Κόσμος καί χρόνος

Ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα ἐκ τοῦ μηδενός, δηλαδή ἐκ μή ὑπαρχούσης ὕλης. Παράλληλα οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπογραμμίζουν τήν ἀλήθεια ὅτι μαζί μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου ἔχουμε καί τήν δημιουργία τοῦ χρόνου. Ἔτσι, ὁ Θεός εἶναι δημιουργός τοῦ κόσμου καί τοῦ χρόνου.

Οἱ Πατέρες ἔδωσαν μεγάλη σημασία στό θέμα τοῦ χρόνου ἀπό θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς πλευρᾶς. Γιατί, ἀφ᾽ ἑνός μέν ὑπῆρχαν φιλόσοφοι πού ὑποστήριζαν ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἀίδιος, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ ὑπῆρξαν αἱρετικοί στήν πρώτη Ἐκκλησία πού ὑποστήριζαν ὅτι μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ παρεμβλήθηκε χρόνος. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο οἱ ἅγιοι Πατέρες δέν ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα τοῦ χρόνου ἀπό φιλοσοφικῆς καί ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, ἀλλά ἀπό καθαρά θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς. Ἤθελαν νά ἀντιμετωπίσουν τόσο τίς ἀρχαῖες φιλοσοφίες ὅσο καί τίς αἱρετικές διδασκαλίες, πού ἀλλοίωναν τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια καί ἔτσι κλόνιζαν τήν δυνατότητα σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.

*

Οἱ φιλόσοφοι εἶχαν ἀναπτύξει διάφορες ἰδέες καί θεωρίες γιά τόν χρόνο. «Οἱ μέσοι Πλατωνικοί ὑπεστήριζαν τήν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου καί εὑρῆκαν ὀπαδούς ἀκόμη καί μέσα στόν Χριστιανισμό». Σ᾽ αὐτό τό λάθος ἔπεσε καί ὁ ᾿Ωριγένης, ὁ ὁποῖος δεχόταν αἰώνια δημιουργία ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὑπῆρχε σειρά κόσμων πού διηνεκῶς καταστρέφονταν καί διαδέχονταν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. «Ἢ σκέψις του ἦταν ὅτι, ἄν θέλωμε νά εἶναι πάντοτε παντοκράτωρ ὁ Θεός, ἄν θέλωμε ν᾿ ἀποκλείσωμε στιγμές κατά τίς ὁποῖες δέν εἶναι παντοκράτωρ, πρέπει ν᾿ ἀναγνωρίσωμε ὅτι ὑπῆρχαν προαιωνίως ὄντα, ἐπί τῶν ὁποίων αὑτός ἀσκοῦσετήν παντοκρατορία του. Ὅπως δέν μπορεῖ κανείς νά εἶναι πατέρας χωρίς νά γεννήση παιδιά οὔτε κύριος χωρίς νά κατέχη δοῦλο, ἔτσι καί ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά νοηθῆ παντοκράτώρ, ἄν δέν ὑπάρχουν δημιουργήματα ἐπί τῶν ὁποίων νά ἀσκῆ τήν δύναμί Του. Ὑπῆρχαν λοιπόν κόσμοι πάντοτε πρίν ἀπό τόν παρόντα καί θά ὑπάρχουν πάντοτε μετά ἀπό αὐτόν ἕως τήν συντέλεια τῶν αἰώνων. Ἐνῶ δέ κάθε κόσμος χωριστά εἶναι ἔγχρονος καί πεπερασμένος, ἡ διαδοχή τῶν κόσμων ὡς σύνολο ἀποτελεῖ αἰώνιο φαινόμενο». Βέβαια, τό βασικό λάθος τοῦ ᾿Ωριγένους ἦταν ὅτι δέν διέκρινε μεταξύ οὐσίας, καί ἐνεργείας στόν Θεό καί, ἑπομένως, ταύτιζε τήν ἐνέργεια τῆς παντοδυναμίας μέ τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μποροῦσε καί νά μήν εἶχε θελήσει τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου καί ὅμως νά ὑπάρχη ὁ Ἴδιος χωρίς «ἐπιπτώσεις» στό Εἶναι Του. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δέν εἶναι κατ᾽ οὐσίαν δημιουργός, ἀλλά κατ᾽ ἐνέργειαν. 

