|
Δ' 11. Οι αποφάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τις Συνοδικές και Πατριαρχικές Πράξεις (γράμματα-ανακοινώσεις-συνεντεύξεις) Εκτός από τα βασικά Γράμματα που παρατέθηκαν σε προηγούμενο κεφάλαιο, πρέπει να σημειωθή ότι επανειλημμένως το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ειδικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί καμμία αλλαγή στους υπάρχοντες όρους, ούτε βέβαια επιθυμεί κάποια αύξηση και μείωση. Θα αναφερθούν συγκεκριμένες δηλώσεις. Κατ’ αρχάς είναι γνωστή, από τα προηγούμενα, η δήλωση του Πατριαρχείου, που διατυπώθηκε με έγγραφο της 8ης Φεβρουαρίου 1973, ύστερα από προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την αλλαγή του τρόπου συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου –επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου– και έχει ως εξής: “Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, έχον υπ’ όψει του ότι, εξ αφορμής της εκδικάσεως προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας προς ακύρωσιν ωρισμένων αποφάσεων της συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενδέχεται ίνα ληφθώσιν υπό του Συμβουλίου τούτου αποφάσεις θίγουσαι όρους και διατάξεις της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, περί αναθέσεως επιτροπικώς τη Εκκλησία της Ελλάδος της εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δηλοί ότι τούτο εμμένει ακλινώς εις τους εν τη ειρημένη Πατριαρχική και Συνοδική Πράξει διαλαμβανομένους όρους, μη στέργον το παράπαν οιανδήποτε παραβίασιν ή αλλοίωσιν αυτών και τονίζει ότι η περί ής πρόκειται Πράξις είναι συμφωνία τριών παραγόντων εκκλησιαστικοκανονικής ρυθμίσεως του ζητήματος, και συνεπώς απαραβίαστος ερήμην του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπερ και επιφυλάσσει εις εαυτό πάντα τα εκ της Πράξεως ταύτης δικαιώματα αυτού (Φανάριον 8-2-73. Εκ της Αρχιγραμματείας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου)”. Εδώ, εκτός των άλλων, υπενθυμίζεται ότι η Πατριαρχική Πράξη του 1928 ήταν “συμφωνία τριών παραγόντων”, και βέβαια εννοούνται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Ελλάδος και η Ελληνική Πολιτεία. Έπειτα πρέπει να παρατεθή η δήλωση που έκανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, κατά την επίσημη υποδοχή του, στην αίθουσα των Συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου, τον Μάϊο του 1999. Εκεί μεταξύ των άλλων είπε: “Ο Οικουμενικός Θρόνος δεν επιθυμεί την αλλαγήν του από αιώνων δεδοκιμασμένου και αποδεκτού πλέγματος των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του. Την αύξησιν αυτών δεν επιθυμεί δια το δυσβάστακτον και ευπαρατήρητον και εύτρωτον αυτής. Την μείωσιν ωσαύτως δεν επιθυμεί δια το μη έχειν την δικαιοδοσίαν του μεταθέτειν όρια ά έθεντο οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θειότατοι Πατέρες ημών. Την τροποποίησιν δεν επιθυμεί ως εγκρύπτουσαν ευνοήτους κινδύνους ανατροπής των καλώς κειμένων”. Σημαντικά είναι τα λεγόμενα στην από 30-9-1999 επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχου λίγες ημέρες πριν την σύγκληση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στο Πατριαρχικό αυτό Γράμμα (30 Σεπτεμβρίου 1999) ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε σαφή λόγο ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει “Πρώτον”, αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών είναι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, η οποία Ιερά Σύνοδος βρίσκεται στην θέση του “Πρώτου” και βεβαίως ότι δεν εγκρίνει καμμιά τροποποίηση του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Ας δούμε τα βασικά σημεία αυτής της σημαντικής επιστολής: “Δυνάμει και βάσει του Τόμου του 1850, κεφαλή της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι υπέρτατον διοικητικόν αυτής όργανον, κατεστάθη Σύνοδος Αρχιερέων εκ περιτροπής και κατά πρεσβεία λαμβανομένη. Ιστέον δέ, ότι της Συνόδου ταύτης, τη οποία εδαψιλεύθησαν τα προνόμια του εν εκάστη τοπική Εκκλησία “πρώτου”, άτε αύτη αναγνωριζομένη ως “αδελφή” των Αγιωτάτων Πατριαρχών, των Προκαθημένων των τότε Αυτοκεφάλων Πατριαρχικών Εκκλησιών...”. Επίσης γράφει: “...ο της περικλύτου πόλεως των Αθηνών αρχιερατεύων ιεράρχης απλώς προεδρεύει, μη ών εν τη Αυτοκεφάλω Εκκλησία της Ελλάδος Πρώτος και μη κεκτημένος ούτε τα υπό του ΛΔ' Κανόνος των Αγίων Αποστόλων τω Πρώτω της εκάστω έθνει Εκκλησίας απονεμόμενα προνόμια, ούτε πολλώ μάλλον τα των Προκαθημένων των Αγίων Πατριαρχικών Εκκλησιών. Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του αυτοκεφάλου ουδεμίαν απονέμει τω τότε Μητροπολίτη (καί νυν Αρχιεπισκόπω) Αθηνών υπεροχικήν έναντι των λοιπών επαρχιούχων Αρχιερέων της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος θέσιν, πλην της μόνης οριζομένης, ότι ούτος εις τας Συνοδικάς συλλειτουργίας μνημονεύει ουχί της Ιεράς Συνόδου, αλλά “πάσης επισκοπής Ορθοδόξων”. Τούτο δε πράττει εξ ονόματος της υπ’ αυτού προεδρευομένης Ιεράς Συνόδου, την οποίαν, ως ελέχθη, ο Τόμος αναγνωρίζει ως αδελφήν των Προκαθημένων των άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, καίπερ συλλογικόν όργανον. Ανάλογόν τι συνέβαινε κατά την χρυσήν Πατερικήν εποχήν εις την αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Νουμιδίας”. Και σε άλλο σημείο γράφει ότι “Πρώτος” στην Εκκλησία της Ελλάδος είναι η Ιερά Σύνοδος: “...ο Τόμος ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος αναγνωρίζει ως “πρώτον” αυτής την Ιεράν Σύνοδον”. Οι Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” που χαρακτηρίζονται ως Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου έχουν “Πρώτον” τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικό Πατριάρχη και μνημονεύουν, κατά παραχώρησιν, συγχρόνως την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας στην οποία μετέχουν διοικητικώς. Γράφει: “Κατά παραχώρησιν και ως έσχατον μέτρον οικονομικής συγκαταβάσεως ωρίσθη, ως γνωστόν, όπως οι Μητροπολίται των λεγομένων Νέων Χωρών μνημονεύωσι παραλλήλως προς τον Προκαθήμενον εαυτών Αρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικόν Πατριάρχην και την ήν συναποτελούσιν, ως μέλη συνυπεύθυνα εν τη διοικήσει της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ιεράν Σύνοδον, ικανοποιηθέντος ούτως επαρκώς του τότε σχετικού αιτήματος”. Με απόλυτο τρόπο ο Οικουμενικός Πατριάρχης γράφει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει το δικαίωμα να προχωρήση σε μονομερείς αλλαγές του βασικού αυτού όρου του Συνοδικού Τόμου και των Πατριαρχικών Πράξεων: “Η υποστηριχθείσα υπό τινων άποψις ότι η μνημόνευσις ή μη υπό των Αρχιερέων, των υπαγομένων διοικητικώς και πνευματικώς εις την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλαδος, του εκάστοτε Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών είναι θέμα αποκλειστικώς αυτής, παραβλέπει ότι ο τρόπος μνημονεύσεως ωρίσθη δια του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου και συνεπώς ότι η αλλαγή αυτού υπό της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος καθίσταται αδιανόητος”. Αλλά ούτε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι διατεθειμένο να προβή σε κάποια αλλαγή και ανατροπή των κανονικώς θεσπισθέντων. Γράφει: “Συνεπείς προς τας πολλάκις, πολλαχού και ποικιλοτρόπως γενομένας ημετέρας υποσχέσεις και εξαγγελίας, ούτε αύξησιν προνομίων ζητούμεν, αλλ’ ούτε ανατροπήν τινα θα ανεχθώμεν των αφορώντων εις τα του ημετέρου Θρόνου θέσμια, ούτε άλλου τινός εν τη Εκκλησία θεσμού. Διό ουδεμίαν ουδέ κατά τι το ελάχιστον θα εγκρίνωμεν τροποποίησιν ούτε του Τόμου του 1850 ούτε της Πράξεως του 1928, ούτε δια την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ελλάδος (ούσαν υποχρεωμένην να τηρή απαρεγκλίτως τας διατάξεις του Τόμου του αυτοκεφάλου αυτής και δη ως προς τη βασικήν αρχήν του εν αυτή εγκαθιδρυθέντος πολιτεύματος), ούτε δια τας επιτροπικώς ανατεθείσας αυτή Ιεράς Μητροπόλεις του καθ’ ημάς Πατριαρχικού Θρόνου, οι Ιεράρχαι των οποίων και τύποις και ουσία κατά τα θεσπίσματα της Πράξεως του έτους 1928 πνευματικώς Πρώτον έχουν μόνον τον της Κωνσταντινουπόλεως Αρχιεπίσκοπον”. Συνιστά ο Οικουμενικός Πατριάρχης την τήρηση των παραδεδομένων και μάλιστα χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίον γίνεται η μνημόνευση τόσο από τους Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος όσο και από τους Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” ως αρίστη: “Φρονούμεν δε ότι η τήρησις των παραδεδομένων, ήτοι η μνημόνευσις εκ μέρους μεν των Ιεραρχών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος “τής Ιεράς ημών Συνόδου”, και εκ μέρους των Ιεραρχών των Νέων Χωρών “τού Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών (δείνος) και της Ιεράς ημών Συνόδου”, κατά την παραδεδομένην τάξιν, είναι οδός αρίστη”. Τα διάφορα επιχειρήματα και μάλιστα τα “θεολογικά” κριτήρια που επιστρατεύονται για την αλλαγή των Πατριαρχικών και Συνοδικών κειμένων στο θέμα της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου δεν ευσταθούν. Γι’ αυτό ο Οικουμενικός Πατριάρχης γράφει: “επιδιώκεται εσχάτως μεταβολή του δια του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 καθιερωθέντος και έκτοτε ισχύοντος “μνημοσύνου” εν τη Εκκλησία της Ελλάδος, βάσει “θεολογικών” τινων κριτηρίων, τα οποία όμως δεν ευσταθούν δι’ ούς και εν συνόψει φιλαδέλφως εκθέτομεν λόγους”. Είναι δε κατηγορηματικός στο να μη δοθούν τίτλοι υπερτιμιών και εξαρχιών στους Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος: “Επί τού, ως μη ώφειλεν, αναφυέντος παρ’ Υμίν ζητήματος τούτου παρατηρούμεν ότι οι τίτλοι “υπέρτιμος και έξαρχος” των Μητροπολιτών διετηρήθησαν και διατηρούνται δια τους Ιεράρχας των τεσσάρων πρεβυγενών Πατριαρχείων και της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, δια ιστορικοκανονικούς λόγους, εφ’ ω και δεν συμφωνούμεν να αποδοθούν και εις τους Ιεράρχας της υφ’ Υμάς Εκκλησίας ανάλογοι τίτλοι”. Το Πατριαρχικό αυτό Γράμμα είναι πάρα πολύ σημαντικό και αρκετά καθοριστικό και δεν αφήνει περιθώρια για άλλες ερμηνείες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε κατά τον πιο σαφή τρόπο τις απόψεις του πάνω στο θέμα της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου. Επί πλέον κατά την προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχου προς την Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος την 5η Απριλίου 2001 συμπεριλαμβάνονται και τα εξής: “Αι συνομιλίαι διεξάγονται εις μίαν περίοδον καθ’ ήν εκ διαφόρων πλευρών εγείρονται ή σκοπίμως καλλιεργούνται υπόνοιαι περί διεκδικήσεων κανονικής φύσεως της μιας επί της άλλης πλευράς, ως εάν επρόκειτο περί θεμάτων μη σαφώς καθορισμένων και διατυπωμένων εις τα θεμελιώδη κείμενα, τα ως ιερά υπό του Μακαριωτάτου αδελφού Αρχιεπισκόπου Αθηνών χαρακτηρισθέντα κατά την ενταύθα πρώτην επίσημον επίσκεψιν Αυτού, τα διαλαμβάνοντα τους βασικούς κανόνας, οίτινες διέπουν τα των σχέσεων των δύο Εκκλησιών. Τοιαύτα θεμελιώδη κείμενα είναι, αφ’ ενός οι Πατριαρχικοί και Συνοδικοί Τόμοι και Πράξεις τα αναφερόμενα εις την ενσωμάτωσιν εις αυτήν των επαρχιών των Ιονίων Νήσων και της Θεσσαλίας, και αφ’ ετέρου η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του έτους 1928, δι’ ής αι Επαρχίαι των λεγομένων Νέων Χωρών εξεχωρήθησαν τη Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος επιτροπικώς, δια την διοίκησιν τούτων υπ’ αυτής, τηρουμένου απαρασαλεύτως του ανωτάτου κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Θρόνου επ’ αυτών των Επαρχιών αυτού. Τόσον ο Τόμος, δι’ ου προ ενός και ημίσεος αιώνος εχορηγήθη εντεύθεν το αυτοκέφαλον εις την καθ’ Ελλάδα Εκκλησίαν, όσον και η Πράξις του 1928, διατηρούν αμείωτον την ισχύν αυτών και από τινων ετών είναι και συνταγματικώς κατοχυρωμένα θεμελιώδη και ιερά, επαναλαμβάνομεν κείμενα της τελευταίας ταύτης κατοχυρώσεως οφειλομένης εις τον μακαριστόν Αρχιεπίσκοπον Σεραφείμ. Ταύτα χρέος ημών ηγούμεθα όπως υπομνήσωμεν προς τα μέλη αμφοτέρων των Αντιπροσωπειών ημών, ως θεμέλια αρραγή, εφ’ ών εδράζονται αι κανονικαί σχέσεις των δύο αδελφών Εκκλησιών”. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, και σε ερώτηση του δημοσιογράφου εάν “τό θέμα των “Νέων Χωρών” εξακολουθεί να είναι από τα σημαντικά σημεία τριβής μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Πατριαρχείου”, απήντησε: “Δια το Οικουμενικόν Πατριαρχείον δεν υπάρχουν σημεία τριβής μεταξύ αυτού και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το θέμα των “Νέων Χωρών” έχει ρυθμιστεί καλώς δια της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, και κατά τρόπον ικανοποιούντα όλα τα μέρη. Η Πράξις αυτή περιγράφει με σαφήνειαν και ακρίβειαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και ορίζει ότι αι Μητροπόλεις αυταί παραμένουν κανονικόν έδαφος της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η δε άσκησις της διοικήσεως αυτών ανατίθεται “επιτροπικώς” και υπό δέκα συγκεκριμένους όρους από το Πατριαρχείον εις την αδελφήν Εκκλησίαν της Ελλάδος. Σημειωτέον ότι, κατά την διάρκειαν των 70 και πλέον ετών που διέρρευσαν έκτοτε, το Πατριαρχείον εσεβάσθη τα συμφωνηθέντα και ουδέποτε έθεσε –ούτε σήμερα θέτει– θέμα αλλαγής του ισχύοντος καθεστώτος”. Είναι γνωστόν ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απέστειλε τρία Γράμματα στον Οικουμενικό Πατριάρχη Κ. Βαρθολομαίο. Δεν υπάρχει πρόθεση στην μελέτη αυτή να σχολιασθούν τα Συνοδικά αυτά κείμενα, γιατί δεν είναι εύκολο να γίνη αυτό από έναν Ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Απλώς εδώ θα καταγραφούν οι βασικές θέσεις που τίθενται στα Συνοδικά αυτά Γράμματα, ώστε να εκτεθούν οι απαντήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το πρώτο Συνοδικό Γράμμα είναι το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 2992/22-8-2001, της Εκκλησίας της Ελλάδος για τις διμερείς συνομιλίες με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη στις 5 και 6 Απριλίου 2001. Αφού εντοπίζονται μερικά σημεία, στο τέλος σαφώς γίνεται λόγος για την αλλαγή των κειμένων του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Γράφεται: “Έχει γραφή και ουχί μόνον εκ των ημετέρων εγκρίτων κανονολόγων και νομομαθών, ότι τα κείμενα του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξεως του 1928 πάσχουσι νομοκανονικώς. Αναφέρομεν ένια παραδείγματα δια τον Τόμον. Δεν υπάρχει Αυτοκέφαλος Εκκλησία χωρίς “Πρώτον”. “Πρώτος” χωρίς μνημόσυνον. Και ουδαμού εις τας πηγάς αναγνωρίζεται ως τρόπον τινά “Πρώτος”, “Σύνοδος Αρχιερέων Διαρκής”. Δια δε την Πράξιν, ότι δεν είναι δυνατόν Εκκλησιαστικαί Επαρχίαι να ανήκωσιν εις δύο δικαιοδοσίας. Πρόκειται δια προφανείς αντικανονικότητας. Το ζητούμενον εις την περίπτωσιν ημών είναι, ίνα εναρμονισθώσιν τα κείμενα μετά των Ιερών Κανόνων. Τίνι τρόπω; Αυτό ήλθομεν ίνα συζητήσωμεν. Το εφικτόν ίνα ανεύρωμεν. Το δίκαιον ίνα πράξωμεν”. Το δεύτερο Συνοδικό Γράμμα είναι το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 2993/27-8-2001 το οποίο απαντά στό, από 3ης Σεπτεμβρίου 1999, υπ’ αριθμ. Πρωτ. 789 Πατριαρχικό Γράμμα περί του τρόπου της μνημονεύσεως του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου από τους Μητροπολίτες των λεγομένων “Νέων Χωρών”. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνιστούσε οι Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” που ανήκουν πνευματικώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να μνημονεύουν “τού Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών δείνος”. Η Εκκλησία της Ελλάδος με το Γράμμα αυτό εμμένει στην μνημόνευση του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, όπως αναγράφεται στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, ήτοι “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Οικουμενικού Πατριάρχου ημών” (άρθρ. 28). Και στο τέλος του Συνοδικού Γράμματος γράφεται: “Ταύτα αδελφικώς επιστέλλοντες και επί τούτοις κανονικώς εμμένοντες ως εύ τε και καλώς τεθεσπισμένοις και την ομοιόμορφον Λειτουργικήν Πράξιν και ενότητα της πνευματικής και κανονικής ημών δικαιοδοσίας διασφαλίζουσι, επί τον κοινόν ημών Σωτήρα και Κύριον την καθόλου ημών μέριμναν επιρρίπτομεν και την αδελφικήν