Δ'

9.

5. Αποκατάσταση των κανονικών σχέσεων μέ το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος παραιτήθηκε τελικά από τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο την 12η Δεκεμβρίου 1973, ύστερα από παλινωδίες και πολλές συζητήσεις στην νέα Διαρκή Σύνοδο που συγκροτήθηκε με απόφαση της Ιεραρχίας του Μαΐου 1973.

Μετά την παραίτησή του συνεκλήθη η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος την 12η Ιανουαρίου 1974 για την εκλογή νέου Αρχιεπισκόπου.

Ο Προεδρεύων της Ιεραρχίας Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Γεώργιος και Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου Αθηνών, κατά την Συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου, μεταξύ άλλων είπε και τα εξής:

“Η πρώτη πράξις της ημετέρας Συνόδου, η σύνθεσις δηλονότι του τριπροσώπου δελτίου προς ανάδειξιν Αρχιεπισκόπου, δέον όπως συμβάλληται αποφασιστικώς εις την κατάπαυσιν του εγερθέντος σάλου και εις την ανατολήν νέας περιόδου αίγλης και κανονικής συνεπείας δια την Εκκλησίαν ημών”.

Κατά την ψηφοφορία που ακολούθησε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ έλαβε 20 ψήφους, ο Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης έλαβε 7 ψήφους και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος έλαβε 1 ψήφο.

Μετά την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Γεώργιος ως Τοποτηρητής της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προεδρεύων της Ιεραρχίας προσεφώνησε τον νέο Αρχιεπίσκοπο και μεταξύ άλλων είπε και τα εξής:

“Συνέχομαι υπό βαθείας συγκινήσεως, αγγέλλων τούτο κατά την στιγμήν ταύτην εις Υμάς. Ο λαχών εις Υμάς κλήρος είναι βαρύτατος και αι περιστάσεις κρίσιμοι. Αναλαμβάνετε το πηδάλιον της Εκκλησίας εις περίοδον εξόχως λεπτήν, απαιτούσαν πολλήν περίνοιαν και σύνεσιν εκ μέρους εκείνου, όστις καλείται, να πηδαλιουχήση το σκάφος της Εκκλησίας. Είμεθα άπαντες παρά το πλευρόν Υμών, ίνα θέσωμεν τας πτωχάς ημών υπηρεσίας εις την διάθεσιν της Εκκλησίας και προς το συμφέρον αυτής”.

Η ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ έγινε την 16η Ιανουαρίου στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Στον ενθρονιστήριο λόγο του αναφέρθηκε στα επείγοντα θέματα που πρέπει να επιλυθούν, και μεταξύ αυτών συγκατέλεξε και την αποκατάσταση των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Συγκεκριμένα είπε:

“Ρίγη συγκινήσεως εδόνησαν την ταπεινότητα ημών, επί τη δια της Υμετέρας Πανιερότητος, του τόπον επέχοντος, ακροάσει των θεοπειθών ευχών του γεραρού Πρωτοθρόνου των Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών Παναγιωτάτου και Θειοτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κυρίου Δημητρίου του Α’ και της ιεράς χορείας των Ιερωτάτων Αρχιερέων του Οικουμενικού Θρόνου, επί τή, βουλή Κυρίου, εκλογή ημών ως Προκαθημένου της Ελλαδικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Όντως, Άγιε Εκπρόσωπε, χρυσοί οι κρίκοι, οι δια τε του Συνοδικού Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 συνδέοντες τας Αγίας ημών Ορθοδόξους Εκκλησίας, διαβεβαιούμεν δ’ ότι, ου μόνον εν τη γενέσει, αλλ’ εσαεί ως Θυγάτηρ η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος εν τη ροή των αιώνων ου παύσεται, είπερ τις και άλλη Ορθόδοξος Εκκλησία βιούσα και πολιτευομένη, επί αφθάρτω τιμή και κλέει της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Εκ μέσης ψυχής δε και καρδίας ευχαριστούντες Υμίν τε, Άγιε Αδελφέ και Εκπρόσωπε, και δι’ Υμών τη Α.Θ. Παναγιότητι και πάσι τοις Ιερωτάτοις Ιεράρχαις του Οικουμενικού Θρόνου, παρακαλούμεν, όπως διαβιβάσητε την βεβαίωσιν ημών, ότι ευλαβεία ευλαβησόμεθα τα προμνησθέντα ιερά κείμενα και ανυστάκτω όμματι μεριμνήσομεν δια την ακλινή αυτών εφαρμογήν”.