  

Ὁ Μ. Βασίλειος ἀντιμετώπισε τίς ἀπόψεις αὑτῶν τῶν φιλοσόφων. Ἑρμηνεύοντας στήν ἑξαήμερο τήν φράση «ἐν ἁρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τήν γῆν», κάνει ἀξιόλογες παρατηρήσεις. Γράφει ὅτι τό «ἐν ἀρχῇ» δέν σημαίνει ὕπαρξη χρόνου, γιατί «ἡ τοῦ χρόνου ἀρχή οὔπω χρόνος, ἀλλ᾽ οὐδέ μέρος αὐτοῦ τό ἐλάχιστον». Ἡ φράση «ἐν ἀρχῇ ἐποίῃσεν ὁ Θεός» ἔχει λεχθῆ γιά νά διδαχθοῦμε ὅτι «ὁμοῦ τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ ἀχρόνως συνυφεστάναι τόν κόσμον». Δέν ὑπῆρχε χρόνος πρό τῆς δημιουργίας, ἀλλά ἁμέσως μέ τόν κόσμο δημιουργεῖται καί ὁ χρόνος, γιατί, ὅπως καί πάλι λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, «ἐν κεφαλαίῳ ἐποίησεν ὁ Θεός, τουτέστιν ἀθρόως καί ἐν ὀλίγῳ».

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι καί ὁ αἱρετικός Εὐνόμιος, πού ἀκολουθοῦσε στό θέμα αὐτό τίς διδασκαλίες τῶν φιλοσόφων, ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ χρόνος εἶναι κίνηση τῶν ἀστέρων. «Χρόνον τοίνυν εἶναι φησί ποίαν τινα κίνησιν ἀστέρων ἡλίου δηλονότι καί σελήνης καί τῶν λοιπῶν, ὅσοις καθ᾽ ἑαυτά κινεῖσθαι δύναμίς ἐστι». Ὅμως ὁ Μ. Βασίλειος κάνει ἀξιόλογες παρατηρήσεις. Ἐάν ἰσχύη αὐτό, τότε δέν ὑπῆρχε χρόνος πρίν ἀπό τήν τετάρτη ἡμέρα ὅταν δημιουργήθηκαν οἱ μεγάλοι φωστῆρες καί τά ἄλλα ἀστέρια. Ὁ ἅγιος καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι ὁ χρόνος εἶναι τό διάστημα πού ἐκτείνεται μαζί μέ τόν κόσμο ἀπό τήν δημιουργία καί μέσα σ᾽ αὐτό τό διάστημα μετρᾶται κάθε κίνηση τῶν ἀστέρων καί γενικά ὅλων τῶν κτισμάτων. Γράφει χαρακτηριστικά: «Χρόνος δέ ἐστι τό συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα ᾧ πᾶσα παραμετρεῖται κίνησις, εἴτε ἀστέρων, εἴτε ζώων, εἴτε οὑτινοσοῦν τῶν κινουμένων, καθό λέγομεν, ταχύτερον ἤ βραδύτερον ἕτερον ἑτέρου» Εἶναικαταπληκτική αὑτή ἡ ἄποψη τοῦ Μ. Βασιλείου, γιατί δείχνει ὅτι ὑπερέβαλε τούς ἐπιστήμονας τῆς ἐποχῆς τοῦ καί στό θέμα τοῦ χρόνου καί συμφωνεῖ μέ τήν σύγχρονη ἐπιστήμη, πού ὁμιλεῖ γιά τόν «χωρόχρονο». Ἔτσι, οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐξέφρασαν τήν διδασκαλία ὅτι ὁ Θεός μαζί μέ τόν κόσμο δημιούργησε καί τόν χρόνο, Ὁχρόνος, δηλαδή, δέν εἶναι ἁπλῶς μιά κίνησῃ, ἀλλά δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.

*

Ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στήν ἀρχή τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς του γράφει: «Πολυμερῶς καί πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεός λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾽ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ ὅν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι᾽ οὗ καί τούς αἰῶνας ἐποίησεν» (Ἑβρ. α´, 12).

Τί εἶναι αὐτοί οἱ αἰῶνες πού ἐποίησεν ὁ Θεός διά τοῦ Υἱοῦ; Βεβαίως, ἐδῶ δέν πρόκειται γιά τούς αἰῶνες τοῦ γνωστικισμοῦ, πού εἶναι οἱ κατώτεροι θεοί, ἀλλά εἶναι οἱ ἄγγελοι, τά νοητά κτίσματα τοῦ Θεοῦ. Πάνω σ᾽ αὐτό τό θέμα ὑπάρχουν πολλά πατερικά χωρία. Θά ἤθελα νά ἀναφέρω μερικά ἀπό αὐτά.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι οἱ αἰῶνες εἶναι τά νοητά κτίσματα τοῦ Θεοῦ. «Καί γάρ καί οἱ αἰῶνες νοητά κτίσματα εἰσι» Ἑπομένως, οἱ αἰῶνες, δηλαδή οἱ ἄγγελοι, ἀναφέρονται στά κτίσματα, εἶναι κτιστές πραγματικότητες καί ὄχι ἄκτιστα.

