Δ'

13.

Οι υπερτιμίες και εξαρχίες

Επειδή κατά τις πρόσφατες συζητήσεις για τις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος, ετέθη και το θέμα της προσθήκης στους πολυχρονισμούς - φήμες των Μητροπολιτών της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος τίτλων υπερτιμίας και εξαρχίας, θεωρώ ότι πρέπει να γίνη μια αναφορά και στο θέμα αυτό.

Κατά τον Καθηγητή Βλάσιο Φειδά “ο τίτλος του “υπερτίμου” αναφερόταν κυρίως στην υπεροχή της τιμής του θρόνου και εκφραζόταν συνήθως προς το πρόσωπο του Μητροπολίτη με συγκεκριμένα προνόμια τάξεως”, “ενώ ο τίτλος του “εξάρχου” αναφερόταν κυρίως στη διοικητική δικαιοδοσία του θρόνου και εκφραζόταν συνήθως με το προνόμιο της ασκήσεως εξαρχικών δικαίων (“εξαρχία”) στην δηλούμενη με τον τίτλο τιμή”. Αλλά και οι δύο αυτοί τίτλοι έχουν σήμερα ατονίσει και είναι ψιλοί τίτλοι, υπενθυμίζουν όμως την σχέση των Μητροπόλεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Γι’ αυτό για τους μεν Αρχιερείς των “Νέων Χωρών”, οι οποίοι έχουν “Πρώτο” τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικό Πατριάρχη, οι τίτλοι αυτοί πρέπει να παραμείνουν για ιστορικούς λόγους, για τους δε Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν πρέπει να επανέλθουν, εκτός και αν θελήση ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης, με την συγκατάθεση και αίτηση της Εκκλησίας της Ελλάδος να τους επαναφέρη καί, βέβαια, να δώση σε κάθε Μητροπολίτη τον κατάλληλο και αρμόζοντα τίτλο.

Είναι γνωστόν ότι ο τίτλος του Εξάρχου, για να μην αναφερθώ στον τίτλο του υπερτίμου, ποικίλλει κατά εποχές. Στον λθ' (μστ') Κανόνα της Καρθαγένης συνιστάται: “Ώστε τον της πρώτης καθέδρας επίσκοπον μή λέγεσθαι έξαρχον των ιερέων ή άκρον ιερέα, ή τοιουτότροπον τίποτε, αλλά μόνον επίσκοπον της πρώτης καθέδρας”. Επίσης, κατά τον στ' Κανόνα της Σαρδικής, Έξαρχος ονομάζεται ο Μητροπολίτης, εννοείται στο Μητροπολιτικό σύστημα διοικήσεως: “...υπομιμνήσκεσθαι δια γραμμάτων του εξάρχου της επαρχίας, (λέγω δη του επισκόπου της μητροπόλεως)...”.

Όμως, τα πράγματα αλλάζουν με την Δ' Οικουμενική Σύνοδο.

Συγκεκριμένα, στον θ' Κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, λέγεται ότι ο Κληρικός αν έχη πρόβλημα με άλλον Κληρικό να καταφεύγη στον Επίσκοπό του· “πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω Επισκόπω”· εάν έχη πρόβλημα με τον Επίσκοπό του ή με άλλον Επίσκοπο πρέπει “παρά τη συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω”· “ει δε προς τον της αυτής επαρχίας μητροπολίτην επίσκοπος, ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω, τον έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ’ αυτώ δικαζέσθω”. Το ίδιο συναντούμε και στον ιζ' κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Έξαρχος είχε μια αρμοδιότητα καί, βεβαίως, όπως φαίνεται από τους Κανόνες αυτούς, είχε δικαστική εξουσία. Ο Ζωναράς, μιλώντας για τους Εξάρχους, λέγει: “εξάρχους δε των διοικήσεων, τους πατριάρχας είναι φασίν· άλλοι δε τους μητροπολίτας”. Φυσικά, εννοούνται οι Μητροπολίτες, όταν λειτουργή το Μητροπολιτικό σύστημα, και οι Πατριάρχες, εκεί που λειτουργεί το Πατριαρχικό σύστημα.

Ο Βαλσαμών γράφει: “Ο μέντοι έξαρχος της διοικήσεως εστιν, ως εμοί δοκεί, ουχ ο εκάστης επαρχίας μητροπολίτης, αλλά της όλης διοικήσεως μητροπολίτης. Διοίκησις δε εστιν η πολλάς επαρχίας έχουσα εν εαυτή. Τούτο δε το των εξάρχων προνόμιον σήμερον ουκ ενεργεί· καν γαρ λέγωνται έξαρχοί τινες των μητροπολιτών, αλλά τους εν ταις διοικήσεσιν όντας ετέρους μητροπολίτας, ουκ έχουσιν όλως υποκειμένους αυτοίς. Έοικεν ουν ετέρους τινάς είναι κατά τους τότε καιρούς εξάρχους των διοικήσεων· ή τούτους μεν είναι, απρακτήσαι δε τα υπό των κανόνων δοθέντα τούτοις προνόμια”.

Ο Αριστηνός ερμηνεύει: “Αλλά και ο επίσκοπος, ή κληρικός, ει κατά μητροπολίτου έχει τινα υπόθεσιν, ή παρά τω εξάρχω της διοικήσεως, ήτοι τω πατριάρχη, υφ’ όν τελούσιν οι των επαρχιών εκείνων μητροπολίται, δικάζεσθαι, ή παρά τω πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως· όπερ προνόμιον ουδενί των άλλων πατριαρχών εδόθη, ούτε από των κανόνων, ούτε από των νόμων, το δικάζεσθαι μητροπολίτην τελούντα υφ’ έτερον πατριάρχην παρά πατριάρχη ετέρω, ει μη μόνω τω Κωνσταντινουπόλεως”.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, αφού αναφέρει διάφορες ερμηνείες που δόθηκαν περί του Εξάρχου, στο τέλος καταλήγει: “Σύνοδος δε διοικήσεως, και Έξαρχος Διοικήσεως, άλλην τάξιν έχουσιν από εκείνην οπού έχει κάθε Πατριάρχης μετά των υποκειμένων αυτώ Επισκόπων. Έξαρχος λοιπόν της Διοικήσεως είναι ο της Διοικήσεως Μητροπολίτης, ο προνόμιόν τι έχων υπέρ τους άλλους της αυτής Διοικήσεως Μητροπολίτας. Τούτο δε το των Εξάρχων προνόμιον σήμερον ουκ ενεργεί· ει γαρ και λέγονται τινες Μητροπολίται Έξαρχοι, αλλά δεν έχουσιν υποκειμένους αυτοίς και τους εν ταις διοικήσεσιν Μητροπολίτας”. Και πιο κάτω, αναφερόμενος στην δικαστική εξουσία των εξάρχων, γράφει: “...ότι οι υποκείμενοι Κληρικοί και Μητροπολίται τω θρόνω Κωνσταντινουπόλεως, ας κριθούν, ή εις τον Έξαρχον της διοικήσεως, εις την οποίαν ευρίσκονται, ή εις τον Κωνσταντινουπόλεως, ως εις τον ίδιον Πατριάρχην”.

Από αυτήν την παράθεση των κειμένων εξάγονται τρία συμπεράσματα, που μας βοηθούν να δούμε την θέση των Εξάρχων.

Πρώτον, ο Έξαρχος που δικάζει τους Κληρικούς και τους Επισκόπους είναι πρόσωπο και όχι Σύνοδος, στην εξουσία του οποίου υπάγονται οι Κληρικοί και οι Μητροπολίτες. Διοίκηση είναι μια μεγάλη εκκλησιαστική περιφέρεια και ο Μητροπολίτης της Περιφερείας αυτής λέγεται Έξαρχος της διοικήσεως.

Δεύτερον. Ο τίτλος του Εξάρχου, τελικά, αποδόθηκε στους Πατριάρχες των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και ιδιαιτέρως στον Κωνσταντινουπόλεως. Ο Νικόδημος Μίλας γράφει χαρακτηριστικά για τις Μητροπόλεις: “Τοιαύται τινες μητροπόλεις, ούσαι εντός των ορίων μεγάλης πολιτικής περιφερείας, απετέλουν μεγάλην εκκλησιαστικήν περιφέρειαν, έχουσα ως κεφαλήν τον μητροπολίτην της μητροπόλεως της πολιτικής περιφερείας. Αι μεγάλαι αύται εκκλησιαστικαί περιφέρειαι εκλήθησαν εξαρχίαι ή πατριαρχεία, όντα κατά την εξουσίαν ίσα αλλήλοις και έχοντα έκαστον αυτοτελή και ανεξάρτητον δικαιοδοσίαν”. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι το Μητροπολιτικό σύστημα εξελίχθηκε σε εξαρχία και βεβαίως σε Πατριαρχικό σύστημα.

Τρίτον. Κατέληξε ο τίτλος του Εξάρχου της διοικήσεως να είναι προνόμιο των Πατριαρχών των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων, που είχαν αρμοδιότητα πάνω στους Μητροπολίτες και Κληρικούς καί, βεβαίως, οι Πατριάρχες, και ιδιαιτέρως ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, εκχωρούσε το δικαίωμά του αυτό σε Μητροπολίτες, Κληρικούς για ορισμένο σκοπό. Είναι γνωστός ο όρος “πατριαρχικοί έξαρχοι” με τον οποίον χαρακτηρίζονται οι Κληρικοί που αποστέλλονταν από τον Πατριάρχη ως αντιπρόσωποί του για την άσκηση των πατριαρχικών δικαίων. Έξαρχοι ήταν “οι πατριαρχικοί έξαρχοι των μοναστηρίων και οι των εν τη πατριαρχική ενορία χωρών, οι επίτροποι και τοποτηρηταί αυτού”. Κατά σωζόμενο τύπο πατριαρχικού γράμματος, ανετίθετο σε έξαρχο “η εξαρχία, διοίκησις και οικονομία παρά των εν τη ημετέρα ενορία χωρών”.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος με το σύστημα το οποίο ακολουθεί δεν έχει Έξαρχο, δηλαδή ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν είναι Έξαρχος διοικήσεως, δεν έχει εξουσία πάνω στους λοιπούς Μητροπολίτες, δεν μπορεί να αποστέλλη τοποτηρητές και εκπροσώπους σε διάφορες περιφέρειες, λόγω του ότι το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας μας είναι Συνοδικό.

Από αυτό εξάγεται και το ότι η απονομή του τίτλου του Εξάρχου γίνεται από τον Πατριάρχη, είναι δικό του προνόμιο και παραχωρείται σε κάποιον Μητροπολίτη για ειδικούς λόγους και για μια ειδική αποστολή. Και ερωτάται: Στο Συνοδικό σύστημα διοικήσεως, το οποίο ακολουθεί η Εκκλησία της Ελλάδος, στο οποίο δεν υπάρχει “Πρώτος”, αλλά Πρόεδρος της Συνόδου, ποιός θα απονέμη τον τίτλο του Εξάρχου; Και ποιόν ακριβώς τίτλο θα επιλέξη; Και ποιά θα είναι η σκοπιμότητα της επαναφοράς; Το να δίνη η Ιερά Σύνοδος τον τίτλο του εξάρχου σ’ έναν Μητροπολίτη, αφού μάλιστα ο τίτλος αυτός συνδέεται και με απονομή δικαιοσύνης, ενδεχομένως είναι ιδιοποίηση και οικειοποίηση των Πατριαρχικών προνομίων, ή αποχρώσα ένδειξη ανυψώσεως μιας Εκκλησίας, κατά παραγνώριση του κοινώς γνωστού λογικού ερμηνευτικού επιχειρήματος: positio unius non est exclusio alterius.

Στο από 30ής Σεπτεμβρίου Πατριαρχικό Γράμμα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε και στο θέμα της απονομής τίτλων στους Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και ήταν σαφής και κατηγορηματικός: “Επί τού, ως μη ώφειλεν, αναφυέντος παρ’ Υμίν ζητήματος τούτου παρατηρούμεν ότι οι τίτλοι “υπέρτιμος και έξαρχος” των μητροπολιτών διετηρήθησαν και διατηρούνται δια τους Ιεράρχας των τεσσάρων πρεβυγενών Πατριαρχείων και της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, δια ιστορικοκανονικούς λόγους, εφ’ ω και δεν συμφωνούμεν να αποδοθούν και εις τους Ιεράρχας της υφ’ Υμάς Εκκλησίας ανάλογοι τίτλοι”.