Δ'

14.

Η προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο σύγχρονο γίγνεσθαι

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει μεγάλες δυνατότητες επικοινωνίας με πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι ζουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γής, δηλαδή έχει μια διαρκή καθημερινή επικοινωνία με ολόκληρη την οικουμένη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η αξία και αποστολή του είναι πάρα πολύ μεγάλη στο σύγχρονο γίγνεσθαι της ανθρωπότητος.

Κατ’ αρχάς είναι γνωστόν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, η οποία από τον Μ. Κωνσταντίνο ορίσθηκε ως η Πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους, γι’ αυτό και ονομάσθηκε Νέα Ρώμη. Στην πραγματικότητα ο Μ. Κωνσταντίνος μετέφερε την Πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους από την Παλαιά Ρώμη στην Νέα Ρώμη. Από την μελέτη της ιστορίας φαίνεται καθαρά ότι αυτό δεν το ανέχθηκαν ποτέ ούτε ο Επίσκοπος της Παλαιάς Ρώμης, ούτε και οι Φράγκοι, οι οποίοι κατέλαβαν αργότερα το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μέσα από το πρίσμα αυτό πρέπει να δούμε και την διαφοροποίηση της Παλαιάς Ρώμης από την Νέα Ρώμη στα θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα.

Η επιλογή την οποία έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος ήταν πολύ σημαντική, διότι η Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη κατέχει μια ουσιαστική και καίρια γεωγραφική θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.

Έτσι, λοιπόν, η θέση της Κωνσταντινουπόλεως είναι καθοριστική μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, Βορρά και Νότου. Αυτό δεν το εννοούμε μόνον από την γεωγραφική πλευρά, αλλά και από την θρησκευτική προοπτική, γιατί μετά την απομάκρυνση του δυτικού Χριστιανισμού από την ορθόδοξη αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά και την έλευση των Οθωμανών, κατ’ αρχάς μεν στην Μικρά Ασία, στην συνέχεια δε και στον ευρωπαϊκό χώρο, η Κωνσταντινούπολη είναι ο τόπος συνάντησης μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών και των άλλων θρησκευτικών αντιλήψεων με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Και μέσα από αυτήν την προοπτική ερμηνεύουμε όλες τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις χριστιανικές ομολογίες και τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Αναμφιβόλως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει την πρωτοβουλία τέτοιων συναφών κινήσεων, την οποία πρωτοβουλία δεν έχουν άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, πέρα από τις καλές σχέσεις που πρέπει να καλλιεργούν μεταξύ τους.

Έπειτα ο Οικουμενικός Θρόνος είναι και λέγεται Πανίερος, διότι έχει καθιερωθή από αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες συνήλθαν είτε στην Πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους, την Νέα Ρώμη, είτε σε περιοχή της, καθώς επίσης έχει εξαγιασθή από μεγάλες αγιασμένες Πατριαρχικές μορφές. Και βεβαίως, ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει συντονιστικό ρόλο, αναλαμβάνει σοβαρές πρωτοβουλίες, όταν το απαιτήσουν οι ιστορικές και εκκλησιαστικές συγκυρίες σε κάποια περιοχή, καλεί και προεδρεύει σε όλες τις Οικουμενικές και Πανορθόδοξες Συνόδους. Είναι γνωστά σύγχρονα περιστατικά ευεργετικής παρεμβάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε δύσκολες εκκλησιαστικές υποθέσεις με επιτυχία, ακριβώς γιατί τα αντιμετωπίζουν με νηφαλιότητα και με διαχρονική γνώση και πείρα.

Από τα πολλά σύγχρονα περιστατικά θα επισημανθούν δύο.

Το ένα έχει σχέση με το Πατριαρχείο της Σερβίας και φανερώνει την πολυχρόνια πείρα, την οποία έχει αποκτήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την ιστορική εξέλιξη της εκκλησιαστικής καταστάσεως.

