Δ'

10.

Οι απόψεις του Οικουμενικού Πατριάρχου Κ. Βαρθολομαίου

Στο κεφάλαιο αυτό θα εκτεθούν οι απόψεις του Οικουμενικού Πατριάρχου Κ. Βαρθολομαίου, οι οποίες διατυπώθηκαν σε επιστημονικό του άρθρο, όταν ήταν ακόμη Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και στο οποίο κείμενο φαίνεται ότι παραμένει σταθερός στα θεσπισθέντα για την καλή λειτουργία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και για τις σχέσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος.

Το άρθρο επιγράφεται: “Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν τω Συντάγματι της Ελλάδος και εν τω Καταστατικώ Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος” και γίνονται σχετικές παρατηρήσεις αναφορικά με τα όσα γράφονται στο Σύνταγμα που ψηφίσθηκε το 1975 και τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που ψηφίσθηκε το έτος 1977. Βέβαια, εδώ θα εκτεθούν οι απόψεις του Οικουμενικού Πατριάρχου σχετικά με τα θέματα που μας απασχολούν στην μελέτη αυτή και σχετίζονται και με την εισαγωγή για πρώτη φορά στο Σύνταγμα της Ελλάδος του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928.

Η μνημόνευση του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου από τους Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” συμπεριλαμβάνεται στους όρους της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928, η οποία κατοχυρώνεται συνταγματικώς. Γράφεται:

“Δια της Πράξεως ταύτης, ως και ανωτέρω ελέχθη, παραχωρείται άχρι καιρού η διοίκησις των εν ταις Νέαις Χώραις επαρχιών του Οικουμενικού Πατριρχείου εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος υπό δέκα όρους, οι οποίοι, και οριστικώς ήδη κεκυρωμένοι δια του Συντάγματος, δέον να ισχύουν πλήρως δια λόγους στοιχειώδους κανονικής συνεπείας και χάριν των αρμονικών σχέσεων των δύο Εκκλησιών, εφ’ όσον η Πράξις αύτη είναι πάντοτε εν ισχύι και δη καθ’ όλην αυτής την έκτασιν”.

Σαφώς στο κείμενο του Οικουμενικού Πατριάρχου λέγεται ότι η Πατριαρχική Πράξη του 1928 εκδόθηκε με συνεννόηση των τριών παραγόντων:

“Η Πράξις, αφ’ ετέρου, του 1928 υπήρξεν απόρροια της ανάγκης ρυθμίσεως από κανονικής και διοικητικής απόψεως της θέσεως των εν ταις υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού Κράτους περιελθούσαις Νέαις Χώραις επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά τας επελθούσας επί τη λήξει του Α' παγκοσμίου πολέμου μεταβολάς, εξεδόθη δε κατόπιν σχετικών συνεννοήσεων μεταξύ των τριών ενδιαφερομένων παραγόντων, ήτοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας”.

Είναι γνωστόν ότι οι Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” μνημονεύουν το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου και την Ιερά Σύνοδο, ύστερα από συνεννοήσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών, και φυσικά η μνημόνευση αυτή δεν μπορεί να αλλάξη μονομερώς, το δε Οικουμενικό Πατριαρχείο επανειλημμένως έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να επιτρέψη αλλαγή και στο σημείο αυτό. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, αναφερόμενος στο άρθρο 28 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, γράφει:

“Ενταύθα ο λόγος περί του κανονικού μνημοσύνου εν ταις ιεραίς ακολουθίαις: Εν αυταίς οι Μητροπολίται των Νέων Χωρών μνημονεύουν “τού Οικουμενικού Πατριάρχου ημών δείνος και της Ιεράς ημών Συνόδου”. Τούτο ως ήδη ελέχθη, αποτελεί απαίτησιν της Πράξεως του 1928 ως προς το πρώτον μέρος, ήτοι το μνημόσυνον του Πατριαρχικού ονόματος.

Το σημείον τούτο είναι εξ εκείνων του κειμένου της ως άνω Πράξεως, επί των οποίων προεκλήθησαν αμφισβητήσεις από μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος άμα τη κοινοποιήσει εις αυτήν της Πράξεως. Λόγω των αμφισβητήσεων τούτων διεξήχθη τότε αλληλογραφία μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας Ελλάδος, ήτις και κατέληξεν εις την διαλεύκανσιν των αμφισβητουμένων και συνεννόησιν επ’ αυτών.