 Όπως είναι γνωστόν μετά την εκλογή νέου Προκαθημένου αποστέλλονται Ειρηνικά Γράμματα προς τους Προκαθημένους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Στο Ειρηνικό Γράμμα προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ μεταξύ των άλλων έγραφε και τα εξής:

“Στέργοντες δε και φυλάσσοντες την παραδεδομένην κανονικήν τάξιν, αποδώσομεν πάντοτε τοις ημών υπερέχουσιν Αγιωτάτοις Προκαθημένοις των εκασταχού Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών, προυργιαίτατα δε τω Πρωτοθρόνω Οικουμενικώ, την τω αυτών υψίστω λειτουργήματι εποφειλομένην τιμήν και τοις κοινοίς διαλόγοις προθύμως προσκαρτερούντες, τούτων τα θεοπρεπή θεσπίσματα ασμένως αποδεξόμεθα και τηρήσομεν”.

“Εκ των πρώτων ημών μελημάτων θα είναι τη συνεργασία πάντοτε μετά των Αγίων Αδελφών της Σεπτής Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

1) Η ανασύνταξις του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ούτως ώστε η Εκκλησία ημών να κινήται και να δρά ελευθέρως εν τη επιτελέσει της υψηλής αυτής αποστολής, κατά το θεοΐδρυτον αυτής καθεστώς,

2) Η αποκατάστασις, άπαξ δια παντός, της κανονικής σχέσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου”.

 Κατά την τελετή της ενθρονίσεως προσεφώνησε τον Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ο Μητροπολίτης Χαλδίας Κύριλλος ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου καί, βεβαίως, αναφέρθηκε στις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου, μνημονεύοντας τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Συγκεκριμένα είπε:

“Επί πλέον της κοινής αγίας Ορθοδόξου ημών πίστεως και της υπέρ αυτής κοινής μαρτυρίας, δύο ιδιαίτεροι χρυσοί κρίκοι συνδέουν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον προς την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος, οίτινες δημιουργηθέντες εν ιστορικαίς στιγμαίς, απετέλεσαν απαρχήν στενής μεταξύ αυτών συνεργασίας, είναι δε ούτοι ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του έτους 1850 και η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του έτους 1928.

Εάν η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος αποτελή εν τη γενέσει αυτής θυγατέρα της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, εν τη κοινή ιστορική εκκλησιαστική πορεία ανεδείχθη αύτη και είναι πολύτιμος αδελφή συνεργάτις και δύναται να προσφέρη και πράξη πολλά, διότι διαθέτει μεγάλα πνευματικά και ηθικά κεφάλαια. Η εν αμοιβαία ειλικρινεί αγάπη και εν κανονική αρμονία συνεργασία των δύο Εκκλησιών εκράτησεν ανέφελον τον ουρανόν των σχέσεων αυτών”.

Στον Μητροπολίτη Χαλδίας απάντησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ και είπε τα εξής:

Απαντώντας Οικουμενικός Πατριάρχης μεταξύ των άλλων υπεγράμμιζε:

“Ευηγγελίσθημεν εν λεπτομερείαις, ότι, θεία ευδοκία και επινεύσει του Παρακλήτου, τα της εκλογής της Υμετέρας αγαπητής Μακαριότητος, εις πλήρωσιν του χηρεύσαντος Αρχιεπισκοπικού Θρόνου Αθηνών, διεξήχθησαν και συνετελέσθησαν κατά την κανονικήν τάξιν εύ τε και καλώς, και ότι Αύτη, κατασταθείσα Προκαθήμενος της πεφιλημένης ημίν Αγιωτάτης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, ανέλαβε και εύρητε επί το πηδάλιον”.

Επίσης, τονίζοντας την σχέση που υπάρχει μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, έγραφε:

“Μηδαμώς δ’ επιλανθανόμενοι της αληθείας, ότι η προσφιλεστάτη ημίν Αγιωτάτη Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Ελλάδος, εφ’ ής την υστάτην σκοπιάν ετέθη η Υμετέρα γερασμία Μακαριότης, εστί σάρξ εκ της σαρκός της Αγίας ταύτης Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ιδιαζόντως προσκαρτερούμεν, ως αείποτε, τη προσευχή και τη διακονία υπέρ αυτής, ίνα αύτη υπό την χριστόφρονα Πρωθιεραρχικήν ποιμαντορίαν της Υμετέρας Μακαριότητος αύξη ως άμπελος ευκληματούσα, εις χριστιανικήν προκοπήν του περιουσίου λαού, εις έπαινον της Ορθοδοξίας και εις δόξαν του Θεού”.