Όπως αναλύει ο Καθηγητής Ιωάννης Ταρνανίδης, η Σερβική Εκκλησία αναγνωρίστηκε το 1219 από τον Αυτοκράτορα Νικαίας Θεόδωρο Λάσκαρη, με την συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως Αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή.

Το 1346 ο Κράλης και Βασιλεύς των Σέρβων Στέφανος Δουσάν, με την σύγκληση Τοπικής Συνόδου, χωρίς την συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτοανακήρυξε την Εκκλησία της Σερβίας σε Πατριαρχείο. Το 1766 “τό Οικ. Πατριαρχείο αποδέχεται το αίτημα του αρχιεπισκόπου - Πατριάρχη των Σέρβων Καλλινίκου Β' για κατάργηση της Εκκλησίας του και υπαγωγή της στον Οικ. Θρόνο της Κωνσταντινούπολης”. Το 1879 η Σερβική Εκκλησία με Πατριαρχικό Τόμο απέκτησε το Αυτοκέφαλό της. Το 1919 ανακηρύσσεται από τον Οικουμενικό Θρόνο σε Πατριαρχείο, μετά την δημιουργία του ενιαίου Βασιλείου της Γιουγκοσλαυίας.

Ο Πατριαρχικός Τόμος του 1922 με τίτλο “Τόμος χειραφετήσεως των εις την Σερβικήν Εκκλησίαν περιελθουσών Ι. Μητροπόλεων του Οικ. Θρόνου και της αναγνωρίσεως της γενομένης Εκκλησιαστικής ενότητος” κάνει λόγο για ανύψωση της Εκκλησίας της Σερβίας σε Πατριαρχείο και όχι για ανανέωση όπως το ήθελαν οι Σέρβοι και μάλιστα το κάνει αυτό για λόγους οικονομίας και όχι για λόγους ακριβείας. Γράφεται στον Τόμο:

“...τήν μεν πρόθεσιν και της Εκκλησίας και του Κράτους επηνέσαμεν και την εκ της ανυψώσεως ταύτης ωφέλειαν της Ορθοδοξίας συνωμολογήσαμεν, τον μέντοι τρόπον της ενεργείας προς την οικονομίαν μάλλον ή προς την ακρίβειαν της κανονικής τάξεως συμφωνούσαν ευρήκαμεν. Το γαρ εις Πατριαρχικήν προαχθήναι αξίαν τινά των επί μέρους αγίων του Θεού Εκκλησιών αποφάσεως δείται Συνόδου Οικουμενικής, ως τα των Πατέρων μαρτυρεί παραδείγματα”.

Φαίνεται καθαρά ότι χρειάσθηκαν επτά αιώνες (1219-1919) για να επιτύχη η Σερβική Εκκλησία τον σκοπό της, να ανυψωθή σε Πατριαρχείο, και αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση της εγκρίσεως από Οικουμενική Σύνοδο. Επίσης φαίνεται η διάκριση και η σύνεση του Οικουμενικού Θρόνου κατά την πορεία της όλης αυτής ιστορικής εξελίξεως, αλλά και η πείρα που έχει αποκτήσει από ανάλογες περιπτώσεις. Πάντοτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο λάμβανε υπ’ όψη του τόσο την ιστορική πραγματικότητα, όσο και την εκάστοτε εκφραζομένη επιθυμία της Τοπικής Εκκλησίας και του Κράτους, και ενεργούσε μέσα στα πλαίσια της διατηρήσεως της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Το άλλο παράδειγμα έχει σχέση με αυτό που έχει γράψει στο παρελθόν ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων κ. Θεόκλητος ότι, δηλαδή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όταν η Εκκλησία της Ελλάδος το 1987 σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή του ζήτησε να άρη το Αυτοκέφαλο και να υπαχθή εξ ολοκλήρου σε αυτό, εκείνο με την διάκριση και την σοφία που το διακρίνει, δεν “εκμεταλλεύθηκε” αυτήν την περίπτωση, αλλά βοήθησε την Εκκλησία της Ελλάδος να υπερβή το πρόβλημα το οποίο αντιμετώπιζε.

Όταν βλέπω μέσα από τα πλαίσια αυτά την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκτιμώ βαθύτατα και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται τα διάφορα θέματα. Και βέβαια, αυτό το εκτιμώ περισσότερο όταν το συγκρίνω με άλλες σπασμωδικές κινήσεις μερικών Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών.

Έχω την αίσθηση ότι οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου όχι μόνον διαθέτουν έτοιμες λύσεις από διάφορα, κατά καιρούς, δημιουργηθέντα εκκλησιαστικά προβλήματα, για την αντιμετώπιση διαφόρων συναφών συγχρόνων προβλημάτων, με επιτυχία μάλιστα, αλλά ταυτοχρόνως έχουν μια προφορική πείρα η οποία μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Νομίζω, απ’ ό,τι μπορώ να εκτιμήσω, ότι στους πατριαρχικούς κύκλους συζητείται για πολύ καιρό μια αλλαγή, που ενδεχομένως θα γίνη στο μέλλον, για την ενότητα της Εκκλησίας, και όλη αυτή η προβληματική μεταβιβάζεται από τους Γέροντες Αρχιερείς στους νεωτέρους, οι οποίοι πρόκειται να αναδειχθούν ηγέτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και βεβαίως, όταν δημιουργηθούν οι ευκαιρίες για να πραγματοποιηθή αυτή η προοπτική, τότε το πράγμα είναι πολύ ώριμο και εν τω μεταξύ γνωρίζουν και τον σκοπό και την μεθοδολογία της όλης υποθέσεως. Θεωρώ μάλιστα ότι στο σημείο αυτό έχουν κληρονομήσει την όλη υψηλή στρατηγική της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφού έχουν την δυνατότητα να κάνουν και διάφορες προσαρμογές.

Έτσι εξηγείται το μεγάλο θαύμα που τελεσιουργείται στην Κωνσταντινούπολη, αφού οι λίγοι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου που μένουν στην Βασιλεύουσα και έχουν την μεγάλη ευθύνη διοικήσεως και διακρατήσεως της ενότητος των Εκκλησιών, εκτελούν ένα τόσο μεγάλο έργο.

Ακόμη το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει ποίμνιο σε όλη την Οικουμένη, ιδιαιτέρως δε στην Αμερική, η οποία σήμερα είναι ένα παγκόσμιο κέντρο, όπου λαμβάνονται πολλές αποφάσεις. Αυτή η θέση δίνει την δυνατότητα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να έχη καθημερινή και κατά το δυνατόν αντικειμενική πληροφόρηση των όσων γίνονται στον σύγχρονο κόσμο. Νομίζω ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ένα παράθυρο της οικίας που λέγεται Οικουμένη. Γνωρίζει όλα τα ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία κυριαρχούν στον δυτικό και ανατολικό χώρο, και γι’ αυτό έχει πληρέστερη γνώση των ζητημάτων που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Έτσι κατά καιρούς εκφράζει με έναν σύγχρονο τρόπο τις ανησυχίες των σημερινών ανθρώπων. Και όπως έχω παρατηρήσει πολλές φορές, προλαμβάνει πολλά γεγονότα. Για παράδειγμα πρέπει να αναφερθή η προετοιμασία την οποία έκανε σχετικά με την αποκατάσταση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αλβανία, πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα πριν εμείς αντιληφθούμε ότι επίκειται μια αλλαγή στον αλβανικό χώρο.

Βεβαίως, την Εκκλησία του Χριστού την απασχολούν προβλήματα τα οποία έχουν σχέση με τις ιδιαίτερες επαρχίες, αλλά και με την ενότητα όλων των Εκκλησιών. Δηλαδή, η Εκκλησία εργάζεται και οικουμενικά και τοπικά. Συνήθως εμείς οι Επίσκοποι που απασχολούμαστε με τοπικά προβλήματα, χωρίς όμως να αποδεσμευόμαστε από τα γενικότερα προβλήματα της Εκκλησίας, γιατί κάθε Επίσκοπος είναι Ιεράρχης ταυτοχρόνως και της καθ’ όλου Εκκλησίας, είναι φυσικό να έχουμε ανεπαρκέστερη γνώση των όσων συμβαίνουν στην καθ’ όλου Εκκλησία. Γι’ αυτό και μερικές φορές ενεργούμε λίγο “επαρχιώτικα”, δηλαδή αποσπά την όλη μας προσοχή ο προβληματισμός της ιδιαίτερης επαρχίας μας. Όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει το μεγάλο αυτό προνόμιο να έχη σαφή γνώση των προβλημάτων όλου του κόσμου.