Ούτω, επί του ενάτου όρου της Πράξεως περί του κανονικού μνημοσύνου του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου εν τέλει εγένετο αποδεκτόν όπως οι εν Ελλάδι Ιεράρχαι του Πατριαρχικού κλίματος, προς τω ονόματι του Οικουμενικού Πατριάρχου, μνημονεύουν συγχρόνως και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκείνου μεν λόγω της υπό του Οικουμενικού Θρόνου πνευματικής πάντοτε εξαρτήσεως αυτών, ταύτης δε εις ένδειξιν της διοικητικής εξαρτήσεως αυτών, καθ’ όν τρόπον οι της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος Αρχιερείς.

Συναφώς πρέπει να προστεθή ότι δια τον αυτόν λόγον της διοικητικής εξαρτήσεως των Αρχιερέων των Νέων Χωρών εκ της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών, επήλθε συνεννόησις και επί του σημείου όπως εις τα υπομνήματα των εκλογών και εις τας επί τη χειροτονία Αρχιερατικάς ομολογίας αυτών (βλ. όρον Ζ' της Πράξεως) γίνηται μνεία όχι μόνον του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, αλλά και της παρ’ ής ούτοι εκλέγονται ή μετατίθενται και αφ’ ής διοικητικώς εξαρτώνται Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος”.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφερόμενος στην προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, με την σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη του 1969, να καταστρατηγήση τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με τον τρόπο συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, σε αντίθεση με την Πατριαρχική Πράξη του 1928, γράφει:

“Σημειωτέον, ότι ο Καταστατικός Χάρτης του 1969, πλην του ότι ουδαμού αναφέρει τον Τόμον του 1850, παρέλειψε και τας πλείστας των διατάξεων της Πράξεως του 1928 και δη κατήργησε πάσαν μνείαν περί επιτροπικής διοικήσεως από μέρους

“Είναι η πρώτη φορά καθ’ ήν συνταγματικώς κατοχυρούνται εν Ελλάδι τα δύο ταύτα επίσημα κείμενα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και πρέπει να ομολογηθή δια λόγους δικαιοσύνης και δια την ιστορίαν, ότι μεγάλως συνέβαλεν εις τούτο ο τότε και μέχρι σήμερον Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, όστις εν γράμματι αυτού προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην από 25-6-1975 εξαγγέλλει την υπό του νέου Συντάγματος της Ελληνικής Πολιτείας κύρωσιν του Τόμου και της Πράξεως, συμπίπτουσαν προς την 125ην επέτειον της ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, και ερμηνεύει ταύτην ως σημαίνουσαν την έναρξιν νέας ευτυχούς εποχής εις τας σχέσεις τούτο μεν Εκκλησίας και Πολιτείας εν Ελλάδι, τερματιζομένου του από του 1833 αρξαμένου επιβλαβούς καθεστώτος του έξωθεν παρεμβατισμού εις τα της Εκκλησίας, τούτο δε Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και θυγατρός Εκκλησίας της Ελλάδος, “επομένης τοις όροις της Μητρός Εκκλησίας””.

Είναι σαφές ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης επεκτείνει την συνταγματική ισχύ του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 και σε όλους τους όρους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το μνημόσυνο του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, και δεν περιορίζεται μόνο στον τρόπο συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Είναι αναγκαίο να παρατεθή και ο επίλογος της μελέτης αυτής του Οικουμενικού Πατριάρχου Κ. Βαρθολομαίου που είναι χαρακτηριστική:

“Ως εξάγεται εκ των προλεχθέντων, τόσον το Σύνταγμα της Ελλάδος όσον και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρονται μετά του δέοντος σεβασμού εις τον ιερόν αιωνόβιον θεσμόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατοχυρώνουν τα σχετικά με την Ελληνικήν Επικράτειαν, δια την οποίαν και θεσμοθετούν, κανονικά αυτού δικαιώματα και προνόμια. Ιδαιτέρως ο Καταστατικός Χάρτης, εν αντιθέσει προς εκείνον του 1969, τον εισαγαγόντα σύστημα ξένον προς την ημετέραν παράδοσιν και μη προερχόμενον εξ οργανικής εξελίξεως του εκκλησιαστικού βίου, και άρα σύστημα πεποιημένον, κινείται της Εκκλησίας της Ελλάδος των εκεί Μητροπόλεων του Πατριαρχείου και την διάκρισιν των Μητροπόλεων Παλαιάς και Νέας Ελλάδος, επί σαφεί καταστρατηγήσει αναφαιρέτων κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των επαρχιών της Νέας Ελλάδος”.

Είδαμε δε αναλυτικά στο προηγούμενο κεφάλαιο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε στην απόφαση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στο θέμα αυτό.

Μετά την συμφωνία που έγινε μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος για τον τρόπο συγκρότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όλοι οι Καταστατικοί Χάρτες συμπεριλαμβάνουν ειδικό άρθρο για την συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, “κατ’ ίσον αριθμόν προς τους εκ των επαρχιών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος προσκαλουμένους Αρχιερείς και κατά τον αυτόν τρόπον και σύστημα και μετά των αυτών δικαιωμάτων”. Εξαίρεση αποτελούσε ο Καταστατικός Χάρτης που καταρτίσθηκε επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Γι’ αυτό ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος γράφει:

Ο Καταστατικός Χάρτης του 1969 “προέβλεπε την συγκρότησιν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εκ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και των Προέδρων των δέκα Μονίμων Συνοδικών Επιτροπών, ανεξαρτήτως του εάν ούτοι ήσαν Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος ή των Νέων Χωρών, καταργήσας, τοιουτοτρόπως, πλην άλλων, και το δικαίωμα τούτο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διό και προυκάλεσε την έντονον αντίδρασιν αυτού, προς δε και την γενικήν κατακραυγήν, δια γε την ευλάβειαν και τον σεβασμόν του Ορθοδόξου Ελληνικού λαού προς την Μητέρα του Αγίαν του Χριστού Μεγάλην Εκκλησίαν”.

Το Σύνταγμα του 1975 κατοχύρωσε τον Συνοδικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Αναφερόμενος σε αυτό το γεγονός ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος γράφει: εντός των πλαισίων της παραδόσεως του χώρου δια τον οποίον και εψηφίσθη γενικώς, ειδικώτερον δε της παραδόσεως των αγαθών σχέσεων Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και Εκκλησίας Ελλάδος ως σχέσεων Μητρός και θυγατρός. Άλλωστε, τον σεβασμόν τούτον και την τιμήν ταύτην οφείλουν όλαι αι κατά τόπους Ορθόδοξοι Εκκλησίαι προς την πρωτόθρονον Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως, διότι όλαι ποικιλοτρόπως και πολλαχώς ευηργετήθησαν υπ’ αυτής κατά την διαδρομήν της ιστορίας, ήτις και είναι αδιάψευστος μάρτυς της στοργικής προς πάντας και δη προς τους εμπεριστάτους Ορθοδόξους λαούς δραστηριότητος και προσφοράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου”.

Από όλα όσα παρατέθηκαν φαίνεται καθαρά η σταθερή προσήλωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και αυτού του ιδίου του Οικουμενικού Πατριάρχου Κ. Βαρθολομαίου, στα όσα έχουν θεσπισθή με τον Συνοδικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928 και θεωρείται ότι μόνον μέσα στα πλαίσια αυτά μπορεί να αναπτυχθούν οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Θεωρώ δε απαραίτητο ότι πρέπει να πραγματοποιούνται κάθε έτος διμερείς συναντήσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις οποίες θα τίθενται όλα τα αναφυόμενα ζητήματα και θα αντιμετωπίζωνται μέσα στα πλαίσια του κανονικού και εκκλησιαστικού δικαίου. Καί, βεβαίως, είναι απαραίτητο στις επιτροπές αυτές να συμπεριλαμβάνωνται Επίσκοποι, οι οποίοι θα διακρίνωνται από σεβασμό στους κανονικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς, γνώση των θεμάτων, αλλά και νηφαλιότητα και ψυχραιμία.