Υμών συναντίληψιν επιζητούμεν”. Το τρίτο Συνοδικό Γράμμα της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι το υπ’ αριθμ. Πρωτ. 2994/27-8-2001 και απαντά στό, από 30ής Σεπτεμβρίου, υπ’ αριθμ. Πρωτ. 983 Πατριαρχικό Γράμμα, στο οποίο θίγονται θέματα που έχουν σχέση με τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως καθορίζονται από τον Συνοδικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Γενικά, στο Συνοδικό αυτό κείμενο τονίζεται ότι το νομοκανονικό καθεστώς, το οποίο ισχύει για τις λεγόμενες “Νέες Χώρες”, είναι “ιδιόμορφον” καί, βέβαια, είναι άγνωστο στους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Επίσης, παρατίθεται μεγάλο απόσπασμα από την εισήγηση του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου 1999, σύμφωνα με την οποία προτείνεται να ζητήση η Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο “τήν έκδοσιν κανονικού Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου, δια να γίνεται η μνημόνευσις του “Πρώτου” της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά την εκφώνησιν “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε...”” κατά τον ακόλουθο τρόπο: Από τους Μητροπολίτες της Αυτοκεφάλου Εκκλησία της Ελλάδος: “Εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Αρχιεπισκόπου ημών Χριστοδούλου, του ορθοτομούντος τον λόγον της σής αληθείας”. Από δε τους Μητροπολίτας των “Νέων Χωρών”: “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Οικουμενικού Πατριάρχου ημών Βαρθολομαίου και του Αρχιεπισκόπου ημών Χριστοδούλου, των ορθοτομούντων τον λόγον της σής αληθείας”. Παρατίθεται και η πρόταση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου που διατυπώθηκε στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου του 1999, όπως “ανατεθούν εις την Συνοδικήν Επιτροπήν επί των Νομοκανονικών και Δογματικών Ζητημάτων, η οποία επισκεπτομένη το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως, θα συζητήση όπως από κοινού επιδιωχθή η διαμόρφωσις μιας συμφωνίας, επωφελούς δι’ αμφοτέρας τας Εκκλησίας”. Στο Συνοδικό αυτό Γράμμα, μεταξύ άλλων, γράφεται: “...Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι γνωστόν, ότι ευρίσκεται ακουσίως εις αντικανονικάς περιπτώσεις, πρώτον αναφορικώς προς την μνημόνευσιν του ονόματος του Πρώτου Αυτής, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, και δεύτερον αναφορικώς προς τον χωρισμόν της Ιεραρχίας αυτής εις Μητροπολίτας της Παλαιάς Ελλάδος και εις Μητροπολίτας των λεγομένων Νέων Χωρών. Τα αντικανονικά γεγονότα ταύτα, χρονολογούμενα από πολλών ετών, είναι μια ρίζα πικρίας της Εκκλησίας ταύτης”. Και αφού παρατίθεται η άποψη του Μητροπολίτου Σάρδεων ότι “εν τω πλαισίω πάντοτε της εν αδελφική συλλογικότητι εκφραζομένης εννοίας της διακονίας, έτοιμος είναι –ο Οικουμενικός Θρόνος– ίνα εν παντί και πάντοτε εξυπηρετήση τας αδελφάς Εκκλησίας”, γράφεται: “Επισημαίνομεν λοιπόν την εν τω ως άνω κειμένω βαρυσήμαντον φράσιν... και προσθέτομεν την βεβαίαν και απερικλόνητον πίστιν ημών ότι την αυτήν “εξυπηρετικήν διακονίαν” θα επιδείξη και δια την Αδελφήν Εκκλησίαν της Ελλάδος, εν τω πλαισίω των αιτημάτων Αυτής, ως αναγράφονται ταύτα εν τω ανά χείρας απαντητικώ Γράμματι ημών”. Είναι σαφές ότι η Ιερά Σύνοδος με τα Συνοδικά αυτά Γράμματα ζητεί την τροποποίηση τόσο του Συνοδικού Τόμου του 1850, όσο και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 στο θέμα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, και στον τρόπο μνημονεύσεως του ονόματός του από τους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, ώστε να είναι στην ουσία “Πρώτος” και όχι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά την λήψη των Συνοδικών Γραμμάτων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξέφρασε ποικιλοτρόπως την εμμονή του στα όσα περιλαμβάνονται στα εκδοθέντα Συνοδικά και Πατριαρχικά κείμενα (Συνοδικός Τόμος 1850 και Πατριαρχική Πράξη 1928). Κατ’ αρχάς στο ανακοινωθέν της Αρχιγραμματείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που εκδόθηκε κατά την διάρκεια της Συνεδριάσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Οκτωβρίου 2001, γράφεται ότι αφ’ ενός μεν θα απαντήση εν καιρώ στα Συνοδικά αυτά Γράμματα, αφ’ ετέρου δε θεωρεί άκαιρη και επιζήμια την ανακίνηση του θέματος της τροποποίησης των καταστατικών Πατριαρχικών κειμένων. Συγκεκριμένα γράφεται: “Εν σχέσει προς τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών όσον αφορά εις τας σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας Ελλάδος, ανακοινούται ότι το Φανάριον θα απαντήση εν καιρώ εις τα ληφθέντα τρία γράμματα εξ Αθηνών, εν τω πνεύματι των θέσεων αυτού αι οποίαι διετυπώθησαν κατά την τελευταίαν ενταύθα φάσιν των διμερών συνομιλιών, ήτοι του σεβασμού του Τόμου του 1850 και της Πράξεως του 1928. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επαναλαμβάνει ότι θεωρεί την ανακίνησιν θέματος τροποποιήσεως του καθεστώτος των σχέσεων των δύο Εκκλησιών, ως και τυχόν εμμονήν εις την ανακίνησιν ταύτην, ως άκαιρον και επιζημίαν δια τε την Εκκλησίαν και δια το Γένος και δηλοί ότι την ευθύνην δια τας ασφαλώς σοβαρωτάτας συνεπείας οιασδήποτε αντιθέτου μονομερούς ενεργείας θα φέρη ακεραίαν η ετέρα πλευρά. Εν τοις Πατριαρχείοις, τη 9η Οκτωβρίου 2001 Εκ της Αρχιγραμματείας τής Αγίας και Ιεράς Συνόδου”. Έπειτα είναι χαρακτηριστική μια επιστολή που απέστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε 27 Αρχιερείς, οι οποίοι κατά την Ιεραρχία του Οκτωβρίου 2001 είχαν προτείνει να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Συγκεκριμένα οι Αρχιερείς πρότειναν: “Να σταματήση πάσα περαιτέρω συζήτησις και να προχωρήσωμεν αι δύο Εκκλησίαι εν συμπνοία και αγαστή συνεργασία προς όφελος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και κοινωνίας γενικώτερον, ως συμβαίνει μέχρι σήμερον, σεβόμενοι τα προβλεπόμενα υπό του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 άνευ ουδεμιάς αλλαγής των κειμένων αυτών”. Ας μου επιτραπεί να καταγράψω το κείμενο που ενεχείρησα στον Σεβ. Μητροπολίτη Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. Βαρθολομαίο, ο οποίος συνεγκέντρωσε τις υπογραφές των Αρχιερέων. “Εις τα όσα έγραψα άχρι τούδε περί του θέματος της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου υπό των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος υπεστήριξα, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα. Πρέπει να γίνουν σεβαστά τα δύο Πατριαρχικά κείμενα, ήτοι ο Συνοδικός Τόμος του 1850 και η Πατριαρχική Πράξη του 1928, τα οποία καθορίζουν τον τρόπον διοικήσεως της Εκκλησίας ημών. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον με την διάκρισιν την οποίαν έχει δύναται να προχωρήση εις οιανδήποτε τροποποίησιν των όρων με τους οποίους εδόθησαν τόσον το Αυτοκέφαλον όσον και αι λεγόμεναι “Νέαι Χώραι” “επιτροπικώς” κατόπιν συμφωνίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ελληνικής Πολιτείας. Εφ’ όσον, καλώς ή κακώς, ετέθη το θέμα εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ας σταματήση κάθε συνέχισις του θέματος και ας αφήσωμεν το Οικουμενικόν Πατριαρχείον να αποφασίση σχετικώς. Θεωρώ ότι εις ενδεχομένην απάντησιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν πρέπει να απαντήση εκ νέου η Εκκλησία της Ελλάδος, σεβομένη τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Και ταυτοχρόνως να συνεργάζηται αρμονικώς με το Σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον. †Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος”. Και στην ευχαριστήρια επιστολή προς τους Αρχιερείς που κατέθεσαν αυτήν την πρόταση ο Οικουμενικός Πατριάρχης έγραφε μεταξύ άλλων: “Τοιαύτη υπήρξεν, ως γνωστόν, αείποτε και παραμένει η και του καθ’ ημάς Οικουμενικού Θρόνου σταθερά θέσις και πράξις. Είναι η μόνη σύμφωνος προς όσα οι προ ημών σοφώς προνοήσαντες σαφώς καθώρισαν. Και οφείλει ίνα παραμείνη απαρασάλευτος. Τοσούτω μάλλον όσω όλως σοβαρά και μεγάλα (διάφορα των δικαιοδοσιακών) είναι τα όντως “ανοικτά” θέματα και αιτήματα, τα ενώπιον της Εκκλησίας τιθέμενα σήμερον, προς τα οποία οφείλομεν ίνα στρέφωμεν την προσοχήν ημών πάντες οι νουν Χριστού έχοντες, εν συμπνοία όντως και αγαστή συνεργασία νυχθημερόν κοπιάζοντες υπέρ της μαρτυρίας του Ευαγγελίου του Χριστού και της διακονίας των δεινώς πασχόντων και πειραζομένων αδελφών Αυτού των ελαχίστων. Ο Κύριος της Εκκλησίας και οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Πατέρες ημών την ενότητα αυτής και την αποφυγήν των νομικών ερίδων ως μέριμναν των ποιμένων πρώτην και κυρίαν εν αγάπη και ειρήνη θεσπίσαντες, οδόν καταδεικνύουσι πάσιν ημίν ευθείαν και ασφαλή”. Επίσης σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος (μεταδόθηκε στις 28-10-2001 από τον ραδιοφωνικό Σταθμό Σκάι) είπε για τις επιστολές που απέστειλε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος: “Θα μου επιτρέψετε να είμαι σύντομος σε αυτήν την απάντηση. Να μην υπεισέλθω εις τας λεπτομερείας και να πω μόνο ότι αισιοδοξούμε ότι θα επικρατήσουν ωριμότερες σκέψεις αι οποίαι και θα οδηγήσουν εις την καλήν συνεργασίαν των δύο εκκλησιών απαραίτητον και χρήσιμον σήμερα διόλου παρά ποτέ. Πάντως ετοιμάζεται η απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα γνωστά τρία γράμματα της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος”. Και για το θέμα των “Νέων Χωρών” είπε: “Είναι πολύ απλό αυτό το ζήτημα. Αυτές τις Μητροπόλεις της Βορείου Ελλάδος το Οικουμενικό Πατριαρχείο λόγω των τότε συνθηκών τις εξεχώρησε το 1928 ως προς την διοίκησή τους εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Η πράξις του ’28, περικλείει δέκα όρους υπό τους οποίους έγινε η εκχώρηση της διοικήσεως των νέων χωρών των Μητροπόλεων των λεγομένων νέων χωρών εις την αδελφήν Εκκλησίαν της Ελλάδος. Έκτοτε η Εκκλησία της Ελλάδος ποιμαίνει αυτές τις επαρχίες, οι μητροπολίται των επαρχιών αυτών συμμετέχουν εις την διοίκηση της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος. Κάθε φορά που ανανεώνεται η Σύνοδος των Αθηνών καλούνται έξ μητροπολίται από την Βόρειον Ελλάδα και έξ μητροπολίται από την αυτοκέφαλο Εκκλησία της Ελλάδος και συναποτελούν την Διαρκή Ιεράν Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Πατριαρχείο θεωρεί πάντοτε, κατά το πνεύμα και το γράμμα της πράξεως του ’28, θεωρεί αυτές τις Μητροπόλεις δικές του επαρχίες. Αναγεγραμμένες εις το Συνταγμάτιόν του εις τον κατάλογον των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Θρόνου. Δεν εξεχώρησε ποτέ τις Μητροπόλεις αυτές εις την Εκκλησία της Ελλάδος, παρά μόνο επιτροπικώς, όπως λέγει επί λέξει η πράξις του ’28. Επιτροπικώς έδωσε την διοίκησή των. Το Πατριαρχείο δεν θέλει τίποτε περισσότερο και τίποτε ολιγώτερον από την διατήρησιν αυτού του καθεστώτος. Τα προβλήματα δημιουργούνται από την στιγμή που αρχίζουν άλλου είδους διεκδικήσεις, από την στιγμή που αρχίζει αμφισβήτησις των δικαιωμάτων, των κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί των Μητροπόλεων περί των οποίων ομιλούμε αυτή την στιγμή. Αν γίνει σεβαστό το καθεστώς δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα και αυτό ευρύτερα ισχύει και δια τας σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας Ελλάδος. Αυτό που θέλει το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι να γίνει σεβαστόν το Status Quo, αυτό που υπήρχε έως σήμερα να συνεχιστεί χωρίς αλλοιώσεις, χωρίς διεκδικήσεις, χωρίς αντιπαραθέσεις, χωρίς συγκρούσεις. Εμείς θέλουμε είρηνικές και αδελφικές σχέσεις υπό τον όρο ότι δεν θα θυσιαστεί τίποτε από τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τα κεκτημένα του. Εάν αυτό γίνει αντιληπτό και σεβαστόν δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα”. Τελικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κ. Βαρθολομαίος, με το από 5ης Δεκεμβρίου 2001, υπ’ αριθμ. Πρωτ. 972 Πατριαρχικό Του Γράμμα, απήντησε στα Γράμματα που είχε αποστείλει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από το Πατριαρχικό αυτό Γράμμα θα παρατεθή ό,τι έχει σχέση με το θέμα που μας απασχολεί, ήτοι ποιά είναι η τελική άποψη του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την τροποποίηση του Συνοδικού Τόμου του 1850 και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928, που ζήτησε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από την ανάγνωση του Γράμματος φαίνεται ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ούτε προτίθεται αλλά ούτε και επιθυμεί να απομακρυνθή από τα όσα διαλαμβάνονται στα Συνοδικά και Πατριαρχικά κείμενα με τα οποία δόθηκε το Αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Ελλάδος και οι “Νέες Χώρες” “επιτροπικώς”. Γράφεται: “Ως δε προς τα δια των Υμετέρων προσφάτων επιστολών –όλως απροβλέπτως και άνευ αποχρώντος λόγου– τιθέμενα αιτήματα, ουδόλως προτιθέμεθα να υπεισέλθωμεν εις τα επί μέρους, όπερ θεωρούμεν πάντη αλυσιτελές. Οφείλομεν όμως, όλως αδελφικώς, να καταστήσωμεν απολύτως σαφές, ότι ο καθ’ ημάς Πάνσεπτος, αλλά και Πολύπλαγκτος, Οικουμενικός Θρόνος δεν είναι δυνατόν να αποστή, ουδ’ επ’ ελάχιστον πλέον, των θεμελιωδών Αυτού Κανονικών δικαίων έναντι οιουδήτινος, και δη έναντι Αδελφών ομαίμων, χάριν των οποίων εβίωσε, και ατυχώς εκ νέου βιοί επ’ εσχάτων, απροσδοκήτους πικρίας, δια να μη ενθυμηθώμεν τας και μέχρις αίματος γνωστάς θυσίας, αι οποίαι και επότισαν δαψιλώς το δένδρον της κοινής Πίστεως”. Επίσης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης προτείνει στην Ιερά Σύνοδο να συστήση στους Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” να μνημονεύουν το όνομά του κατά τον ακριβή κανονικό τρόπο. Γράφει: “...αναμένομεν απαραιτήτως όπως και τοις εν ταις Μητροπόλεσι του Οικουμενικού Θρόνου (Νέων Χωρών) Αδελφοίς επισημάνητε επισήμως την υποχρέωσιν ίνα μη επαναλάβωσιν όσα τινές περί τον τρόπον μνημονεύσεως ετόλμησαν σποραδικώς προσφάτως, άτινα οπωσδήποτε κρινόμενα κατά κανονικήν ακρίβειαν, ου μόνον άθεσμα τυγχάνουσιν, αλλά και τας εν γένει μεταξύ ημών σχέσεις δεν εποικοδομούν το παράπαν”. Ακόμη εκφράζεται η ικανοποίηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την στάση των Αρχιερέων εκείνων οι οποίοι κατά την πρόσφατη Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος πρότειναν να σταματήση κάθε διαμάχη της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γράφεται: “Διό και ιδιαιτέρως ικανοποίησε πάντας ημάς ενταύθα η από μέρους μεγάλου αριθμού Αδελφών Αρχιερέων γενομένη ευλαβής και φιλάδελφος υπόδειξις κατά την πρόσφατον Σύνοδον της Ιεραρχίας εν Αθήναις, όπως τερματισθή η όλως άγονος και ασύμφορος δι’ αμφοτέρας τας Εκκλησίας διένεξις και λογομαχία, επί αποκαταστάσει του κλίματος εμπιστοσύνης και γαληνιαίας, ευελπιστούμεν, συνεργασίας εφ’ εξής”. Επί πλέον διατυπώνεται η άποψη ότι το Οικουμενικό Πατριαχείο καίτοι δεν αρνείται, αλλά και πρωτοστατεί σε Διορθοδόξους, Διαχριστιανικούς και Διαθρησκευτικούς Διαλόγους, εν τούτοις όμως για θεσμικά θέματα και καταστατικές αρχές, και μάλιστα χωρίς σοβαρούς λόγους, δεν προτίθεται να κάνη διάλογο. Γράφεται: “...ότι επί θεμάτων θεσμικής τοποθετήσεως και εν γένει καταστατικών αρχών, δεν προτίθεται αύτη να συζητήση άνευ σοβαρών λόγων. Τοιούτους δε λόγους ακραδάντως φρονούμεν άπαντες ενταύθα ότι θελήματι Θεού πάντοτε μόνον αι έκτακτοι συγκυρίαι διαμορφώνουν κατά την ιστορικήν πορείαν λαών και θεσμών”. Και όπως τονίζεται στην συνέχεια δεν θεωρούνται σοβαροί λόγοι όσα εγράφησαν για την τροποποίηση των Συνοδικών και Πατριαρχικών κειμένων. Από όσα παρατέθηκαν φαίνεται καθαρά ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρά το ότι ετέθη από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος θέμα αλλαγής των Πατριαρχικών κειμένων (Συνοδικός Τόμος 1850 και Πατριαρχική Πράξη 1928) τρεις φορές στο παρελθόν αλλά και πρόσφατα, δεν επιθυμεί και δεν θα εγκρίνη καμμία αλλαγή και τροποποίηση στα Πατριαρχικά και Συνοδικά κείμενα που διέπουν το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας μας και καθορίζουν τις σχέσεις μας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να επιμένη η Εκκλησία της Ελλάδος ύστερα από τόσες κατηγορηματικές αποφάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
|