Σε όλον τον Τύπο της εποχής εκείνης χαιρετιζόταν η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου και τονιζόταν κυρίως η αναγκαιότητα αποκαταστάσεως των σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και της ειρηνεύσεως Κλήρου και λαού. Παρακάμπτοντας άλλα δημοσιεύματα πρέπει να δούμε τμήμα των όσων γράφει στο περιοδικό “Εκκλησία” ο Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Μπόνης. Μεταξύ των άλλων γράφει:

“Όσοι γνωρίζουν εκ του σύνεγγυς τον νέον Προκαθήμενον της Αγιωτάτης εν Ελλάδι Εκκλησίας του Χριστού, είναι εις θέσιν και να διαβεβαιώσουν, ότι ο όντως Μακαριώτατος από Ιωαννίνων Σεραφείμ δεν διαπνέεται απλώς υπό του ζήλου της αποκαταστάσεως της ειρήνης εν τη Εκκλησία ημών, αλλ’ ότι ως μεγάλης βουλήσεως ανήρ και θέλει και δύναται να φέρη εις πέρας το μέγα πράγματι έργον της ειρηνεύσεως των ψυχών, κληρικών και λαϊκών, δια της εκχύσεως του πλούτου των πηγαίων συναισθημάτων Αυτού της Αγάπης προς πάντας, ομοφρονούντας και μή, συνοδοιπορούντας και αντιτιθεμένους εις τα ποικίλης φύσεως ζητήματα και προβλήματα αρχών και πεποιθήσεων, ή απλώς διαδικαστικής και νομοκανονικής δεοντολογίας”.

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του νέου Αρχιεπισκόπου ήταν να επισκεφθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να υποβάλλη τα σέβη του επί τη εκλογή του. Το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη προγραμματίστηκε για το διάστημα 17 έως 22 Μαρτίου 1974.

Το Σάββατο 16 Μαρτίου, πριν την αναχώρηση του αεροσκάφους ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ σε ερώτηση δημοσιογράφου είπε:

“Και αισθανόμεθα ευτυχής, ότι, ως Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, το πρώτον αναχωρούμεν μετά της συνοδείας ημών δια Φανάριον, προς επίσκεψιν του Γεραρού Πρωτοθρόνου των Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών και της ιεράς χορείας των Πανιερωτάτων Αρχιερέων του Σεπτού Οικουμενικού Θρόνου.

Πεποίθαμεν, ότι η επίσκεψις ημών αύτη προς τον Σεπτόν Αρχηγέτην της Πρεσβυγενούς Μητρός Εκκλησίας θέλει, σύν τοις άλλοις, συντελέσει εις στενωτέραν και καρποφόρον συνεργασίαν των Εκκλησιών, επ’ αγαθώ του χριστεπωνύμου πληρώματος και προαγωγήν των πανορθοδόξων και παγχριστιανικών υποθέσεων, προς δόξαν της Αγίας ημών Εκκλησίας”.

 Στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινουπόλεως υποδέχθηκαν τον Αρχιεπίσκοπο και την Συνοδία του, η εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχου Πατριαρχική Συνοδία με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα, ο οποίος προσεφώνησε ως εξής τον Αρχιεπίσκοπο:

“Επιθυμώ να επαναλάβω, Μακαριώτατε, και τώρα τον λόγον του καλωσορισμού σας και να υπογραμμίσω ότι η επίσκεψίς σας εις το Πατριαρχείον, ανεξαρτήτως της αποτίσεως υφ’ υμών προς αυτό φόρου τιμής, θεωρείται ως μία σπουδαία συμβολή εις την περαιτέρω εγκαρδίωσιν των σχέσεων του Οικουμεν. Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, επ’ αγαθώ της καθόλου Ορθοδοξίας και της ανθρωπότητος. Ιδιαιτέρως δε παρακαλώ να σημειώσητε ότι την επίσκεψίν σας ταύτην θεωρούμεν και ως πολύτιμον υμών συμβολήν εις την φιλίαν των δύο Χωρών μας, Τουρκίας δηλ. και Ελλάδος”.

Την ίδια ημέρα, δηλαδή την 16η Μαρτίου έγινε και Δοξολογία στον Πατριαρχικό Ναό με την άφιξη του Αρχιεπισκόπου στην Κωνσταντινούπολη. Στην προσφώνησή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος είπε τα εξής:

“Μακαριώτατε,

Η Μήτηρ Εκκλησία και ημείς προσωπικώς είμεθα εξαιρέτως ευτυχείς, υποδεχόμενοι την Υμετέραν αγαπητήν Μακαριότητα και τους περί Αυτήν αγίους Αρχιερείς της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος εις το Κέντρον της Ορθοδοξίας εν τη ωραία και αγαπητή ταύτη Χώρα ημών.