Στούς αἰῶνες δέν μποροῦμε νά συγκαταλέξουμε τίς ἑνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ αὐτές εἶναι ἄκτιστες καί, ἑπομένως, πέρα τῶν αἰώνων. Ὁ Μ. Βασίλειος παρατηρεῖ σχετικά: «Αἱ δέ ἐνέργειαι τίνες; Ἄρρητοι μέν διά τό μέγεθος, ἀνεξαρίθμητοι δέ διά τό πλῆθος. Πῶς μέν γάρ νοήσομεν τά τῶν αἰώνων ἐπέκεινα; τίνες ἦσαν αὐτοῦ πρό τῆς νοητῆς κτίσεως αἱ ἐνέργειαι;». Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι ἐπέκεινα τῶν αἰώνων κανείς ποτέ δέν εἶπε ὅτι ὑπάρχει κτιστό. «Πρό γοῦν τῆς νοητῆς κτίσεως καί τῶν αἰώνων ἐπέκεινα... κτιστόν οὐδείς ποτ᾽ εἶπεν, οὐδέ ἐνενόησεν. Ἄκτιστοι τοιγαροῦν αἱ τοῦ θείου πνεύματος δυνάμεις τε καί ἐνέργειαι».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης τοποθετεῖται στήν ἴδια προοπτική, ὅταν ἀναπτύσση τήν διαφορά μεταξύ τοῦ ἀϊδίου, πού ἀποδίδεται στόν Θεό, καί τοῦ αἰῶνος, πού ἀποδίδεται στά κτίσματα. Λέγει: «Οὔτε γάρ ἡ γέννησις τοῦ Μονογενοῦς ἐντός τῶν αἰώνων οὔτε ἡ κτίσις πρό τῶν αἰώνων». Αὐτό ἐντάσσεται μέσα σέ ὅλη τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, πού εἶναι θεολογία τῆς Ἐκκλησίας: «ἡ μέν γάρ κτίσις πᾶσα, καθώς εἴρηται, κατά τινα τάξεως ἀκολουθίαν γεγενημένη τῷ τῶν αἰώνων διαστήματι παραμετρεῖται... ἡ δέ ὑπέρ τήν κτίσιν οὐσία ἅτε παντός διαστηματικοῦ νοήματος κεχωρισμένη πᾶσαν χρονικήν ἀκολουθίαν ἐκπέφευγεν».

Ἑπομένως, τό αἰώνιο ἀναφέρεται ὄχι στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά νοητά κτίσματα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι οἱ ἄγγελοι, καί στήν ζωή τῶν ἁγίων ὅταν δέχωνται τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

   

Ὁ χρόνος εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως ὅλης τῆς κτιστῆς δημιουργίας. Ὁ χρόνος ἔχει ἀρχή καί τέλος. Δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό καί κάποτε θά σταματήση νά ὑπάρχῃ, ὁπότε θά ἀρχίση τό αἰώνιο. Καί ὅπως λέγαμε προηγουμένως, καί νομίζω φάνηκε αὐτό καθαρά, μεταξύ τῆς ἀϊδιότητος καί τοῦ αἰωνίου ὑπάρχει χαώδης διαφορά, ὅποια διαφορά ὑπάρχει μεταξύ τοῦ ἀκτίστου καί τοῦ κτιστοῦ, ἐνῶ ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ αἰῶνος καί τοῦ χρόνου εἶναι μικρά. ὉΘεός εἶναι δημιουργός καί τοῦ χρόνου καί τοῦ αἰῶνος.