Νομίζω ότι θα ήταν θανάσιμο λάθος, να γίνη η μεταφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκτός της Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα σε ελλαδικό χώρο, όπως το προτείνουν και το ελπίζουν διάφοροι κύκλοι, μερικοί από τους οποίους θα έβλεπαν με μεγάλη ικανοποίηση μια τέτοια λύση. Θα ήταν λάθος, γιατί, εκτός των άλλων, θα μεταβαλλόταν από Οικουμενικό Πατριαρχείο σε εθνικιστικό κέντρο. Δηλαδή, ενώ τώρα εκφράζει το πνεύμα της Ρωμηοσύνης, με την καθολικότητα και οικουμενικότητα του όρου, ύστερα από ενδεχόμενη μεταφορά του σε ελληνικό έδαφος, θα μεταβαλλόταν σ’ ένα κέντρο μιας συγκεκριμένης επαρχίας.

Οι λόγοι τους οποίους αναφέραμε προηγουμένως μας διαβεβαιώνουν ότι ο θεσμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον σκοπό και την υψηλή του διακονία αναγνωρίζεται σήμερα από όλους του παράγοντες, που διαμορφώνουν το γίγνεσθαι της Οικουμένης. Για μας τους Έλληνες είναι μεγάλη τιμή το ότι ο Επίσκοπος Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως και Οικουμενικός Πατριάρχης είναι Έλληνας-Ρωμηός κατά την καταγωγή και ασκεί αυτόν τον μεγάλο οικουμενικό ρόλο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα πρέπει να παρουσιάση στους ανθρώπους που κατοικούν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γής, τον εσωτερικό της πλούτο, την αποκαλυπτική αλήθεια την οποία διαθέτει και να απαντήση σε όλες τις ιδεολογικές, θρησκευτικές, ακόμη και ουμανιστικές προκλήσεις των ανθρώπων της εποχής μας. Πιστεύω ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με όλη την εκκλησιαστική του διάρθρωση, τους Αρχιερείς στις κατά τόπους Εκκλησίες, τις Ενορίες, τα Μοναστήρια, τους ιεραποστόλους, επιτελεί ένα θαυμάσιο έργο και ανταποκρίνεται στις ανησυχίες των ανθρώπων. Γι’ αυτό δεν πρέπει να βλέπουμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνον ως διοικητικό κέντρο, που εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά να το βλέπουμε στην όλη εκκλησιαστική, λειτουργική, ομολογιακή κλπ. παρουσία του στον σύγχρονο κόσμο. Μάλιστα μπορώ να υποστηρίξω ότι το Κέντρο του Πατριαρχείου ενισχύει και καλύπτει με το κύρος του την διάδοση της μαρτυρίας της πίστεως.