Εν τω προσώπω Σας, Μακαριώτατε αδελφέ, χαιρετίζομεν τον γνήσιον και άξιον ποιμένα της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Επιθυμούμεν να γνωρίζητε, ότι δεν Σάς υποδεχόμεθα ως ξένον, αλλ’ ως αδελφόν τίμιον και εγκάρδιον.

Λέγοντες ταύτα αυτήν την στιγμήν, δεν εκφράζομεν απλώς και μόνον προσωπικά αισθήματα, αλλά διερμηνεύομεν το φρόνημα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης ταύτης Εκκλησίας, της περί ημάς Ιεραρχίας, του Κλήρου και του Λαού.

Η επιθυμία ημών είναι, όπως η εντεύθεν γεννηθείσα Εκκλησία της Ελλάδος αυξάνη, ως άμπελος ευκληματούσα, επ’ αγαθώ της όλης Εκκλησίας.

Ευχόμεθα, Μακαριώτατε, μακράν και ένδοξον Αρχιεπισκοπικήν Διακονίαν.

Καλώς ήλθετε!”.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ απαντώντας από στήθους είπε τα εξής:

“Παναγιώτατε,

Είμεθα βαθύτατα συγκεκινημένοι, διότι ηξιώθημεν να πραγματοποιήσωμεν το προσκυνηματικόν τούτο ταξίδιον εις την ιστορικήν υμών Πόλιν, προκειμένου να Σάς συναντήσωμεν και εκ του πλησίον ανταλλάξωμεν τον εν Κυρίω ασπασμόν. Ήλθομεν ακόμη ενταύθα εις επιβεβαίωσιν των όσων εξηγγείλαμεν εν τω ενθρονιστηρίω ημών Λόγω και ίνα επιφέρωμεν στενόν τον σύνδεσμον μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Παρακαλώ να πιστεύσητε, ότι τόσον εγώ, όσον και οι άγιοι αδελφοί οι συγκροτούντες την Ι.Σ.Ι. της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά σεβασμού στρέφομεν τον νουν και τας καρδίας προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν. Δέξασθε, Παναγιώτατε, τας εγκαρδίους ημών ευχάς υπέρ μακροημερεύσεως της Υμετέρας Παναγιότητος και της περί αυτήν Ιεραρχίας”.

Την επομένη ημέρα, 17 Μαρτίου, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, τελέσθηκε στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό Συλλείτουργο του Οικουμενικού Πατριάρχου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και έξι Μητροπολιτών από τις δύο Εκκλησίες. Η ειδική τυπική διάταξη με την οποία τελέσθηκε η θεία Λειτουργία καταρτίσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθή το τί προέβλεπε η ειδική αυτή διάταξη για την μνημόνευση μετά την μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δηλαδή στο “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε”. Η ειδική διάταξη καθόριζε:

“Εις το “εν πρώτοις”

Α.Θ.Π.: Μνήσθητι Κύριε πάσης Επισκοπής...

Α.Μ.: Ό,τι βούλεται

Οι ημέτεροι: Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του Αρχιεπισκόπου ημών Δημητρίου, όν χάρισαι...

Οι της Α.Μ.: Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του
Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου..”.

Διευκρινιστικά πρέπει να τονισθή ότι με την φράση “ό,τι βούλεται” σημαίνει ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών είχε την δυνατότητα να επιλέξη μεταξύ του “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, πάσης Επισκοπής Ορθοδόξου...”, όπως προβλέπει ο Συνοδικός Τόμος του 1850, και του “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου...”, επειδή προΐστατο στην θεία Λειτουργία ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Επίσης, οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος που συνόδευαν τον Αρχιεπίσκοπο, κατά την ειδική αυτή τυπική διάταξη, δεν θα μνημόνευαν την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως προβλέπει ο Συνοδικός Τόμος του 1850, αλλά τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ακριβώς επειδή εκείνος προΐστατο της θείας Λειτουργίας.

Μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσεφώνησε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ και μεταξύ των άλλων είπε:

“Καλώς ήλθετε εις την Μητέρα Εκκλησίαν, την Σκηνήν ταύτην του Μαρτυρίου της Ορθοδοξίας και του Γένους, ένθα η Κιβωτός η φέρουσα τας πλάκας της διπλής Διαθήκης, και η Λυχνία η ακοίμητος, και η Ράβδος Ααρών η αεί βλαστάνουσα, και το Μάννα, το γλυκαίνον τα των ευσεβών αισθητήρια (πρβλ. Εβρ. 9,4).

