντρικής Μακεδονίας”, επεφημούνται τρεις Μητροπολίτες, ο Λαγκαδά, ο Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, και ο Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες υπερτιμίες και εξαρχίες. 4. Η τυχόν εισαγωγή και στις “φήμες” των Μητροπολιτών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος υπερτιμιών και εξαρχιών θα δημιουργήση σύγχυση και αναστάτωση. Η εκκλησιαστική πραγματικότητα μας δείχνει ότι πολλοί Μητροπολίτες δεν είναι διατεθημένοι να δώσουν έστω και μια Ενορία σε άλλη Μητρόπολη. Το ερώτημα είναι, θα δεχθούν κάποιος άλλος Μητροπολίτης να λάβη μεγαλύτερη από αυτούς υπερτιμία και εξαρχία; Δεν νομίζω ότι είναι καιρός να δημιουργήσουμε τέτοια προβλήματα στην Εκκλησία. Βέβαια, το πρόβλημα του ψιλού τίτλου και της χρησιμοποιήσεως του ίδιου τίτλου στις “Νέες Χώρες”, δεν δημιουργεί προβλήματα, γιατί οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει σε αυτήν την κατάσταση. Αλλά η εισαγωγή των υπερτιμιών και εξαρχιών στις άλλες Μητροπόλεις είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήση προβλήματα. Νομίζω ότι, αντί να συζητούμε τέτοια θέματα, προφασιζόμενοι την ιστορία και ενεργώντας λίγο εθνικιστικά, θα ήταν προτιμότερο να ασχολούμαστε με σοβαρά θέματα, που έχουν σχέση με την ποιμαντική, ήτοι την ανάδειξη αληθινών ποιμένων και την εξάσκηση ορθοδόξου ποιμαντικής στον λαό. Ιούνιος 1999
|