Δ'

9.

4. Η Ιεραρχία της 10ης Μαΐου 1973

Το σκάφος της Ελλαδικής Εκκλησίας, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέμεινε ακυβέρνητο και γι’ αυτό συνεκλήθη η Ιεραρχία για την 10η Μαΐου του ιδίου έτους προκειμένου να επιληφθή της σοβαράς αυτής υποθέσεως.

Εν όψει της συγκλήσεως της Ιεραρχίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε αυστηρό έγγραφο προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο του οποίου το περιεχόμενο έχει ως εξής:

“Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κύριε Ιερώνυμε, Πρόεδρε της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Υμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.

Μετά μεγίστης προσοχής και ευαισθησίας επαγρυπνούντες επί του ιερού χρέους και των σεπτών δικαιωμάτων του Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού τούτου Θρόνου, και εν συναφεία, ως ήν επόμενον, παρακολουθούντες αμελητεί την εξέλιξιν τού, ως μη ώφελεν, ανακύψαντος θέματος παραβιάσεως όρων τινών του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του έτους 1928 και εν προσδοκία διατελούντες της αισίας εκβάσεως και αποκαταστάσεως της εντεύθεν προκυψάσης ανωμαλίας, εξαίφνης επληροφορήθημεν, ότι μέλλει ίνα συνέλθη εκτάκτως, την 10ην του προσεχούς μηνός Μαΐου, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος επί τω μόνω σκοπώ όπως προέλθη εις νέαν σύνθεσιν της Διαρκούς Ιεράς ταύτης Συνόδου.

Την τοιαύτην σημειουμένην νέαν εν τω καθόλου θέματι φάσιν Συνοδικώς θεωρήσαντες και αξιολογήσαντες, έγνωμεν ομοφώνως επιστείλαι τη Υμετέρα λίαν αγαπητή και περισπουδάστω ημίν Μακαριότητι και τη Ιερά Συνόδω της σεβασμίας Ιεραρχίας, εν συνεχεία προς όσα ήδη από της Μητρός Εκκλησίας δια των από ι' Φεβρουαρίου ε.έ., αριθμ. 73, Γραμμάτων ημών διεβιβάσθησαν και πρώτον μεν μετ’ εμφάσεως υπομνήσαι εκείνα, είτα δέ, εν ονόματι της εκκλησιαστικής τάξεως και ειρήνης, αξιώσαι ουδέν πλέον, ουδέν έλαττον, ειμή μόνον την των εκκλησιαστικοκανονικώς δια του Τόμου και της Πράξεως θεσπισμένων περί καταρτισμού εκάστοτε της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εν τη Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος τήρησιν και εφαρμογήν, δια της εκλογής, ως ώρισται, του ημίσεος των μελών της Συνόδου ταύτης εξ Ιεραρχών των ουτωσί καλουμένων Νέων Χωρών του Κλίματος του καθ’ ημάς Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, κατά τα αυτά δε πρεσβεία εκλογής και του ετέρου ημίσεος εκ των Ιεραρχών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος.

Θεωρούμεν μετά της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου την διδομένην ευκαιρίαν αρίστην προς επίλυσιν του δημιουργηθέντος εκκλησιαστικού προβλήματος και επάνοδον εις την ομαλότητα, δι’ ών οικοδομηθήσεται παραδειγματικώς η εκκλησιαστική ευταξία εν τω καθόλου συστήματι της Αγιωτάτης κατά Ανατολάς Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, και το Όνομα του Θείου Δομήτορος αυτής δοξασθήσεται.

Ουδαμώς αμφιβάλλοντες, ότι η Υμετέρα γερασμία Μακαριότης και η σεβασμιοπόθητος των Ιεραρχών χορεία μετά της δεούσης προσοχής θέλουσιν αξιοποιήσει την έγκαιρον ταύτην από της καθ’ ημάς Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας αξίωσιν αγάπης, τάξεως και ειρήνης, επευχόμεθα ευόδωσιν εν Κυρίω των εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Επιδηλούντες δ’ ότι αντίγραφα των Γραμμάτων τούτων κοινοποιούντες, εξ αποφάσεως, πάσι τοις Ιεράρχαις των Ιερών Μητροπόλεων του Κλίματος του καθ’ ημάς Πατριαρχικού Θρόνου, των εμπεπιστευμένων επιτροπικώς τη Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, προς προσωπικήν αυτών γνώσιν, ως ενδιαφερομένων περιπτυσσόμεθα την Υμετέραν Μακαριότητα και αύθις εν φιλήματι αγίω και διατελούμεν μετ’ αγάπης, αδελφικής και εξιδιασμένης τιμής.

Της Υμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος αγαπητός εν Χριστώ αδελφός”.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης παράλληλα κοινοποίησε το Πατριαρχικό αυτό Γράμμα και στους Αρχιερείς του Κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των λεγομένων “Νέων Χωρών”, με το εξής διαβιβαστικό:

“Ιερώτατε Μητροπολίτα,............

Εν όψει της μελλούσης ίνα συνέλθη τη 10η του προσεχούς μηνός Μαΐου εκτάκτως Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, προς καταρτισμόν νέας αυτής Δ.Σ., έγνωμεν, εξ αποφάσεως της περί ημάς αγίας και Ιεράς Συνόδου, απευθύναι τω Μακαριωτάτω Αρχιεπισκόπω Αθηνών και πάσης Ελλάδος Κυρίω Ιερωνύμω και δι’ αυτού τη Ιερά Συνόδω της Ιεραρχίας, τα εν τω περικλείστω αντιγράφω γράμματα, πληροφορήσαι τε τοις Ιερωτάτοις Ιεράρχαις των εν Ελλάδι Ιερών Μητροπόλεων του Κλίματος του καθ’ ημάς Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, των δια της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του έτους 1928 εμπεπιστευμένων επιτροπικώς τη Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, περί περιεχομένου αυτών, ως ενδιαφερομένοις.

Όθεν αποστέλλοντες και τη Υμετέρα λίαν αγαπητή ημίν Ιερότητι το ειρημένον αντίγραφον προς αποκλειστικήν γνώσιν αυτής, αιτούμεθα επ’ αυτήν την χάριν και το άπειρον έλεος του Κυρίου.

Απριλίου 26 1973”.

Με εκδοθέν Νομοθετικό Διάταγμα συγκαλείται έκτακτη Ιεραρχία για την 10η Μαΐου 1973, για την εκλογή των Προέδρων των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών, η οποία θα γινόταν με φανερή ψηφοφορία. Ωστόσο υπήρξαν αντιδράσεις εκ μέρους των Μητροπολιτών Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου και Φλωρίνης Αυγουστίνου, οι οποίοι τόνιζαν ότι η έκδοση Νομοθετικού Διατάγματος άνευ γνώμης της εκκλησιαστικής αρχής αποτελεί επέμβαση της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα, ότι θα έπρεπε αντί της συγκλήσεως της Ιεραρχίας να συγκροτηθή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατά τις διατάξεις της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928.

Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συνήλθε την 10η Μαΐου του 1973 για να αντιμετωπίση την όλη κατάσταση.

Πρό της συγκλήσεως της Ιεραρχίας ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος προέβη σε δηλώσεις, προφανώς για να επηρεάση το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Σύμφωνα με τις δηλώσεις που έγιναν την 8η Μαΐου έλεγε ότι δεν ισχύουν ο Συνοδικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική Πράξη του 1928. Σε δημοσίευμα του “Ορθοδόξου Τύπου” γράφεται:

“Εν τω μεταξύ, εγνώσθη, ότι την εσπέραν της Τρίτης 8-5-1973, ο κ. Ιερώνυμος είχε δώσει προς μετάδοσιν δια του Ραδιοφώνου και της Τηλεοράσεως δηλώσεις του, σχετικώς με την επιστολήν του Πατριάρχου. Αι δηλώσεις όμως αυταί δεν μετεδόθησαν, με αποτέλεσμα ο κ. Ιερώνυμος να μη αποστείλη αυτάς και εις τας εφημερίδας.

Συμφώνως προς τας γνωσθείσας πληροφορίας, ανέφερε, μεταξύ άλλων, εις τας δηλώσεις του αυτάς, ότι “εσεβάσθη πάντοτε το Πατριαρχείον, είναι πεπεισμένος περί της ιερότητος της αποστολής του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά διαφωνεί ότι ισχύει ο Τόμος του 1850 και η Πράξις 1928 και θεωρεί την επιστολήν του Πατριάρχου ως παρέμβασιν εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος”.

Και καταλήγει ο Μακ. κ. Ιερώνυμος:

“Επιθυμώ να δηλώσω, ότι η Εκκλησία μας, ως μία των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, δικαιούται να αξιώση όπως του λοιπού τυγχάνει υπό πάντων ανεξαιρέτως ίσου σεβασμού και αναλόγου προς τας λοιπάς Εκκλησίας μεταχειρίσεως και επ’ ουδενί λόγω είναι διατεθειμένη να δεχθή οιανδήποτε μείωσιν των εκ των Ιερών Κανόνων διαγραφομένων απαραγράπτων δικαιωμάτων”.

Στις δηλώσεις τις οποίες έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος για τις σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάρχουν πολλά αξιοπρόσεκτα σημεία. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθούν δύο ενδιαφέροντα σημεία.

Το πρώτο αναφέρεται στις Μητροπόλεις των “Νέων Χωρών”. Αφού επιχειρεί μια ιστορική διαδρομή, καταλήγει:

“Εκ των ανωτέρω καταφαίνεται, ότι η δοθείσα υπό του αειμνήστου προκατόχου μου λύσις ήτο μία λύσις κατ’ οικονομίαν, η οποία, ως γνωστόν, ούτε δικαιώματα γεννά, ούτε δίκαιον διαμορφώνει”.

Το δεύτερο σημείο αναφέρεται στον τρόπο συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Λέγει ο Αρχιεπίσκοπος:

“Ως προς την τελευταίως προβληθείσαν υπ’ αυτού αξίωσιν, όπως η εκλογή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος γίνεται κατά ωρισμένον τρόπον, δηλαδή κατά τα πρεσβεία της χειροτονίας, τούτο υπερβαίνει και τα υπό της Πράξεως του 1928 οριζόμενα. Εκεί, εις το άρθρον 2, ζητείται απλώς, όπως οι Μητροπολίται των Νέων Χωρών μετέχουν “κατ’ ίσον αριθμόν προς τους εκ των επαρχιών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος προσκαλουμένους Αρχιερείς”. Τούτο όχι μόνον το έχομεν δεχθή αλλ’ έχομεν και προσφάτως υπερθεματίσει εις αυτό. Αρκεί να σημειωθή, ότι εις την Ιεράν Σύνοδον του 1969-1972 μετείχον 8 Μητροπολίται των Νέων Χωρών και 3 μόνον εκ των της Παλαιάς Ελλάδος. Ως προς τον τρόπον της προσκλήσεώς των, η Πράξις αναφέρει μόνον, ότι καλούνται “κατά τον αυτόν τρόπον και σύστημα”, κατά τα οποία καλούνται και οι της Π. Ελλάδος. Επομένως, εφ’ όσον μεταβάλλεται ο τρόπος προσκλήσεως των Συνοδικών των προερχομένων εκ της Π. Ελλάδος, μεταβάλλεται και ο τρόπος της προσκλήσεως και των προερχομένων εκ των Μητροπόλεων των Ν. Χωρών. Πάσα άλλη αξίωσις, όθενδήποτε προερχομένη θα απετέλει ανάμειξιν εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος”.