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀσχολήθηκαν μέ τόν χρόνο ὄχι γιά νά ἀναπτύξουν τήν φιλοσοφία οὔτε γιά νά κάνουν τόν φιλόσοφο, ἀλλά γιά νά ἀπαντήσουν σέ καίρια προβλήματα τόσο τῶν φιλοσόφων ὅσο καί τῶν αἱἷρετικῶν, πού καταφέρονταν ἐναντίον τῶν θεολογίας. Ποιμαντικοί λόγοι ὁδήγησαν τούς Πατέρας στήν ἀνάπτυξη αὐτῆς τῆς διδασκαλίας. ὉΜ. Βασίλειος ἔγραψε τά ὅσα ἀναφέρᾶμε γιά τόν χρόνο, τό αἰώνιο καί τό ἀΐδιο γιά νά ἀναιρέση τίς ἀπόψεις τοῦ Εὐνομίου. Καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης πάλι ἀσχολήθηκε μέ αὑτά τά θέματα γιά νά ἀναιρέση τήν ἀπάντηση τοῦ Εὐνομίου, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ εἶχε κοιμηθῆ ὁ ἀδελφός του Μ. Βασίλειος.

Ἔτσι, κατά τήν πατερική παράδοση, το ἀΐδιο ἀναφέρεται στόν Τριαδικό Θεό, τό αἰώνιο στούς ἀγγέλους καί τούς θεουμένους ἁγίους καί ὁ χρόνος σέ ὅλη τήν κτιστή δημιουργία.

Αὐτό ἔχει μεγάλῃ σημασία καί γιά τήν προσωπική μας ζωή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ὑποδουλώνεται στά πάθη τόσο καί εἶναι ὑπόδουλος στόν χρόνο καί ὁ χρόνος γι᾿ αὐτόν ἀποτελεῖ ἕναν μεγάλο ἐχθρό. Αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅτι καταδιώκεται ἀπό τόν χρόνο καί ὑποδουλώνεται σ᾽ αὐτόν. Τελικά ἡ ζωή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου προσδιορίζεται ἀπό τήν βιολογική γέννηση καί τήν ταφή. Αὐτή εἶναι πραγματική ὑποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου στόν χρόνο. Μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή ἐπιδιώκουμε τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου. Ὁ Χριστιανός ζῆ ἀπό τώρα τήν αἰωνιότητα, πού δέν εἶναι ἀφηρημένη κατάσταση, ἀλλά ἡ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπό τώρα.

Ὁ κόσμος καί ὁ χρόνος θά παύσουν νά ὑπάρχουν, ὅπως τά γνωρίζουμε ἐμεῖς. Θά γίνη μεταμόρφωση τοῦ χώρου, ἀλλαγή, ἀλλά καί τοῦ χρόνου μέ τήν αἰωνιότητα. Ἑπομένως, δέν θά σταματήση ἡ ἱστορία, ἀλλά θά συνεχισθῆ μέ ἄλλη μορφή. Τό λέγω αὐτό γιατί ἐπικρατεῖ μιά ἀντίληψη ὅτι ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ζωή πέρα ἀπό τήν ἱστορία. Ὅμως αὑτό δέν εἶναι ἀληθινό, γιατί ἡ ἱστορία τῶν ἁγίων θά συνεχισθῆ καί μετά τόν θάνατο καί μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Θά ἀλλάξη, βέβαια, ἐξωτερικά σχήματα καί γνωρίσματα, ἀλλά θά εἶναι ἱστορία.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες κάνουν λόγο γιά τόν σωτηριώδη χρόνο. Ὁ χρόνος τῆς παρούσης ζωῆς, ἐνῶ γιά ἄλλους εἶναι ἐχθρός, γιά τούς Χριστιανούς εἶναι σωτηριώδης. Αὐτό σημαίνει ὅτι μποροῦμε νά ζήσουμε τό αἰώνιο καί ἀπό αὐτήν τήν ζωή. Ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός πού βιώνεται ἀπό τούς ἁγίους εἶναι βίωση τοῦ αἰωνίου στήν παροῦσα χρονική στιγμή. Μέ τά μυστήρια, δηλαδή τό ἅγιο Βάπτισμα, τήν θεία Ἐὐχαριστία, μέ τήν ἀσκητική ζωή καί κυρίως μέ τήν προσευχή, μέ τήν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός γίνεται ὑπέρβαση τοῦ χρόνου. Στούς ἁγίους φαίνεται καθαρά ὅτι δέν ἐξουσιάζονται ἀπό τόν χρόνο, ἀλλά αὐτοί μέ τήν ἐν Χριστῷ ζωή ἐξουσιάζουν τόν χρόνο.

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ




Προφίλ

Οἱ ἐκδόσεις τῆς γυναικείας Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) ἀπό τό 1982 ἐκδίδουν καί διακινοῦν σέ ὅλο τόν κόσμο τά βιβλία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἱδρυτής καί πνευματικός πατέρας τῆς ἀδελφότητος.

Μάθετε περισσότερα...

banks
Login-iconLogin
active³ 5.5 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης