Ἱερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Σέ ἀπόσταση 6,5 χλμ. ἀπό τό 103 χιλιόμετρο τῆς ᾿Εθνικῆς ὁδοῦ ᾿Αθηνῶν-Λαμίας εἶναι κτισμένη ἡ ῾Ιερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, ἡ ἐπιλεγομένη Μονή Πελαγίας. Βρίσκεται ἐπί τοῦ Πτώου ὄρους σέ ὑψόμετρο 560μ. καί σέ ἀπόσταση ἑνός περίπου χιλιομέτρου ἀπό τήν θέση Περδικόβρυση,ὅπου βρίσκονται τά ἐρείπια τοῦ ἱεροῦ τοῦ Πτώου ᾿Απόλλωνος (4 αι.π.Χ.)

῾Ιστορικά ἀκράδαντα στοιχεῖα, ὅπως ἐπιγραφή ἤ τοιχογραφίες ἤ γραπτά, δέν ἔχουν βρεθῆ. ῞Ολες οἱ πληροφορίες πού ἔχουμε προέρχονται ἀπό τήν παράδοση καί παρουσιάζουν πολλές ἐκδοχές σχετικά μέ τόν χρόνο, ἵδρυση, ἱδρυτή καί ὀνομασία τῆς Μονῆς.

῾Η παλαιότερη ἀναφέρεται σέ κάποια Ρωμαία Πελαγία, ἡ ὁποία διασώθηκε ἀπό θαλασσοταραχή, ἀσπάσθηκε τόν Χριστιανισμό καί μόνασε στό Πτῶον ὄρος.

Σύμφωνα μέ τόν συγγραφέα τοῦ βιβλίου «Πελαγία» ᾿Αντώνιο Βασιλείου ὁ ἅγ. ᾿Ιωάννης ὁ Καλοκτένης, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη Μητροπολίτης Θηβῶν τό 1147, μέ τό ἤδη προϋπάρχον ἐκκλησάκι (7 αἰ.) συνέστησε τήν Μονή καί τήν κατέστησε μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σαγματᾶ, ἔτσι ὥστε νά εἶναι πλησιέστερα στά κτήματα ἐκείνης στήν περιοχή Σκροπονέρια. Δυστυχῶς, δέν ὑπάρχουν στοιχεῖα γιά νά μᾶς βοηθήσουν νά παρακολουθήσουμε τήν ὅλη ἐξέλιξή της διά μέσου τῶν αἰώνων. Κατ᾿ ἄλλους ἡ ῾Ιερά Μονή συστήθηκε τόν 16-17αἰ., δύο αἰῶνες μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁπότε παρατηρήθηκε μιά σημαντική αὔξηση τῶν Μονῶν σέ ὅλο τόν ῾Ελλαδικό χῶρο. Χαρακτηριστικά, ὅμως, τῆς τοιχοποιΐας,ὅπως τό πάχος, τό κονίαμα καί ἡ ποιότητα τῆς κατασκευῆς τῶν κάτω ὀρόφων, ὅλων τῶν πτερύγων, μαρτυροῦν γιά κτίσμα μᾶλλον τοῦ 12αἰ.

Ἡ Ἱερά Μονή φαίνεται ὅτι ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στόν ἀπελευθερωτικό ἀγώνα τοῦ 1821. Ἡγούμενος αὐτά τά χρόνια ἦταν ὁ Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Γεωργίου(1799-1843). Ὅταν οἱ Βαυαροί τό 1833 ἔκλεισαν μέ διάταγμα πάνω ἀπό 400 Μοναστήρια ἡ Ἱερά Μονή Πελαγίας κρίθηκε διατηρητέα,ὅπως φαίνεται σέ ἔγγραφα πού βρίσκονται στά ἀρχεῖα τοῦ Κράτους. Στήν ἀπογραφή πού ἔγινε τό 1837 ὑπάρχουν Μοναχοί στήν Ἱερά Μονή ἀπό τό 1786.

Τόν ᾿Ιούλιο τοῦ 1868 ἦρθε στήν Μονή ὁ Ἱερομόναχος ᾿Αβέρκιος Καρύδης καί ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἄνθισε πάλιν ἡ Μονή,ἀφοῦ ἔφθασε στούς 60 μοναχούς. Μέ τήν εὐλογία τοῦ τότε Μητροπολίτου ῾Ιερωνύμου Βλαχάκη ἀνοικοδομήθηκε «ἐκ θεμελίων», τό Καθολικόν , τό ὁποῖο εἶχε καταστραφῆ ἤ ἀπό σεισμό ἤ ἀπό πυρκαϊά καί ἀνακαινίσθηκαν τά κελλιά τῆς νότιας πτέρυγας, τό ῾Ηγουμενεῖο κλπ. Στή θέση, λοιπόν, τοῦ προϋπάρχοντος ναοῦ ἀποπερατώθηκε ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ τό 1906· ναός πανύψηλος, ἐπιβλητικός, σταυροειδής, μέ πελεκητή ἑξάπλευρη πέτρα ἀφιερωμένος στήν Γέννηση τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί πανηγυρίζει στίς 8 Σεπτεμβρίου.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἱερομονάχου ᾿Αβερκίου τό 1913 ἀρχίζει ἡ παρακμή, ἡ Μονή μένει ἔρημη καί χρησιμοποιεῖται ὡς καταφύγιο τῶν ποιμένων γιά περίπου 30 χρόνια.