Φαίνεται καθαρά ότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος εμμένει στην δια εκλογής συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η οποία κατά περιόδους μπορεί να έχη αυξομείωση του αριθμού των Ιεραρχών που θα προέρχωνται από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και από τις “Νέες Χώρες”. Και ναι μεν κατά την περίοδο 1969-1972 η Ιερά Σύνοδος αποτελούνταν από οκτώ (8) Μητροπολίτες που προέρχονταν από τις “Νέες Χώρες” και τρεις (3) Μητροπολίτες από την Παλαιά Ελλάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι σε άλλη περίοδο δεν θα ίσχυε διαφορετική αναλογία. Οπότε σαφώς παραβιαζόταν ο συγκεκριμένος όρος της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928.

Κατά την εφημερίδα “Βήμα” οι αρχιερείς που είχαν εκλεγή προ του Μαΐου 1967 ήταν αποφασισμένοι να προβούν στην συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, όπως επιτάσσει ο Συνοδικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική Πράξη του 1928. Επίσης, κατά τις πληροφορίες της εφημερίδος “τό Οικουμενικόν Πατριαρχείον φέρεται αποφασισμένον να μη ανεχθή ουδεμίαν παρέκκλησιν της εκτεθείσης εντολής του δια τον τρόπον συγκροτήσεως της Ιεράς Συνόδου της Ελλαδικής Εκκλησίας, εις τυχόν δε παραβάτας να επιβάλη αυστηράς πειθαρχικάς ποινάς, εξικνουμένας μέχρι και απομακρύνσεως εκ των μητροπολιτικών των εδρών”.

Την ίδια μέρα της συγκλήσεως της Ιεραρχίας, ήτοι την 10η Μαΐου 1973, δημοσιεύθηκε στο “Βήμα” κύριο άρθρο με τίτλο “Ο κ. Ιερώνυμος και η ανωμαλία στην Εκκλησία” και υπότιτλο: “Μεγάλη και η ευθύνη των Ιεραρχών”, το οποίο και παραθέτουμε στην συνέχεια:

“Παρακολουθούμενη από την εύλογη αγωνία Κλήρου και Λαού συνέρχεται σήμερα η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, με μοναδικό σκοπό να προβή στην συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Η απόφαση που καλείται να λάβη είναι καίρια. Γιατί ο τρόπος, με τον οποίο θα συγκροτηθή η νέα Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα σημάνη, είτε την παράταση της ανωμαλίας στον τρόπο διοικήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας, είτε την αρχή της επανόδου στην ομαλότητα. Γι’ αυτό και η σημερινή σύνοδος των ιεραρχών θα είναι τόσο κρίσιμη για το μέλλον της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Και η κρίση και η ένταση που επικρατεί έχουν κατά κοινή ομολογία πηγή την στάση του Προκαθημένου. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφ’ ής ανήλθε με την αριστίνδην σύνοδο στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο, δημιούργησε συνθήκες που απειλούν με διχασμό Ορθοδοξία, Κλήρο και Πλήρωμα. Στο βάθος της στάσεως αυτής πιστοποιείται η φιλοδοξία του να διοικήση την Εκκλησία κατά τρόπο ασύμφωνο προς τις μακραίωνες δημοκρατικές παραδόσεις της και να δημιουργήση συνθήκες απόλυτης επιβολής της θελήσεώς του. Εφτάσαμε έτσι στο σημείο να αμφισβητήται η νόμιμη ή μη παρουσία του Αρχιεπισκόπου επί κεφαλής της Εκκλησίας μετά την “αμετάκλητη” απόφαση της παραιτήσεώς του, να αίρεται αναδρομικώς η υπόσταση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να παρίσταται ανάγκη νομοθετικών μέτρων ισχυροποιήσεως των πράξεών της, να εκσπά πρωτοφανής ανοικτή διαμάχη της “θυγατρός” με την “μητέρα” Εκκλησία, να διχάζεται η Εκκλησία εξ αιτίας του αντικανονικού νόμου των ιεροδικείων, και να διατυπώνωνται οξείες δημόσιες αντεγκλήσεις μεταξύ Αρχιερέων, έτσι που να συντηρήται μια πρωτοφανής ένταση τροφοδοτούμενη από την άρνηση του Προκαθημένου για παροχή συγγνώμης και για συμφιλίωση. Το Χριστεπώνυμο πλήρωμα διαβλέπει ότι όλες αυτές οι ανωμαλίες οφείλονται στην μη αποκρυπτόμενη πλέον επιθυμία του κ. Ιερωνύμου, κινουμένου με εκπληκτική άνεση μεταξύ παραιτήσεως και ενεργείας, να διοικήση την Εκκλησία αυταρχικά επικουρούμενος από τους Αρχιερείς της ιδικής του υποδείξεως. Όλο το πρόβλημα είναι η ενός ανδρός αρχή, την οποία ούτε ο λαός ούτε ο κλήρος είναι δυνατόν να δεχθούν.

Καθολική είναι η ευχή να τερματισθή η ανωμαλία και η αναταραχή στους κόλπους της Εκκλησίας. Εφ’ όσον όμως ο κ. Ιερώνυμος αποδειχθή διατεθειμένος να επιβάλη τελικά τις θελήσεις του, δεν πρόκειται να αναχαιτισθή η έκρυθμη αυτή κατάσταση. Οι νομικές αμφισβητήσεις που συνοδεύουν αυτή τη στιγμή αυτή τη σύγκληση και λειτουργία της Ιεραρχίας είναι φυσικό να διαιωνισθούν και οι αιφνιδιασμοί των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας να αναζωπυρώνουν τις διενέξεις και να ρίχνουν νέο λάδι στη φωτιά.

Το πιο θεμελιώδες θέμα επί του οποίου είναι αναγκαία η οριστική τομή, είναι το θέμα των σχέσεων με το Πατριαρχείο και επομένως το θέμα της συνθέσεως της Διαρκούς Συνόδου κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης και με ίσο αριθμό Μητροπολιτών από τις παλιές και νέες χώρες. Το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνον εκκλησιαστικό. Είναι και εθνικό. Δεν είναι δυνατόν, για να ενισχυθή η συγκεντρωτική εξουσία του Προκαθημένου, να διαρραγούν οι δεσμοί με τον Οικουμενικό Θρόνο και η Ελλαδική Εκκλησία να καταφέρη πλήγμα μητραλοίου κατά του κύρους του Φαναρίου, την ώρα που χειμάζεται ποικιλότροπα το Οικουμενικό Πατραρχείο. Εκείνο το οποίο επιθυμούν οι Τούρκοι ολοκληρώνεται με ελληνική πρωτοβουλία. Είναι τόσο εξώφθαλμα αντίθετη με το εθνικό συμφέρον η καινοτομία του κ. Ιερωνύμου, που άλλωστε κανένα σκοπό δεν υπηρετεί, εκτός από την εξασφάλιση της ανέλεγκτης ασκήσεως της εξουσίας, ώστε και αν ακόμη δεν υπήρχαν πατριαρχικά δικαιώματα, θα έπρεπε να τα εφεύρωμε. Από την άποψη αυτή δεν είναι απλώς επιπόλαιη αλλ’ εξοργιστική η προσπάθεια που άρχισε ο κ. Ιερώνυμος – και που συνεχίζει πρόσφατα ο άγιος Αττικής, χαρακτηρίζοντας μάλιστα κατά τρόπο απάδοντα στο ιερατικό σχήμα τους αντιτιθεμένους στις απόψεις αυτές, μεταξύ των οποίων προφανώς και τον Πατριάρχη, ως παγανά (ή όπως διορθώθηκε εκ των υστέρων, ως παγιδευτάς) – να θεμελιωθή νομικά η έλλειψη δικαιωμάτων του Φαναρίου στις Μητροπόλεις των νέων χωρών και τη σύνθεση της Συνόδου. Αρκετό είναι το ενδεχόμενο πλήγμα κατά του Πατριαρχείου με το θεσπισθέν όριο ηλικίας για τον Αρχιεπίσκοπο, που έγινε για να απομακρυνθή παρά την θέλησή του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο νομίμως εκλεγμένος Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ο Β'. Οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις είχαν άλλοτε απορρίψει το νομοθετικό αυτό μέτρο, γιατί είχαν την πρόνοια να σκεφθούν ότι μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθή σε βάρος του Πατριάρχη. Είναι ανάγκη στην κρίσιμη αυτή στιγμή να απογυμνώνωμε το Πατριαρχείο από κύρος και δύναμη; Θα δεχθούμε, για να υπηρετηθούν οι προθέσεις του κ. Ιερωνύμου, να οδηγηθούμε σε σχίσμα και σύγχρονα να εκθέσωμε ανεπανόρθωτα τον Πατριάρχη, ως στερούμενον της Ελλαδικής υποστηρίξεως;

Είναι μεγάλες οι ευθύνες των Ιεραρχών και ιστορική η στιγμή. Ας υψωθούν πάνω από τα προσωπικά πάθη και τις ατομικές φιλοδοξίες, ας χειραφετηθούν από την επιρροή των αντίθετα φρονούντων, ας απαλλαγούν από τον φόβο της δαμοκλείου σπάθης του 214, που εξακολουθεί να απειλή τις ελεύθερες γνώμες στον εκκλησιαστικό χώρο και ας εξασφαλίσουν την ενότητα στην ορθοδοξία και τη γαλήνη στον απειλούμενο με διχασμό κλήρο και λαό. Με το πνεύμα αυτό οι Αρχιερείς “ανακρινέτωσαν αλλήλους τα δόγματα της ευσεβείας και τας εμπιπτούσας εκκλησιαστικάς αντιλογίας διαλυέτωσαν” (ΛΖ’ Αποστολικός Κανών)”.

Επίσης την ίδια μέρα έκανε σημαντικές δηλώσεις και ο Μητροπολίτης Κορινθίας Παντελεήμων:

“Σήμερον συνέρχεται η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος δια να εκλέξη τους Προέδρους των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών αυτής, οι οποίοι και θα αποτελέσουν τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Ως προς την ανάγκην της ισχύος των πρεσβείων της αρχιερωσύνης και του ίσου αριθμού συνοδικών έκ τε της Παλαιάς Ελλάδος και των Νέων Χωρών έχουν ήδη πολλά γραφή. Εν τούτοις το τελευταίον έγγραφον του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Δημητρίου θέτει τα πράγματα εις την αρμόζουσαν θέσιν.

Κατά το προσφάτως δημοσιευθέν Νομοθετικόν Διάταγμα υπ’ αριθ. 1382)73 ορίζεται, ότι εάν η Σύνοδος της Ιεραρχίας δι’ οιονδήποτε λόγον δεν προβή κατά το τριήμερον χρονικόν διάστημα των εργασιών της εις συγκρότησιν Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τότε η Κυβέρνησις θα ορίση τον Πρόεδρον, τον Αντιπρόεδρον και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου.

Εάν η Πολιτεία ευρεθή εις την ανάγκην να προβή η ιδία εις την συγκρότησιν Ιεράς Συνόδου, ημείς φρονούμεν, ότι αύτη σεβομένη την ευαισθησίαν του Ελληνικού Λαού έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα συγκροτήση Ιεράν Σύνοδον κατά τας διατάξεις του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, ήτοι εξ αρχιερέων καλουμένων κατ’ ίσον αριθμόν και κατά τα πρεσβεία της αρχιερωσύνης εκ μητροπόλεων της Παλαιάς Ελλάδος και των Νέων Χωρών.

Εάν ο τρόπος συγκροτήσεως της νέας Ιεράς Συνόδου αποτελεί ένα πελώριον πρόβλημα, εξ ίσου μεγάλο πρόβλημα δημιουργείται κατά την σημερινήν Σύνοδον της Ιεραρχίας λόγω της θέσεως του υπό παραίτησιν διατελούντος κ. Ιερωνύμου.

Φρονούμεν ότι η θέσις του κ. Ιερωνύμου είναι εξαιρετικώς λεπτή μετά την υποβληθείσαν παραίτησίν του εκ του Θρόνου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Και τούτο, διότι:

• Θα προκαλέση λόγους υποβολής αιτήσεων ακυρώσεως της αποφάσεως συγκροτήσεως της Ιεράς Συνόδου ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας.

• Ανώτατα στελέχη της Πολιτείας και της Εκκλησίας, υποβαλόντα την παραίτησίν των εκ των θέσεών των, δεν είναι ηθικώς επιτρεπτόν να επανέλθουν εις την θέσιν, εξ ής οικεία βουλήσει απεχώρησαν.

• Ο κ. Ιερώνυμος με όσα υπογραμμίζει εις το έγγραφον της παραιτήσεώς του ως λόγους αυτής, αυτός ο ίδιος έχει αποκόψει και πάσαν γέφυραν, επιτρέπουσαν την επιστροφήν του είς τον Αρχιεπισκοπικόν του Θρόνον.

• Αι αμφιταλαντεύσεις του κ. Ιερωνύμου μετά την επισήμως υποβληθείσαν παραίτησίν του έδωσαν αφορμήν εις διατύπωσιν ποικίλων σχολίων, εξ ών κλονίζεται το κύρος αυτού.

Εκ των εκτεθέντων γεννάται το ερώτημα:

Πώς θα έλθη ο κ. Ιερώνυμος εις την Σύνοδον της Ιεραρχίας και πώς θα θελήση να προεδρεύση αυτής;

Ο κ. Ιερώνυμος επιβάλλεται να ενθυμηθή το κείμενο του προσφάτου εγγράφου της παραιτήσεώς του και να πράξη ό,τι του επιβάλλει η αρχιερατική του συνείδησις.

Το τοιούτον θα είναι όντως μία υπηρεσία του εις την Εκκλησίαν”.

Στην κρίσιμη αυτή Συνεδρίαση της Ιεραρχίας της 10ης Μαΐου παρευρέθησαν 63 Μητροπολίτες, αφού απουσίασαν λόγω ασθενείας οι Μητροπολίτες Γρεβενών Χρυσόστομος και Λήμνου Παντελεήμων και δεν προσήλθαν οι Μητροπολίτες Ξάνθης Αντώνιος και Μαντινείας Θεόκλητος.

Τα όσα σημειώσαμε προηγουμένως για τα επίσημα Πρακτικά της Ιεραρχίας του Νοεμβρίου 1972 ισχύουν και για την Ιεραρχία της 10ης και 12ης Μαΐου 1973. Δηλαδή, δεν εντοπίσθηκαν στο Αρχείο της Ιεράς Συνόδου τα Πρακτικά των δύο αυτών Συνεδριάσεων. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα στηριχθούμε πάλι στις πληροφορίες και τις αναλύσεις που έδωσαν σε δημοσιογράφους οι Μητροπολίτες μέλη της Ιεραρχίας, οπότε το υλικό είναι άμεσο και πρωτογενές.

Εδώ πρέπει να σημειωθή ότι ο κ. Αθανάσιος Σακαρέλλος, ο οποίος ήταν δικηγόρος του προσφεύγοντος Μητροπολίτου Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, και αργότερα δικηγόρος της Ιεράς Συνόδου για προσφυγή που έκαναν άλλοι Αρχιερείς, μου παρέδωσε τον σχετικό φάκελλο που τηρεί στο Αρχείο του. Μέσα σε αυτόν υπάρχουν και τμήματα των Πρακτικών της 10ης και 12ης Μαΐου 1973, που δόθηκαν επισήμως από την Ιερά Σύνοδο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν συζητήθηκε η προσφυγή στο Ανώτατο αυτό Ακυρωτικό Συμβούλιο, και θα παρατεθούν πιο κάτω.

Πριν την έναρξη της συνεδριάσεως της Ιεραρχίας της 10ης Μαΐου 1973 κατατέθηκαν στην Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου τρία έγγραφα. Το πρώτο ήταν δήλωση – έκκληση 25 Μητροπολιτών για να συγκροτηθή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατά τα πρεσβεία αρχιερωσύνης. Το δεύτερο ήταν δήλωση τριών Μητροπολιτών –Ναυπακτίας Δαμασκηνού, Μυτιλήνης Ιακώβου και Πρεβέζης Στυλιανού– στο οποίο διατυπωνόταν η άποψή τους ότι η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου με εκλογή είναι το καλύτερο σύστημα, διότι δι’ αυτού εκλέγονται οι καλύτεροι. Και το τρίτο ήταν ένσταση του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου κατά της παρουσίας του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στην συνεδρίαση της Ιεραρχίας.

Ειδικά το πρώτο κείμενο έχει ως εξής:

“Προς το Σώμα της Σεπτής Ιεραρχίας

Εν πλήρει συναισθήσει της έναντι του Θεού και της Εκκλησίας ευθύνης και της παρούσης δυσχερούς Εκκλησιαστικής καταστάσεως, έγνωμεν και απεφασίσαμεν, ίνα υποβάλωμεν την πρότασιν, όπως:

Η συγκρότησις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου γίνη βάσει των πρεσβείων της Αρχιερωσύνης, αρχής γινομένης εκ της κορυφής και εφεξής κατ’ ισομοιρίαν εκ των δύο πινάκων των Ιεραρχών της Παλαιάς Ελλάδος και των Νέων Χωρών, συνωδά τω Πατριαρχικώ Τόμω του 1850 και τη Πατριαρχική και Συνοδική Πράξει του 1928 και συμφώνως προς την απ’ αρχής ισχύσασαν παρ’ ημίν Κανονικήν Τάξιν, από της συστάσεως του Αυτοκεφάλου.

Θεωρούμεν τούτο απαραίτητον και λυσιτελές:

• Δια την ειρήνην, την αγάπην, την συνεργασίαν και την ενότηταν της Αγίας Εκκλησίας.

• Δια την αποφυγήν μείζονος σκανδαλισμού των πιστών τέκνων της Εκκλησίας.

• Δια την αποτροπήν των σχεδίων των ποικιλωνύμων αιρέσεων εκμεταλλευομένων τας εν τη διοικήσει αδυναμίας της Εκκλησίας ημών.

• Δια την αποφυγήν επιβολής λύσεων, επί των Εκκλησιαστικών θεμάτων, έξωθεν.

• Δια την διατήρησιν των σχέσεων αγάπης και κοινωνίας προς το δοκιμαζόμενον Οικουμενικόν Πατριαρχείον μας.

• Και δια την αποτροπήν νέων περιπετειών (προσφυγών κλπ.) ουδαμώς εποικοδομητικών, δια το χριστεπώνυμον πλήρωμα.

Εν όψει δε και της άρτι γενομένης ρητής διακοινώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου τη Εκκλησία ημών, μάλιστα προς τους πνευματικώς υποκειμένους Αυτώ Αρχιερείς των Νέων Χωρών”.

Οι αρχιερείς επέμεναν να αναγνωσθούν και τα τρία υποβληθέντα έγγραφα, τα οποία τελικά αναγνώσθηκαν.

Επεισόδια δημιουργήθηκαν σχετικά με το έγγραφο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για το θέμα αυτό υπάρχουν δύο ρεπορτάζ, το ένα του “Βήματος” και το άλλο του “Ορθοδόξου Τύπου”.

Κατά το “Βήμα”, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής:

“Τότε προεκλήθη αναστάτωσις εις την αίθουσαν, καθόσον πολλοί μητροπολίται εφώναζαν, ότι πρέπει να ανακοινωθή εις την Ιεραρχίαν και το κείμενον του εγγράφου, το οποίον απέστειλεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης εις τον κ. Ιερώνυμον. Ο κ. Ιερώνυμος, απαντών εν οργή, είπεν, ότι όντως ελήφθη έγγραφον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά, αν αναγνωσθή εν τη αιθούση των συνεδριάσεων της Ιεραρχίας, ενδέχεται να προκληθούν ακυρότητες και να υποβληθούν προσφυγαί εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, καθόσον –ως είπεν– το Πατριαρχείον επεμβαίνει εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μητροπολίτης Φλωρίνης: Τί είναι αυτά που λέτε; Έχετε υποχρέωσιν να το ανακοινώσετε το πατριαρχικόν έγγραφον εις την Ιεραρχίαν. Να ακουσθή εντός αυτής της αιθούσης η φωνή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αλλά, Μακαριώτατε, πρέπει να μας διαβάσετε και την δική σας απάντησιν προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Και πρέπει να το ακούσουμε όλοι μας, για να διαπιστώσουμε τί είναι εκείνα που εγράψατε και ενώ είχατε προγραμματίσει να τα ανακοινώσετε από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, επενέβησαν αρμόδιοι παράγοντες της Πολιτείας και απηγόρευσαν κάθε ανακοίνωσιν.

Ο κ. Ιερώνυμος δεν απήντησεν εις τας παρατηρήσεις του μητροπολίτου Φλωρίνης.

Μητροπολίτης Φλωρίνης: Εγώ δεν είμαι φίλος προσώπων. Είμαι φίλος θεσμών. Και ελέγχω τα πρόσωπα που καλύπτουν τους θεσμούς. Και ένας πελώριος θεσμός είναι το Οικουμενικόν Πατριαρχείον...

Την στιγμήν εκείνην εδημιουργήθη πανδαιμόνιον, διότι ο κ. Ιερώνυμος διέκοψεν την συνεδρίασιν και ήρχισαν να κινούνται προς την έξοδον της αιθούσης αρκετοί εκ των φίλων του μητροπολιτών.

– Σείς να φύγετε! Εμείς θα μείνωμε. Και η συνεδρίασις θα συνεχισθή, εφώναζαν πολλοί μητροπολίται προς τον κ. Ιερώνυμον και τους φίλους του.

Τέλος, αφού προεκλήθη και άλλος θόρυβος από μητροπολίτας των δύο αντιθέτων παρατάξεων, επανελήφθη η συνεδρίασις, αφού προηγήθη μικρά προσευχή.

Μετά την επανάληψιν της συνεδριάσεως ωμίλησαν οι μητροπολίται Κορινθίας κ. Παντελεήμων, Φιλίππων κ. Αλέξανδρος και Κίτρους κ. Βαρνάβας.

Ο Μητροπολίτης Κορινθίας, απευθυνόμενος προς την ομάδα των Ιερωνυμικών είπε:

“Βλέπετε ότι χάνετε τον αγώνα και φεύγετε. Είναι εντροπή. Να είσθε πραγματικοί αγωνισταί...”.

Ο μητροπολίτης Φιλίππων κ. Αλέξανδρος ετόνισε, μεταξύ άλλων, ότι είναι απαράδεκτος η τακτική της αποχωρήσεως, διότι δεν θα ολοκληρωθούν αι εργασίαι της Ιεραρχίας με αποτέλεσμα να έλθη η Πολιτεία και να διορίση νέαν αριστίνδην Ιεράν Σύνοδον.

“Καταλάβετέ το, κατέληξεν ο κ. Αλέξανδρος. Ημείς θα παραμείνωμεν εδώ και θα αποτελειώσωμεν τα θέματά μας””.

Κατά τις πληροφορίες του “Ορθοδόξου Τύπου” πριν αρχίση η ψηφοφορία έγινε ένα σοβαρό επεισόδιο σχετικά με την ανάγνωση της επιστολής που είχε ήδη αποστείλει ο Οικουμενικός Πατριάρχης στους Μητροπολίτες. Παρουσιάζεται το δημοσίευμα όπως έχει:

“Μετά ταύτα ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος είπε τα εξής:

Ιερώνυμος: Υπάρχει, Άγιοι αδελφοί, και μία επιστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την οποίαν γνωρίζετε διότι την απέστειλεν εις πολλούς εξ υμών, αλλά εδημοσιεύθη και εις τον Τύπον. Δεν προτίθεμαι να την αναγνώσω...

Φλωρίνης: Παρακαλώ, τί πράγματα είναι αυτά, Μακαριώτατε. Να διαβασθή επισήμως η επιστολή του Πατριάρχου.

Ιερώνυμος: Η επιστολή αποτελεί επέμβασιν εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Κορινθίας: Η επιστολή πρέπει να αναγνωσθή δια λόγους αρχής και σεβασμού προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Δεν πρόκειται περί επεμβάσεως, αλλά περί δικαίας θέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου δια την οποίαν οι πάντες εκφέρουν γνώμην. Δεν είναι νοητόν να μην αναγινώσκεται η επιστολή εις την σύνοδον της Ιεραρχίας.

Υπό αυτό πνεύμα ωμίλησε και ο Κίτρους κ. Βαρνάβας.

Φλωρίνης (δυνατά): Να διαβασθή.

Φωναί: Να διαβασθή, να διαβασθή.

Διακοπή.

Ιερώνυμος (κρούων τον κώδωνα): Διαλύω την συνεδρίασιν. Δεν είναι κατάστασις αυτή.

Ο Αρχιεπίσκοπος κατέρχεται από της θέσεώς του και κινείται προς την έξοδον. Δημιουργείται αναταραχή, όλοι εγείρονται και ομιλούν.

Φίλοι του Αρχιεπισκόπου τον πείθουν να παραμείνη. Και ο παριστάμενος Υπουργός Παιδείας τον παρακαλεί να συνεχίση”.

Τότε παρουσιάσθηκαν δύο ψηφοδέλτια για την συγκρότηση των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Το ένα προερχόταν από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο κατά εφαρμογή του άρθρου 6 παράγρ. Ι' του νέου Καταστατικού Χάρτη με τα ονόματα των Μητροπολιτών Σάμου, Κερκύρας, Χαλκίδος, Αττικής, Θήρας, Ξάνθης, Μυτιλήνης, Θεσσαλονίκης, Γυθείου και Σιδηροκάστρου. Το άλλο ψηφοδέλτιο ήταν ανεξάρτητο, το οποίο σχηματίσθηκε κατά τα πρεσβεία Αρχιερωσύνης και εξ ημισείας, ήτοι τα μισά μέλη προέρχονταν από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και τα άλλα μισά από τις “Νέες Χώρες”, όπως προέβλεπε η Συνοδική και Πατριαρχική Πράξη του 1928. Στην πραγματικότητα, στην ψηφοφορία εκείνη αντιπαρατάχθηκαν δύο απόψεις, εκείνοι που ήθελαν την εφαρμογή της Συνοδικής Πράξεως του 1928 και εκείνοι που ήθελαν την απάλειψη αυτού του όρου της Πατριαρχικής Πράξεως και τον διορισμό των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου από την Ιεραρχία.

Τελικά υπερίσχυσαν οι πρώτοι, δηλαδή κυριάρχησε η άποψη να εφαρμοσθή ο όρος της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Μεταξύ των Αρχιερέων που ψήφισαν αυτήν την πρόταση ήταν και τρεις Μητροπολίτες που εξελέγησαν από τον Ιερώνυμο, ήτοι οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανός, Ύδρας Ιερόθεος και Παραμυθίας Παύλος, ενώ ο Μητροπολίτης Χίου Χρυσόστομος έρριψε λευκό ψηφοδέλτιο.

Επομένως η συγκρότηση της Ιεράς Συνόδου έγινε από τους εξής Αρχιερείς:

Από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος ήταν οι Μητροπολίτες: Καλαβρύτων Γεώργιος, Πειραιώς Χρυσόστομος, Ναυπακτίας Δαμασκηνός, Θήρας Γαβριήλ και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

Και από τις “Νέες Χώρες” ήταν οι Μητροπολίτες: Μυτιλήνης Ιάκωβος, Ιωαννίνων Σεραφείμ, Μαρωνείας Τιμόθεος, Κοζάνης Διονύσιος, Πρεβέζης Στυλιανός.

Στο σημείο αυτό θα παρατεθή το επίσημο απόσπασμα Πρακτικού της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, το οποίο διασώζεται στο Αρχείο του δικηγόρου κ. Αθανασίου Σακαρέλλου.

“Επαναληφθείσης κανονικώς της συνεδρίας ο Μακαριώτατος Πρόεδρος λέγει: Άρχεται η ψηφοφορία δια την ανάδειξιν των Προέδρων των Μ.Σ.Ε. Θα ψηφίζη έκαστος εξ ημών τον Πρόεδρον εκάστης Επιτροπής, αρχής γινομένης από της Αρχιγραμματείας και εν συνεχεία κατά την εις το άρθρον 16 του Καταστατικού Χάρτου σειράν αυτών. Θα γίνωσιν επομένως 10 ψηφοφορίαι μία δι’ έκαστον εκ των Προέδρων, εάν –εννοείται– επιτευχθή η απόλυτος πλειοψηφία δια της πρώτης.

Ακολούθως άρχεται διεξαγομένη η ψηφοφορία ως εξής: (επισυνάπτονται τέσσαρες πίνακες ως “ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΔΕΙΞΙΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ Μ.Σ.Ε. (Μάϊος 1973)”).

Κατά την εκφώνησιν του ονόματος του Σεβ. Λήμνου εγειρόμενος ο Σεβ. Κίτρους είπε τα εξής:

Σεβ. Κίτρους: Έχω εις χείρας μου το υπ’ αριθμ. 259/8-5-1973 τηλεγράφημα εκ Μυρίνης του Σεβ. Λήμνου όστις, απουσιάζων δια λόγους υγείας εκ των Συνεδριών τούτων της Ι.Σ.Ι. με εξουσιοδοτεί, δυνάμει του άρθρου 4 του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 1/69, όπως τον εκπροσωπήσω κατά τας ψηφοφορίας. Το τηλεγράφημα τούτο καταθέτω εις την Αρχιγραμματείαν. Ενταύθα και ο Σεβ. Κοζάνης αναγινώσκει το υπ’ αριθμ. 166/9-5-73 εκ Γρεβενών Τηλεγράφημα του Σεβ. Γρεβενών, εξουσιοδοτούντος τούτον όπως κάμη χρήσιν κατά πλήρες δικαίωμα της ψήφου αυτού κατά τας ψηφοφορίας προς εκλογήν Προέδρων των Μ.Σ.Ε., συμφώνως τω άρθρω 4 του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 1/1969.

Σεβ. Αττικής: Ο Νόμος δεν το επιτρέπει.

Σεβ. Κίτρους: Εφ’ όσον παρεσχέθη προηγουμένως η άδεια της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, ίνα απουσιάσωσι των εργασιών αυτής οι δύο ούτοι Ιεράρχαι, έχουσι βάσει του Κανονισμού το δικαίωμα να ορίσωσιν εκπρόσωπον αυτών εις την ψηφοφορίαν.

Σεβ. Αττικής: Ο νόμος ρητώς αναγράφει ότι: “Ως εκλεγείς θεωρείται ο συγκεντρώσας τας περισσοτέρας των ψήφων, αίτινες όμως δεν δύνανται να είναι ελάσσονες της απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων Αρχιερέων”.

Σεβ. Μαρωνείας: Η διατύπωσις αύτη δεν συγκρούεται προς την Διάταξιν του Κανονισμού. Νομίζω ότι είναι αδυναμία του Νόμου, η οποία όμως, δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, δύναται να καλυφθή δια των κειμένων διατάξεων. Επομένως δεν υφίσταται θέμα ακυρότητος.

Ενταύθα η Ι. Σύνοδος της Ιεραρχίας εποιήσατο δεκτήν την άποψιν ότι εφ’ όσον οι Σεβ. Λήμνου κ. Παντελεήμων και Γρεβενών κ. Χρυσόστομος έτυχον αδείας απουσίας υπ’ αυτής, δικαιούνται όπως κατά το άρθρον 4 του Κανονισμού υπ’ αριθμ. 1/1969 ορίσωσιν ως εκπροσώπους αυτών κατά την ψηφοφορίαν ετέρους Ιεράρχας, και επομένως ενέκρινεν όπως τον μεν Σεβ. Λήμνου εκπροσωπήση ο Σεβ. Κίτρους τον δε Σεβ. Γρεβενών ο Σεβ. Κοζάνης.