“Ιδού δη τί καλόν, ή τί τερπνόν, αλλ’ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό;” (Ψαλμ. 132,1)

Ούτως εκ παλαιού ο Οικουμενικός ούτος Θρόνος αντελήφθη, εβίωσε και ενήργησε τον δεσμόν και την σχέσιν μεταξύ του Θυσιαστηρίου του Πρωτοκλήτου και του Παυλικού Αρείου Πάγου, των Εκκλησιών της Βασιλίδος και των Αθηνών, ώστε κατοικείν και είναι αυτάς επί το αυτό, τούτο δε ουχί απλώς και μόνον προς ιδίαν αυτών επάρκειαν, αλλά δια το χρέος του από κοινού διακονήσαι τη αγία πίστει των ορθοδόξων. Και έτι πλέον· του διακονήσαι από της καθολικής Ορθοδοξίας τη ενότητι των Χριστιανών. Και έτι περαιτέρω· του διακονήσαι, και έναντι λύτρων έτι, τη αδελφότητι του γένους των ανθρώπων εν ειρήνη και δικαιοσύνη”.

Απαντώντας ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ στον Οικουμενικό Πατριάρχη, μεταξύ των άλλων είπε:

“Ήλθομεν δε προσκυνηταί· ου πρέσβεις ουδέ άγγελοι!

Προσκυνηταί, ως εντολοδόχοι της Σεπτής Ιεραρχίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, επί διερμηνεύσει και διατρανώσει του απείρου σεβασμού, της βαθυτάτης αγάπης, τιμής και αφοσιώσεως προς τον ιερώτατον και υπέρτατον Θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως.

Διάδοχοι Παύλειοι και μαθηταί, ουχ ήττον ήλθομεν ουχί φωτίσαι, αλλά Πρωτοκλήτου φωτισθήναι ανεσπέρω φωτί, τω εκ της εν Νέα Ρώμη Λυχνίας, αποστολικώς κατασταθέντι φαίνειν ορθοδόξως παν το χριστεπώνυμον πλήρωμα. Ότι ο Κωνσταντινουπόλεως Θρόνος Κιβωτός εστιν Ορθοδοξίας, Νέα Σιών, του Νέου Ισραήλ, Τείχος ακαταμάχητον και απόρθητον Πίστεως Αποστολοπαραδότου, ήν εκράτησε και κρατεί, υπερήσπιζε και υπερασπίζει, εδόξασε και δοξάζει, ώστε Πίστις Ορθόδοξος και Μήτηρ Εκκλησία ταυτόσημοι είσθαι έννοιαι. Αλλ’ έτι πλέον χαρά και θλίψει, δόξη και δοκιμασία, η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία ουκ επαύσατο, ουδ’ ου μη παύσηται εις αιώνα, του Κυρίου ευδοκούντος, ίνα ζωογονή την υπ’ ουρανόν Ορθοδοξίαν και υπό το φως των Πατέρων καθοδηγή και κατευθύνη συνετώς προς πάσαν ποθητήν εν Κυρίω πνευματικήν ευημερίαν.

Ότι οι ηγετικοί δεσμοί της Πρωτοθρόνου Αποστολικής Εκκλησίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά των απανταχού της γης Ορθοδόξων Εκκλησιών εσφυρηλατήθησαν ακατάλυτοι υπό της πνευματεμφόρου ιεράς σκέψεως των Πατέρων της Αγίας ημών Εκκλησίας, “ώστε τον Κωνσταντινουπόλεως Θρόνον... απολαύειν πρεσβείων” (36ος καν. Πενθ.). Και ως “οι Θεοφιλέστατοι Επίσκοποι εν Χαλκηδόνι διεκελεύσαντο και τα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας Ρώμης Αγιωτάτω Θρόνω” (28ος καν. Δ' Οικ. Συνόδου).