Όπως τονίσθηκε προηγουμένως, πρόκειται για ένα μεγάλο θαύμα που συντελείται σήμερα, αφού από τον μικρό χώρο του Φαναρίου, με λίγους αλλά πολύ πεπειραμένους ανθρώπους, προχέεται όλο αυτό το φως της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Οικουμένη. Αυτό πιστεύω ότι οφείλεται στον ευλογημένο θεσμό που εξαγιάστηκε από Οικουμενικές Συνόδους και μεγάλες προφητικές και πατερικές μορφές· στην προσευχή αγιασμένων αγιορειτών πατέρων, αφού όπως είναι γνωστόν, το Άγιον Όρος υπάγεται πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο· στην πείρα, την σοφία, την γνώση και την διάκριση των συγχρόνων Φαναριωτών Αρχιερέων, οι οποίοι κληρονόμησαν μια ζωντανή παράδοση από προηγουμένους σοφούς Γέροντες, αλλά τολμώ να προσθέσω και από πολλούς από μας τους Αρχιερείς, οι οποίοι δεν ανήκουμε μεν στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά σεβόμαστε τον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συγχρόνως αγαπούμε και σεβόμαστε τα πρόσωπα που σηκώνουν μαρτυρικά τον σταυρό της ποιμαντικής διακονίας και της διαφυλάξεως της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Στην συνέχεια θα παρατεθούν μερικά απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα –πού έγιναν και δημοσιεύθηκαν με ευθύνη της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης– μιας ομιλίας που έκανε ο Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης, στην Ορθόδοξη Ακαδημία της Κρήτης, στην οποία φαίνεται αφ’ ενός μεν η δυνατότητα την οποία έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία να πρωταγωνιστήση στον σύγχρονο κόσμο με την θεολογία και την ζωή της, αφ’ ετέρου δε ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε αυτήν την μεγάλη προσφορά.

Είπε μεταξύ άλλων ο Μητροπολίτης Περγάμου:

“Αν η Ορθοδοξία ορισθεί ως πιστότητα εις το πνεύμα των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, η μέριμνα για την οικουμενικότητα και ενότητά της είναι πρωταρχική.

Οι συνθήκες με τις οποίες εισέρχεται η Ορθοδοξία στον 21ο αιώνα είναι τέτοιες, ώστε μόνο με το όραμα της οικουμενικότητας μπορεί η Εκκλησία μας να επιζήσει και να επιτελέσει την αποστολή της.

Το ερώτημα που πλανάται στη σκέψη μας είναι: με ποιό τρόπο θα μπορέσει η Ορθοδοξία να ανταποκριθεί στην ιστορική κλήση της και στην προβολή και εμπέδωση της γνήσιας οικουμενικότητάς στο σύγχρονο κόσμο; Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Θα μπορούσαμε όμως να σκιαγραφήσουμε μερικές θεμελιώδεις αρχές, που θα πρέπει να καθοδηγήσουν και εμπνεύσουν την Εκκλησία μας στην εκτέλεση αυτού του χρέους.

Πρώτον, η Ορθόδοξος Εκκλησία πρέπει να βγεί από την εσωστρέφεια και αυτομόνωσή της. Με σταθερή αυτοπεποίθηση στην αλήθεια και αυθεντικότητα της παραδόσεώς της να διαλεχθή με όλους όσοι καλοπροαίρετα επιθυμούν να είναι συνομιλητές τόσο στο θεολογικό θρησκευτικό επίπεδο, όσο καί, θα έλεγα, κυρίως στο πολιτισμικό. Η Ορθοδοξία παρήγαγε στην ιστορία πολιτισμό. Δεν μπορεί τώρα να στερέψει και να γίνει απολιτισμική, επειδή έτσι τη θέλει ένας σύγχρονος ορθόδοξος ευτελισμός, αντιπολιτισμός. Η Ορθοδοξία γέννησε ποίηση, μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία και κάθε είδους πολιτισμική εκδήλωση. Και τα έκανε αυτά προσλαμβάνοντας, χωρίς να φοβάται, στοιχεία από μη ορθοδόξους ακόμη και μη χριστιανικούς λαούς, με τους οποίους συνυπήρξε στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Μια Ορθοδοξία φοβισμένη ή αυτάρεσκα απομονωμένη, είναι μια Ορθοδοξία αυτοπροδομένη και καταδικασμένη σε ιστορική περιθωριοποίηση.

Δεύτερον, η Ορθοδοξία πρέπει να συνδεθεί κριτικά, αλλά και δημιουργικά με τον χώρο και τον πολιτισμό αυτού που ονομάζουμε Δύση. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον γιατί, είτε το θέλουμε είτε όχι, ο σύγχρονος πολιτισμός είναι και τείνει να γίνει ταυτόσημος με τον δυτικό πολιτισμό. Όλα τα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του συγχρόνου ανθρώπου κρίνονται σήμερα σε σχέση με τον πολιτισμό αυτόν. Αλλ’ ο πολιτισμός αυτός αρχίζει ήδη να γίνεται προβληματικός και βασανιστικός για τον άνθρωπο. Σύντομα θα χρειασθεί να υποστεί την καλή αλλοίωση, όπως υπέστη από την αρχαία Εκκλησία την αλλοίωσή του ο αρχαίος ελληνορωμαϊκός πολιτισμός. Η αλλοίωση αυτή έγινε τότε εκ των έσω, από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν έφυγαν από αυτόν τον πολιτισμό για να τον πετροβολούν εξ αποστάσεως. Ο δεύτερος λόγος που επιβάλλει την ενεργό παρουσία της Ορθοδοξίας στο χώρο της Δύσης είναι, ότι ο χώρος αυτός της ανήκει δικαιωματικά από την Ιστορία. Κάνουν μεγάλο λάθος όσοι από τους Ορθοδόξους συντάσσονται με τις απόψεις του Huntington και ταυτίζουν την Ευρώπη με τη Δύση, ονομάζοντας Ορθοδοξία την καθ’ ημάς Ανατολή. Όχι! Η Ορθοδοξία δεν είναι Ανατολή. Είναι Δύση και Ανατολή. Αυτό θα πει πώς είναι οικουμενική. Το δίλημμα Ανατολή ή Δύση, που καλλιεργήθηκε στη Ρωσία τον περασμένο αιώνα από τους κύκλους των Σλαυοφίλων και βρήκε οπαδούς στην Ελλάδα την εποχή μας, είναι απαράδεκτο, γιατί διαστρέφει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και την οικουμενικότητά της. Η θέση της Ορθοδοξίας είναι μέσα στην καρδιά αυτού που λέγεται Ευρώπη και δυτικός πολιτισμός και που κρίνει πλέον την πορεία της Ιστορίας. Δεν θα αφήσουμε την Δύση στους “Δυτικούς”, για να πάρουμε ως αντάλλαγμα την καθ’ ημάς Ανατολή.

Τρίτον, για να επιτύχει στην ιστορική αυτή αποστολή της η Ορθοδοξία πρέπει να γνωρίσει την παράδοσή της σε βάθος και να την ερμηνεύσει υπαρξιακά. Χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ μια θεολογική αναγέννηση. Όχι με τρόπο σχολαστικό, αλλά με συνεχή αναφορά στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου και στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Χωρίς μια τέτοια θεολογία θα σβήσει η Ορθοδοξία και κανείς δεν θα στρέφεται πλέον σ’ αυτήν για καθοδήγηση στις υπαρξιακές του αναζητήσεις.

Τέλος, για να επιτύχει η συμβολή της Ορθοδοξίας στην οικουμενικότητα του συγχρόνου πολιτισμού θα πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος έχει όχι μόνον από την Ιστορία, αλλά και από την συγκυρία την γεωγραφική τις προϋποθέσεις για να είναι συγχρόνως ελληνικός και οικουμενικός. Μη όντας κάτω από την επίδραση οποιωνδήποτε στενά εθνικών συμφερόντων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπορεί να ασκεί ελεύθερα την παγκόσμια και οικουμενική αποστολή του, όπως την άσκησε στο παρελθόν και όπως πρέπει να ενισχυθεί για να την ασκήσει και στο μέλλον”.

Πρέπει να βοηθήσουμε όλοι το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο να ανταποκριθή στην αποστολή του. Θεωρώ μεγάλο σφάλμα να χωρίζωνται οι Αρχιερείς σε Πατριαρχικούς και αντι-Πατριαρχικούς. Όλοι πρέπει να σεβόμαστε τον ευλογημένο και εξαγιασμένο αυτόν θεσμό και να βοηθούμε ουσιαστικά τα πρόσωπα που εργάζονται για την ενότητα της Εκκλησίας, εν μέσω ποικίλων δυσκολιών, και να συνοδοιπορούμε μαζί τους, ακολουθώντας, με τον δικό μας σταυρό, τον πρώτο σταυροφόρο Οικουμενικό Πατριάρχη.