Περατωθείσης δε της ψηφοφορίας και γενομένης της διαλογής των ψήφων επί 65 ψηφισάντων, αύτη έσχε τα εξής αποτελέσματα:

1) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί της Αρχιγραμματείας Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Σάμου κ. Παντελεήμων 31

β) Ο Σεβ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος 32

γ) Ο Σεβ. Ναυπακτίας κ. Δαμασκηνός 1

δ) Λευκαί   1

2) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί των Νομικανονικών ζητημάτων Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Κερκύρας κ. Πολύκαρπος 30

β) Ο Σεβ. Πειραιώς κ. Χρυσόστομος 29

γ) Ο Σεβ. Ξάνθης κ. Αντώνιος 4

δ) Ο Σεβ. Ύδρας κ. Ιερόθεος 1

ε) Λευκαί   1

3) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί της Θείας Λατρείας Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Θήρας κ. Γαβριήλ 27

β) Ο Σεβ. Κοζάνης κ. Διονύσιος 36

γ) Ο Σεβ. Ζιχνών κ. Νικόδημος 1

δ) Λευκαί   1

4) Δια την θέσιν του Προέδρου της Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Βερροίας κ. Παύλος 29

β) Ο Σεβ. Μαρωνείας κ. Τιμόθεος 34

γ) Ο Σεβ. Ξάνθης κ. Αντώνιος 1

δ) Λευκαί   1

5) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί των Υποθέσεων Εξωτερικού Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Μυτιλήνης κ. Ιάκωβος 58

β) Ο Σεβ. Φλωρίνης κ. Αυγουστίνος 1

γ) Ο Σεβ. Ύδρας κ. Ιερόθεος 1

δ) Ο Σεβ. Αττικής κ. Νικόδημος 1

ε) Ο Σεβ. Κίτρους κ. Βαρνάβας 1

στ) Λευκαί   3

6) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί της Θρησκ. Διαφωτίσεως και Τύπου Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Θεσσαλονίκης 30

β) Ο Σεβ. Ιωαννίνων 33

γ) Λευκαί 2

7) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί της Νεότητος και των Κατηχητικών Σχολείων Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Γυθείου κ. Σωτήριος 30

β) Ο Σεβ. Θήρας κ. Γαβριήλ 34

γ) Λευκαί 1

8) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί του Μοναχικού Βίου Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Χαλκίδος κ. Νικόλαος 29

β) Ο Σεβ. Πρεβέζης κ. Στυλιανός 34

γ) Λευκαί 2

9) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί του Ποιμαντικού Έργου της Εκκλησίας Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Σιδηροκάστρου κ. Ιωάννης 26

β) Ο Σεβ. Ναυπακτίας κ. Δαμασκηνός 37

γ) Ο Σεβ. Θεσσαλονίκης κ. Λεωνίδας 1

δ) Λευκαί 1

10) Δια την θέσιν του Προέδρου της επί των Οικονομικών Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α) Ο Σεβ. Αττικής κ. Νικόδημος 22

β) Ο Σεβ. Καλαβρύτων κ. Γεώργιος 35

γ) Ο Σεβ. Νικαίας κ. Γεώργιος 1

δ) Λευκαί 7

Συμφώνως τοις ως άνω αποτελέσμασι της διαλογής των ψήφων (τής α’ ψηφοφορίας) εξελέγησαν συμφώνως τω άρθρω 1 του Ν.Δ/τος 1382/73, ως Πρόεδροι οι Σεβ. Μητροπολίται:

1) Δια την Μ.Σ.Ε. επί της Θείας Λατρείας ο Σεβ. Σερβίων και Κοζάνης κ. Διονύσιος, πλειοψηφίσας δια ψήφων 36.

2) Δια την Μ.Σ.Ε. επί της Εκκλησιαστικής Παιδείας ο Μαρωνείας κ. Τιμόθεος, πλειοψηφίσας δια ψήφων 34.

3) Δια την Μ.Σ.Ε. επί των Υποθέσεων Εξωτερικού ο Μυτιλήνης Ιάκωβος, πλειοψηφίσας δια ψήφων 58.

4) Δια την Μ.Σ.Ε. επί της Θρησκ. Διαφωτίσεως και του Τύπου ο Ιωαννίνων κ. Σεραφείμ, πλειοψηφίσας δια ψήφων 33.

5) Δια την Μ.Σ.Ε. επί της Νεότητος και των Κατηχητικών Σχολείων ο Θήρας κ. Γαβριήλ, πλειοψηφίσας δια ψήφων 34.

6) Δια την Μ.Σ.Ε. επί του Μοναχικού Βίου ο Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Στυλιανός, πλειοψηφίσας δια ψήφων 34.

7) Δια την Μ.Σ.Ε. επί του Ποιμαντικού Έργου ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας κ. Δαμασκηνός, πλειοψηφίσας δια ψήφων 37, καί

8) Δια την Μ.Σ.Ε. επί των Οικονομικών ο Αιγιαλείας και Καλαβρύτων κ. Γεώργιος, πλειοψηφίσας δια ψήφων 35.

Ακολούθως επανελήφθη η ψηφοφορία δια τον Πρόεδρον της επί των Νομοκανονικών ζητημάτων Μ.Σ.Ε. Επιτροπής ως και δια τον Πρόεδρον της επί της Αρχιγραμματείας Μ.Σ.Ε., έχουσα ως εξής: (επισυνάπτονται τα Πρακτικά της επαναληπτικής ψηφοφορίας εκ σελίδων 6).

Γενομένης δε της διαλογής των ψήφων επί των επαναληπτικών ψηφοφοριών εξήχθησαν τα εξής αποτελέσματα:

Δια την θέσιν του Προέδρου της επί των Νομοκανονικών Ζητημάτων Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α)        Ο Σεβ. Κερκύρας κ. Πολύκαρπος  30

β)         Ο Σεβ. Πειραιώς κ. Χρυσόστομος  31

γ)         Ο Σεβ. Ξάνθης κ. Αντώνιος           3

δ)         Λευκαί           1

Δια την θέσιν του Προέδρου της επί της Αρχιγραμματείας Μ.Σ.Ε. έλαβον ψήφους:

α)        Ο Σεβ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος           35

β)         Ο Σεβ. Σάμου και Ικαρίας κ. Παντελεήμων       27

γ)         Λευκαί           3

Κατά συνέπειαν:

Πρόεδρος της επί των Νομοκανονικών Ζητημάτων Μ.Σ.Ε. εξελέγη ο Σεβ. Πειραιώς κ. Χρυσόστομος, λάβών ψήφους 31, και Πρόεδρος της επί της Αρχιγραμματείας Μ.Σ.Ε. εξελέγη ο Σεβ. Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, λαβών ψήφους 35.

Εν συνεχεία ο Μακαριώτατος εκφωνεί τα ονόματα των εκλεγέντων Σεβ. Συνοδικών Συνέδρων Μητροπολιτών, οίτινες εισίν οι ακόλουθοι:

1. Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος

2. Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Χρυσόστομος

3. Σεβ. Μητροπολίτης Κοζάνης κ. Διονύσιος

4. Σεβ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Τιμόθεος

5. Σεβ. Μητροπολίτης Μυτιλήνης κ. Ιάκωβος

6. Σεβ. Μητροπολίτης Ιωαννίνων κ. Σεραφείμ

7. Σεβ. Μητροπολίτης Θήρας κ. Γαβριήλ

8. Σεβ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Στυλιανός

9. Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Ευρυτανίας κ. Δαμασκηνός

10. Σεβ. Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Γεώργιος

Ακολούθως δε λέγει τα εξής: “Ευχόμεθα οι εκλεγέντες να εργασθώσι, όπως το επιθυμούσι, δια το καλόν της Εκκλησίας και του Ποιμνίου αυτών.

Αύριον το πρωί πρέπει να γίνη η συνεδρίασις των εκλεγέντων, δια να υποδείξωσιν εν συνεχεία εις την Ι.Σ.Ι. τα δύο Μόνιμα και δύο αναπληρωματικά Αρχιερατικά Μέλη δι’ εκάστην των Μ.Σ.Ε.”

Σεβ. Αργολίδος: Μακαριώτατε, έν τεχνικόν θέμα. Επειδή εκάναμε και ημείς Γραμματείς εις την Ιεράν Σύνοδον –προκειμένου να συνταχθώσιν και να υπογραφώσιν τα Πρακτικά, να συνέλθη αύριον η Ιεραρχία.

Μακαριώτατος: Τα Πρακτικά της ψηφοφορίας είναι έτοιμα, διότι η Αρχιγραμματεία είχε λάβει πρόνοιαν ώστε εις εκάστην σελίδα να έχη θέσιν δια να τεθή η υπογραφή του ψηφίσαντος Αρχιερέως. Εφ’ όσον αυτά θα υπογραφώσιν υπό των παρόντων επέχουν θέσιν και Πρακτικών και είναι και αμέσως έτοιμα.

Σεβ. Ελευθερουπόλεως: Νομίζω ότι τα πρακτικά αυτά είναι ελλειπή. Έχει προηγηθή συζήτησις.

Μακαριώτατος: Δεν πρόκειται περί αυτών των Πρακτικών. Περί των Πρακτικών της εκλογής ομιλώ.

Σεβ. Ελευθερουπόλεως: Θα μας διαβάσετε τα υπόλοιπα, εκείνα τα οποία είπαμε.

Μακαριώτατος: Θα παρακαλέσω να μη διαλυθώμεν προ του να υπογράψωμεν όλοι τα Πρακτικά. Θα παρακαλέσω δε τώρα να αρχίσωμεν αντιστρόφως κατά τα Πρεσβεία.

Οι Πρεσβύτεροι πρώτοι και κατόπιν οι άλλοι.

Ακολούθως προσήλθαν οι Σεβ. Σύνεδροι και υπέγραψαν τα Πρακτικά της εκλογής καθώς και ο παριστάμενος Υπουργός και εν συνεχεία ελύθη η συνεδρίασις δια του Αναστασίμου “Χριστός Ανέστη”.

Έπονται αι υπογραφαί”.

Μετά την συνεδρίαση της Ιεραρχίας ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος σε δηλώσεις του είπε τα ακόλουθα:

“Η εκλογή των νέων μελών δεν ήτο εκλογή προσώπων, αλλ’ εκλογή συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας. Πατριαρχικόν και Ιερωνύμειον σύστημα συνεκρούσθησαν. Ενίκησεν όχι το “Αριστίνδην” του κ. Ιερωνύμου, αλλά το Πατριαρχικόν, η αδιάβλητος αρχή συνθέσεως Συνόδου κατά πρεσβεία αρχιερωσύνης, η οποία εξασφαλίζει την ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ όλων των ιεραρχών και προφυλάσσει την Ιεραρχίαν από φατριαστικάς ενεργείας, φιλονεικίας και έριδας, αι οποίαι ήτο επόμενον να παρουσιάζωνται κατά το Ιερωνύμειον σύστημα, επινοηθέν επί τω σκοπώ συγκεντρώσεως όλης της εκκλησιαστικής εξουσίας εις το πρόσωπον ενός. Αυτό το φατριαστικόν και απολυταρχικόν πνεύμα διοικήσεως της Εκκλησίας κατεπολεμήθη κατά την χθεσινήν εκλογήν.

Με την εκλογήν της νέας Διαρκούς Ιεράς Συνόδου θα εξαλειφθή το κακόν; Απολύτως αισιόδοξος δεν δύναται να είναι κανείς. Διότι το κακόν είναι ως η Λερναία Ύδρα, εκ της οποίας, αποκοπτομένης μιας κεφαλής, εκβλαστάνει ετέρα. Δια τούτο χρειάζεται όχι μόνον Ηρακλής, αλλά και Ιόλαος.

Είναι λυπηρόν, ότι πολύς χρόνος εχρειάσθη δια να επιτευχθή το ανωτέρω αποτέλεσμα. Ανυποχώρητος ο Αρχιεπίσκοπος, δεν ηννόει ουδ’ επ’ ελάχιστον ν’ αποστή της υπ’ αυτού χαραχθείσης γραμμής της τόσον επικινδύνου δια την Εκκλησίαν. Και εχρειάσθησαν παρακλήσεις, αναφοραί, διαμαρτυρίαι, φωναί, αντεγκλήσεις, ζωηρά επεισόδια, μηνύσεις και τέλος προσφυγαί εις το Συμβούλιον της Επικρατείας. Πόσα σκάνδαλα εξ αιτίας του πείσματος δεν εδημιουργήθησαν! Θέατρον εγενήθημεν και αγγέλοις και ανθρώποις”.

Επίσης, ο ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Γεράσιμος Κονιδάρης δήλωσε μεταξύ των άλλων και τα εξής:

“Θερμά συγχαρητήρια ανήκουν βεβαίως εις την πλειοψηφίαν της Ιεραρχίας διότι δια της επαναφοράς δύο “Θεμελιωδών κανονικών αρχών και όρων του Συνοδικού Τόμου “περί Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος” του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, κατώρθωσαν να θέσουν την βάσιν δια την επαναφοράν της ομαλότητος της Διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η επάνοδος εις τα πρεσβεία αρχιερωσύνης, η κατ’ ισομοιρίαν εκπροσώπησις της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και των εν Ελλάδι Μητροπόλεων (τών Ν. Χωρών), του Οικουμ. Πατριαρχείου δεν επαναφέρει απλώς τα ίσα δικαιώματα των Μητροπολιτών εις το εκτελεστικόν της Ιεραρχίας σώμα, αλλά και αποκαθιστά τας σχέσεις προς την Μητέρα Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν.

Εξ άλλου, είναι απόλυτος ανάγκη, προς το συμφέρον της Ελληνικής Πολιτείας, να επανέλθουν αι διατάξεις: α) Περί καταλόγου εκλογίμων, β) Περί εκλογής από την Ιεραρχίαν, γ) περί της ετησίας συγκροτήσεως της Δ.Ι. Συνόδου και δ) Να εκδοθή αμέσως ο νέος Νόμος περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, ώστε να καταργηθή ο αντικανονικός 214/1967”.

Την επομένη ημέρα της συγκλήσεως της Ιεραρχίας, ήτοι την 11η Μαΐου 1973 συνήλθε στην πρώτη συνεδρίασή της η νέα Διαρκής Ιερά Σύνοδος προκειμένου να καταρτήση τον πίνακα των μελών των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών, ο οποίος θα υποβαλλόταν προς έγκριση ενώπιον της Ιεραρχίας, που θα συγκαλούνταν την επομένη ημέρα 12 Μαΐου. Πρέπει να υπογραμμισθή ότι κατά την πρώτη εκείνη συνεδρίαση ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, κατά τις πληροφορίες του “Βήματος”, τόνισε ότι “τό καλύτερον σύστημα συγκροτήσεως της Ιεράς Συνόδου δεν είναι το των πρεσβείων, αλλά το σύστημα της επιλογής των αρχιερέων το οποίον ο ίδιος ενέταξε εις τον νόμον περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος”.

Την 12η Μαΐου συνήλθε πάλι η Ιεραρχία για να εγκρίνη τα μέλη των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών ύστερα από την πρόταση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Κατά την διάρκεια της συνεδρίας έγινε το ακόλουθο επεισόδιο, κατά τις πληροφορίες του “Βήματος”:

“Εκρηκτική ήταν, σε διάφορα σημεία, η χθεσινή συνεδρίαση των μελών της Ιεραρχίας.

Αφορμή για την δημιουργία των επεισοδίων που σημειώθηκαν μεταξύ του κ. Ιερωνύμου και του μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως κ. Αμβροσίου, ήταν η τακτική του κ. Ιερωνύμου να μη επιτρέπη στον κ. Αμβρόσιο να ομιλήση. Όρθιος ο μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως ζητούσε την άδεια να ομιλήση, αλλά ο κ. Ιερώνυμος δεν το επέτρεπε.

–“Διαμαρτύρομαι δια την απαράδεκτον αυτήν τακτικήν”, φώναξεν ο κ. Αμβρόσιος.

–Ιερώνυμος: Πάψε...

–Αμβρόσιος: Ποιός είσαι εσύ που μου λές να πάψω... Με τί κύρος τα λέγουν αυτά...

Επηκολούθησε θύελλα.

Τότε ο κ. Ιερώνυμος διέκοψε την συνεδρίαση, ενώ ακούγονταν από τα διάφορα μέρη της αιθούσης ζωηραί φωναί μητροπολιτών, που άλλοι επεδοκίμαζαν τον μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως, ενώ άλλοι τον απεδοκίμαζαν.

Μετά την επανάληψη της συνεδριάσεως, ο κ. Αμβρόσιος κατέθεσε στην αρχιγραμματεία της Ιεραρχίας τα κείμενα δύο δηλώσεών του που καταχωρήθηκαν και στα πρακτικά της συνεδριάσεως”.

Η μία δήλωση έχει ως εξής:

 “”Διαμαρτύρομαι εντόνως δια το πείσμα, την αντιπάθειαν και την εκδηλωθείσαν εχθρότητα του Μακαρ. Ιερωνύμου έναντι του Σεπτού Οικουμενικού Θρόνου. Αι θερμαί εκκλήσεις και αι υπό πλείστων Σεβ. συνέδρων υποβληθείσαι προτάσεις περί διεξαγωγής ψηφοφορίας δια την ανάγνωσιν ή μή, του Πατριαρχικού Γράμματος, προσέκρουσαν εις την άτεγκτον άρνησιν του κ. Ιερωνύμου. Οι λόγοι, ούς επεκαλέσθη ούτος δια την εις το Συνοδικόν αρχείον απόρριψιν του Πατριαρχικού εγγράφου είναι αν μη τί άλλο, τουλάχιστον παιδαριώδεις. Το μίσος του κατά του Πατριαρχείου προέρχεται εκ του γεγονότος ότι τούτο υψώθη ως ανυπέρβλητος φραγμός και ασάλευτος βράχος επί του οποίου εθραύσθησαν και διελύθησαν εις αφρούς τα υπερφίαλα σχέδιά του: Περί εξευτελισμού του επισκοπικού αξιώματος, περί καταλύσεως του δημοκρατικού διοικητικού συστήματος της Εκκλησίας μας, περί καθυποτάξεως Ταύτης εις τας αντικανονικάς απολυταρχικάς επιθυμίας και δεσποτικάς ορέξεις του και της εγκαθιδρύσεως παραταξιακού και φατριαστικού “καπετανάτου” εν τη Εκκλησία. Η επίμονος και ανένδοτος άρνησίς του εις το αίτημα συμπάσης της Ιεραρχίας περί μη αναγνώσεως του Πατριαρχικού Συνοδικού Εγγράφου, αποτελεί, πρωτοφανή και ανεπανάληπτον εις ασέβειαν εκδήλωσιν του Μακ. κατά της χειμαζομένης Μητρός Εκκλησίας και καίριον εις τας σχέσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Ελλαδικής Εκκλησίας πλήγμα! Ο ιστορικός του μέλλοντος θα σταθή με φρίκην προ τούτου του Ιστορικού Περιστατικού και θα σχολιάση πικρώς τας ασεβείς και αδικαιολογήτου εχθρότητος και εμπαθείας πράξεις του Ιερωνύμου και των ομοφρόνων αυτών αρχιερέων.

Εν τούτοις, παρά την λυσσώδη κατά του Πατριαρχείου αντίδρασιν του Μακαριωτάτου και τα μέτρα άτινα μετήλθεν η εν διαρκή επιφυλακή και εγρηγόρσει τελούσα εκκλησιαστική “κάστα”, ίνα κατά Σεβ. άγιον Κορινθίας εκφρασθώ, αι προσπάθειαι περί επικρατήσεως του πονηρωτάτου εκλογικού συστήματος απέτυχον. Και τα όνειρά των περί καθυποδουλώσεως της Εκκλησίας εις την Ιερωνυμικήν απολυταρχίαν εναυάγησαν και τα σχέδιά των άρδην ανετράπησαν. Ο Θεός ελυπήθη την Εκκλησίαν Του, ήν και ανέστησεν εκ του σκοτεινού και παγερού τάφου της Ιερωνυμικής δεσποτείας.

Το θριαμβευτικόν αποτέλεσμα της προχθεσινής ψηφοφορίας καίπερ διεξαχθείσης δι’ ανελευθέρου εκλογικού συστήματος, υπήρξεν η πανηγυρική δικαίωσις των μετά σθένους και αποφασιστικότητος ηρωϊκώς αγωνισαμένων ευαρίθμων κληρικών και λαϊκών δια την συντριβήν του ιερωνυμικού εκκλησιαστικού καθεστώτος, το οποίον θα παραμείνει αλησμόνητον και θα ενθυμίζει μεσαίωνα. Η 10η Μαΐου, Σεβασμιώτατοι Πατέρες του έτους 1973, δια τε τον Μακαριώτατον Ιερώνυμον και τους φίλους του υπήρξεν πράγματι αποφράς ημέρα. Είθε ν’ αποβή τελικώς το Βατερλώ της σταδιοδρομίας των.

Αντιθέτως, η ιδία ημερομηνία δια την Ελλαδικήν Εκκλησίαν και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θ’ αποτελή λαμπρόν ιστορικόν σταθμόν, δια δε την πρώτην, απαρχήν της λυτρώσεώς της από των αφορήτων δεινών, άτινα επεσσωρεύθησαν επ’ Αυτήν.

Είθε ν’ αξιοποιηθή η υπό του Θεού δοθείσα νίκη υπό της Διοικούσης Εκκλησίας δια την πλήρη εξυγίανσιν των εκκλησιαστικών μας πραγμάτων. Η ψηφοφορία διεξήχθη βάσει των πρεσβείων. Και ως εκ τούτου εξελέγησαν τρεις Μητροπολίται αφωσιωμένοι του Μακαριωτάτου και επί ολόκληρον εξαετίαν απολυταρχικώς διοικήσαντες την Ελλαδικήν Εκκλησίαν.

Επ’ ευκαιρία, ποιούμαι έκκλησιν προς τους εκλεγέντας Μητροπολίτας Μυτιλήνης, Ναυπακτίας και Πρεβέζης, όπως υποβάλουν άνευ αναβολής τας παραιτήσεις των, ίνα μη επ’ ολόκληρον δεκαετίαν μετέχουν της Διοικήσεως, όταν πλειάς υπεραξίων και ταλαντούχων αρχιερέων έχουν συστηματικώς και μεθοδικώς παραγκωνισθή δια του αδικαιολογήτου και εκ προθέσεως αποκλεισμού των από της Διοικήσεως”.

Θα υποβάλλουν λοιπόν τας παραιτήσεις των από της Διοικήσεως δια λόγους ηθικής τάξεως. Εάν, παρά την αδελφικήν σύστασιν δεν θελήσουν να υποβάλουν τας παραιτήσεις των, τότε με πόνον ψυχής θ’ αναγκασθώ να καταθέσω ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, αλλά συγχρόνως και ενώπιον του ευσεβούς Ελληνικού Έθνους αναφοράν, κατά των περί ών πρόκειται, παραπόνων, δια σοβαρωτάτους λόγους συνειδήσεως. Δεν θα φέρω ευθύνην δι’ όσα μέλλουν να συμβούν”.

Η δεύτερη δήλωση, μεταξύ των άλλων, έχει και τα εξής:

“• Την 25ην Μαρτίου ε.έ ημέραν του εορτασμού της Εθνικής μας παλιγγενεσίας ο κ. Ιερώνυμος υπέβαλεν επισήμως και ανεπιφυλάκτως την παραίτησίν του από του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου προς τον Αντιβασιλέα – Πρωθυπουργόν και τον μητροπολίτην Καλαβρύτων κ. Γεώργιον, Αντιπρόεδρον της Δ.Ι.Σ., την οποίαν η γνωστή απόφασις του Σ.τ.Επ. διέλυσεν εις τα εξ ών συνετέθη. Την υποβολήν της παραιτήσεως του κ. Ιερωνύμου είχομεν ζητήσει και ημείς έν έτος ενωρίτερον, ήτοι την παραμονήν της 25ης Μαρτίου 1972 πιστεύοντες ότι, δια της θυσίας του εκείνης, θα προσέφερεν μεγίστην υπηρεσίαν προς την δεινώς χειμαζομένην Εκκλησίαν μας, την Πατρίδα, τον Ελληνικόν Λαόν και τον Βασιλέα. Εν ταυτώ δ’ επιστεύομεν ότι η παραίτησίς του κατά την εποχήν εκείνην θα περιέσωζεν ικανά ποσοστά της προεπαναστατικής “καλής του φήμης” και θ’ απέβαινε σωστική της σωματικής και ψυχικής του υγείας.

Η προκληθείσα εις το πλήρωμα της εκκλησίας απογοήτευσης εξ αιτίας της οσημέραι χειροτερεύσεως των εκκλησιαστικών μας πραγμάτων με υπεχρέωσεν όπως επιχειρήσω μίαν πλήρη, κατά το δυνατόν, ανάλυσιν του εκκλησιαστικού προβλήματος.

• Ι Ι.Σ. της Ιεραρχίας, την οποίαν ο κ. Ιερώνυμος επέτυχε να καταστήση παράλυτον, θεωρήσας αυτήν προφανώς ανάπηρον κατά το πνεύμα και εκ του λόγου τούτου αδύναμον και ανίκανον να παρακολουθήση τους υψιπετείς λογισμούς του, την πνευματικότητά του και την υψηλοφροσύνην του ου μην αλλά και τον πατριωτισμόν του, προσεκλήθη μόνον, οιονεί εμπαιζομένη, όπως παραστή ως διακοσμητικόν στοιχείον εις την διοργανωθείσαν εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ των Αθηνών εορτήν, δια να παρακολουθήση από διακεκριμένης θέσεως την τελετήν της παραδόσεως του Καταστατικού Χάρτου, οικτρότερον όμως του οποίου ουδέποτε εγνώρισε η Εκκλησία μας. Δι’ ό και από της επομένης ακριβώς της επισήμου παραδόσεώς του κατέστη διάτρητος ως εκ της ασκηθείσης υπό πλειάδος Ιεραρχών δριμυτάτης κριτικής. Η δ’ επακολουθήσασα προσφυγή εις το Συμβούλιον της Επικρατείας και τα εκ ταύτης αποκαλυφθέντα, κατέδειξαν, σύν τοις άλλοις, ότι ο περί ου ο λόγος Καταστατικός Χάρτης εδείχθη ου μόνον αχάριστος, αλλά και πανούργος προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν.

• Γνωστόν ωσαύτως τυγχάνει εις όλους ημάς και τον Ελληνικόν Λαόν, ότι η Ι.Σ. της Ιεραρχίας του παρελθόντος Νοεμβρίου, εν τη επιθυμία της όπως ίδη το ταχύτερον πραγματουμένας τας ως άνω δύο αποφάσεις της, συνεκρότησεν τριμελή εξ Αρχιερέων Επιτροπήν με την εντολήν όπως ενημερώση και παρακαλέση τον κ. Πρωθυπουργόν δια την υπό της Πολιτείας έκδοσιν των αναγκαίων νομοθετημάτων. Αλλά μέχρι στιγμής, ουδεμία απολύτως εξεδηλώθη ενέργεια εκ μέρους της “Νόμω κρατούσης Πολιτείας”. Ούτω και μετά την έκδοσιν της γνωστής ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας”.

Το επίσημο απόσπασμα των Πρακτικών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας που διασώζεται στο Αρχείο του δικηγόρου Αθανασίου Σακαρέλλου, έχει ως εξής:

“Ακολούθως ομιλών ο Μακαριώτατος είπεν:

Η Δ.Ι.Σ. συνελθούσα χθές εις πρώτην συνεδρίαν απεφάσισεν όπως καταρτίση την εαυτής πρότασιν προς την Ι.Σ.Ι., διαλαμβάνουσαν τα τακτικά και αναπληρωματικά αρχιερατικά μέλη των επί μέρους Μ.Σ.Ε. Η πρότασις αύτη ήν υποβάλλομεν σήμερον τη Ι.Σ.Ι. συμφώνως τω άρθρω 1 του ν.δ. 1283/73 έχει ως εξής:

1) Δια την Μ.Σ.Ε. Αρχιγραμματείας:

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Φθιώτιδος Δαμασκηνός
Σεβ. Αργολίδος Χρυσόστομος

β) Αναπληρωματικά μέλη:
Σεβ. Μαντινείας Θεόκλητος
Σεβ. Ελασσώνος Σεβαστιανός

2) Δια την Μ.Σ.Ε. Κανονικών Ζητημάτων.

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Ζιχνών Νικόδημος
Σεβ. Φλωρίνης Αυγουστίνος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Φωκίδος Χρυσόστομος
Σεβ. Κερκύρας Πολύκαρπος

3) Δια την Μ.Σ.Ε. Θ. Λατρείας

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος
Σεβ. Κερκύρας Πολύκαρπος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Ζιχνών Νικόδημος
Σεβ. Κεφαλληνίας Προκόπιος

4) Δια την Μ.Σ.Ε. Εκκλ. Παιδείας

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Καστορίας Δωρόθεος
Σεβ. Φιλίππων Αλέξανδρος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Σερρών Κων/νος
Σεβ. Καρυστίας Σεραφείμ

5) Δια την Μ.Σ.Ε. Υποθ. Εξωτερικού

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Κορινθίας Παντελεήμων
Σεβ. Αττικής Νικόδημος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Μηθύμνης Ιάκωβος
Σεβ. Ηλείας Αθανάσιος

6) Δια την Μ.Σ.Ε. Τύπου

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Δράμας Διονύσιος
Σεβ. Γόρτυνος Θεόφιλος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Παροναξίας Επιφάνιος
Σεβ. Τρίκκης Σεραφείμ

7) Δια την Μ.Σ.Ε. Μοναχικού Βίου

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Σύρου Δωρόθεος
Σεβ. Χαλκίδος Νικόλαος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Λευκάδος Νικηφόρος
Σεβ. Σπάρτης Ιερόθεος

8) Δια την Μ.Σ.Ε. Νεότητος

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Τριφυλίας Στέφανος
Σεβ. Γυθείου Σωτήριος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Λαρίσης Θεολόγος
Σεβ. Ζακύνθου Απόστολος

9) Δια την Μ.Σ.Ε.Δ.Π.Ε.

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Σάμου Παντελεήμων
Σεβ. Σιδηροκάστρου Ιωάννης

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ. Θηβών Νικόδημος
Σεβ. Τρίκκης Σεραφείμ

10) Δια την Μ.Σ.Ε. Οικονομικών

α) Τακτικά μέλη:
Σεβ. Κίτρους Βαρνάβας
Σεβ. Ακαρνανίας Θεόκλητος

β) Αναπληρωμ.:
Σεβ.Άρτης Ιγνάτιος
Σεβ. Καστορίας Δωρόθεος

Μετά την κατά τα άνω ανάγνωσιν της προτάσεως της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών μελών αρχιερατικών των Μ.Σ.Ε., ήρξατο η φανερά δι’ ονομαστικής κλήσεως ψηφοφορία δια μίαν εκάστην Μ.Σ.Ε. κεχωρισμένως και δια τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκάστης ομού, κατά την εξής σειράν και αποτέλεσμα, των Σεβ. Συνοδικών Συνέδρων κληθέντων όπως δια της λέξεως “Δεκτόν” εκφράζωσι την γνώμην των περί υπερψηφίσεως των τεσσάρων προτεινομένων μελών (ανά δύο τακτικών και αναπληρωματικών) εκάστης Μ.Σ.Ε. του Σεβ. Φλωρίνης ειπόντος τα εξής: Πριν ή αρχίση η ψηφοφορία έχω να παρατηρήσω τα εξής: α) Κατά την πρότασιν της Δ.Ι.Σ. δεν επεκράτησεν η αρχή των πρεσβείων δια την σύνθεσιν των Μ.Σ.Ε. β) Ο τρόπος διορισμού των μελών (μονίμων και αναπληρωμ.) είναι λίαν μειωτικός του κύρους της ανωτάτης αρχής, της Ι.Σ.Ι., καθόσον περιορίζει το δικαίωμα της εκλογής κατά το σύστημα της εκλογής ολοκληρωτικών καθεστώτων, μη δυναμένου του Ιεράρχου να προτείνη άλλον. γ) Θα ψηφίσω υπό τον όρον όπως η Συνοδική θητεία Προέδρου τε και λοιπών μελών Μ.Σ.Ε. δια νόμου θεσπισθή και περιορισθή εις ενιαύσιον τοσούτω μάλλον καθ’ όσον τινές εκ των Προέδρων των Μ.Σ.Ε., επί 3ετίαν συνεχίζουν την συνοδικήν των θητείαν, γεγονός πρωτοφανές εις την ιστορίαν της Εκκλ. της Ελλάδος, υπενθυμίζον Γεροντισμόν Φαναρίου επί προφανεί παραγκωνισμώ των εν Χριστώ αδελφών και νοσφισμώ της Εκκλ. εξουσίας εις ολίγα πρόσωπα. (Επισυνάπτονται 10 πρακτικά ψηφοφορίας αντιστοιχούντα έκαστον, εις εκάστην Μ.Σ.Ε. κατά την εν επικεφαλίδι αυτών σχετικήν ένδειξιν)?