Ούτως ούν, Παναγιώτατε Δέσποτα και οι τον Πάνσεπτον Οικουμενικόν Θρόνον περιστοιχούντες Άγιοι Αδελφοί, τη ιστορική τάξει στοιχείν πάντων οφειλόντων, και ημείς ου τα του παρερχομένου κόσμου, αλλά τα του Κυρίου σύν υμίν φρονούντες, συνδιακονήσομεν προφρόνως τη Μιά, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, χειραγωγούμενοι υπό της Μητρός Εκκλησίας, ότι ο της Αγίας ημών Εκκλησίας Δομήτωρ, ανεξιχνιάστω Αυτού βουλή, τα θέσμια της απ’ αιώνων μυστικώς καθιδρυμένης Αγιωτάτης Εκκλησίας θεμελιών, επηγγείλατο “εν ελέει μου έχρισα αυτόν” (Ψαλμ. 88, 21), Όστις χρόνους και καιρούς και πάσαν τάξιν πανσόφως και αμετακινήτως έθετο. Ουαί δ’ αποτολμώντι ταύτα μετακινείν, ότι “πάντα ιεροσυλείν επιχειρούντα, ο παντεπόπτης Κύριος πατάξη ανιάτω και αοράτω πληγή” (πρβλ. Μακ. Β’, 9, 2-5).

Μηδείς δε λησμονήτω, ανεξαρτήτως μήκους τίτλων και ιστορικών προεκτάσεων, πάντες οι από θαλάσσης έως θαλάσσης και από ηπείρου έως ηπείρου, οι Ορθοδοξία ευλογηθέντες, ότι πάντες αποτελούμεν υιϊκούς κλάδους της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Μητρός στοργικής, ήτις άνευ πικρίας τα ιμάτια εαυτής εν αγάπη διεμερίσατο, εις θαλπωρήν πνευματικήν τέκνων εγγύς τε και μακράν και ήτις το τίμιον και καθηγιασμένον θυσίαις πνευματικόν Σώμα ακλονήτως και υπερηφάνως προβάλλει καθημαγμένον εις την ροήν και σκοπιμότητα της ιστορικής αναγκαιότητος.

Κύψωμεν ευλαβώς και μεταλάβωμεν των θείων Δωρεών Της!

Κατανύξει ψυχής και καρδίας ασπασθώμεν τα ιερά λείψανα των κλεϊσάντων τον Πάνσεπτον τούτον Θρόνον αειμνήστων Πατριαρχών!

Υιϊκή αγάπη περιπτυξώμεθα ενδόξου αποστολικού παρελθόντος την σεβασμίαν του χώρου πτωχείαν!

Ως εν Γολγοθά σιγή στοχασθώμεν την ιστορικήν Της Σταύρωσιν γονυπετούντες.

Εκ ταύτης ουν της καθηγιασμένης Πνευματικής Σιών και Μητρός της Ορθοδοξίας πάς ο Νόμος και ο Λόγος εξέρχεται!

Και το λοιπόν, είπωμεν εαυτοίς και αλλήλοις: “Δεύτε αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ και αναγγελεί ημίν την οδόν αυτού και πορευσόμεθα εν αυτή”!

Όντως γάρ!

Τί έχομεν, η υπ’ ουρανόν Ορθοδοξία, ό ουκ εκ της αγίας ταύτης καθέδρας της πνευματικής επήγασε; Τί δε δυνάμεθα προσθήναι και μη απόκλισιν είσθαι Ορθοδοξίας;

Οι τω σεβασμίω Οικουμενικώ Θρόνω μαχόμενοι, εαυτοίς μάχονται και τη εαυτών αντιστρατεύονται σωτηρία!

Αλλ’ ουχ ούτως ημείς, ουχ ούτως!

Αλλ’ ή τα του δικαίου Ιησού του Ναυή λόγια, έργοις βιώμεθα: “εγώ και η οικία μου λατρεύσομεν Κυρίω τω Θεώ, ότι άγιός εστι και δοξάσομεν τον τόπον όν ηρετίσατο εαυτώ”.

Ούτως ούν, Παναγιώτατε Δέσποτα και Οικουμενικέ Πατριάρχα, έντεινε και κατευοδού και αρχιεράτευε αγιοπρεπώς και θεοπρεπώς και επιστήριζε τους ανά τον κόσμον αδελφούς σου, δια των τιμίων λόγων και ευχών σου και μελέτα το τη Ορθοδοξία συμφέρον και την των πάντων ένωσιν και σωτηρίαν. Και μεθόδευε ταύτα, καθώς η άνω σοφία, ο Χριστός, δωρείταί σοι.

Ο σήμερον προς επιστηριγμόν των πνευματικώς αγωνιζομένων υψούμενος Ζωηφόρος Τίμιος Σταυρός, ο Φύλαξ πάσης της οικουμένης, η Ωραιότης της Εκκλησίας, το Στήριγμα των ορθήν Πίστιν τηρούντων, η Δόξα των αγγέλων και των μαρτύρων και πάντων των Ορθοδόξων το Εγκαλώπισμα, έστω σοι ασπίς πνευματικής προστασίας και δόρυ θεοπρεπούς αμύνης, επί ευστόχω προσηλώσει πάντων των την Σεπτήν της Ορθοδοξίας Κορυφήν πειρωμένων κλονίζειν και Βακτηρία θείου στηριγμού εν τη πορεία τη αποστολική σου!