Τόν ᾿Ιούλιο τοῦ 1968 ἡ Γερόντισσα Μακρίνα Τσιροπούλα, μέ τήν εὐλογία τοῦ Μακαριστοῦ κυροῦ Νικοδήμου(1967-1981),ἀνέλαβε τήν ἀνακαίνιση τῆς σχεδόν ἐρειπωμένης Μονῆς, ἀφοῦ παράλληλα ἔκτισε τό παρεκκλήσι τοῦ ἁγίου ᾿Αλεξίου ὥς κοιμητήρι, μετέτρεψε ἕναν ἀχυρώνα σέ παρεκκλήσι τῆς ἁγίας Μάρτυρος Πελαγίας, φρόντισε γιά τηλέφωνο, δρόμο κλπ. κι ὅλα ὁλομόναχη γιά 19 ὁλόκληρα χρόνια.Κι ὅταν οἱ δυνάμεις πλέον τήν ἐγκατέλειπαν καί οἱ θερμές προσευχές ἐντείνονταν, τόν ᾿Ιούλιο πάλιν, τοῦ 1987 μιά ἀδελφότητα μέ Καθηγουμένη τήν ἀλησμόνητη καί ἀειμακάριστη μας Γερόντισσα Φωτεινή Ντέμου (10-12-2007) καί μέ τίς εὐχές καί εὐλογίες τοῦ Μητροπολίτου πρώην Θηβῶν καί Λεβαδείας καί νῦν Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Κυρίου ῾Ιερωνύμου ἐγκαταστάθηκε ἐδῶ καί συνεχίζει τήν ἐξωράϊση καί τήν ζωή τῆς Μονῆς.

᾿Αποπερατώθηκε ἡ ἀνατολική πτέρυγα μέ ἐσωτερικό ἐκκλησάκι ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἔγιναν ἔργα ὑποδομῆς στήν αὐλή, δημιουργήθηκαν καινούριοι χῶροι, κτίρια, ἔγινεν ἡ ἠλεκτροδότηση, διάνοιξη καινούριου δρόμου καί συνεχῶς γίνονται ἀνακαινίσεις.Τώρα ἀνακαινίζεται ἡ βορεινή πτέρυγα καί ἁγιογραφεῑται τό Καθολικό.

῾Ως πρός τήν ὀνομασία ἐπίσης ποικίλλουν οἱ ἀπόψεις. Μιά ἄποψη εἶναι ὅτι ὀφείλεται στήν ἀνωτέρω Ρωμαία Πελαγία πού κατά τήν παράδοση μόνασε ἐδῶ. Δεύτερη ὅτι στό λεκανοπέδιο ὑπῆρχε λίμνη καί ἐμφανίσθηκε ἡ Παναγία στούς ποιμένες ζητώντας νά ἀνασύρουν τήν εἰκόνα της ἀπό τά νερά, τό πέλαγος,ὁπότε, ὅταν ἔκτισαν τόν Ναό ,τόν ὀνόμασαν Ναό τῆς Παναγίας τῆς πελαγίας. Ἄλλωστε, στά ἑβραϊκά τό Μαριάμ ἑρμηνεύεται πέλαγος καί στά λατινικά μάρια εἶναι οἱ θάλασσες.Τό πέλαγος δέ καί ἡ θάλασσα εἶναι κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν ἁγιορείτη σύμβολο τῆς ἀγαθότητοςκαί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή ὅπως τό πἐλαγος δέχεται ὅλους τούς ποταμούς, ἔτσι καί ἡ Θεοτόκος δέχεται καί εὶναι τό πλήρωμα ὅλων τῶν χαρίτων καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καἰ ἀπ’αὐτήν διαπορμεύονται στούς ἀγγέλους καί τούς ἀνθρώπους.

Τρίτη γιά νά τονισθῆ τό πέλαγος τῆς ἀγάπης καί τῶν θαυμάτων τῆς Παναγίας μας πρός τό ἀνθρώπινο γένος. Τέταρτη γιά νά διακρίνεται ἀπό τά ἀρκετά Μοναστήρια τῆς Βοιωτικῆς γῆς πού εἶναι ἀφιερωμένα στήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας, ὅπως Εὐαγγελίστρια, ῾Ιερουσαλήμ, Σκριποῦ, Μακαριώτισσα, Λικούρεσι, Μητέρα τοῦ ᾿Ηγαπημένου....

Πάντως ἔχει ἐπικρατήσει νά δίνεται τό ὄνομα Πελαγία- καμιά φορά καί Πελάγης- στήν περιοχή πού γιορτάζουν στίς 8 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα πού παράλληλα μέ τήν Μονή πανηγυρίζουν καί τά γειτνιάζοντα χωριά μας ᾿Ακραίφνιο καί Κόκκινο.Αὐτό ἐπιβεβαιώνει τήν ἄποψη ὅτι τό Πελαγία ἐδῶ εἶναι σάν ἐπώνυμο τῆς Παναγίας καί κέντρο ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων εἶναι τό Μοναστήρι τῆς Πελαγίας.

Σήμερα ἐγκαταβιώνουν στήν Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου-Πελαγίας ἀρκετές μοναχές πού ἀγωνίζονται νά συνεχίσουν τήν ᾿Ορθόδοξη Παράδοση μέ τόν ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς, ἐνῶ παράλληλα ἀσχολοῦνται κυρίως μέ τό χρυσοκέντημα καί τήν ἔκδοση τῶν βιβλίων τοῦ πνευματικοῦ τῆς Μονῆς, Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί ἁγίου Βλασίου κ. Κυρίου Ἱεροθέου.