Γενομένης διαλογής έλαβον:

1) Δια την Μ.Σ.Ε. Αρχιγραμματείας η πρότασις της Δ.Ι.Σ., ως αύτη προηγουμένως ανεκοινώθη τη Ι.Σ.Ι. και κατεχωρήθη εν τω παρόντι Πρακτικώ, εγένετο δεκτή δια ψήφων 61, όχι 2, Λευκή 1.

2) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών της Μ.Σ.Ε. Κανονικών ζητημάτων, εγένετο δεκτή δια ψήφων 58, όχι 3, Λευκαί 3.

3) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών αρχιερατικών μελών της Μ.Σ.Ε. Θείας Λατρείας, εγένετο δεκτή δια ψήφων 54, Λευκαί 8, όχι 2.

4) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών αρχιερατικών μελών της Μ.Σ.Ε. Εκκλ. Παιδείας, εγένετο δεκτή δια ψήφων 62, όχι 1, Λευκή 1.

5) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών αρχιερατικών μελών της Μ.Σ.Ε. υποθ. Εξωτερικού, εγένετο δεκτή δια ψήφων 60, Λευκαί 4.

6) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της Μ.Σ.Ε. Τύπου, εγένετο δεκτή δια ψήφων 62, Λευκαί 2.

7) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της Μ.Σ.Ε. Μοναχ. Βίου, εγένετο δεκτή δια ψήφων 53, όχι 7, λευκαί 4.

8) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωμ. αρχιερατ. μελών της Μ.Σ.Ε. Νεότητος εγένετο δεκτή δια ψήφων 51, λευκαί 12, όχι 1.

9) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρωματικών αρχιερατ. μελών της Μ.Σ.Ε.Δ.Π.Ε. εγένετο δεκτή δια ψήφων 63, λευκή 1.

10) Η πρόσθεν πρότασις της Δ.Ι.Σ. περί των τακτικών και αναπληρ. αρχιερατ. μελών της Μ.Σ.Ε. Οικονομικών εγένετο δεκτή δια ψήφων 64.

Ούτως άπασα εν συνόλω η πρότασις της Δ.Ι.Σ. η ληφθείσα κατά την συνεδρίαν αυτής της 11 Μαΐου 1973 και υποβληθείσα εις την Ι.Σ.Ι. κατά την σημερινήν συνεδρίαν, εγένετο δια φανεράς ψηφοφορίας, συμφώνως τω άρθρω 1 του ν.δ. 1283/73, δεκτή υπ’ αυτής ως έχει.

Μεθ’ ό ελύθη η συνεδρία, της Ι.Σ.Ι.

Ακριβές απόσπασμα

Εν Αθήναις τη 1 Οκτωβρίου 1973

Ο Αρχιγραμματεύς”.

Μετά την εξέλιξη αυτών των γεγονότων και την εκλογή των Μητροπολιτών που θα συγκροτούσαν την Διαρκή Ιερά Σύνοδο κατά τον όρο του Συνοδικού Τόμου του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε προς τους Μητροπολίτες οι οποίοι ψήφισαν υπέρ αυτών των απόψεων βαρυσήμαντη επιστολή με ημερομηνία 13 Ιουνίου 1973, που έχει ως εξής:

“Η καθ’ ημάς Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, εν τη αξιοχρέω οφειλή και ευθύνη αυτής, παρακολουθούσα επισταμένως τα της τηρήσεως και εφαρμογής υπό της αγιωτάτης καθ’ Ελλάδα Εκκλησίας του τε γράμματος και του πνεύματος του εν έτει 1850ώ εκδοθέντος Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928ού έτους, διαπυνθάνεται εκάστοτε πάσας τας εντεύθεν προϊούσας συναφείς εξελίξεις, εν τη καθόλου διαστάσει αυτών, ας και προσηκόντας καταξιοί. Ούτω δη και νυν εκ τοιούτου οφειλετικώς ορμώμενοι πνεύματος και υπ’ όψει έχοντες τα εν τη έναγχος συνελθούσης Συνόδω της σεβασμίας Ιεραρχίας της αγιωτάτης

Εκκλησίας της Ελλάδος αποφασισθέντα, ως προς την συγκρότησιν της διαρκούς Ιεράς Συνόδου και των Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών, προαγόμεθα, όπως, δια του παρόντος Πατριαρχικού ημών γράμματος, εκφράσωμεν, εξ αποφάσεως και της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου και υμετέρα λίαν αγαπητή ημίν ιερότητι, τας ενθέρμους ευχαριστίας και τον δίκαιον έπαινον της Μητρός Εκκλησίας δια την πολύτιμον αυτής συμβολήν εις διεξαγωγήν των πάντων κατά τας διαγορεύσεις των ως άνω μνημονευθέντων ημετέρων Πατριαρχικών Τόμου τε και Πράξεως, και κατά την απαίτησιν της κανονικής τάξεως.

Επιθυμία μέντοι ημών ήν όπως απαξάπασα η Ιεραρχία της αγιωτάτης αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος, εξαιρομένη εις το ύψος της κλήσεως αυτής, μηδόλως αφίστατο εκ του πλαισίου της κεχαραγμένης κανονικής διοικητικής τάξεως, ής βάσει διετηρήθη επί έτη μακρά ο δεσμός της αγάπης, της ειρήνης και της ενότητος μεταξύ του καθ’ ημάς αγιωτάτου αποστολικού και πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου και της εν Ελλάδι αγιωτάτης Εκκλησίας.

Μειζόνως δε οι Ιεράρχαι των εν ταις Νέαις Χώραις Ιερών ημών Μητροπόλεων, οίτινες και λόγω του ιδιαιτέρου κανονικού δεσμού αυτών προς την Μητέρα Εκκλησίαν θα έδει, ίνα, οφειλετικώς και εν συνειδήσει της κανονικής ευθύνης αυτών, ευρεθώσι, και εν προκειμένω, συμπορευόμενοι Αυτή.

Όπως ποτ’ αν ή, η στενοχωρία ημών εμετριάσθη εκ του γεγονότος, ότι η πλειονότης της αυτόθι Ιεραρχίας, απαρτιζομένης εξ Ιεραρχών έκ τε των Νέων Χωρών και της Παλαιάς Ελλάδος, εξεδηλώθη πεπαρρησιασμένως υπέρ της διατηρήσεως του κύρους της διαληφθείσης Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως.

Έχοντες δ’ υπ’ όψει, ότι και η υμετέρα λίαν ημίν αγαπητή Ιερότης θαρρούντως επεδείξατο ου μόνον πρόφρονα διάθεσιν εν τη διενεργεία του προσήκοντος, αλλά και ευλαβή προσοχήν και σεβασμόν προς την Μητέρα Εκκλησίαν, “αφ’ ής ζωογονείται –κατά τον εν Πατριάρχαις ιερόν Φώτιον– η υπ’ ουρανόν Ορθοδοξία”, πεποίθαμεν ότι και εφεξής αύτη μέλλει, ίνα διαδηλοί, όπου αν δεήση, τα αυτά αείποτε ευσεβόφρονα προς τον καθ’ ημάς Οικουμενικόν Θρόνον, αισθήματα.

Επί τούτοις ευχόμεθα όπως ο Ουράνιος Δομήτωρ ευλογή το τίμιον έργον της ιεράς ποιμαντορικής αυτής διακονίας, κρατύνη δ’ άμα και κατευοδώση πάσαν αυτής και πάντων θεοφιλή προσπάθειαν υπέρ της εν τη αγία ημών Εκκλησία επικρατήσεως του πνεύματος της αγάπης, της ειρήνης και της ενότητος.

Η δε χάρις του Θεού και το άπειρον έλεος είη μετά της υμετέρας Ιερότητος.

1973 Ιουνίου 13

†Ο Κωνσταντινουπόλεως αγαπητός εν Χώ

αδελφός Δημήτριος”.

Κατά της αποφάσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κατατέθηκε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 5η Ιουνίου 1973 από τους Μητροπολίτες Διδυμοτείχου Κωνσταντίνο, Κασσανδρείας Συνέσιο, Πολυανής και Κιλκισίου Χαρίτωνα, Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημο, Χαλκίδος Νικόλαο, και Τρίκκης και Σταγών Σεραφείμ.

Το Συμβούλιον της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή των πιο πάνω Αρχιερέων με την υπ’ αριθμ. 3538/1973 απόφασή του και φυσικά αυτό συνετέλεσε πάρα πολύ στην μετά από λίγο καιρό τελική παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, ύστερα και από το ότι υπήρχε δυσαρμονία μεταξύ του Προέδρου και των Μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δηλαδή, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ανεκάλεσε την παραίτησή του και στην νέα Σύνοδο, που συγκροτήθηκε με τα πρεσβεία Αρχιερωσύνης, έγινε μεγάλη συζήτηση γύρω από το θέμα της παραιτήσεως και της ανακλήσεώς της. Χαρακτηριστική είναι η αποκάλυψη της απαντήσεως που έδωσε στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος, κατά τον “Ορθόδοξο Τύπο”: “Όλη η ιστορία της παραιτήσεώς σας είχε κάποιο σκοπό. Θέλατε να επιβάλετε στην Εκκλησία διάδοχο, προκαθήμενο της προτιμήσεώς σας. Μόλις είδατε ότι αποτύχατε, αλλάξατε σχέδια και γραμμή”.