Αι ευχαί και πρεσβείαι του ανεξαριθμήτου νέφους των Αγίων Ιεραρχών, Οσίων, Μαρτύρων και Ομολογητών της υπ’ ουρανόν Καθολικής Ορθοδοξίας, σκέπωσι και περιέπωσι την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα και την περί Αυτήν χορείαν των Ιερωτάτων Ιεραρχών και τον περιούσιον Λαόν και οδηγώσιν Υμάς θαυμαστώς εν πάσι!

Στοιχών δε τοις ίχνεσι των αγίων και Θεοφόρων Πατέρων ημών, χώρει τη διακρινούση σε συνέσει και θάρρει!

Ημείς συνακολουθήσομέν σοι συνδιακηρύττοντες Χριστού την δύναμιν και το μέγα έλεος εν τοις πέρασι.

Επί πάσι δε τούτοις, Παναγιώτατε Δέσποτα και Άγιοι εν Χριστώ Αδελφοί, εν ευχαριστία όση πλείστη και αύθις, και χαρά ανεκλαλήτω, την εν Κυρίω Ιησού διαβεβαίωσιν της αγάπης ομοίως επαγγελλόμενοι, την αγαθήν εν πάσιν υπισχνούμεθα κοινωνίαν.

“Ζή ο Θεός, Ός ούτω με κέκρικε” (Ιώβ κζ’, 2).

“Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας” (Ιώβ α’, 21)”.

Με όλους αυτούς τους τρόπους αποκαταστάθηκαν οι κανονικές σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίες είχαν διαταραχθή με την παραβίαση του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Όμως, έπρεπε να γίνη αλλαγή και στον ισχύοντα τότε Καταστατικό Χάρτη.

Μετά την μεταπολίτευση (1974) ρυθμίστηκαν και νομοθετικά οι σχέσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος.

Στο άρθρο 3 του νέου Συντάγματος αναγνωρίζονται τα Πατριαρχικά αυτά κείμενα και επί τη βάσει αυτών θα συγκροτήται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Θεωρήθηκε αυτό αναγκαίο, ώστε να αποφεύγεται στο μέλλον η συγκρότηση Αριστίνδην Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 του Συντάγματος αναγράφεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και της Διαρκούς Συνόδου που προέρχεται από την Ιεραρχία “καί συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928”.

Μέσα από το πνεύμα αυτό συντάχθηκε και ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1977, που ισχύει μέχρι σήμερα.

Η συνεργασία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο φάνηκε και στα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν το έτος 1987 και τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος και της αντιστοίχου επιτροπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Όπως είναι γνωστόν, το 1987 ψηφίσθηκε από την Βουλή των Ελλήνων νόμος περί της εκκλησιαστικής περιουσίας και περί των δομικών αλλαγών στην διοίκηση της Εκκλησίας, που δημιούργησε μεγάλη αναστάτωση στο πλήρωμα της Εκκλησίας.

Τότε, ειδική αντιπροσωπεία της Ιεράς Συνόδου, που αποτελούνταν από τους Μητροπολίτες Κορίνθου Παντελεήμονα (Πρόεδρο της αντιπροσωπείας), Φλωρίνης Αυγουστίνο, Δημητριάδος Χριστόδουλο και Περιστερίου Χρυσόστομο, επισκέφθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την 21η μέχρι την 25η Απριλίου, για να ενημερώση επίσημα την Μητέρα Εκκλησία για το θέμα που ανέκυψε.

Στην κοινή δήλωση, που έγινε μετά την λήξη των συνομιλιών μεταξύ της επιτροπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των διορθοδόξων ζητημάτων και της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος, και η οποία δήλωση υπογράφηκε από τους Μητροπολίτες Μύρων Χρυσόστομο και Κορίνθου Παντελεήμονα, τονίζονται μερικά αξιοπρόσεκτα σημεία, τα οποία έχουν σχέση με το θέμα που μας απασχολεί.

