|
Δ' 12. Προβλήματα από την ενδεχόμενη μονομερή αλλαγή της μνημονεύσεως Είναι γνωστόν ότι, όταν κάνουμε λόγο για την μνημόνευση των Αρχιερέων, εννοούμε τον τρόπο που μνημονεύουν κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, ιδιαιτέρως μετά την μεταβολή των τιμίων Δώρων στο “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε...”. Και βεβαίως η μνημόνευση σχετίζεται με την αναφορά την οποία έχει κάθε Αρχιερεύς, και ακόμη περισσότερο σχετίζεται με τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας, δηλαδή έχει σχέση με το αν μια Εκκλησία ακολουθή το Πατριαρχικό, το Μητροπολιτικό ή το Συνοδικό σύστημα διοικήσεως. Οι Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας μνημονεύουν, κατά τον Συνοδικό Τόμο του 1850, ως εξής: “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, της Ιεράς ημών Συνόδου της ορθοτομούσης τον λόγον της σής αληθείας”. Οι Αρχιερείς των λεγομένων “Νέων Χωρών” μνημονεύουν, κατά την Πατριαρχική Πράξη του 1928 και την τελική κατάληξη ύστερα από συζήτηση μεταξύ Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, ως εξής: “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών (δείνος) και της Ιεράς ημών Συνόδου των ορθοτομούντων τον λόγον της σής αληθείας”. Η τελευταία μνημόνευση γίνεται γιατί οι λεγόμενες “Νέες Χώρες” παραχωρήθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος όχι κατ’ αφομοίωσιν, αλλά επιτροπικώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οι Αρχιερείς της κατηγορίας αυτής θεωρούνται, όπως σαφώς το αναγράφει η Πατριαρχική Πράξη του 1928, ως Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου, οι οποίοι διοικητικώς ανήκουν στο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχει τεθή πριν μερικά χρόνια το θέμα της ομοιομορφίας της μνημονεύσεως, δηλαδή όλοι οι Αρχιερείς που ανήκουν στην διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος να έχουν ενιαία μνημόνευση, ήτοι να μνημονεύουν όχι την Ιερά Σύνοδο, ούτε τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αλλά τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, ως Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όμως, δεν αποδέχεται αυτήν την πρόταση και με πολλά κείμενά του εμμένει στην εφαρμογή και ως προς το σημείο αυτό, τόσο του Συνοδικού Τόμου του 1850, όσο και της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928. Και η απόφαση αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου συνδέεται με το γεγονός ότι η αλλαγή του τρόπου μνημονεύσεως, αυτομάτως συνεπάγεται και την αλλαγή του συστήματος διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Ελλάδι. Εφ’ όσον δε το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποδέχεται μια τέτοια πρόταση, σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνη καμμία αλλαγή. Βέβαια, τώρα τελευταία ακούστηκαν και μερικές φωνές ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί να προχωρήση μονομερώς στην αλλαγή του τρόπου μνημονεύσεως υπό των Αρχιερέων. Θεωρώ ότι, αν αυτή η απειλή υλοποιηθή, τότε θα είναι ό,τι χειρότερο μπορεί κανείς να προβλέψη για το τί πρόκειται να συμβή. Εάν επιδιωχθή αυτογνωμόνως και μονομερώς διαφοροποίηση από τα Συνοδικά και Πατριαρχικά κείμενα, ως προς τον τρόπο μνημονεύσεως, τότε υπάρχουν τρεις δυνατότητες και η κάθε μια δυνατότητα έχει και τις ανάλογες συνέπειες. Η πρώτη είναι να μνημονεύεται μόνον ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών από τους Μητροπολίτες τόσο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και των λεγομένων “Νέων Χωρών”. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω αυτό συνεπάγεται και αλλαγή του συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εάν επιβληθή μια τέτοια κατάσταση μονομερώς, τότε το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι σίγουρο ότι δεν θα την αποδεχθή, με συνέπεια να δημιουργηθή σχίσμα μεταξύ Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως έγινε την περίοδο 1833-1850. Και βέβαια αυτό θα δημιουργήση και ένα σχίσμα μέσα στους κόλπους της Ελλαδικής Εκκλησίας, με απρόβλεπτες συνέπειες, διότι θα υπάρχουν Αρχιερείς και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και των “Νέων Χωρών”, οι οποίοι δεν θα αποδεχθούν μια τέτοια αλλαγή. Η δεύτερη δυνατότητα είναι να αποφασισθή και επιβληθή μονομερώς από την Εκκλησία της Ελλάδος η μνημόνευση από τους Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” ταυτοχρόνως και του Οικουμενικού Πατριάρχου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, δηλαδή οι Αρχιερείς θα μνημονεύουν: “εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Οικουμενικού Πατριάρχου ημών Βαρθολομαίου και του Αρχιεπισκόπου ημών Χριστοδούλου”. Και αυτή η απόφαση δεν θα γίνη αποδεκτή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι είναι δεδομένη η άποψή του επί του θέματος αυτού, ότι ο τίτλος Οικουμενικός Πατριάρχης έχει κυρίως και προ παντός διοικητική έννοια και όχι λειτουργική, γι’ αυτό κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας πρέπει να αναφέρεται ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης, διότι είναι Οικουμενικός Πατριάρχης “διά το είναι αυτόν Επίσκοπον Νέας Ρώμης”. Επίσης δεν θα γίνη αποδεκτή και από Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πέρα από όσα αναφέρθηκαν υπάρχει και έντονος εκκλησιολογικός προβληματισμός, από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν ένας Αρχιερεύς να έχη και να μνημονεύη δύο κεφαλές, ήτοι και τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Η κάθε τοπική Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού και όπως μία είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, έτσι και η κεφαλή κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι μία, που είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, “εις τύπον και τόπον” της παρουσίας του Χριστού. Άλλωστε και ο κάθε Πρεσβύτερος σε μια Μητρόπολη δεν μπορεί να μνημονεύη δύο κεφαλές, αλλά μόνον τον Μητροπολίτη του ή κάποιον άλλον Αρχιερέα που λειτουργεί με την άδεια του κυριάρχου Μητροπολίτου. Η ενδεχόμενη άποψη ότι και τώρα οι Αρχιερείς των “Νέων Χωρών” μνημονεύουν δύο κεφαλές, ήτοι τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν ευσταθεί για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος διότι και αυτός ο τρόπος μνημονεύσεως αποφασίσθηκε κατ’ οικονομίαν και ο δεύτερος λόγος διότι η Ιερά Σύνοδος ως πολυκέφαλη, που αποτελείται από δώδεκα (12) Αρχιερείς και τον Πρόεδρο, δεν θεωρείται ως κεφαλή. Η τρίτη δυνατότητα είναι να μνημονεύεται ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών από τους Μητροπολίτες της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, οι δε Μητροπολίτες των “Νέων Χωρών” να μνημονεύουν, κατά την Πατριαρχική Πράξη του 1928, τον Οικουμενικό Πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και αυτή όμως η δυνατότητα δημουργεί πολλά προβλήματα, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ενότητα της Εκκλησίας και το Χριστεπώνυμο πλήρωμά Της. Η μία συνέπεια θα είναι η μονομερής αλλαγή του Συνοδικού Τόμου του 1850 και η άλλη συνέπεια θα είναι η εμφανέστερη διάσπαση των Μητροπολιτών που υπάγονται είτε κατ’ αφομοίωσιν είτε επιτροπικώς στην Εκκλησία της Ελλάδος, καθώς επίσης θα θεωρηθή και θα είναι μια επαναστατική κίνηση εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ενώ με την υπάρχουσα κατάσταση, ως Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, έχει αυξημένες αρμοδιότητες, με την αλλαγή αυτή θα σμικρυνθή η δικαιοδοσία του, διότι θα θεωρήται ως Αρχιεπίσκοπος μόνον της μισής Ελλάδος, δηλαδή των Μητροπολιτών που αποτελούν την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ ότι δεν πρέπει να ανακινηθή το θέμα αυτό περαιτέρω, διότι όποια κατάληξη και αν έχη, με μονομερείς και πραξικοπηματικές ενέργειες, θα τραυματίση την ενότητα της Εκκλησίας. Βέβαια, πέρα από την αλλαγή του τρόπου μνημονεύσεως από τους Μητροπολίτες, προτείνονται από μερικούς και ριζοσπαστικότερες λύσεις. Η μία είναι να παραχωρηθούν οι λεγόμενες “Νέες Χώρες” κατ’ αφομοίωσιν στην Εκκλησία της Ελλάδος, οπότε θα ανήκουν στο Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος και πνευματικώς και διοικητικώς και βεβαίως θα μνημονεύουν τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ή την Ιερά Σύνοδο, όπως προβλέπει ο Συνοδικός Τόμος του 1850. Όμως, την λύση αυτή δεν αποδέχεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για λόγους που εκείνο γνωρίζει και βεβαίως μπορούμε να εκτιμήσουμε και να ερμηνεύσουμε. Η άλλη λύση είναι να επιστρέψουν οι “Νέες Χώρες” στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αλλά και αυτή η λύση είναι δυσχερής και επώδυνη για την Εκκλησία της Ελλάδος. Οπότε η καλύτερη λύση είναι να παραμείνουν τα πράγματα όπως έχουν καθορισθή από τον Συνοδικό Τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Ενδεχόμενες αλλαγές μπορούν να γίνωνται μόνον ύστερα από ειλικρινή συμφωνία μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος.
|