Δ'

9.

6. Συμπεράσματα

Όλη αυτή η ανάλυση αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εξασφαλίζονται με τα εκδοθέντα Συνοδικά και Πατριαρχικά κείμενα. Κυρίως θα ήθελα να παρουσιάσω τα ακόλουθα σημεία.

Πρώτον. Είναι ανάγκη να τηρούνται όλοι οι όροι που διαλαμβάνονται τόσο στον Συνοδικό Τόμο του 1850 όσο και στην Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, που είναι οι όροι δια των οποίων δόθηκε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος και οι λεγόμενες “Νέες Χώρες”, και επομένως αυτό πρέπει να ισχύη και με την μνημόνευση του ονόματος του Αρχιεπισκόπου.

Δεύτερον. Κάθε ενδεχόμενη αλλαγή πρέπει να γίνεται μόνον με την συμφωνία των τριών παραγόντων, ήτοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας, όπως σαφώς το υπογραμμίζει η δήλωση της 8ης Φεβρουαρίου 1973 του Οικουμενικού Πατριαρχείου που παραθέσαμε προηγουμένως, αλλά και άλλα κείμενα.

Τρίτον. Κάθε πρόταση για μια ενδεχόμενη αλλαγή πρέπει να συζητήται πρώτα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ύστερα να εισάγεται προς συζήτηση στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Γιατί η άνευ γνώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου υποβολή της προτάσεως και η απόρριψη της προτάσεως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν βοηθά στην καλή συνύπαρξη και συνεργασία των δύο Εκκλησιών.

Τέταρτον. Το ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν δέχεται μετατροπή στον όρο περί της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών από τους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν το κάνει από προσωπικά αίτια, αλλά για να διασφαλίση τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως άλλωστε το έχει δηλώσει και εκφράσει και παλαιότερα, ήτοι το 1968 - 1973, τα οποία δικαιώματα στην πραγματικότητα είναι διακονία για την ενότητα της Εκκλησίας.

Πέμπτον. Κατά το κρίσιμο διάστημα 1967-1973 υπήρξαν πολυποίκιλες αντιδράσεις εκ μέρους των Ιεραρχών για την επέμβαση του στρατιωτικού Καθεστώτος στα εκκλησιαστικά πράγματα. Διότι είναι γνωστόν ότι και η συγκρότηση της Αριστίνδην Συνόδου έγινε κατά παράβαση του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξης του 1928. Αυτό το ίδιο συνέβη και με τον καταρτισμό του Καταστατικού Χάρτη του 1969 και βεβαίως το ίδιο επανελήφθη και κατά την Ιεραρχία του Νοεμβρίου του έτους 1972, στην οποία έγινε εκλογή των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου κατά παράβαση της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στο νέο Σύνταγμα, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 3, συμπεριλήφθηκαν οι Συνοδικές και Πατριαρχικές Πράξεις. Με το άρθρο αυτό διασφαλιζόταν η μη παρέμβαση της Πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα, όπως έγινε κατά την περίοδο 1967-1973.

Έκτον. Η υπόθεση αυτή καίτοι είναι εκκλησιαστική έχει και την πολιτική της πλευρά. Η αντίδραση των Ιεραρχών στην τότε εκκλησιαστική ηγεσία ήταν ταυτόχρονα και έμμεση αντίδραση στο στρατιωτικό καθεστώς που είχε επέμβει στα ενδότερα πράγματα της Εκκλησίας. Έτσι το είδαν και οι πολιτικές δυνάμεις που συμπαραστάθηκαν στους αγώνες των Ιεραρχών, αλλά και μερίδα του ημερησίου Τύπου. Από αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι η ελευθερία στην Ελλάδα κατά την περίοδο εκείνη άρχισε να ροδίζη από τους αγώνες του Πατριαρχείου και των Ιεραρχών εναντίον της τότε καταστάσεως. Άλλωστε όσα είδαμε προηγουμένως έγιναν από τον Νοέμβριο 1972, και συνεχίσθηκαν όλον τον επόμενο χρόνο (1973), προ και παράλληλα με τα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Η Εκκλησία τότε έκανε αγώνα για την διατήρηση της κανονικής τάξεως και την ελευθερία της.

Έβδομον. Η τελική παραίτηση του Ιερωνύμου από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο έγινε ύστερα από πολλές πιέσεις και τον κύριο ρόλο διαδραμάτισε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην συνέχεια η απόφαση της Ιεραρχίας της 10ης Μαΐου του 1973 να εφαρμοσθούν ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Στην ανάλυση που έγινε προηγουμένως φαίνεται η σθεναρή στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να τηρηθούν επακριβώς τα υπογραφέντα και θεσπισθέντα.

Όγδοον. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος ήταν μια σημαντική προσωπικότητα και κατά την διάρκεια της Αρχιεπισκοπείας του εξελέγησαν στον βαθμό του Επισκόπου σεμνοί Κληρικοί που είχαν αγάπη για τον Θεό και το Ποίμνιο –οι περισσότεροι μάλιστα εξελέγησαν χωρίς να το επιδιώξουν και χωρίς να το γνωρίζουν– και είχε αγαθές προθέσεις για την βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Όμως ο τρόπος ανάδειξής του στον θρόνο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και οι συγκυρίες της εποχής εκείνης δεν βοήθησαν να αξιοποιηθούν ακόμη περισσότερο τα χαρίσματά του.

Ένατον. Η αποκατάσταση των κανονικών σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έγινε με την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ.

Συμπερασματικά οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι πολύ ευαίσθητες και όλοι μας πρέπει να τις χειριζόμαστε με σεβασμό, διάκριση, σύνεση και αγάπη.