Το πρώτο είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δηλώνει ότι “συμπαρίσταται εις πεφιλημένην θυγατέρα και αδελφήν Εκκλησίαν, οία η Εκκλησία της Ελλάδος, και εν τη κανονική ασκήσει των από της θέσεως αυτού ως πρωτοθρόνου εν τη Ορθοδοξία Εκκλησίας απορρεόντων δικαιωμάτων και ως αείποτε φύλακος της κανονικής τάξεως και παραδόσεως εν αυτή”.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι το όλο θέμα εξετάσθηκε από τις επιτροπές σε συνάρτηση με την κατοχύρωση των Ιερών Κανόνων από το Σύνταγμα της Ελλάδος, καθώς επίσης “όσον και προς το γράμμα και το πνεύμα του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850, περί εκχωρήσεως του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος, και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, περί επιτροπικής άχρι καιρού διοικήσεως υπό της εν Ελλάδι Αυτοκεφάλου Εκκλησίας των επαρχιών του Θρόνου, των γνωριζομένων ως Μητροπόλεων των Νέων Χωρών”.

Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξετάζει τα θέματα, τα οποία αναφύονται, σύμφωνα όχι μόνο με το γράμμα, αλλά και με το πνεύμα των Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων. Καί, βέβαια, σαφώς λέγεται ότι οι λεγόμενες “Νέες Χώρες” δόθηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος επιτροπικώς “άχρι καιρού”. Δηλαδή, η φράση “επιτροπικώς” που υπάρχει στον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1850 και η ερμηνεία που δόθηκε σε Πατριαρχικό Γράμμα με την φράση “υπό τύπον προσωρινότητος”, εδώ σαφώς αντικαθίσταται με την φράση “άχρι καιρού”.

Επίσης στην κοινή δήλωση αναφέρεται και το ότι ο Συνοδικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική Πράξη του 1928 κατοχυρώθηκαν συνταγματικώς από την Ελληνική Πολιτεία.

Το τρίτο σημείο είναι ότι η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος διατύπωσε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την σκέψη της για την επανυπαγωγή της σε Αυτό, εάν, βέβαια, δεν επιλυθή με συναινετική, κανονική και νόμιμη λύση, μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας, το Εκκλησιαστικό Ζήτημα που είχε ανακύψει. Στην κοινή δήλωση αναφέρεται:

“Εν τη προοπτική ταύτη και υπό το φως των σημειουμένων εξελίξεων εν τω θέματι, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δηλοί ότι η ομοφώνως διατυπωθείσα σκέψις και επιθυμία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος προς επανυπαγωγήν της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θα τύχη υπό τούτου της προσηκούσης προσοχής και της δεούσης μελέτης, εφ’ όσον θα ήθελε κανονικώς αύτη προβληθή προς την Μητέρα Εκκλησίαν, εκ των Ιερών Κανόνων και της εκκλησιαστικής πράξεως μόνην αρμοδίαν ίνα χορηγή και αίρη το αυτοκέφαλον, πάντοτε εν τη ευρυτέρα προοπτική των καλώς νοουμένων συμφερόντων των ενδιαφερομένων μερών, και δη και του περιουσίου λαού του Θεού”.

Το σημαντικό είναι ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δηλώνει, ότι αυτό είναι αρμόδιο να χορηγή και να αίρη το Αυτοκέφαλο, σύμφωνα, βέβαια, με τα συμφέροντα των Εκκλησιών και του λαού του Θεού.

Και το τέταρτο σημείο είναι ότι οι δύο πλευρές “διεπίστωσαν την υπάρχουσαν ανάγκην συνεχίσεως της συνεργασίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών κατά τρόπον τελεσφορώτερον γενικώς, και ειδικώτερον προς αντιμετώπισιν αυτού τούτου του ανακύψαντος ζητήματος, όπερ έχει τας επεκτάσεις αυτού και εις τας Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, την Κρήτην κ.λ.π. Τούτο, άλλωστε, προβλέπεται υπό τε του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και υπό της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, η ενεργοποίησις ωρισμένων όρων της οποίας τυγχάνει αναγκαία”.

Πρέπει ιδιαιτέρως να προσεχθή ότι, όπως επισημαίνεται, απαιτείται συνεργασία μεταξύ των δύο Εκκλησιών, κατά τα προβλεπόμενα από τα Πατριαρχικά και Συνοδικά κείμενα και ιδιαιτέρως πρέπει να υπογραμμισθή η επισήμανση ότι “η ενεργοποίησις ωρισμένων όρων της οποίας (Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928) τυγχάνει αναγκαία”. Φαίνεται ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιθυμεί όχι μόνον την διατήρηση όλων των όρων στα κείμενα των Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων, αλλά και την ενεργοποίησή τους.

Το περιεχόμενο της κοινής δηλώσεως μεταξύ των δύο Επιτροπών φανερώνει την αταλάντευτη εμμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο γράμμα και το πνεύμα των Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων.